ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
«Συγκεντρώσου, Λιλς.»
Εύκολο να το λες, δύσκολο να το κάνεις. Πιέζομαι να καταφέρω να ξεκινήσω την φωτιά μόνο με την δύναμη της σκέψης μου, αλλά έπειτα από τόσες ώρες προπόνηση το μυαλό μου έχει γίνει πουρές. Και όχι, δεν βοηθάει καθόλου το γεγονός ότι στέκεται πίσω μου και μου ψιθυρίζει στο αυτί.
«Βρες την πηγή της μαγείας σου. Ανακάλυψε την μέσα σου και ύστερα διοχέτευσε της όπως εσύ θέλεις. Άσε το σώμα σου να γίνει η δίοδος.»
«Μου αποσπάς την προσοχή,» τον κατηγορώ μέσα από σφιγμένα δόντια.
«Πρέπει να μπορείς να συγκεντρώνεσαι σε οποιεσδήποτε συνθήκες.»
Σαν το φίδι που είναι γλιστράει το χέρι του γύρω από την μέση μου και με τραβάει επάνω του. Αισθάνομαι την θερμότητα του κορμιού του μέσα από τα ρούχα, ειδικά εκεί που τα δάχτυλα του με χαϊδεύουν με απαλές, κυκλικές κινήσεις.
«Έλα, μωρό μου, μπορείς να το κάνεις, το ξέρω ότι μπορείς.»
Κατεβάζει το χέρι του λίγο παρακάτω. Ασύνειδα ακουμπάω το κεφάλι μου στο στέρνο του και στρέφομαι να τον φιλήσω.
«Τσου. Πρώτα θα ανάψεις την φωτιά.»
«Ίαν…» μινυρίζω σαν κακομαθημένο.
«Την φωτιά, Λίλι.»
Ξεφυσώ απογοητευμένη και στρέφομαι ξανά προς το τζάκι μπροστά μας. Μισοκλείνω τα μάτια μου κοζάροντας το σαν εχθρό. Φαντάζομαι την φωτιά να γίνεται σπίθα και να ανάβει, όπως μου έχει μάθει. Φαντάζομαι το κόκκινο χρώμα της, τις πύρινες γλώσσες της, την ζέστη στο πρόσωπο μου και την μυρωδιά του καμένου ξύλου στα ρουθούνια μου. Η φαντασία γίνεται ανάγκη. Μεταφέρεται από το μυαλό μου στους νευρώνες μου, το αίμα μου, τα κόκαλα μου. Συγκεντρώνεται όλη στο στομάχι μου σαν καυτή μπάλα. Πιέζομαι να την μεγαλώσω, να την πυρακτώσω, να την μεγεθύνω και άλλο και άλλο μέχρι να μην χωράει πια, να μην έχει πουθενά αλλού να πάει. Τότε την αφήνω να κατρακυλήσει στα άκρα μου, στα χέρια μου, στα πόδια μου, στα νύχια μου. Τέλος, στα μάτια μου. Το μόνο που χρειάζεται είναι μία σκέψη. Η φωτιά ανάβει.
«Επιτέλους,» μουρμουρίζω αποκαμωμένη.
«Είδες; Τα κατάφερες.»
Μου απιθώνει ένα τρυφερό φιλί στο μέτωπο.
«Ύστερα από τριάντα λεπτά να κάθομαι να κοιτάω το τζάκι σαν χάνος.»
Όπως κάθε φορά μετά την προπόνηση είμαι νυσταγμένη, πεινασμένη και πάρα μα πάρα πολύ γκρινιάρα.
«Δουλέψαμε πολλά ξόρκια σήμερα. Και τα πέτυχες σχεδόν όλα. Δείχνεις μεγάλη πρόοδο.»
Τα επαινετικά του λόγια είναι ικανοποιητικό βάλσαμο. Στρέφομαι και τυλίγω τα χέρια μου γύρω από τον σβέρκο του. Είναι τόσο πιο ψηλός από εμένα που χρειάζεται να ανασηκωθώ στις μύτες των ποδιών μου και εκείνος να σκύψει για να το επιτύχω.
«Θα μου βάλετε καλό βαθμό, κύριε καθηγητά;»
«Μμμ, γύρω στο εννιά.»
«Και εγώ που θέλω δέκα; Δεν υπάρχει κανένας άλλος τρόπος να πάρω αυτήν την μία μονάδα; Καμία εξωσχολική δραστηριότητα; Καταλαβαίνετε.»
