Ο Ταρ-εν-Όνεκ πετάχτηκε με βία από το κρεβάτι του, λουσμένος στον ιδρώτα και ταραγμένος ως τα βάθη της ψυχής του. Κοίταξε γύρω του τη σκοτεινή σπηλιά και αφουγκράστηκε. Ο ρυθμικός ήχος της αναπνοής του Κέλεθιλ από το βάθος της σπηλιάς ήρθε να τον καθησυχάσει ότι όλα ήταν όνειρο. Δοκίμασε να ξανακοιμηθεί, όμως η θολή, αλλά έντονη, ανάμνηση του εφιάλτη του δεν τον άφηνε να χαλαρώσει. Φορώντας το καφέ, μακρύ πανωφόρι του, σηκώθηκε απ' το κρεβάτι και βγήκε αθόρυβα από τη σπηλιά.
Είχαν περάσει οχτώ χρόνια από τότε που ο Μπέλθορ είχε φύγει για τη Λαμπυρίζου-σα Νήσο, μια καλοκαιρινή νύχτα, παρόμοια με τη σημερινή σ' ατμόσφαιρα, παρ' όλο που πλησίαζε ο δεύτερος μήνας του φθινοπώρου.. Μέσα σ' αυτά τα οχτώ χρόνια, ο Ταρ-εν-Όνεκ είχε ωριμάσει και είχε γίνει ένας αξιόλογος δρυΐδης, χτίζοντας μια φήμη γύρω από τις ανεπτυγμένες, συγκριτικά με άλλους δρυΐδες, δυνάμεις μεταμόρφωσης που είχε αναπτύξει. Παρά το γεγονός όμως ότι οι δρυϊδικές του ικανότητες είχαν φτάσει από καιρό σε σημείο που να του επιτρέπουν να πάρει μια θέση στην ιεραρχία του Κύκλου, ο Μέγας Δρυΐδης Έχαρντιν δεν τον άφηνε να τη διεκδικήσει, με τη δικαιολογία ότι η ευαισθησία του για ορισμένα θέματα ήταν μεγαλύτερη από την "επιτρεπόμενη" για ένα μέλος της ιεραρχίας. Όσο κι αν ενοχλούσε αυτό το νεαρό δρυΐδη, ήξερε κατά βάθος ότι ήταν αλήθεια. Δεν ήταν λίγες οι φορές που είχε έρθει σε ρήξη με το Τάγμα, επειδή θεωρούσε πως η ανοχή της απέναντι σε πλάσματα όπως τρολ ή τελώνια ήταν, αν μη τι άλλο, καταστροφική για το δάσος. Οι υπόλοιποι δρυΐδες από την πλευρά τους, έσπευδαν να του θυμίσουν ότι και αυτά τα πλάσματα ήταν κομμάτι του κόσμου, και κατά συνέπεια η παρουσία τους στο δάσος ήταν φυσική. Παρά τη διαφορετική τους άποψη όμως, κανένας τους δεν αμφισβητούσε τις υπηρεσίες του Ταρ-εν-Όνεκ στο Τάγμα και τη Φύση.
Στο μεταξύ, ο Κέλεθιλ άρχισε με τον καιρό να συνηθίζει την ιδέα της καθήλωσής του στο έδαφος, αν και ποτέ του δεν επρόκειτο να την αποδεχτεί πλήρως. Μετά από παρότρυνση του Ταρ-εν-Όνεκ, ο έκπτωτος Εαράαλ επισκέφθηκε τα Άλσιλιτ, τα ξωτικά του δάσους, βαθιά μέσα στο Λάιντορ. Εκείνα τον δέχτηκαν στην Ξύλινη Πόλη του Λέθλμαρ, παρά το γεγονός ότι τα ιπτάμενα ξαδέλφια τους είχαν θεωρήσει τον Κέλεθιλ άξιο εξορίας. Αντίθετα μάλιστα, η εξορία του φάνηκε να συγκινεί τους κάτοικους του δάσους, που πάντοτε έβλεπαν υπερβολική την εμμονή των Εαράαλι στους νόμους τους, και ο Κέλεθιλ σύντομα έγινε μέλος της κοινότητας τους. Με τη βοήθεια των μακρινών του εξάδελφων, έμαθε τους τρόπους του δάσους και εκπαιδεύτηκε στον επίγειο τρόπο μάχης. Σιγά σιγά, επινόησε τεχνικές, ώστε να χρησιμοποιεί τις αισθήσεις της φυλής του προς όφελός του στο έδαφος και η επιδεξιότητά του στην τοξοβολία, ενισχυμένη από την ικανότητα της φυλής του να διακρίνει τα ρεύματα του αέρα, σύντομα είχε αποκτήσει θρυλικές διαστάσεις, ακόμα κι ανάμεσα στα ικανότερα ξωτικά του Λάιντορ. Μετά από λίγα χρόνια, ο Κέλεθιλ είχε γίνει ένας άξιος κάτοικος του Έλφγουντ και ένας πολύτιμος βοηθός στο δρυϊδικό έργο του Ταρ-εν-Όνεκ.
