Έπεφτε μέσα στο απόλυτο τίποτα. Ακόμα και το σώμα του ένιωθε σαν να είχε με κάποιον τρόπο χάσει τη φυσική του μάζα. Το απόλυτο άπειρο της αιωνιότητας, χωρίς αίσθηση τόπου και χρόνου, τον είχε καταπιεί… Τότε, η διαδρομή έφτασε στο τέλος της τόσο ξαφνικά όσο είχε αρχίσει.
Με μια κραυγή πόνου, ο Μάρτιν σωριάστηκε κατάχαμα στο έδαφος. Το κεφάλι του να γυρίζει σα σβούρα και η καρδιά του να χτυπά σαν τρελή, τα χέρια του ψαχούλεψαν …γρασίδι; Τι είχε συμβεί; Είχε εκσφενδονιστεί μέσα στα παρτέρια με γκαζόν έξω από το μουσείο από τον κεραυνό; Μόλις η ζαλάδα είχε περάσει, άνοιξε τα μάτια του και αντίκρισε μια απίστευτη αλλαγή.
Όπου έπρεπε να υπάρχουν οι τσιμεντένιες πλάκες της πλατείας, τώρα υπήρχε ένα στρώμα από πυκνή βλάστηση με χόρτα και λουλούδια. Όλο το Ελσίνκι είχε εξαφανιστεί τελείως. Βρισκόταν στην μέση μιας άγνωστης εξοχής, πιο συγκεκριμένα, σε μια δασώδη κοιλάδα που την περιτριγύριζαν ψηλές οροσειρές. Πάνω από τις κορυφές των δέντρων μπορούσε να διακρίνει τις μυτερές στέγες κάποιων περίεργων στρογγυλών σπιτιών, τα οποία δεν είχε ξαναδεί ποτέ στη ζωή του. Πως είχε καταλήξει εδώ πέρα; Τι στο καλό ήταν αυτό το μέρος;
Γονατιστός, σύρθηκε κάτω από ένα δέντρο για να συνέλθει. Περίεργο. Δεν είχε πάθει τον παραμικρό τραυματισμό από το χτύπημα του κεραυνού. Δεν υπήρχε ίχνος από έγκαυμα στα χέρια του, ούτε και το παραμικρό μαύρισμα. Ένας, δυο μικροί μώλωπες στα γόνατα του από τότε που είχε σκοντάψει αλλά κατά τα άλλα ήταν μια χαρά στην υγεία του. Το σακίδιο του ακόμη κρεμόταν από τους ώμους του και όλα τα υπάρχοντα του δεν είχαν πάθει καμιά ζημιά. Όμως αυτό δεν εξηγούσε πως είχε καταλήξει εδώ πέρα, στη μέση του πουθενά.
Δεν έβγαζε κανένα νόημα. Δεν θυμόταν να φεύγει από τη πόλη μετά το ατύχημα του. Μήπως είχε πάθει αμνησία; Αλλά ακόμη και αν αυτό είχε συμβεί, πως γίνεται ένας άνθρωπος που τον έχει χτυπήσει κεραυνός να σηκωθεί και να διασχίσει ολόκληρη πόλη με τα πόδια, καταλήγοντας έξω στην εξοχή, και να μην θυμάται τίποτα; Μήπως κάποιος τον είχε φέρει εδώ με αυτοκίνητο όσο ήταν αναίσθητος και να τον παράτησε; Αλλά, και πάλι, ποιος θα έκανε κάτι τέτοιο, και γιατί;
Πανικόβλητος, νομίζοντας μήπως είχε πέσει θύμα ληστείας, ψαχούλεψε τις τσέπες του αλλά βρήκε πως το πορτοφόλι, το κινητό του και όλα τα υπόλοιπα αντικείμενα αξίας του βρίσκονταν ακόμη εκεί. Άρα, κανείς δεν τον είχε κατακλέψει. Τότε, ίσως να πρόκειται για φάρσα; Ο Μάρτιν θύμωσε. Αυτή ήταν μια πολύ κακόγουστη φάρσα και θα τσάκιζε τον ένοχο στο ξύλο, μόλις ανακάλυπτε ποιός ήταν… Αλλά τότε, κοιτάζοντας το ρολόι του, πρόσεξε πως ούτε ένα μισάωρο δεν είχε περάσει από τη στιγμή που είχε αποχαιρετήσει τον Ούλριχ. Αδύνατον να είχε φύγει από το Ελσίνκι σε τόσο λίγο χρόνο. Τότε όμως, που στο καλό βρισκόταν;
Έβγαλε το κινητό του. Έπρεπε να έρθει σε επαφή με κάποιον γρήγορα, να μάθει τι συμβαίνει. Δυστυχώς, δεν είχε σήμα. Λες και όλοι οι δορυφόροι ξαφνικά έκαναν απεργία. Ήταν ολομόναχος. Άρχισε να τον κυριεύει ο φόβος.