Τρίβω την μύτη μου στην δική του.
«Πότερ, φέρεσαι άπρεπα.»
«Θέλετε να δείτε πόσο περισσότερο άπρεπα μπορώ να φερθώ;»
«Όσο δεν φαντάζεσαι.»
Αν κρίνω από το φούσκωμα στο παντελόνι του, κάτι μπορώ να καταλάβω, αλλά η επιβεβαίωση είναι πάντα πιο γλυκιά. Αναρωτιέμαι, αν θα ξεθωριάσει ποτέ μέσα μου αυτός ο πυρετός. Αυτή η λαχτάρα και η ανατριχίλα που με κατακλύζουν κάθε φορά που με αγγίζει, με κοιτάζει, μου χαμογελάει. Έγινε δικός μου αρχές του καλοκαιριού και τώρα πλησιάζουμε χειμώνα και δεν έχω πάψει να τον θέλω σαν τρελή. Δεν μπορώ να συγκρατηθώ κοντά του. Έτσι και τώρα. Τον σπρώχνω προς τα πίσω μέχρι που το σώμα του προσκρούει στον καναπέ και κάθεται παρασέρνοντας με μαζί του. Καβαλάω τις λαγόνες του και τον φιλάω. Στα χείλη, στα μάτια, στον λαιμό. Με μία μου σκέψη είμαστε και οι δύο γυμνοί.
«Εντυπωσιάζομαι,» μειδιά.
«Όταν κάτι το θέλω πολύ, το καταφέρνω πιο εύκολα.»
Προσωπικό συμφέρον, με νιώθετε.
«Δηλαδή, με θέλεις πολύ;»
Με ανασηκώνει ελαφρώς και με τρίβει επάνω του. Μία ανάσα που είναι και γέλιο είναι και ηδονή μαζί μού ξεφεύγει.
«Σε θέλω πολύ γυμνό.»
Τον φιλάω ξανά και έτσι καθώς τα στόματα μας είναι ενωμένα ενώνονται και τα σώματα μας. Αφήνω το αντισυλληπτικό ξόρκι σε εκείνον. Μπορεί να έχω βελτιωθεί στα άφατα μαγικά, μα σε αυτήν την κατάσταση δεν είμαι σε θέση για τίποτα περισσότερο από άναρθρες κραυγές και βογγητά. Κουνιέμαι επάνω του διαδοχικά ήρεμα και ξέφρενα μέχρι το τέλος της συνείδησης. Το πρόσωπο του χώνεται στο μπούστο μου, τα χέρια του με σφίγγουν επάνω του. Αποθεωνόμαστε μαζί σε έναν εγκελαδικό εναγκαλισμό.
«Λοιπόν; Τι βαθμό θα μου βάλετε;»
«Δέκα με τόνο, Πότερ,» ασθμαίνει.
Μας παίρνει ο ύπνος αγκαλιά, γυμνούς στον καναπέ.
Όταν ξυπνάω, είναι αργά το απόγευμα. Σηκώνομαι αποπροσανατολισμένη σαν από νάρκη. Ξέρετε, σε αυτήν την κατάσταση αποχαύνωσης που δεν έχεις ιδέα τι ημέρα είναι, τι έτος, τι πλανήτης, αν είναι μεσημέρι ή μαύρα μεσάνυχτα. Ο Ίαν κοιμάται ακόμα. Αθόρυβα πηγαίνω στο μπάνιο. Βάζω χαρούμενη μουσική να παίζει και μπαίνω στην ντουζιέρα ανοίγοντας το νερό στο καυτό. Μέχρι να τελειώσω όλο το δωμάτιο έχει γεμίσει υδρατμούς. Μπροστά από τον καθρέφτη ενώσω πλένω τα δόντια μου δεν συγκρατούμαι να μην σχηματίσω σχέδια στην γυάλινη επιφάνεια με τα δάχτυλα μου. Γράφω το όνομα μου, το όνομα του Ίαν και μία καρδιά να μας περικλείει. Χαμογελάω σαν την χαζοχαρούμενη που είμαι.