Όλα αυτά όμως φάνταζαν πολύ μακρινά τώρα στον Ταρ-εν-Όνεκ, όπως καθόταν τυλιγμένος για να προστατευθεί από τη δροσιά της νύχτας, στην είσοδο της σπηλιάς του, προσπαθώντας να διώξει την ανάμνηση του εφιάλτη από πάνω του. Δεν είχε ξεκάθαρη ανάμνηση του ονείρου του, όμως το αίσθημα που επικρατούσε σε αυτό είχε αποτυπωθεί ανεξίτηλα στην καρδιά του. Ήταν ένα αίσθημα φόβου και ταραχής, ένα επιθανάτιο κάλεσμα. Μια κραυγή απελπισίας, ειπωμένη από χίλια στόματα και σκέψεις μαζί, απέναντι σε κάτι το αναπόφευκτο, χειρότερο από θάνατο ακόμα, που έδειχνε να αγνοεί το χώρο και το χρόνο και γέμιζε την ψυχή του δρυΐδη με ανείπωτο φόβο και μια αίσθηση αδυναμίας, που τον άφηνε καθηλωμένο στην απελπισία του καλέσματος. Κι ύστερα, η κραυγή σταμάτησε, χάθηκε μέσα σε μια σκιά τρόμου και παγωμένου σκοταδιού. Γιατί τότε, ο Ταρ-εν-Όνεκ ένιωσε να μένει μόνος, μόνος απέναντι σε μια απειλή που κινδύνευε να τα παρασύρει όλα στο πέρασμά της.
Δεν ήξερε γιατί, όμως ο δρυΐδης ένιωθε πως κάτι συνέβαινε. Δεν ήταν μόνο ο εφιάλτης, ήταν ένα γενικότερο συναίσθημα που τον έκανε να νιώθει έτσι, κάτι το ενστικτώδες. Και ως δρυΐδης είχε μάθει να εμπιστεύεται το ένστικτό του. Τίποτα όμως δεν μαρτυρούσε την προέλευση αυτής της ανησυχίας, κανένα σημάδι ή οιωνός. Μπερδε-μένος και ελπίζοντας να βρει μία ερμηνεία για το νόημα των ονείρων του, επέστρεψε στο κρεβάτι του. Με την πρώτη ευκαιρία, αποφάσισε, θα πήγαινε να παρουσιαστεί στον Κύκλο και θα ζητούσε απαντήσεις εκεί.
