Αυτό είναι το 1ο Κεφάλαιο. Ελπίζω να σας αρέσει! :)
'Η αιχμάλωτη ενός σκοτεινού ιππότη'
Κεφάλαιο 1ο
'Φυγή'
'Έλα, Μπέλλα, βούτα! Το νερό είναι ζεστό!', φώναξε η Μέλοντι μπαίνοντας όλο και πιο βαθιά στην λίμνη. Τα ξανθά μακριά μαλλιά της είχαν πάρει τώρα ένα πιο σκούρο χρώμα λόγω του νερού και τα γαλανά μάτια της άστραφταν κάτω από το εκτυφλωτικό φως του ήλιου που είχε πάρει για τα καλά την θέση του ψηλά στον ουρανό.
Αντίθετα, η Ιζαμπέλλα, που προτιμούσε να την αποκαλούν Μπέλλα, είχε καθίσει κάτω από ένα δέντρο κοντά στην όχθη της λίμνης, γράφοντας στο ημερολόγιό της. Τα κυματιστά καστανά μαλλιά της έπεφταν σαν καταρράκτης πάνω στους ώμους της και στην πλάτη της. Το χέρι της, έτρεχε πάνω στο χαρτί μανιωδώς, πιέζοντας το φτερό. Δάγκωνε τα χείλη της, καθώς κοιτούσε με ανυπομονησία αυτά που έγραφε. Το μυαλό της ταξίδευε στα γεγονότα των τελευταίων ημερών που την είχαν κάνει να μην προλάβει να ανανεώσει το ημερολόγιό της. Έτσι, σήμερα βρήκε την ευκαιρία, που η Μέλοντι την έβγαλε με το ζόρι έξω από το σπίτι.
'Μπέλλα!', ξαναφώναξε πιο δυνατά η Μέλοντι, κατσουφιάζοντας.
'Έρχομαι!', της απάντησε η Μπέλλα, έβγαλε έναν βαθύ αναστεναγμό και πέταξε το ημερολόγιό της μαζί με το φτερό στην άκρη. Σηκώθηκε στα πόδια της και άρχισε να βγάζει τα ρούχα της, κοιτάζοντας γύρω γύρω στα δέντρα εάν κάποιος τους έβλεπε. Για έναν περίεργο λόγο, πάντα ένιωθε μάτια να την παρακολουθούν. Όμως, αποφάσισε για μια ακόμα φορά πως ήταν στην φαντασία της και αφού έμεινε μόνο με τα εσώρουχά της, κολύμπησε μέχρι την Μέλοντι.
'Θεέ μου, είναι όνειρο', ξεστόμισε η Μπέλλα ενθουσιασμένη. 'Ό,τι καλύτερο μετά από ένα κουραστικό πρωινό με ιδρώτα', συνέχισε και πέταξε νερό στην φίλη της.
Τα κορίτσια συνέχισαν να ρίχνουν νερό η μία στην άλλη και έπαιξαν για κάμποση ώρα μέσα στο νερό. Η αίσθηση της Μπέλλα πως κάποιος την παρακολουθούσε δεν είχε εξαφανιστεί παρόλο που προσπαθούσε να μην το σκέφτεται.
'Μπέλλα, τι θα κάνεις με την πρόταση του κυρίου Μπλακ;', ρώτησε ξαφνικά η Μέλοντι, σοβαρεύοντας.
Αυτό δεν το περίμενε η Μπέλλα. Το σκέφτηκε για λίγο. 'Έχω άλλη επιλογή εκτός από το να τη δεχτώ;', αναρωτήθηκε φωναχτά.
'Και βέβαια έχεις. Δεν έχεις έναν πατέρα σαν όλους τους άλλους. Ο Τσάρλι θα καταλάβει εάν δεν θέλεις να πάρεις για άντρα σου τον κύριο Μπλακ. Σου έχει υπερβολική αδυναμία', της είπε η Μέλοντι μ'ένα χαμόγελο.
'Ναι αλλά θα απογοητευτεί', της απάντησε η Μπέλλα, δαγκώνοντας τα χείλη της.
Η Μέλοντι την πλησίασε και ακούμπησε το χέρι της στον ώμο της. 'Μπορεί, αλλά δεν πρόκειται να σου πει να κάνεις κάτι που δεν θέλεις', της επιβεβαίωσε.