Είναι αδιανόητο πώς άλλαξε η ζωή μου μέσα σε έναν χρόνο. Οι εξελίξεις καταιγιστικές. Στην αρχή του έβδομου έτους ήμουν τρελαμένη με τον Άλεξ και ονειρευόμουν την ζωή μου μαζί του. Τώρα ζω την ζωή που δεν ήξερα πως κάποτε θα ονειρευόμουν. Μαζί με το πιο προβληματικό παιδί του κόσμου που μου έβγαλε την πίστη μέχρι να παραδεχτεί τα αισθήματα του και τον οποίο δεν αλλάζω για κανέναν και τίποτα στο σύμπαν όλο. Εξαιτίας του εξελίσσομαι συνεχώς. Δεν γίνομαι καλύτερος άνθρωπος, γίνομαι κυρίαρχος του εαυτού μου. Είναι ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα που δεν είχα βιώσει ποτέ πριν από τον Ίαν. Η δύναμη του μετατρέπεται σε δύναμη μου και το αντίστροφο.
Μαζί του, όλα μοιάζουν πιθανά. Όχι, ως τρόπος του λέγειν. Ως αντικειμενικότητα. Ο κόσμος μου έχει πάρει άλλες διαστάσεις. Τα καλούπια μου έχουν σπάσει και δεν χωράνε πια συμβιβασμούς. Η μικρή άνεση που αποζητούσα αποτελεί σκιά του παρελθόντος. Ένα μηδαμινό στοιχείο μέσα στο άπειρο που είναι εκείνος. Η Λίλι που θυμάστε έχει μετουσιωθεί σε μία Λίλι που θέλει να τα μάθει όλα, να τα γνωρίσει όλα, να τα μπορέσει όλα. Που αντιμετωπίζει την κάθε ημέρα ως καινούργια περιπέτεια γεμάτη προκλήσεις και εκπλήξεις. Αυτή είναι η δικιά μου κατάκτηση. Η απόφαση μου να διεκδικήσω τον Ίαν ήταν επιλογή που διαμόρφωσε τον χαρακτήρα μου ανεξαρτήτως αποτελέσματος. Ήταν η αποδοχή μου να ζω με το απρόοπτο. Η ευτυχία μου είναι να το ανακαλύπτω μαζί του.
Ανοίγει η πόρτα και μπαίνει μέσα. Δεν γίνεται να μην τον χαζέψω. Τους φαρδιούς του ώμους, τους γραμμωμένους μύες του, τα ανακατωμένα του μαλλιά, το τροφαντό του κωλαρ…
Επ, επ, επ! Παραφερόμαστε ή μου φαίνεται; Τι το κάναμε εδώ; Αμέρικαν Μπαρ;
Με αγκαλιάζει από πίσω ακουμπώντας το σαγόνι του στο κεφάλι μου. Ναι, είμαι τόσο πιο κοντή.
«Γιατί δεν με ξύπνησες να κάνουμε μαζί μπάνιο;»
«Γιατί δεν θα κάναμε μπάνιο,» επισημαίνω με νόημα.
«Μμμ, και εγώ τώρα που θέλω να σε ξαναβρωμίσω;»
Του χτυπάω παιχνιδιάρικα το χέρι πριν πλησιάσει στην επικίνδυνη ζώνη και έχουμε εκρήξεις.
«Έλα, πρέπει να πάω να αγοράσω δώρο για τον Φρανκ. Δεν γίνεται να πάμε με το δάχτυλο στον κώλο.»
«Αυτές οι κομψές εκφράσεις σου είναι που με κάνουν να σε ερωτεύομαι κάθε ημέρα από την αρχή.»
«Με λατρεύεις και το ξέρεις.»
Γυρίζω και τον φιλάω πεταχτά στα χείλη.
«Πάω εγώ τώρα. Θα σε συναντήσω κατευθείαν στην Χύτρα, οκ;»
Φεύγω πριν προλάβει να μου αλλάξει γνώμη ή την αλλάξω από μόνη μου. Ντύνομαι τα καλά μου για το βράδυ, χτενίζομαι και βάφομαι. Ούσα πλέον έτοιμη διακτινίζομαι στην Ντιάγκον Άλεϊ, προκειμένου να βρω κάτι να πάρω στον Φρανκ που σήμερα γιορτάζει τα γενέθλια του και μας έχει καλέσει στην παμπ της μάνας του για φαγητό και τούρτα πριν βγούμε μπαρότσαρκα στο Μαγικό Λονδίνο. Είναι Πέμπτη και γίνεται χαμός από κόσμο. Προχωράω με δυσκολία μέσα στο πλήθος και κατορθώνω μετά κόπων και βασάνων να φτάσω στο Καλσόν και Γραβάτες, ένα πολυκατάστημα με ρούχα και αξεσουάρ για άντρες και γυναίκες. Άνοιξε πρόσφατα, συγκεκριμένα τα εγκαίνια έγιναν τον προηγούμενο μήνα. Παλαιότερα, σε αυτό το σημείο ήταν η μπουτίκ της κυρίας Σούζαν, της μητέρας της Λέιλα.