Ο ήχος των οπλών του αλόγου αντηχούσε στην ανοιχτή πεδιάδα, όπως αυτό κάλπαζε γρήγορα στο χωμάτινο δρόμο. Σε κάθε πάτημα των μπροστινών του ποδιών, το άλογο ρουθούνιζε με δύναμη και τίναζε κάθε τόσο το κεφάλι του, προσπαθώντας, λες, να διώξει την κούραση από τους πιασμένους του μυς. Το στόμα του είχε αφρίσει από την προσπάθεια και την σκληρή αίσθηση του σιδερένιου στομίου ανάμεσα στα δόντια του. Το άλογο ήταν κουρασμένο, φαινόταν σε κάθε του βήμα που έδειχνε όλο και πιο βαρύ, και το νεαρό αγόρι που κρατούσε τα ηνία το ήξερε καλά αυτό. Με μια έκφραση ανησυχίας να σκιάζει τα όμορφα, μπλε μάτια του, μάτια που δεν είχαν δει πάνω από δεκαπέντε χειμώνες, κοίταξε πίσω, πάνω από τον ώμο του. Το πρόσωπό του σκυθρώπιασε ακόμα περισσότερο όταν είδε ένα σύννεφο σκόνης πιο κοντά απ' όσο θα ήθελε. Οι διώκτες του πλησίαζαν επικίνδυνα. Γύρισε το βλέμμα του μπροστά και κοίταξε με ελπίδα τους απότομους, πέτρινους λόφους που πλησίαζαν. «Θα προλάβουμε» ψιθύρισε, σφίγγοντας με πείσμα το δόντια του και ύστερα, τινάζοντας τα σχετικά κοντά, μαύρα του μαλλιά, φώναξε:
«Φτάνουμε Ντάρφιν! Οι λόφοι είναι κοντά! Εκεί θα έχουμε το πλεονέκτημα. Στα στενά περάσματα δε θα μπορούν να μας ακολουθήσουν όλοι μαζί με την ίδια ταχύτητα. Θα προλάβουμε!» Μια κοντή φιγούρα, χαμένη κάπου ανάμεσα στο σκούρο μπλε βελούδο της ανεμίζουσας μπέρτας του αγοριού, ένευσε καταφατικά. Ο νάνος Ντάρφιν κρατιόταν γαντζωμένος από τη μέση του νεαρού ηνίοχου, όμως την παρούσα στιγμή λίγο τον ενδιέφερε η καταδίωξη. Όλη του η προσοχή ήταν στραμμένη στο να μην πέσει και στο να περιορίσει το ανακάτεμα στο στομάχι που του είχε προκαλέσει το άγαρμπό χοροπηδητό του στα καπούλια του αλόγου. Κάθε λίγο άφηνε διστακτικά το χέρι του από τη μέση του αγοριού για να στερεώσει καλύτερα το τσεκούρι που ήταν περασμένο στην πλάτη του, μια κίνηση που προσπαθούσε να την κάνει να διαρκεί όσο το δυνατόν λιγότερο. Το πρόσωπό του είχε χλομιάσει επικίνδυνα και ο νάνος σκεφτόταν πως κατά βάθος θα προτιμούσε να σταματούσαν επί τόπου και να αντιμετώπιζαν τους διώκτες τους, παρά να συνέχιζαν να χτυπιούνται σαν σακιά στην πλάτη ενός τετράποδου. Μουρμουρίζοντας ανάμεσα απ' τα δόντια του ο Ντάρφιν Φίγκορνταϊν αναθεμάτισε τους ηλίθιους που αποφάσισαν να τους πάρουν στο κυνήγι και τους ανάγκαζαν να τρέχουν.
Ξαφνικά, ο μικρός γύρισε με δύναμη τα γκέμια του υποζυγίου του, αναγκάζοντάς το να αλλάξει πορεία προς το βορρά. Ο νάνος γούρλωσε τα μάτια ξαφνιασμένος και από τη σαστιμάρα του λίγο έλειψε να πέσει από την απότομη στροφή του σώματος του αλόγου. Βγάζοντας μια κραυγή και βρίζοντας στην τραχιά του γλώσσα, έσφιξε ακόμα περισσότερο τη μέση του συναναβάτη του. Όμως το αγόρι δεν έδειξε να δίνει σημασία. Όλη του η προσοχή ήταν στραμμένη στους τέσσερις καβαλάρηδες που είχαν εμφανιστεί ξαφνικά μέσα από το πέρασμα που είχε δει και ο ίδιος από μακριά ανάμεσα στους λόφους και που σκόπευε να ακολουθήσει. Αρχικά, οι καβαλάρηδες δεν φάνηκαν να ενδιαφέρονται για τη στροφή του. Τη στιγμή όμως που ο νεαρός ιππέας ήταν έτοιμος να επαναφέρει το άλογο στην αρχική του πορεία πιστεύοντας πια πως η εμφάνιση των καβαλάρηδων ήταν τυχαία, οι τέσσερις νεοφερμένοι έστριψαν τα άλογά τους προς το βορρά με τέτοιο τρόπο, ώστε να μπορέσουν να τον ανακόψουν. Η καρδιά του αγοριού φτερούγισε με φόβο και οι μυς του σφίχτηκαν. Κοίταξε αμήχανα γύρω του, προσπαθώντας να βρει μια διέξοδο. Ένα παράτολμο σχέδιο σχηματίστηκε στο νου του. Όμως ο μικρός δεν ανήκε σε γενιά δειλών. Το πρόσωπό του σοβάρεψε και το σφίξιμο των ποδιών του στην κοιλιά του αλόγου χαλάρωσε, επιτρέποντάς του έτσι να κατεβάσει λίγο το ρυθμό του και προσφέροντάς του μια μικρή ξεκούραση.