Η Μπέλλα ανασήκωσε τους ώμους της και συνέχισε να κολυμπάει.
Αποφάσισαν να επιστρέψουν στα σπίτια τους όταν πια ο ήλιος άρχισε να κρύβεται πίσω από τα κλαδιά των δέντρων. Και οι δυο τους ήταν σίγουρες πως μόλις έβλεπαν την Έλεν, θα τους τα έψελνε που άφησαν την μπουγάδα στην μέση και χάθηκαν για ώρες.
Ντύθηκαν γρήγορα. Τα βρεγμένα εσώρουχά τους κολλούσαν πάνω στα φορέματά τους, αλλά δεν έδωσαν σημασία. Περπάτησαν περίπου είκοσι λεπτά ώσπου τα πρώτα σπίτια του χωριού τους εμφανίστηκαν μπροστά τους. Πάγωσαν στην θέση τους όταν παρατήρησαν πως οι γυναίκες έτρεχαν από σπίτι σε σπίτι ουρλιάζοντας και οι άντρες κατευθύνονταν προς το μπαρ του Πίτερ Γκρέι, εκεί όπου γινόντουσαν οι συνελεύσεις. Ο πανικός των ανθρώπων ήταν εμφανής.
Τα δύο κορίτσια κοιτάχτηκαν για ένα δέκατο του δευτερολέπτου και αμέσως έτρεξαν για τα σπίτια τους που ήταν δίπλα δίπλα. Στο σπίτι της Μπέλλα βρήκαν την Έλεν και τον Τσάρλι να συζητάνε χαμηλόφωνα, αλλά οι εκφράσεις τους πρόδιδαν αγωνία και φόβο.
'Πατέρα;', μουρμούρισε η Μπέλλα με τρεμάμενη φωνή.
Η Έλεν και ο Τσάρλι σήκωσαν τα κεφάλια τους και κοίταξαν τα παιδιά τους. Στην Μπέλλα φάνηκε πως τους κοιτούσαν για ώρες. Τελικά η Έλεν τόλμησε να πάρει τον λόγο.
'Κορίτσια, πηγαίνετε αμέσως να αλλάξετε ρούχα και σε πέντε λεπτά ελάτε. Πρέπει να σας μιλήσουμε για κάτι σημαντικό'. Η φωνή της Έλεν πρώτη φορά ήταν τόσο χαμηλή.
'Μα μαμά-', πήγε να διαμαρτυρηθεί η Μέλοντι.
'Σε πέντε λεπτά να είστε εδώ', την διέκοψε η μητέρα της και γύρισε ξανά στον Τσάρλι.
Η Μέλοντι ανασήκωσε τους ώμους της καθώς κοίταξε την Μπέλλα και πήγε στο σπίτι της να αλλάξει. Η Μπέλλα έκανε το ίδιο και σε λιγότερο από πέντε λεπτά - ήταν από τις λίγες φορές που τα κορίτσια δεν έκαναν ώρες για να βρουν φορέματα - και οι δυο τους βρισκόντουσαν στην τραπεζαρία.
'Πατέρα; Έλεν; Τι συμβαίνει; Μας τρομάζετε', είπε η Μπέλλα προσεκτικά εξετάζοντας τις αντιδράσεις τους.
'Κορίτσια, θυμάστε τι σας έλεγα από τότε που ήσασταν μικρές για το Μαύρο Δάσος, έτσι;', τις ρώτησε σιγανά. Εκείνες ένευσαν καταφατικά. Η Μπέλλα άρχισε να υποψιάζεται κάτι.
'Λοιπόν, φαίνεται πως καλά έκανα και πίστευα σε αυτούς τους θρύλους'.
'Γιατί, τι έγινε;', η Μπέλλα προσπάθησε να διατυπώσει την ερώτηση με όσο πιο πολλή ηρεμία μπορούσε. Το πόδι της κουνιόταν πάνω κάτω από το άγχος της.
'Έγιναν επιθέσεις', τους αποκάλυψε η Έλεν και ο Τσάρλι έβγαλε από το στόμα του την ανάσα που κρατούσε τόση ώρα. Φαινόταν να ανησυχεί πιο πολύ από την Έλεν και αυτό άγχωνε ακόμα πιο πολύ την Μπέλλα.