Με χίλια ζόρια κατάφερε να συγκρατηθεί και να ηρεμήσει. Ο πατέρας του, Θεός συγχωρές τον, του είχε μάθει πολλά χρήσιμα πράγματα, ένα από τα οποία ήταν το πόσο σημαντικό ήταν για κάποιον να παραμένει ψύχραιμος σε μια δύσκολη κατάσταση σαν τη δικιά του. Η ψυχραιμία σήμαινε ένα μυαλό που σκεφτόταν καθαρά και λογικά, όπως έλεγε ο πατέρας του. Εντάξει, βρισκόταν σε ένα άγνωστο μέρος και δεν είχε επικοινωνία. Σε αυτή την περίπτωση, έπρεπε να βρει κάποιον και να ζητήσει κατευθύνσεις.
Ξεκίνησε, ακολουθώντας ένα χωματένιο μονοπάτι. Τίποτα δεν του φαινόταν οικείο, πουθενά. Ούτε δρόμοι, ούτε αυτοκίνητα, τίποτα. Τότε, ξαφνικά, είδε έναν καμπούρη γέρο λίγο πιο κάτω που έμοιαζε με βοτανολόγο, να εξετάζει κάτι μανιτάρια με έναν μεγεθυντικό φακό, η πλάτη του γυρισμένη στον Μάρτιν. Ο γέρος φορούσε ένα περίεργο μωβ μανδύα που έμοιαζε με φορεσιά μάγου από το θέατρο, όμως ο Μάρτιν είχε πολλές σκοτούρες για να απορήσει για ποιο λόγο αυτός ο αλλόκοτος κυκλοφορούσε ντυμένος σαν στις Απόκριες. Πλησιάζοντας τον γέρο-βοτανολόγο, ο Μάρτιν τον άγγιξε στον ώμο να του τραβήξει την προσοχή.
Το πρόσωπο που γύρισε να αντικρίσει τον Μάρτιν παραλίγο να κάνει τον νεαρό Άγγλο να πηδήξει από έκπληξη. Αυτό τον οποίο είχε περάσει για άνθρωπο ήταν στην πραγματικότητα κάτι που έμοιαζε με καλικάτζαρο, με μια μακριά μύτη σαν ιπποπόταμος, μεγάλα γυαλιστερά μάτια, και κοντό λευκό τρίχωμα το οποίο γινόταν γκρίζο από γηρατειά που κάλυπτε ολόκληρο το σώμα του. Για μια στιγμή, ο Μάρτιν είχε μείνει με ανοικτό το στόμα, απορώντας εάν έβλεπε εφιάλτη ή τη πιο ζωντανή μεταμφίεση που είχε δει ποτέ του.
Ο καλικάτζαρος, ή ότι στο καλό ήταν αυτός ο βοτανολόγος, κοίταξε ενοχλημένα τον Μάρτιν που τον είχε διακόψει από τη δουλειά του, ή μάλλον από το γεγονός ότι αυτός ο περίεργος νεαρός τον κοίταζε τόσο επίμονα με ανοικτό το στόμα.
«Vad vill du;»
Παρά την έκπληξη του, ο Μάρτιν αμέσως αναγνώρισε τη γλώσσα. Ήταν Σουηδικά, τα οποία ήξερε από τη μητέρα του η οποία είχε μεγαλώσει στη Στοκχόλμη. Έχοντας το πλεονέκτημα να είναι δίγλωσσος, μιλούσε τα Σουηδικά σχεδόν όσο καλά όσο τα Αγγλικά – ένας από τους λόγους που φοιτούσε στο Ελσίνκι, όπου τα Σουηδικά ήταν η δεύτερη γλώσσα μετά τα Φιλανδέζικα. Γρήγορα ξεπερνώντας το σοκ, βρήκε τη φωνή του και απάντησε στα Σουηδικά.