Ανεβαίνω τις μαρμάρινες σκάλες της επιβλητικής εισόδου και στέκομαι στην ουρά για να μπω μέσα. Μία κοπέλα βρίσκεται μπροστά μου και παρατηρώ πως δεν προχωράει, μα παραμένει λες κοκαλωμένη στο ίδιο σημείο.
«Ε, συγνώμη.»
Καμία αντίδραση. Αναγκάζομαι να την σκουντήσω ελαφρώς. Γυρίζει αφηρημένα προς το μέρος μου και τελικά είμαι εγώ αυτή που μένει κόκαλο.
«Τι στον Μέρλιν;» ψελλίζω. «Λέιλα;»
Είναι από την γενική της άποψη που την καταλαβαίνω. Όλες οι λεπτομέρειες της έχουν αλλάξει εκκωφαντικά. Πάει το κοριτσάκι με τα παραπανίσια κιλά, την στρογγυλή κοιλίτσα και τα ζουμερά μάγουλα. Αυτό που παρατηρώ μπροστά μου είναι ο απόλυτος μούναρος. Πραγματικά όμως. Αν υπάρχει μία περίπτωση που το παραμύθι του ασχημόπαπου που έγινε κύκνος μπορεί να ειπωθεί ότι έχει αντίκρισμα στην αληθινή ζωή, τότε αυτή είναι η περίπτωση της Λέιλα. Μακριά καστανά μαλλιά, αψεγάδιαστο πρόσωπο, κορμί να πεθάνεις. Τι στον πέο τους ταΐζουν εκεί στο Αμέρικα και όσοι γυρνάνε έχουν μεταλλαχτεί σε μοντέλα πασαρέλας; Κάτι στο νερό θα φταίει. Αφήστε που μου ρίχνει τουλάχιστον ένα κεφάλι. Πώς κατέληξα, την τρέλα μου, να είμαι η πιο κοντή ανά την υφήλιο;
«Λίλι… Γεια.»
Την αμηχανία της δεν την φαντάζομαι. Είναι γραμμένη σε κάθε χαρακτηριστικό του προσώπου της. Βέβαια οκ, και εμένα ο ουρανός σφοντύλι μου ήρθε. Έχω να την δω τρία χρόνια. Από το καλοκαίρι του πέμπτου έτους που μετακόμισε στην Αμερική εξαιτίας της υγείας του πατέρα της και από τότε σταμάτησε να έχει οποιαδήποτε σχέση μαζί μας όσα γράμματα και αν της είχαμε στείλει και εγώ και η Έμιλι. Πίστευα ότι αν την ξανασυναντούσα ποτέ θα της κρατούσα κακία, όμως τώρα δεν νιώθω καθόλου έτσι. Ίσως φταίει η κατάπληξη μου, μα κυριολεκτικά χαίρομαι πολύ που την ξαναβλέπω και φαίνεται τόσο καλά. Δεν μπορώ να θυμώσω. Οι ευχάριστες αναμνήσεις μου από όταν ήμασταν οι τρεις μας αχώριστες παραείναι πολλές και έντονες για να μου το επιτρέψουν.
«Τι κάνεις; Πώς είσαι; Ο πατέρας σου; Πότε ήρθες; Θα κάτσεις καιρό;»
Την πυροβολώ με ερωτήσεις, ενώσω μάχομαι να κρατήσω την ισορροπία μου καθώς άντρες, γυναίκες και παιδιά με προσπερνάνε από τις πάντες όλες.
«Καλά, καλά, όλα καλά. Ο πατέρας μου ευτυχώς το ξεπέρασε και είναι μία χαρά τώρα.»
«Τέλεια, πολύ ευχάριστα νέα. Και τώρα; Γυρίσατε;»
«Όχι, εγώ ήρθα για λίγες ημέρες. Πουλάμε το σπίτι μας και ξέρεις, διαδικαστικά.»