'Τι είδους επιθέσεις;', αναρωτήθηκε η Μέλοντι μπερδεμένη. Τα μάτια της πήγαιναν μία στον Τσάρλι και μία στην Έλεν.
'Σκοτώθηκαν τρεις άντρες', ξεστόμισε με το ζόρι η Έλεν.
Τα κορίτσια έμειναν με το στόμα ανοιχτό και αμέσως η Μπέλλα ένιωσε να ζαλίζεται. Της είχε κοπεί η ανάσα και πάσχιζε για να λειτουργήσουν σωστά τα πνευμόνια της.
'Π-Πώς;', τραύλισε.
'Εάν θυμάστε καλά, στο μεγαλύτερο μέρος των θρύλων που σας διηγήθηκα, υπάρχουν κάποιοι σκοτεινοί άνθρωποι. Θέλουν να αποκαλούνε τους εαυτούς τους 'Σκοτεινούς Ιππότες'', τους θύμισε η Έλεν.
'Έλεν, σου έχω ξαναπεί πως όλα αυτά είναι βγαλμένα μέσα από διεστραμμένα μυαλά', πετάχτηκε ο Τσάρλι θυμώνοντας.
'Τότε πως εξηγείς τους θανάτους των τριών συγχωριανών μας, Τσάρλι;', τον προκάλεσε εκείνη. Πάντα ο Τσάρλι αμφέβαλλε για αυτές τις ιστορίες. Είχε μάλιστα πει στην Έλεν να μην τις λέει στην κόρη του, όμως η Έλεν πίστευε πως η μικρή έπρεπε να ξέρει. Άλλωστε, η Μπέλλα είχε μεγάλη περιέργεια.
'Είναι απίθανο δηλαδή να τους σκότωσαν κάποιοι άσχετοι;', της αντιγύρισε ο Τσάρλι.
'Άσχετοι δεν υπάρχουν στο Μαύρο Δάσος, Τσάρλι. Και ούτε οι συνηθισμένοι δολοφόνοι γυρνάνε πίσω τα πτώματα με ένα σημείωμα. Ξέρουμε ακριβώς τι υπάρχει μέσα σε εκείνο το Δάσος. Και δυστυχώς, τα θύματα δεν ήταν έξυπνα αρκετά για να μείνουν μακριά'.
'Τι σημείωμα;', ρώτησε η Μέλοντι, χάνοντας την ψυχραιμία της.
Η μητέρα της αναστέναξε. 'Ας τα πάρουμε όλα από την αρχή. Αυτοί οι Σκοτεινοί Ιππότες, είναι αθάνατοι. Και για κάποιον λόγο, έλεγαν πάντα πως διψούσαν για εκδίκηση. Άγνωστος ο λόγος. Σκότωναν όσους περπατούσαν στο Δάσος. Ώσπου οι πρόγονοί μας πήραν το μήνυμα και σταμάτησαν να πλησιάζουν στα απαγορευμένα μονοπάτια. Μέχρι σήμερα, δεν είχαμε τίποτα νεότερο', έκανε μια παύση.
Ή προσοχή των κοριτσιών ήταν απολύτως στραμμένη στην Έλεν. Δεν έχαναν λέξη από τα λόγια της.
'Κάθε άνδρας επιστράφηκε πίσω στο σπίτι του. Οι γυναίκες τους βρήκαν τα πτώματά τους ξαπλωμένα το βράδυ δίπλα τους. Αυτό σημαίνει πως ξέρουν τα πάντα για εμάς. Και κάθε σημείωμα έλεγε την εξής φράση: Η λύση στο πρόβλημά σας θα ήταν εάν μας παραδίνατε μια παρθένα. Ξέρετε τι σημαίνει αυτό;', ψιθύρισε και κοίταξε τα κορίτσια σοβαρά.
'Πως μια παρθένα πρέπει να παραδοθεί σε εκείνους', ψιθύρισε η Μέλοντι συνειδητοποιώντας την αλήθεια. Ήξερε πολύ καλά τι σήμαινε αυτό.