«Ε…με συγχωρείτε. Έχω χαθεί. Προς που είναι το Ελσίνκι;» Αμάν, πόσο ηλίθιος πρέπει να ακούγεται, σκέφτηκε. Προς μεγάλη του έκπληξη, ο καλικάτζαρος τον κοίταξε περίεργα.
«Ελσίνκι; Δεν έχω ακουστά αυτό το μέρος, νεαρέ.» Ο Μάρτιν κόντευε να τα χάσει.
«Τότε μήπως μπορείτε να μου πείτε που βρίσκομαι, παρακαλώ;»
«Στην Κοιλάδα των Μούμιν, φυσικά!» απάντησε ο καλικάτζαρος, κοιτάζοντας τον Μάρτιν λες και απορούσε μήπως ήταν χαζός. Προφανώς, νόμιζε πως αυτός ο αλλόκοτος ξένος του σπαταλούσε άδικα το χρόνο του. Προτού ο Μάρτιν μπορούσε να τον ξαναρωτήσει για κατευθύνσεις, γύρισε και του έδειξε ένα από εκείνα τα περίεργα στρογγυλά σπίτια που βρίσκονταν διάσπαρτα στην κοιλάδα.
«Καλύτερα να πας στον σπίτι των Μούμιν και να ρωτήσεις τον Μπαμπά Μούμιν. Αυτός μπορεί να γνωρίζει για αυτό το μέρος, το Ελσίνκι.»
«Καλά, σας ευχαριστώ.»
Γύρισε και έφυγε, με τον καλικάτζαρο να εξακολουθεί να τον κοιτάζει ύποπτα. Μόλις είχε απομακρυνθεί αρκετά, ένας πια πανικόβλητος Μάρτιν γύρισε και το έβαλε στα πόδια. Δεν είχε ιδέα που να πάει, αλλά δεν μπορούσε να παραμείνει σε αυτό το εφιαλτικό μέρος ούτε λεπτό παραπάνω. Όλα αυτά που είχε μόλις ακούσει… Σπίτι των Μούμιν; Κοιλάδα των Μούμιν; Μα τη πίστη του, όλα αυτά τα αλαμπουρνέζικα έμοιαζαν πολύ σαν…μα φυσικά! Τα βιβλία της Τούβε Γιάνσσον, για τα οποία του έλεγε ο Ούλριχ νωρίτερα. Μα τι ήταν όλη αυτή η τρελή κατάσταση; Βρισκόταν σε κάποιο…λούνα παρκ και δεν το είχε πάρει είδηση; Η ήταν εκείνος ο καλικάτζαρος αληθινός; Αυτό το μέρος είχε αρχίσει να του φαίνεται πολύ αληθινό για την αρέσκεια του.
Δεν ήξερε πόση ώρα έτρεχε, μέχρι πού έφτασε στην άκρη ενός γκρεμού που έβλεπε τη θάλασσα. Ήταν ο Κόλπος της Φιλανδίας; Δεν είχε τρόπο να σιγουρευτεί. Βλέποντας την ακτή, ο Μάρτιν ένιωσε μια μικρή ελπίδα. Εάν βρισκόταν κοντά στο Ελσίνκι, τότε θα μπορούσε να βρει το δρόμο πίσω ακολουθώντας την ακτή. Είχε επισκεφτεί το παραθαλάσσιο θέρετρο Ωρινκολάχτι με τον Ούλριχ το περασμένο καλοκαίρι. Από κει θα μπορούσε εύκολα να βρει το δρόμο πίσω στο Ελσίνκι.
Κατεβαίνοντας κάτω στην παραλία, κοίταξε ολόγυρα του. Προς τα πού να πάει; Δεξιά ή αριστερά; Ρίχνοντας ένα νόμισμα, παίζοντας το κορώνα-γράμματα, αποφάσισε δεξιά. Περπάτησε κάμποση ώρα, αλλά βλέποντας τίποτα. Κανένα ίχνος του θέρετρου πουθενά, ούτε και του Ελσίνκι. Νιώθοντας απελπισία, κάθισε σε ένα βράχο να ξεκουραστεί λίγο.