Συνέχιζαν να καλπάζουν με μια μικρή γωνία απόκλισης προς το βορρά από την ευθεία της αρχικής τους πορείας. Το αγόρι κρατούσε τα μάτια του καρφωμένα στους τέσσερις καβαλάρηδες που δεν έδειχναν να δυσκολεύονται και πολύ να διατηρούν τη θέση τους ανάμεσα στον ίδιο και τα διάφορα περάσματα που περνούσαν ανάμεσα στους απότομους λόφους. Σίγουρα θα τους ανέκοπταν. Όμως ο νεαρός είχε άλλα σχέδια. Κρατώντας σταθερή πορεία, έβλεπε την απόσταση ανάμεσα στον ίδιο και τους μυστηριώδεις άντρες να μικραίνει γρήγορα. Μπορούσε πια να διακρίνει άνετα τη μορφή τους και τα ρούχα τους. Μπορούσε επίσης να διακρίνει τα σπαθιά τους στις θήκες τους και τις βαλλίστρες με τις φαρέτρες που κουβαλούσαν οι δύο από αυτούς. Έσφιξε τα γκέμια με τις γροθιές του για να πάρει θάρρος και συνέχισε να καλπάζει προς το μέρος τους, προσπαθώντας να μην τους αφήσει να σταματήσουν, παρά να κινούνται, αργά έστω, προς το βορρά. Ξαφνικά, όταν πια δεν τον χώριζαν παρά μερικά μέτρα από τους ξένους, εκείνοι τράβηξαν τα ξίφη τους. Ο μικρός πήρε το σημάδι που περίμενε. Τη στιγμή που το ένα χέρι των αντρών ήταν απασχολημένο με το να τραβάει το ξίφος, πίεσε με δύναμη το αριστερό του πόδι στα πλευρά του αλόγου, σηκώνοντας παράλληλα το δεξί του πόδι ελαφρά προς τα πάνω και πίσω, αναγκάζοντάς το υποζύγιο να στρίψει προς τα αριστερά, παίρνοντας έτσι πορεία προς το νότο. Για μια ακόμη φορά ακούστηκε η φωνή του νάνου να αναθεματίζει, αυτή τη φορά συνοδευμένη από τις κραυγές των τεσσάρων ανδρών. Οι καβαλάρηδες αντέδρασαν πιο γρήγορα απ' όσο ήλπιζε το αγόρι, όμως εκείνοι έπρεπε να αρχίσουν τον καλπασμό τους από την ακινησία, κάνοντας πρώτα μια επιτόπια στροφή, ενώ ο ίδιος είχε ήδη κάποια ταχύτητα. Σπιρουνίζοντας το άλογο ξανά και ξανά, κατάφερε να αφήσει τους άντρες πίσω για λίγο.
Όχι αρκετά πίσω όμως.
