3.ΥΠΟΨΙΕΣ

-Δεν θα μπορούσες να μου εξηγήσεις τώρα; Άρχισα, προσπαθώντας να τον πείσω.

-Θα μπορούσα, αλλά όχι, μου απάντησε.

Είχαμε φτάσει έξω από το σχολείο. Βγήκε πρώτος από το αμάξι, για να μου ανοίξει την πόρτα.

-Εντάξει, κατένευσα τελικά, κέρδισες, αλλά για την ώρα…

Στο μάθημα, το μυαλό μου στριφογύριζε το ίδιο ερώτημα: Γιατί ο Τζέικ είχε έκτη αίσθηση; Μήπως ήταν κάποιο μεταφυσικό πλάσμα;

Το κουδούνι για το μεσημεριανό με έβγαλε από τις σκέψεις μου.

Τον κράτησα από το χέρι και καθίσαμε μόνοι μας, με την πρόφαση ότι ήθελα να μιλήσουμε.

«Ή τώρα ή ποτέ» σκέφτηκα. Οπλίστηκα με θάρρος και άρχισα την κουβέντα.

-Θέλω να σε ρωτήσω κάτι, αλλά υποσχέσου ότι δεν θα γελάσεις! Του είπα.

-Τι εννοείς; Είναι κάτι σοβαρό; με ρώτησε.

-Περίπου. Λοιπόν…άρχισα, μήπως είσαι κάποιο μεταφυσικό ον;

-Ορίστε; με κοίταξε περιπαικτικά. Πώς σου ήρθε αυτό;

-Τότε πώς εξηγείς την έκτη αίσθηση που διαθέτεις; Θα μου εξηγήσεις;

-Δεν είναι πολύ νωρίς για να μου κάνεις ερωτήσεις;

Και απομακρύνθηκε. Προσπάθησα να τον προφτάσω, αλλά σχεδόν αμέσως γύρισε πίσω.

-Θα σου εξηγήσω, αλλά όχι τώρα, σύμφωνοι;

Συμφώνησα. Αλλά μέσα μου δεν συμφωνούσα. Ήθελα να μάθω την αλήθεια εδώ και τώρα.

-Πρέπει να σου πω. Δεν μπορώ να το κρατάω άλλο μέσα μου.

Τώρα είχε αρχίσει να με κατατρώει η αγωνία.

-Τι συμβαίνει, Τζέικ;

-Λοιπόν, ξέρεις ότι σ'αγαπώ κι ότι δεν θέλω να είμαι λεπτό μακριά σου…

«Κάτι παίζεται εδώ…» σκέφτηκα.

-Το ξέρω, απάντησα τελικά.

- Αλλά δεν γίνεται να μείνουμε για πάντα μαζί, πρέπει να σε προστατεύσω…

-Τι εννοείς; Άρχισα να φοβάμαι…

-Δεν μπορώ να σε εκθέτω σε ένα συνεχή κίνδυνο. Πρέπει να μείνω μακριά σου.

-Όχι! αναφώνησα, δεν μπορείς να μου το κάνεις αυτό!

-Μα δεν καταλαβαίνεις ότι κινδυνεύεις όσο είσαι κοντά μου;

-Κι εσύ δεν καταλαβαίνεις ότι πεθαίνω μακριά σου;

Ήμουν συγκλονισμένη. Θα τον άφηνα να φύγει. Γιατί ήξερα, ότι θα γυρνούσε πού σύντομα…

4.ΦΥΓΗ

Την άλλη μέρα δεν εμφανίστηκε. Κοιτούσα το τραπέζι τους. Όλοι τους ήταν εκεί, εκτός από εκείνον. Ένιωθα ένα βάρος στη καρδιά. Κάθισα με την Αλέξια, που πρόσεξε αμέσως την έκφραση μου.

-Ιζαμπέλλα! Τι έχεις; με ρώτησε.

- Δεν είμαι πολύ καλά σήμερα. Ήταν αλήθεια αυτό.

-Θες να μου μιλήσεις;

Έτσι άρχισα να της εξιστορώ τα πάντα: Για την σχέση μου με τον Τζέικ, το φιλί μας, το μυστήριο γύρω από την έκτη αίσθηση και τα λοιπά. Μόλις τελείωσα, πρόσεξα την έκφραση της.