Έως τώρα, δεν έφτανε πουθενά. Τι έπρεπε να κάνει τώρα; Να κάνει μεταβολή και να ακολουθήσει την αντίθετη κατεύθυνση, μπας και βρεθεί κάπου; Ή ήταν και από εκεί ένα άλλο αδιέξοδο; Ψάχνοντας για κάτι να του αποσπάσει τη προσοχή από την απελπισία του, γύρισε να εξετάσει τι κουβαλούσε πάνω του.
Αδειάζοντας τις τσέπες του, βρήκε το κινητό του που δεν λειτουργούσε πια και το πορτοφόλι του, που περιείχε την χρεωστική κάρτα του, τη φοιτητική ταυτότητα του, το διαβατήριο του, ένα φάκελο με εισιτήρια για το τραμ του Ελσίνκι, μια οικογενειακή φωτογραφία, και πενήντα-πέντε ευρώ σε χαρτονομίσματα, συν άλλα πέντε σε ψιλά. Εντάξει, είχε χρήματα και ταυτότητα εάν χρειαζόταν να ταξιδέψει…με την προϋπόθεση πως υπήρχε τρόπος να γυρίσει πίσω. Όσο για το κινητό του, ήταν άχρηστο εδώ πέρα, αλλά σκέφτηκε πως ήταν καλύτερα να το κρατήσει προς το παρόν.
Αδειάζοντας την τσάντα του, βρήκε τον φορητό υπολογιστή του, κάποιες εκθέσεις και βιβλία περί αρχιτεκτονικής τα οποία είχε δανειστεί από τη βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου εκείνο το πρωί για την εργασία του, το σημειωματάριο του, τη κασετίνα του με το στυλό του, το μολύβι του, ένα μικρό φακό, ένα σουγιαδάκι που είχε φέρει μαζί του από την Αγγλία, και το φορτιστή για τον υπολογιστή του. Οι εκθέσεις και τα βιβλία ήταν τζάμπα βάρος να τα κουβαλάει. Θα μπορούσε κάλλιστα να τα χρησιμοποιήσει για καυσόξυλα. Ο υπολογιστής του θα του χρησίμευε μόνο όσο κρατούσε η μπαταρία.
Ο Μάρτιν ήταν υπερήφανος για τον υπολογιστή του. Καθώς ήταν πολύ μελετηρός άνθρωπος, το είχε γεμίσει με μπόλικο, χρήσιμο αναγνωστικό υλικό που χρησιμοποιούσε για τις σπουδές του, μεταξύ των οποίων επιστημονικά βιβλία, εγκυκλοπαίδειες, λίγη λογοτεχνία και ποίηση, καθώς και ορισμένες ταινίες και ντοκιμαντέρ. Μια τέλεια βιβλιοθήκη γνώσεως για έναν νεαρό φοιτητή αρχιτεκτονικής, η οποία του χρησίμευε με πολλούς τρόπους.
Πίνοντας μια γουλιά από την Κόκα-Κόλα που είχε αγοράσει νωρίτερα, ένοιωσε κάπως καλύτερα. Εντάξει, ήταν λίγο σκούρα τα πράγματα, όμως δεν έπρεπε να απελπιστεί τώρα. Σίγουρα θα υπήρχε κάποιος τρόπος έξω από αυτόν τον εφιάλτη…
Κοιτάζοντας έξω προς την θάλασσα, πρόσεξε πως η παλίρροια ερχόταν και πως σύντομα θα έπρεπε να φύγει από την παραλία. Τότε πρόσεξε κάτι που βρισκόταν δίπλα στο βράχο στον οποίο καθόταν, το οποίο δεν είχε προσέξει προηγουμένως. Ένα ψάθινο καλαθάκι, γεμάτο κοχύλια.