Λίγες στιγμές αργότερα, το άλογο έμπαινε στο πέρασμα που είχε εντοπίσει εξ' αρχής ο νεαρός ιππέας. Το αγόρι, παρασυρμένο από την παιδική του σκέψη, έβγαλε μια χαρούμενη κραυγή, γιορτάζοντας πρόωρα τη νίκη του, όμως η χαρά του δεν κράτησε πολύ. Ένα βέλος ακούστηκε να χτυπάει σ' ένα βράχο δίπλα του κι αμέσως κι άλλο, λίγο πιο κοντά. Το πρόσωπο του μικρού χλόμιασε. Μετά από λίγο, δύο ακόμη βέλη πέρασαν δίπλα τους και μετά άλλο ένα. Ο νάνος έσφιξε με δύναμη για ένα κλάσμα τη μέση του νεαρού, όμως εκείνος δεν το κατάλαβε, προσηλωμένος όπως ήταν στο δύσκολο έργο του να οδηγεί το άλογο ανάμεσα στο στενό πέρασμα, που βρήκε να χωθεί, ανάμεσα στους βράχους. Ο καλπασμός στο βραχώδες μονοπάτι ήταν επικίνδυνος, άλλα με αυτόν τον τρόπο κέρδιζαν τουλάχιστον μεγαλύτερη προστασία από τα βέλη. Ένα βέλος όμως βρήκε το δρόμο του. Περνώντας ξυστά δίπλα στο νεαρό, πέτυχε το άλογο στο αυτί. Το τετράποδο αφήνιασε. Μ' ένα τρομερό χλιμίντρισμα, που αντήχησε απόκοσμα στους πέτρινους τοίχους του περάσματος, τινάχτηκε μπροστά με δύναμη, καλπάζοντας γρηγορότερα από ποτέ και αυξάνοντας κατακόρυφα τον κίνδυνο να χτυπήσει τόσο το ίδιο, όσο και οι αναβάτες του, στους μεγάλους βράχους που στένευαν το πέρασμα. Άδικα προσπαθούσε το πανικόβλητο αγόρι να το ελέγξει, το άλογο δεν έλεγε να ηρεμήσει. Σύντομα σταμάτησε τις προσπάθειες και κράτησε με δύναμη τη χαίτη του υποζυγίου του για να κρατηθεί καλύτερα στη σέλα.
Λίγα λεπτά αργότερα, που στους δύο αναβάτες φάνηκαν ώρες, τα βράχια τραβήχτηκαν και τη θέση τους πήρε ένα σχετικά μεγάλο άνοιγμα. Στην άλλη πλευρά του ανοίγματος, βρισκόταν ένα δάσος, που ξεκινούσε τόσο απότομα, όσο απότομα τέλειωναν και οι βράχοι. Το άλογο έκοψε σιγά σιγά ταχύτητα, μα δε σταμάτησε παρά μόνο όταν έφτασαν στις σκιές των ψηλών δέντρων που στόλιζαν το δάσος. Ρουθουνίζοντας ρυθμικά, τίναξε το λαιμό του και χλιμίντρισε κουρασμένα.
Ο μικρός στεκόταν λαχανιασμένος πάνω του, ανίκανος για λίγο να μιλήσει. Τα μάτια του είχαν καρφωθεί στο πυκνό δάσος, το σκοτεινό εσωτερικό του οποίου φάνταζε τρομακτικό, παρά το δυνατό, καλοκαιρινό ήλιο που φώτιζε την πλάση.
«Το Έλφγουντ!» ψιθύρισε ξέπνοα, προσπαθώντας να βρει την ανάσα του και με μια δόση δέους να χρωματίζει η φωνή του. «Κοίτα Ντάρφιν! Φτάσαμε!» είπα και μετά συνέχισε ανήσυχα «Καλύτερα να προχωρήσουμε. Οι καβαλάρηδες δε θ' αργήσουν να βρουν τα ίχνη μας ανάμεσα στα περάσματα. Σε λίγο θα είναι πάλι πίσω μας.»
Ο Ντάρφιν όμως δεν απάντησε. Αντ' αυτού, η λαβή στη μέση του αγοριού χαλάρωσε και ο νεαρός ένιωσε το νάνο να γλιστράει αργά από το άλογο. Πριν προλάβει ν' αντιδρά-σει, ο νάνος είχε πέσει βαριά στο χώμα, κάνοντας την αλυσιδωτή αρματωσιά του να βροντήσει με δύναμη. Βγάζοντας μια πνιχτή κραυγή, το αγόρι πήδηξε τρομαγμένο από το άλογο και στάθηκε πάνω από τον πεσμένο σύντροφό του. Ένα βέλος βρισκόταν καρφωμένο στο κράνος του νάνου, στο πάνω μέρος του σβέρκου του και το πράσινο ρούχο του είχε ποτιστεί με αίμα. Το αγόρι έμεινε εκεί να το κοιτάζει τρέμοντας, με το στόμα ανοιχτό και τα μάτια γουρλωμένα, ανήμπορο από την ταραχή και τον τρόμο του να κάνει το οτιδήποτε στη θέα τόσου αίματος.