Δυσκολεύομαι να την ακούσω μέσα από την οχλοβοή, ενώ το βλέπω θα θρηνήσουμε θύματα όπου να είναι με τόσο σπρωξίδι που έχω φάει. Δεν το πολυσκέφτομαι να της το προτείνω.
«Έχεις κανονίσει τίποτα για απόψε; Είναι τα γενέθλια του Φρανκ και θα μαζευτούμε στην Χύτρα. Πρέπει να έρθεις. Τα παιδιά θα κάνουν χαμό να σε δουν!»
«Εεεε, ποια παιδιά;»
«Εγώ, η Έμιλι, Χιούγκο, ξέρεις, μωρέ, η κλασική κομπανία.»
Παίζω τα φρύδια μου με νόημα.
«Και ο Ίαν.»
«Ποιος Ίαν;»
«Ο Ίαν Πάρκινσον. Θυμάσαι;»
Φυσικά και τα χάνει. Ποιος δεν θα τα έχανε στην θέση της με την αποκάλυψη μου; Όταν ξέρεις να κάνεις εντύπωση…
«Είμαστε μαζί τώρα. Πωωω, εντάξει, έχουμε να πούμε τα άπειρα! Λοιπόν, δεν σε αφήνω να φύγεις. Θα πάμε να αγοράσω δώρο στον απροσάρμοστο και μετά θα πάμε μαζί στην Χύτρα. Δεν θα γλιστρήσεις ξανά.»
Οκέι, δεν γινόταν να μην πετάξω την σποντούλα μου. Διακριτικά πάντα.
«Δεν μπορώ να έρθω έτσι, πρέπει να κάνω ένα μπάνιο, να αλλάξω,» κάνει την δύσκολη.
«Πού μένεις;»
«Στο Λα Πλάζα.»
«Οκ, σου επιτρέπω να πας, αλλά έτσι και δεν εμφανιστείς θα έρθω να σε πάρω σηκωτή από το ξενοδοχείο.»
Χαμογελάει και τώρα δεν μοιάζει αμήχανη.
«Δεν έχεις αλλάξει καθόλου.»
«Δεν μπορώ να πω το ίδιο για εσένα. Γκόντρικ, Λέιλα, τι ελιξίριο πήρες και δεν μου το δίνεις και εμένα;»
Ανασηκώνει τους ώμους της.
«Φαντάζομαι μεγάλωσα.»
Ναι, και εγώ μεγάλωσα αλλά δεν έπαθα Μις Κόσμος.
«Τέλος πάντων, θα τα πούμε όλα το βράδυ. Σε καμία ώρα. Θα σε περιμένω, ε;»
Γνέφει καταφατικά.
«Εντάξει, σε καμία ώρα.»
Αποχαιρετιζόμαστε και εκείνη φεύγει. Με μία βαθιά ανάσα εισρέω στον ναό της κατανάλωσης. Προσπαθώντας να επιβιώσω ψάχνοντας τι σκατά να πάρω στον Φρανκ, συλλογίζομαι ότι αμέλησα να της αναφέρω ότι θα είναι και ο Άλμπους στην ομήγυρη. Εντάξει, φαντάζομαι δεν θα είναι πρόβλημα. Αποκλείεται να εξακολουθεί τσιμπημένη μαζί του. Ούτε εγώ δεν τρώω τόσο χοντρά κολλήματα.
Καλή χρονιά με υγεία και ευτυχία! Ε, λοιπόν, ναι! Το 2018 μας φέρνει στο τρίτο μέρος, αφιερωμένο σε όλες εσάς που με στηρίζετε και με γεμίζετε έμπνευση να συνεχίσω (το όλες περιλαμβάνει και εσένα, Κωστή). Θα προσπαθήσω να ανεβάζω κάθε Πέμπτη όπως παλαιότερα. Φυσικά, τα παχουλά σχολιάκια με κάνουν πάντα να γράφω πιο γρήγορα! Πείτε μου πώς σας φαίνεται που ξαναξεκινάμε και τι περιμένετε ή τι θέλετε να δείτε σε αυτήν την ιστορία.
Μέχρι την επόμενη φορά,
ΧΧΧ
(για όσες δεν ξέρουν, έχω ανεβάσει δύο σχετικά κεφάλαια στην ιστορία Ένας κόσμος, αν θέλετε τσεκάρετε τα)