Απορούσε σε ποιον μπορεί να άνηκε αυτό, όταν ξαφνικά άκουσε μια κραυγή λίγο πιο κάτω στη παραλία – η φωνή ενός κοριτσιού να φωνάζει για βοήθεια. Κάποιος κινδύνευε! Τρέχοντας πάνω από τα βράχια, είδε μέσα στη θάλασσα ένα από εκείνους τους περίεργους λευκούς καλικάτζαρους με μύτες ιπποπόταμων που είχε συναντήσει προηγουμένως, αυτή την φορά μια νεαρή θηλυκιά. Η άμοιρη καλικατζαρίνα μάλλον θα πλατσούριζε στα ρηχά, ψάχνοντας για κοχύλια και φαινόταν να είχε παγιδευτεί σε κάτι. Με τη στάθμη της θάλασσας να ανεβαίνει γρήγορα, πάλευε απελπισμένα να ελευθερωθεί.
«Βοήθεια, σε παρακαλώ!» ούρλιαξε, βλέποντας τον Μάρτιν, «Η παλίρροια έρχεται! Σε παρακαλώ, γρήγορα!» Για μια στιγμή, ο Μάρτιν δίστασε. Μήπως θα ήταν καλύτερα να μην ανακατευθεί, να αποφύγει τυχόν μπελάδες; Είχε ήδη αρκετά δικά του προβλήματα. Όμως δεν μπορούσε απλώς να την αφήσει εκεί έξω να πνιγεί! Παρατώντας την τσάντα του και βγάζοντας το παλτό και τα παπούτσια του, βούτηξε.
Η θάλασσα ήταν παγωμένη, κάνοντας τον να τρέμει ολόκληρος από το κρύο. Όμως δεν υπήρχε χρόνος να τον απασχολεί αυτό τώρα. Με λίγες γρήγορες κινήσεις, έφτασε το κορίτσι και τη πήρε από το χέρι. Εκείνη, στο πανικό της, προσπάθησε να τον αρπάξει από το λαιμό και ο Μάρτιν έπρεπε να τη συγκρατήσει προτού τους έπνιγε και τους δυο τους.
«Θα σε βγάλω από δω,» της είπε, «Αλλά πρέπει να διατηρήσεις τη ψυχραιμία σου. Μπορείς να το κάνεις αυτό;» Παρότι προφανώς εξακολουθούσε να είναι κατατρομαγμένη, η παρουσία του Μάρτιν της έδωσε λίγο κουράγιο και μπόρεσε να συγκρατήσει το πανικό της. Ο Μάρτιν της χαμογέλασε, να τη διαβεβαιώσει πως όλα θα πήγαιναν καλά, και στρώθηκε στη δουλειά.
Αρπάζοντας την από τους ώμους, τράβηξε με όλη του τη δύναμη. Ένοιωθε κάτι να της αγκιστρώνει το πόδι στο βυθό, παγιδεύοντας την. Μάταιη η προσπάθεια. Παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, βούτηξε. Μπορούσε να δει ο αστράγαλος της είχε πιαστεί μέσα σε μια σχισμή μεταξύ δύο βράχους. Προσπάθησε να την ανοίξει λίγο με τα χέρια του, αλλά οι βράχοι ήταν πολύ βαριοί για να τους κουνήσει από μόνος του. Χρειαζόταν ένα μοχλό, τον οποίο δεν είχε…
Βγαίνοντας πάλι στην επιφάνεια, είδε πως η στάθμη της θάλασσας είχε ανέβει σε επικίνδυνα επίπεδα. Τώρα πια, το κορίτσι μπορούσε μόνο να παίρνει κοφτές ανάσες μεταξύ των κυμάτων που τη χτυπούσαν. Σε λίγο, η θάλασσα θα τη σκέπαζε τελείως και αυτό θα ήταν το τέλος.
«Σε παρακαλώ, βοήθησε με! Δεν θέλω να πεθάνω, σε παρακαλώ!» έκλαιγε απελπισμένη, κοιτάζοντας το νερό που όλο και ανέβαινε ολόγυρα της. Δεν φαινόταν να υπάρχει καμιά ελπίδα, όμως ο Μάρτιν δεν το έβαζε κάτω τόσο εύκολα. Ψαχουλεύοντας στη τσέπη του, βρήκε το στυλό του. Βγάζοντας τη μύτη και το καπάκι με τα δόντια του, αυτοσχεδίασε ένα πρόχειρο αναπνευστήρα με το πλαστικό καλαμάκι του στιλού, το οποίο της έχωσε στο στόμα, ελπίζοντας ότι αυτό θα της κέρδιζε λίγα λεπτά παραπάνω, μέχρι θα βρει μια λύση.