Δεν πέρασε ένα λεπτό και στ' αυτιά του αγοριού έφτασε ο αντίλαλος οπλών να περπατούν τεμπέλικα στην πέτρα. Περπατώντας αργά, οχτώ άλογα με τους οπλισμένους αναβάτες τους έκαναν την εμφάνισή τους από τα πέτρινα περάσματα και στήθηκαν στη σειρά μόλις λίγα μέτρα πάνω από το νεαρό. Οι αναβάτες του δεν είχαν καν τραβηγμένα ξίφη και στα πρόσωπά τους ήταν χαραγμένα χαιρέκακα χαμόγελα αυταρέσκειας.
«Καλή προσπάθεια μικρέ» είπε ένας από αυτούς, ένας μελαχρινός άντρας με σκούρα χαρακτηριστικά και άκομψα, έντονα ρούχα. «Είσαι βέβαια τυχερός που ο κοντοπίθαρος ήταν στη μέση. Το βέλος θα σου είχε κάνει μια ωραία τρύπα στην αριστοκρατική σου πλάτη» συνέχισε ειρωνικά. «Κρίμα. Τώρα που σ' έπιασα θα πρέπει να σε σύρω ζωντανό πίσω.» Το αγόρι σήκωσε αργά το κεφάλι από τον πεσμένο νάνο και κοίταξε κατάματα τον άντρα. Ο φόβος είχε φύγει από το ύφος του και τη θέση του είχε πάρει μια σφιγμένη έκφραση οργής. Ιδρώτας και δάκρυα έκαναν τα μάτια του να λάμπουν απόκοσμα.
«Κοιτάξτε. Κλαίει! Χα χα, το μωράκι κλαίει! Θέλει τη μαμά του!» φώναξε κάποιος από τους άντρες και αμέσως οι υπόλοιποι ξέσπασαν σε γέλια. Μόνο ο αρχηγός τους έμεινε σιωπηλός. Τόσο μίσος συσσωρευμένο στα μάτια ενός δεκαπεντάχρονου αγοριού που τον κοίταζε με το πρόσωπο παραμορφωμένο από την οργή τον έκανε να νιώθει άβολα.
«Άντε τελείωνε» είπε νευρικά και το άλογό του πισωπάτησε αντιδρώντας στην κρυμμένη ταραχή του. «Είμαστε οχτώ και είσαι ένας, δεν έχεις ελπίδες.» Μόρφασε στα τελευταία του λόγια, συνειδητοποιώντας ότι αντιμετώπιζε τον μικρό σαν όμοιό του. Ένα περίεργο χαμόγελο διαγράφηκε στα χείλη του αγοριού. Με μια αργή κίνηση τράβηξε το μακρύ σπαθί που είχε περασμένο στη ζώνη του και κοίταξε τους άνδρες. Εκείνοι σάστισαν για λίγο. Ο μικρός είχε θάρρος, του το έδιναν αυτό. Δεν κράτησε πολύ αυτή η στάση όμως.
«Τι θα γίνει,» φώναξε ο αρχηγός τους «θα τον πιάσετε επιτέλους; Ηλίθιοι δειλοί!» Νευριασμένος, κατέβηκε από το άλογό του ενώ δύο άντρες τον ακολούθησαν αμέσως. Με τον εκνευρισμό διάχυτο στο πρόσωπό του πλησίασε αργά προς το μέρος του αγοριού και του πεσμένου νάνου.
«Νόμιζα ότι σου είχα απαγορέψει να κυνηγάς στο δάσος, Σαρίκ!» ακούστηκε μια βαθιά φωνή, πίσω από το νεαρό. Ο άντρας πάγωσε. Κοιτάζοντας νευρικά πάνω από τον ώμο του αγοριού, έκανε νόημα στους άντρες του να αρπάξουν γρήγορα το μικρό.