Η Μπέλλα ξεροκατάπιε αλλά παρέμεινε σιωπηλή.
'Ακριβώς. Και τώρα γίνεται συνέλευση στο μπαρ του Πίτερ. Πρέπει να πάμε. Κορίτσια, θα έρθετε κι εσείς', διέταξε η Έλεν.
Τα κορίτσια, ειδικά η Μπέλλα, δεν είχαν καμία άλλη επιλογή.
'Δεν γίνεται να συνεχιστεί αυτή η κατάσταση!', ούρλιαξε ένας άντρας χτυπώντας το χέρι του στο τραπέζι. Όλοι συμφώνησαν, κουνώντας το κεφάλι τους και κάνοντας σχόλια όπως: Έχει δίκιο και πρέπει να γίνει κάτι.
Ο Τσάρλι φοβόταν ακόμα και να κουνηθεί. Η Έλεν προσπαθούσε να είναι όσο πιο διπλωμάτισσα γινόταν. Η Μέλοντι προσπαθούσε να καταλάβει περισσότερα πράγματα. Και η Μπέλλα, απλά κοιτούσε στο κενό. Ένιωθε συμπόνια για τις γυναίκες των θυμάτων. Οι φωνές στα αυτιά της ακουγόντουσαν μίλια μακριά.
'Πρέπει σήμερα το βράδυ κιόλας να τους δώσουμε μια παρθένα. Αλλιώς ποιος ξέρει αύριο τι κακό μπορεί να μας βρει', φώναξε κάποιος άλλος.
'Μία μόνο παρθένα υπάρχει σε κατάλληλη ηλικία. Η Ιζαμπέλλα Σουάν!', ανακοίνωσε ο αρχηγός του χωριού.
Μόλις η Μπέλλα άκουσε το όνομά της, κάτι που περίμενε να γίνει, τα μάτια της πλάτυναν και η καρδιά της άρχισε να σφυροκοπάει. Το αίμα της πάγωσε και κάρφωσε το βλέμμα της στον πατέρα της, ο οποίος είχε τσιτωθεί ολόκληρος και ήταν έτοιμος να χιμήξει στον αρχηγό του χωριού.
'Όχι!', ξέσπασαν ταυτόχρονα ο Τσάρλι και ο κύριος Μπλακ.
'Τσάρλι!Σκέψου το χωριό!', προσπάθησε να τον πείσει ο αρχηγός.
'Δεν σκέφτομαι τίποτα! Εγώ την κόρη μου σε σατανάδες δεν την δίνω!'.
'Μα είναι η μόνη παρθένα σε κατάλληλη ηλικία!'.
'Πάνω από το πτώμα μου!', ορκίστηκε ο Τσάρλι.
Η Μπέλλα τόση ώρα κοιτούσε έντρομη τους συγχωριανούς της. Δεν ήξερε τι να κάνει. Η Μέλοντι έπιασε το μικροκαμωμένο χέρι της και το έσφιξε, δίνοντάς της κουράγιο.
'Είναι καθήκον της!', φώναξε μια γριά που καθόταν κοντά στον αρχηγό.
'Κι εγώ έχω καθήκον να προστατέψω το αίμα μου. Δεν θα αφήσω να θυσιαστεί η δική μου κόρη. Σίγουρα θα υπάρχουν και άλλες κατάλληλες', τους είπε ο Τσάρλι εξαγριωμένος.
'Ο κύριος Σουάν έχει δίκιο', παρενέβη χαμηλόφωνα ο κύριος Μπλακ, κοιτάζοντας τρυφερά την κοπέλα με την οποία ήταν ερωτευμένος. Η Μπέλλα δισταχτικά σήκωσε τα μάτια της για να συναντηθούν με τα δικά του.
'Δεν υπάρχει άλλη νεαρή γυναίκα. Όλες έχουν νυμφευτεί ή έχουν εξαπατήσει τον νόμο του Θεού'.
Τότε η Μέλοντι, πήρε μια μεγάλη απόφαση. Δεν το σκέφτηκε πολύ. Ήθελε να σώσει την φίλη της, την αδερφή της. 'Μπορώ να πάω εγώ'. Οι λέξεις ξέφυγαν από το στόμα της πριν το καταλάβει. Τα βλέμματα όλων στράφηκαν πάνω της.