Σταματήσαμε να μιλάμε για αυτό το θέμα, ένιωθα απαίσια. Προσπάθησα να επικοινωνήσω μαζί του, αλλά τίποτα. Ρώτησα τον Σέιν, αλλά μου είπε ότι δεν είχε ιδέα που βρισκόταν ο Τζέικ.

Ήμουν απελπισμένη. Δεν έτρωγα, δεν κοιμόμουν. Οι γονείς μου ανησυχούσαν. Του είχα στείλει εκατομμύρια γράμματα, χωρίς απάντηση. Τον ονειρευόμουν. Ονειρευόμουν ότι ερχόταν να με βρει, να μου εξηγήσει. Από ποιον κινδυνεύω; Ή από τι; Αυτά τα ερωτήματα γύριζαν στο μυαλό μου όλη την εβδομάδα. Προσπάθησα να μην τον σκέφτομαι, αλλά ήταν αδύνατον…

Το επόμενο πρωί επισκέφτηκα τον Έντυ Νέλσον, τον παιδικό μου φίλο από το Φόρες. Ζούσε με τον πατέρα του, Φίλιο.

Με ξενάγησε στην περιοχή, ώσπου φτάσαμε σε έναν γκρεμό με υπέροχη βλάστηση. Εκείνος έφυγε, κι εγώ έμεινα μόνη να τον σκέφτομαι(τον Τζέικ). Ο γκρεμός οδηγούσε στη θάλασσα. Η ζωή μου δεν είχε νόημα χωρίς εκείνον. Έτσι, πήδηξα από τον γκρεμό. Είδα τη μορφή του μέσα στο νερό. Εκεί που νόμιζα ότι θα πνιγόμουν, ένιωσα ένα χέρι να με τραβάει. Κάποιος με έβγαλε έξω από το νερό.

Δεν μπορούσα να ανοίξω τα μάτια μου. Ένοιωθα ότι πνιγόμουν. Ο «σωτήρας μου» μου έδωσε το φιλί της ζωής. Αλλά αυτό το φιλί κράτησε περισσότερο από τα συνηθισμένα φιλιά της ζωής.

Όταν άνοιξα τα μάτια μου, συνειδητοποίησα ότι ο «σωτήρας μου» ήταν εκείνος! Τον αγκάλιασα σφιχτά.

-Για εσένα γύρισα. Κατάλαβα ότι δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα.

Ήμουν ευτυχισμένη. Τώρα μπορούσε να μου εξηγήσει…

Μου χρωστάς μια εξήγηση, άρχισα…

5.ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ

-Ας το πάρουμε καλύτερα από την αρχή, άρχισε. Παλιοί θρύλοι των Quileute,λένε ότι καταγόμαστε από τους λύκους. Είμαστε μια φυλή, που μπορούμε να μεταμορφωνόμαστε σε λύκους, λυκάνθρωπους όπως ονομάζονται. Για αυτό έφυγα, επειδή την προηγούμενη μέρα είχε εμφανιστεί η πανσέληνος. Για αυτό σε γοήτευα. Οι λύκοι, στην ανθρώπινη μορφή, είναι αθεράπευτα όμορφοι. Και αθάνατοι. Κι έχουν μια έκτη αίσθηση, μάλλον καλύτερα ένστικτο, που τους βοηθάει να επικοινωνούν μεταξύ τους. Τώρα που έμαθες τι πραγματικά είμαι, σίγουρα δεν θες να με ξαναδείς…

-Όχι, απάντησα, δεν φοβάμαι το θάνατο, γιατί ξέρω ότι με αγαπάς. Και θα μείνω για πάντα κοντά σου…

Με αυτά τα λόγια, σφράγισα το μυστικό του και το έθαψα βαθιά μέσα μου. Κανένας δεν το έμαθε, κανείς ποτέ δεν έμαθε ότι ο αγαπημένος μου Τζέικ ήταν λυκάνθρωπος…

Την επόμενη μέρα, όλο το σχολείο είχε μάθει ότι βγαίναμε. Τα κορίτσια με κοιτούσαν με ζήλια, κι εγώ ένιωθα ευτυχισμένη δίπλα του. Κάθισα μαζί του, σκεπτόμενη να τον ρωτήσω για τον τρόπο ζωής του ως λυκάνθρωπος…