«Αρκετά!» ακούστηκε και πάλι αυστηρά η φωνή, πριν αυτοί προλάβουν να κάνουν ένα βήμα. Μέσα από τις σκιές του δάσους, εμφανίστηκε ένα μελαχρινός άντρας, ντυμένος μ' ένα μακρύ καφέ ρούχο από δέρμα και μια ουλή στο δεξί του μάγουλο. Στα χέρια του κρατούσε μόνο ένα μεγάλο ραβδί, ενώ στο μέτωπό του είχε φορεμένο ένα λεπτό δερμάτινο διάδημα.. Μόλις τον είδε, ο άνδρας με το όνομα Σαρίκ έκανε μια άγαρμπη υπόκλιση.
«Μα, άρχοντα Ταρ-εν-Όνεκ» είπε με ένα ειρωνικό χαμόγελο στο πρόσωπό του «δε θα τολμούσα ποτέ να παραβώ τις εντολές σου! Στο κάτω κάτω» πρόσθεσε δείχνοντας επιδεικτικά την απόσταση που τον χώριζε από το πλησιέστερο δέντρο «δεν είμαι μέσα στο δάσος!»
«Το βέλος όμως που θα σου τρυπήσει το λαιμό αν κάνεις άλλο ένα βήμα, από εκεί θα έρθει» ήταν η απάντηση που πήρε. Οι καβαλάρηδες κοίταξαν νευρικά τις σκιές του δάσους. Ο περίεργος άντρας που μιλούσε στον αρχηγό τους δεν κρατούσε τόξο. Ο Σαρίκ έκανε να μιλήσει:
«Δεν χρειάζεται να….»
«Τι δουλειά έχεις εδώ;» τον διέκοψε ο άντρας.
«Καμία που να σε αφορά!» ξέσπασε ο Σαρίκ. Αμέσως όμως ηρέμησε. «Θέλω να πω δεν έχει σχέση με αυτά που έκανα παλιά. Έχω αφέντη και υπηρετώ. Είμαι τίμιος πια» πρόσθεσε με ελαφρά ειρωνεία.
«Οκτώ άντρες κυνηγούν ένα αγόρι κι ένα πληγωμένο νάνο; Δε μου φαίνεται και πολύ τίμια η δουλειά σου, Σαρίκ!» είπε δύσπιστα ο άντρας.
«Κοίτα, Ταρ-εν-Όνεκ, είχαμε της διαφορές μας στο παρελθόν, ναι. Όμως αυτή η δουλειά δεν έχει σχέση με τα ενδιαφέροντά σου» είπε ο Σαρίκ και πρόσθεσε με σκληρή φωνή «Άκου τη συμβουλή μου δρυΐδη! Δώσε μου το αγόρι. Μην ανακατευτείς στις δουλειές της Κυράς μου! Αλλιώς θα το μετανιώσεις πικρά.» Το αγόρι γύρισε και κοίταξε τον Ταρ-εν-Όνεκ, στο άκουσμα της λέξης δρυΐδης.
«Το αγόρι θα μείνει εδώ» απάντησε ατάραχος ο δρυΐδης. «Εσύ όμως Σαρίκ θα πάρεις το τσούρμο σου και θα φύγεις. Τώρα.»
«Φοβάμαι πως αυτό δεν μπορώ να το κάνω δρυΐδη» απάντησε ο Σαρίκ και έκανε νόημα στους άντρες του. Ένας από αυτούς που κρατούσαν βαλλίστρα έκανε να τη σηκώσει σημαδεύοντας τον Ταρ-εν-Όνεκ. Πριν προλάβει να κάνει την παραμικρή κίνηση, ένα βέλος πετάχτηκε απ' το δάσος και τον κάρφωσε στο στήθος. Ο άτυχος άντρας έπεσε νεκρός κάνοντας τους άλλους να πετρώσουν στις θέσεις τους και να κοιτάξουν ανήσυχα τον αρχηγό τους. Ένα ακόμα βέλος πετάχτηκε από το πουθενά και καρφώθηκε στο χώμα, ανάμεσα στα πόδια του Σαρίκ. Εκείνος στάθηκε τρέμοντας και αφρίζοντας από το θυμό του. Μετά γύρισε και ανέβηκε στο άλογό του.
«Θα μου το πληρώσεις αυτό δρυΐδη!» φώναξε κουνώντας απειλητικά τη γροθιά του. «Θα μου το πληρώσεις!» ξαναφώναξε και στρίβοντας το άλογό του έφυγε καλπάζοντας για τους λόφους, ακολουθούμενος από τους άντρες του.