'Ούτε κατά διάνοια! Ξέρεις πολύ καλά πως δεν είσαι παρθένα!', είπε ο Τζακ, ο κρυφός αγαπημένος της Μέλοντι. Για την σχέση τους γνώριζε μόνο η Μπέλλα. Και μόλις είχε αποκαλυφθεί το μυστικό τους.
Η Μέλοντι έγινε κατακόκκινη και κοίταξε βλοσυρά τον Τζακ. Στην πραγματικότητα όμως, ο Τζακ απλώς ήθελε να την προστατέψει.
Οι συγχωριανοί τους αποφάσισαν πως δεν ήταν η καλύτερη στιγμή για να τους κατακρίνουν. Σίγουρα όμως οι κουτσομπόλες του χωριού δεν θα έχαναν την ευκαιρία να το διαδώσουν.
Ξαφνικά, ο κύριος Μπλακ βρέθηκε δίπλα στην Μπέλλα.
'Φύγε τώρα αμέσως από δω μέσα. Πάνε όσο πιο μακριά μπορείς. Το άλογο μου είναι δεμένο σ'ένα δέντρο στο σπίτι μου. Θα το βρεις εύκολα. Αναλαμβάνω εγώ την Έλεν, την Μέλοντι και τον πατέρα σου. Πήγαινε!', της ψιθύρισε γρήγορα στο αυτί της. Εκείνη τον κοίταξε τρομαγμένη και προσπάθησε να συντονιστεί. Έριξε μια τελευταία ματιά στην Μέλοντι, στον πατέρα της και σε κείνον και προσεχτικά, βγήκε έξω από το μπαρ. Για καλή της τύχη, κανένας δεν την πρόσεξε.
Έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε μέχρι το σπίτι του σωτήρα της. Βρήκε το καφέ άλογο του και χωρίς να χάνει χρόνο, το ξέδεσε και το καβάλησε.
'Το έσκασε! Τρέξτε να την σταματήσετε!', άκουσε ξαφνικά η Μπέλλα και πραγματικός φόβος την κυρίευσε. Η αδρεναλίνη της βρισκόταν στα ύψη. Άρχισε να τρέχει πάνω στο άλογο.
Ανέπνευσε θέλοντας να γεμίσει τους πνεύμονές της με καθαρό αέρα. Κοίταξε γύρω της και αφουγκράστηκε. Οι μόνοι ήχοι που έπιαναν τα αυτιά της ήταν η ασταθής ανάσα της και το άλογο.
Σκέφτηκε τι είχε μόλις κάνει. Αυτός ήταν ο μόνος τρόπος για να σωθεί; Να εγκαταλείψει το χωριό της μέσα στην νύχτα για να μην την παραδώσουν οι ίδιοι οι συγχωριανοί της στα τέρατα; Μήπως όμως έπρεπε να το κάνει για να σώσει τους αθώους; Και εκείνη; Δεν ήταν αθώα και εκείνη;
Ένα δάκρυ κύλισε στο μάγουλό της . Ένιωθε ταυτόχρονα αδικημένη και πως δεν έπρεπε να φερθεί τόσο εγωιστικά. Έτρεμε και δεν ήξερε εάν ήταν από το κρύο ή από τον φόβο της.
Τα δέντρα χάνονταν πίσω της. Το συναίσθημα του φόβου φούντωνε όλο και πιο πολύ μέσα της. Προχώρησε αρκετά χιλιόμετρα, μέχρι που ένιωσε την ανάγκη να ξεκουραστεί λιγάκι. Σκοτάδι απλωνόταν παντού και το μόνο φωτεινό σημείο ανάμεσα στα δέντρα ήταν το φεγγάρι. Δεν ήξερε καν που βρισκόταν. Θα έπρεπε να περιμένει την αυγή για να προσανατολιστεί.
Για την ώρα, θα έπρεπε να κρυφτεί μέσα στα δέντρα για να μην την βρουν και να ψάξει για ένα μέρος να κοιμηθεί. Και αύριο, ευελπιστούσε πως όλα θα γίνονταν καλύτερα.