«Εντάξει, θέλω να κρατήσεις το καλαμάκι όρθιο και να συνεχίσεις να αναπνέεις μέσα από αυτό. Επιστρέφω αμέσως!»
«Όχι, σε παρακαλώ! Μη με αφήσεις!» του φώναξε το κορίτσι, νομίζοντας πως την εγκατέλειπε στη τύχη της, «Σε εκλιπαρώ, γύρνα πίσω…!» Ο Μάρτιν όμως δεν είχε χρόνο να τη καθησυχάσει. Μια καθυστέρηση για περιττά λόγια μπορούσε να σήμαινε τη διαφορά μεταξύ ζωής και θανάτου.
Τρέχοντας κατά μήκος της παραλίας με τα μουσκεμένα ρούχα του, άρχισε να ψάχνει για κάτι που μπορούσε να χρησιμοποιήσει σα μοχλό. Δεν υπήρχε τίποτα, εκτός από άμμο και βράχια τριγύρω. Τότε είδε ένα πεσμένο δέντρο που μάλλον είχε πέσει από την κορυφή του γκρεμού, μισοθαμμένο μέσα στην άμμο. Αυτό του έδωσε μια ιδέα.
Βάζοντας όλη του τη δύναμη σε ένα από τα πιο γερά κλαδιά που προεξείχαν από την άμμο, κατάφερε με λίγο κόπο να το σπάσει και γύρισε τρέχοντας προς στη θάλασσα με τον καινούργιο μοχλό του. Μπορούσε να δει πως η θάλασσα είχε σκεπάσει τελείως το κορίτσι. Μόνο το καλαμάκι προεξείχε στην επιφάνεια. Ευτυχώς, είχε ακούσει τη συμβουλή του Μάρτιν και το κρατούσε όρθιο, επιτρέποντας την να αναπνέει από κάτω. Αλλά σε λίγο, και αυτό θα βυθιζόταν και θα ήταν οριστικά το τέλος. Έπρεπε να βιαστεί.
Βουτώντας πάλι, κολύμπησε κοντά της και άρχισε να ψάχνει για ένα καλό σημείο μέσα στη ρωγμή να βάλει το μοχλό του. Σα φοιτητής αρχιτεκτονικής, και έχοντας εργαστεί σαν βοηθός μηχανικός στο μαγαζί μοντελισμού της μητέρας του για χρόνια, ήξερε πολλά για μηχανολογία, μεταξύ των οποίων και κόλπα με μοχλούς και βάρη. Βρίσκοντας το καλύτερο σημείο, από όπου θα ασκούσε την μέγιστη δύναμη να χωρίσει τους βράχους ενώ παράλληλα θα ασκούσε τη μικρότερη γωνία ροπής στο ευαίσθητο ξύλο, το οποίο δεν άντεχε και πολλή πίεση, ετοίμασε το μοχλό.
Κοιτάζοντας πάλι το κορίτσι, είδε πως το καλαμάκι είχε πλημμυρίσει από την παλίρροια και είχε φύγει από το στόμα της. Τώρα, δεν μπορούσε παρά να κρατήσει την αναπνοή της για όσο μπορούσε ακόμη και ο Μάρτιν το έβλεπε πως δεν μπορούσε να αντέξει για πολύ ακόμη. Αδύνατον να φωνάξει άλλο, τα μάτια της γύρισαν να κοιτάξουν τον Μάρτιν για μια τελευταία φορά, σαν να τον εκλιπαρούσαν για κάποιο ανύπαρκτο θαύμα, νομίζοντας πως αυτό ήταν σίγουρα το τέλος. Άλλο ένα λεπτό και το στόμα της θα άνοιγε και το θαλασσινό νερό θα την έπνιγε. Όμως ο Μάρτιν είχε άλλα σχέδια.