Κατέβηκε από το άλογο και το τράβηξε μαζί της. Χάθηκε μέσα στο σκοτάδι και τη σιωπή. Ένιωσε ξανά εκείνη την περίεργη αίσθηση πως κάποιος την παρακολουθούσε. Και αυτή την φορά πιο έντονα. Τα γόνατά της άρχιζαν να λυγίζουν και η αναπνοή της γινόταν κοφτή.
Τελικά βρήκε ένα καλό σημείο για να ξαπλώσει. Πάνω σε έναν σωρό από πεσμένα φύλλα. Έδεσε το άλογο το οποίο άρχισε να μουγκρίζει και κάθισε.
Ξαφνικά, από τα δεξιά της, ένιωσε μια κίνηση. Αργά αργά γύρισε το κεφάλι της και πρόσεξε μια σκιά. Κοκάλωσε και σταμάτησε να αναπνέει. Ήταν σίγουρη πως θα λιποθυμούσε. Το σώμα της χρειαζόταν οξυγόνο, κάτι που η Μπέλλα αρνιόταν πεισματικά να πάρει.
Το τελευταίο πράγμα που είδε πριν χάσει τις αισθήσεις της ήταν δύο σκούρα πράσινα μάτια.
'Μάικ, έκανες ακριβώς αυτό που σου είπα;', απαίτησε ο αρχηγός των Σκοτεινών Ιπποτών.
΄Μάλιστα, άρχοντα. Στείλαμε τα πτώματα από κει που ήρθαν μαζί με τα σημειώματα.', αποκρίθηκε ο ιππότης που λεγόταν Μάικ, μ'ένα ευχαριστημένο χαμόγελο.
'Ωραία.', ο αρχηγός κοίταξε ευχαριστημένος έξω από το παράθυρό του. 'Είσαι ελεύθερος'. Έβαλε την μάσκα του, πήρε μαζί του την πανοπλία και το σπαθί του και διέταξε τους υπηρέτες του να ετοιμάσουν το άλογό του.
Τότε μπροστά του εμφανίστηκε η αδερφή του. Τον κοιτούσε φοβερά εκνευρισμένη και απογοητευμένη.
'Είσαι τρελός;', τσίριξε.
'Αυτό σίγουρα μου το έχουν πει πολλοί', χαχάνισε πονηρά ο αρχηγός σταυρώνοντας τα χέρια του μπροστά στο στήθος του.
Τα μάτια της αδερφής του σκοτείνιασαν ακόμα πιο πολύ. 'Έβαλες να σκοτώσουν τρία άτομα που απλώς περνούσαν έξω από το δάσος; Ούτε καν μπήκαν στην απαγορευμένη περιοχή!'.
'Το κρίμα στον λαιμό τους. Εγώ θέλω κάτι και έχω βαρεθεί να το περιμένω. Ήρθε ο καιρός να το πάρω.', της είπε πνιχτά.
'Δεν μπορείς να σκοτώνεις αθώους. Έχεις παραβεί τους νόμους', προσπάθησε να τον λογικέψει.
'Δεν με νοιάζουν οι παλιονόμοι! Την θέλω και θα την έχω!'. Βρέθηκε μπροστά στο πρόσωπό της να φωνάζει. Ένα τρέμουλο διαπέρασε το κορμί της, καθώς πρώτη φορά έβλεπε έτσι τον αδερφό της.
'Τί έχεις πάθει;', ψέλλισε.
Την κοίταξε μια τελευταία φορά άγρια και χωρίς να της απαντήσει, εξαφανίστηκε από μπροστά της. Τι να της έλεγε; Πως ήταν τρελός και παλαβός για ένα κορίτσι που παρακολουθούσε καθημερινά; Όχι πως δεν το ήξερε ήδη, απλώς δεν μπορούσε να το παραδεχτεί μπροστά της.
Σε χρόνο μηδέν βρέθηκε πάνω στο άλογό του, σχίζοντας τον αέρα στο πέρασμά του.
Είχε μάθει ακριβώς που θα ήταν αυτή τη στιγμή η αγαπημένη του. Είχε ζήσει μακριά της, αλλά ταυτόχρονα τόσο κοντά της για έντεκα χρόνια, παρακολουθώντας την να μεγαλώνει. Του ήταν τόσο δύσκολο να μην μπορεί να την ακουμπάει. Να τη βλέπει να χαμογελάει σε άλλους, μα όχι σε εκείνον. Ήθελε απεγνωσμένα να της κλέψει ένα χαμόγελο.
Από την πρώτη στιγμή που την είχε αντικρίσει, τότε που τα αθώα της ματάκια κοιτούσαν γεμάτα τρόμο τον εχθρό του, τον Τζέιμς, ένιωσε κάτι να γεμίζει την πέτρινη καρδιά του. Το μίσος του για τον κόσμο μειώθηκε αυτόματα, φως γέμισε την σκοτεινή ψυχή του και δεν είχε μάτια για άλλη. Τα λόγια της μητέρας του επαληθεύτηκαν. Κάποια μέρα, θα βρεις έναν άγγελο που θα σου δείξει τι πραγματικά θα πει Ζωή.
Από το πρώτο δευτερόλεπτο, τον είχε μαγέψει. Τα αναψοκοκκινισμένα μάγουλά της, τα χειλάκια της που ήταν σαν μπουμπούκια κόκκινων τριαντάφυλλων, τα μακριά καστανά μαλλιά της που έλαμπαν και τέλος, τα μάτια της. Τα σοκολατένια βαθιά μάτια της που ήταν σαν μαγνήτες. Κάθε φορά που βύθιζε το βλέμμα του μέσα στο δικό της, ηλεκτρικό ρεύμα έρρεε μέσα στις φλέβες του.
Εκτός όμως από την εξωτερική ομορφιά της, ήταν πολύ έξυπνη, ώριμη και θαρραλέα για την ηλικία της. Μέσα από τα λίγα λόγια που πρόλαβαν να ανταλλάξουν, είχε καταλάβει το εύστροφο μυαλό της.
Αυτό που ήθελε ήταν να την αρπάξει και να εξαφανιστεί μαζί της. Γι'αυτόν η απόφαση που πήρε να την αφήσει να γυρίσει πίσω στους δικούς της, αποδείχτηκε επώδυνη. Πονούσε στην κυριολεξία που δεν είχε την δυνατότητα να την έχει κοντά του. Και κάθε μέρα, κάθε νύχτα, την έβλεπε, την προστάτευε. Και μαζί, προστάτευε και τον εαυτό του.
Καθώς μεγάλωνε, πρόσεξε την αλλαγές στο σώμα της και στην συμπεριφορά της. Είχε σταματήσει να ψηλώνει περίπου στα 15 της. Τα χείλη της είχαν γίνει πιο σαρκώδη και τα μαλλιά της πιο μακριά. Το σώμα της άρχισε να στρογγυλεύει στα σωστά σημεία. Το στήθος της μέχρι τα 17 της είχε ένα πολύ ικανοποιητικό μέγεθος. Πίστευε πως θα χωρούσε ακριβώς μέσα στις παλάμες του. Ξαφνικά, άρχισε να την βλέπει διαφορετικά. Μέσα του ξύπνησε ένα καινούριο συναίσθημα. Επιθυμία.
Τον μεγαλύτερο θυμό της ζωής του τον ένιωσε όταν ο Τζέικομπ Μπλακ ζήτησε από τον πατέρα της Μπέλλα το χέρι της κόρης του. Ήθελε να τον σκοτώσει βασανιστικά αργά. Να τον δει να ξεψυχάει μπροστά στα μάτια του. Να νιώσει την ανάσα του να σταματάει και τα μάτια του να γυρίζουν μέσα στο κεφάλι του από τον πόνο που θα του προκαλούσε. Πολλές φορές εξέτασε το ενδεχόμενο η θέλησή του να γίνει πραγματικότητα, αλλά το σατανικό μυαλό του βρήκε μια πιο αποτελεσματική λύση. Έτσι, ούτε θα έβαφε τα χέρια του με αίμα αλλά θα είχε και την Ιζαμπέλλα δική του και μόνο δική του.
Έφτασε στην λίμνη. Είχε άγχος για να ξαναδεί μετά από μία μέρα το αγγελικό της πρόσωπο.