Βάζοντας όλη του τη δύναμη, έσπρωξε τον αυτοσχέδιο μοχλό του, προσπαθώντας να κουνήσει τους βράχους. Ένοιωθε το κλαδί να τρίζει επικίνδυνα από τη ροπή, έτοιμο να σπάσει από λεπτό σε λεπτό… Αλλά τότε, οι βράχοι υποχώρησαν, ανοίγοντας τη ρωγμή λίγα χιλιοστά, ίσα-ίσα αρκετά για να ξεγλιστρήσει το πόδι της και, ελεύθερη πια, μπόρεσε να κολυμπήσει μέχρι την επιφάνεια για αναπνοή. Κοιτάζοντας, ο Μάρτιν είδε πως ήταν ένα μικρό χρυσό βραχιολάκι που φορούσε το οποίο είχε πιαστεί μέσα στη σχισμή όταν παραπάτησε, ρίχνοντας την σε αυτή την παγίδα θανάτου.
Παίρνοντας το βραχιολάκι το οποίο της είχε πέσει ενώ πάλευε να ελευθερωθεί και βάζοντας το στη τσέπη του, αναδύθηκε δίπλα της. Πιάνοντας τη από τη μέση, κολύμπησε πίσω προς τη ακτή. Η καλικάτζαρος έπεσε μπρούμυτα μες στην άμμο, βήχοντας και φτύνοντας θαλασσινό νερό, εξαντλημένη και σε κατάσταση σοκ από την τρομακτική εμπειρία της. Ο Μάρτιν, και αυτός εξαντλημένος, τη βοήθησε να σταθεί και τη κάθισε σε ένα βράχο. Αρπάζοντας το παλτό του που είχε αφήσει πάνω στα βράχια, της το τύλιξε γύρω από τους ώμους της.
«Είσαι καλά;» τη ρώτησε, απαλά χαϊδεύοντας τις ξανθές αφέλειες της, «Έλα, ηρέμησε, τελείωσε.»
Η καλικάτζαρος, έχοντας κάπως συνέλθει από το σοκ, γύρισε να κοιτάξει τον Μάρτιν με μια έκφραση που θύμιζε μια ερωτευμένη πριγκίπισσα που είχε μόλις συναντήσει τον ιππότη των ονείρων της με τη χρυσή πανοπλία. Ο Μάρτιν άρχισε να νιώθει λίγο αμηχανία. Πάντα ήταν κάπως ντροπαλός μπροστά σε κορίτσια, κάτι για το οποίο πάντα τον πείραζαν οι κολλητοί του πίσω στην Αγγλία – μια αμηχανία η οποία μετατράπηκε σε μια εξαιρετικά άβολη κατάσταση όταν τον αγκάλιασε.
«Ω, σε ευχαριστώ! Σε ευχαριστώ!» έκλαψε από χαρά στον ώμο του ξανά και ξανά, κρατώντας τον σφιχτά στην αγκαλιά της από ευγνωμοσύνη, «Μου έσωσες τη ζωή!»
Παρόλη την αμηχανία του, ο Μάρτιν δεν μπορούσε να μην θαυμάζει πόσο όμορφο πλάσμα ήταν. Με λευκό σαν το χιόνι, απαλό τρίχωμα, όπως και όλα τα υπόλοιπα πλάσματα αυτής της μυστηριώδους χώρας, χρυσόξανθες αφέλειες και εκπληκτικά πράσινα σα ζαφείρια μάτια, θύμιζε λίγο μια από κείνες τις νεράιδες που διάβαζε ο Μάρτιν στα παραμύθια μικρός. Δεν ήταν πολύ μικρότερη του, ίσως δώδεκα ή δεκατριών χρονών.
«Ε…δεν κάνει τίποτα,» της μουρμούρισε ντροπαλά, «Απλώς πρόσεχε στο μέλλον, να μην πηγαίνεις μόνη σου για κολύμπι. Α, σου έπεσε αυτό,» της είπε, επιστρέφοντας το χρυσό βραχιολάκι της. Εκείνη καταχάρηκε και ζήτησε από το Μάρτιν να της το ξαναπεράσει στον αστράγαλο. Προφανώς, αυτό το ασήμαντο κόσμημα της ήταν κάτι τι το πολύτιμο.