'Έρχομαι!', ήχησε μέσα στο δάσος η φωνή του αγγέλου του και εκείνος έκλεισε τα μάτια του. Προσπάθησε να ακούσει ακριβώς τι έλεγε. Απ'ότι κατάλαβε μετά από μερικά δευτερόλεπτα, η Ιζαμπέλλα ήταν μαζί με την καλύτερή της φίλη, τη Μέλοντι. Έπαιζαν με το νερό και ο Ιππότης ήταν ευτυχισμένος που η αγάπη του γελούσε ανάλαφρα και το πρόσωπό της έλαμπε από χαρά.
Όταν όμως έπιασαν το θέμα του Τζέικομπ Μπλακ, τα μάτια του έγιναν δύο μικρές σχισμές. Άκουσε την Ιζαμπέλλα να λέει πως δεν είχε παρά να δεχτεί την πρόταση του Μπλακ. Αυτό εξαγρίωσε τον αρχηγό ακόμα πιο πολύ. Δεν θα την άφηνε να δώσει τον εαυτό της σε κάποιον άλλον. Απλά και μόνο η σκέψη του να βρίσκεται δίπλα σε κάποιον άλλον άντρα, έκανε το αίμα του να βράζει και την καρδιά του να σχίζεται στα δύο. Μπορεί να ήταν σκληρός άνδρας, αλλά η Ιζαμπέλλα ήταν η αδυναμία του. Κανένας δεν του ξυπνούσε παρόμοια συναισθήματα. Και αυτό τον εξίταρε και τον φόβιζε.
Κατέβηκε από το άλογό του και θέλησε να την δει από μακριά. Κρύφτηκε πίσω από έναν κορμό δέντρου και έσκυψε το κεφάλι του προς τα μπροστά. Αμέσως τα μάτια του έπεσαν πάνω σ'εκείνη. Είχε γυρισμένη την πλάτη και το σώμα της ξεπρόβαλε μέσα από το νερό. Τα γυμνά της μπράτσα σε συνδυασμό με τα βρεγμένα μαλλιά της και το ρούχο που κολλούσε στο σώμα της, ξύπνησαν μέσα του ξανά την αίσθηση της επιθυμίας.
Ξαφνικά, δεν μπόρεσε να ελέγξει τις εικόνες που εμφανίστηκαν στο μυαλό του. Φανταζόταν πως θα ήταν όταν πια η Μπέλλα θα παραδινόταν στο κάλεσμά του. Πως θα ήταν γυμνή μέσα στην αγκαλιά του. Πως θα φώναζε δυνατά το όνομά του την ώρα που θα την έκανε δική του. Έπεσε με τα γόνατά του στο χώμα και τράβηξε με τα δάχτυλά του γερά τα μαλλιά του. Άφησε τον εαυτό του να εκφράσει όλο τον πόθο, την λατρεία και την κτητικότητα για την Ιζαμπέλλα. Προσπάθησε να ανασυγκροτηθεί, να χαλιναγωγήσει τα συναισθήματά του και να σβήσει τον εγκέφαλό του.
Την στιγμή που άρχισε να ηρεμεί, το σοπράνο γέλιο της έκανε ξανά το σώμα του να λειτουργήσει και την καρδιά του να τρέχει.
'Ιζαμπέλλα...', πρόφερε σιγανά και συρτά. Τα μάτια του ήταν μισάνοιχτα και η αναπνοή του έβγαινε μετά βίας από την μύτη και το στόμα του. Ολόκληρο το σώμα του έτρεμε από την ανάγκη να την κλείσει στην αγκαλιά του.
Την παρακολουθούσε για όση ώρα βρισκόταν εκεί. Ύστερα, με μεγάλη απογοήτευση, την είδε να ντύνεται και να περπατάει για το σπίτι της. Που να ήξερε τι πανικός θα υπήρχε στο χωριό τους...
'Έκανα πολλή υπομονή, μικρή μου Ιζαμπέλλα. Τώρα ήρθε ο καιρός να μου χαρίσεις την καρδιά σου, την ψυχή σου και το σώμα σου', ψιθύρισε μέσα από τα δόντια του. Οι άκρες των χειλιών του σηκώθηκαν δημιουργώντας ένα τεράστιο χαμόγελο. Ήρθε η ώρα...
Θα ήθελα να μου πείτε τις εντυπώσεις σας... :D
Kisses!
Christina.