«Δεν ξέρω πώς να σε ευχαριστήσω,» συνέχισε εκείνη το χαβά της, «Εάν δεν τύχαινε να περνάς από εδώ, τώρα θα ήμουν…» Δεν τελείωσε καν τη φράση της, τρέμοντας ολόκληρη μόνο και να το σκέφτεται, «Όμως, ποιος είσαι εσύ; Δεν νομίζω να σε έχω ξαναδεί εδώ τριγύρω…»
«Με λένε Πάρκ,» της συστήθηκε ο Μάρτιν, «Μάρτιν Πάρκ. Και εσύ;»
«Το όνομα μου είναι Δεσποινίς Σνόρκα,» είπε το κορίτσι, όλο χαρά, «Από πού είσαι;»
«Από την Αγγλία,» της εξήγησε. Βλέποντας το απορροφημένο ύφος της, της έδειξε προς τον ορίζοντα, «Κάπου μακριά, από την άλλη πλευρά της θάλασσας.» Η Δεσποινίς Σνόρκα σάστισε.
«Από τα πέρατα της θάλασσας;» ρώτησε με έκπληξη, «Είσαι ναυαγός;»
«Θα μπορούσες να το θέσεις και έτσι, μάλλον,» της απάντησε ο Μάρτιν, χάνοντας λίγο το χαμόγελο του. Δεν ήταν πρόθυμος ακόμα να συζητήσει για το ατύχημα του που τον είχε φέρει εδώ. Εξάλλου, πως γίνεται κάποιος να εξηγήσει πως ένας κεραυνός σε φέρνει κυριολεκτικά μαγικά σε μια καινούργια πραγματικότητα; Δεν ήταν καν σίγουρος εάν ονειρευόταν, ή εάν πράγματι του συνέβαιναν όλα αυτά. Εκείνη τη στιγμή δεν τον ένοιαζε να ξέρει ούτως η άλλως, γιατί κόντευε να πεθάνει από το κρύο.
Είχε δώσει το παλτό του στη Δεσποινίς Σνόρκα, που σημαίνει πως τώρα δεν είχε τίποτα εκτός από τα υγρά ρούχα του, κάνοντας τον να τουρτουρίζει ολόκληρος από την παγωνιά. Εκείνη πρόσεξε πως κρύωνε.
«Κοντεύεις να ξεπαγιάσεις!» του είπε με ανησυχία. Πριν μπορέσει ο Μάρτιν να διαμαρτυρηθεί, έβγαλε το παλτό που της είχε δώσει και το τύλιξε γύρω από τους ώμους του, προσπαθώντας να τον ζεστάνει. Του πήρε το χέρι, «Έλα μαζί μου. Θα σε πάω στον καλό μου φίλο, τον Μούμιν. Η οικογένεια του μπορεί να σε βοηθήσουν.»
«Ευχαριστώ, αλλά ειλικρινά δεν θέλω να ενοχλήσω…» πήγε να διαμαρτυρηθεί ο Μάρτιν, αλλά η Σνόρκα δεν άκουγε κουβέντα. Απαλά, γύρισε και φίλησε τον Μάρτιν στο μάγουλο, ο οποίος κοκκίνισε ολόκληρος.
«Φυσικά και δεν θα ενοχλήσεις κανέναν, χαζούλη!» του είπε, «Εξάλλου, μόλις μου έσωσες τη ζωή. Εγώ έχω κάθε λόγο να σου το ανταποδώσω. Έλα τώρα, προτού κρυολογήσεις!» Παρότι ήταν ακόμη λίγο διστακτικός, ο Μάρτιν κατάλαβε πως ήταν η καλύτερη λύση που είχε αυτή τη στιγμή. Δεν είχε που να πάει, εκτός από το να συνεχίζει να περπατάει άσκοπα προς κάποιο αβέβαιο μέλλον.
Καθώς οι δυο τους ακολούθησαν το μονοπάτι πίσω προς την Κοιλάδα, ο Μάρτιν όλο και συλλογιζόταν. Μπορούσε αυτή η μυστηριώδης περιπέτεια του να έχει κάτι να κάνει με τη ψυχανάλυση του Ούλριχ από κείνο το πρωί; Τα πάντα σίγουρα φαίνονταν να δείχνουν προς αυτό. Είχε έρθει εδώ για κάποιο λόγο; Ήταν νεκρός, σε κώμα, ή απλώς θεότρελος; Και πως, πως στην ευχή, μπορούσε να γυρίσει πίσω στον κόσμο που ήξερε;
Σημείωση από τον συγγραφέα: Παρακαλώ αφήστε και κανένα review!
