Κεφάλαιο 1
Ο Άλμπερτ με την Κάντυ γύρισαν, από τον αγαπημένο λόφο της Κάντυ, στο πάρτι.
Τα συναισθήματα όλων ανάμεικτα.
Η κύρια Πόνυ με την Αδελφή Μαρία ήταν πολύ ευτυχισμένες γιατί είχαν μαζί τους την Κάντυ και Άννυ. Δύο φίλες, δύο αδελφές, που η σχέση τους δοκιμάστηκε πολύ καθώς η Άννυ είχε υπακούσει στην απόφαση της θετής μητέρας της να ξεχάσει καθετί τη συνέδεε με το ορφανοτροφείο.
Ο Άρτσι ευτυχισμένος στο πλευρό της αγαπημένης του Άννυ. Σοκαρισμένος αλλά ευχαριστημένος με το γεγονός ότι ο Μεγάλος Θείος Γουίλιαμ, δεν ήταν άλλος από τον πολύ καλό του φίλο Άλμπερτ. Χαρούμενος για τη φίλη του, την Κάντυ, που ένιωθε τόσο ευτυχισμένη και που ο άνθρωπος που την είχε υιοθετήσει ήταν ο Άλμπερτ και όχι κάποιος ηλικιωμένος αυστηρός κύριος της καλής κοινωνίας, που θα την υποχρέωνε να παντρευτεί τον Νηλ, γιατί έτσι είχαν αποφασίσει οι δύο οικογένειες.
Η Άννυ, η Πάτυ και ο Τομ ήταν επίσης πολύ ευχαριστημένοι που η φίλη τους ήταν τόσο ευτυχισμένη και που όπως όλα έδειχναν τελείωσαν τα βάσανά της.
Ο Άλμπερτ ανακουφισμένος απολάμβανε τη χαρά και την ηρεμία στο πρόσωπο της προστατευόμενής του.
Τα παιδία του ορφανοτροφείου, χαρούμενα που η αρχηγός τους θα έμενε μαζί τους, έτρεχαν γύρω γύρω από το τραπέζι, με τη Μίνα και την Πάπετ να τα ακολουθούν.
Η Κάντυ τρελά ευτυχισμένη αλλά και λίγο μελαγχολική για όσους έλειπαν από τη ζωή της, έκανε μια πρόποση θέλοντας να ευχαριστήσει όλους όσους την αγάπησαν και τη βοήθησαν να φτάσει εκεί που έφτασε. Μια διπλωματούχος νοσοκόμα, με πολύ καλή ψυχή και με καρδιά γεμάτη αγάπη για τον συνάνθρωπο.
«Η αλήθεια είναι ότι ακόμα προσπαθώ να συνειδητοποιήσω τι έχει γίνει. Θέλω να σας ευχαριστήσω όλους μέσα από τα βάθη της ψυχής μου. Κυρία Πόνυ, Αδελφή Μαρία, σας ευχαριστώ πολύ. Πάντα προσπαθούσατε να αναπληρώσετε το κενό που νιώθει ένα παιδί χωρίς γονείς. Άννυ, είσαι η αδελφή μου, η καλύτερή μου φίλη. Σ' αγαπώ πάρα πολύ. Άρτσι, σ' ευχαριστώ πολύ για όλα. Από την πρώτη στιγμή γίναμε πολύ καλοί φίλοι, χωρίς να σε πειράζει που μεγάλωσα σε ορφανοτροφείο. Πάτυ, χάρηκα πάρα πολύ που γίναμε φίλες στο κολέγιο. Ήσουν κι εσύ ένας σημαντικός λόγος που πέρασα ευχάριστα σ' εκείνη τη «φυλακή». Άλμπερτ, κάλε μου Άλμπερτ, σου χρωστάω πάρα πολλά. Σ' ευχαριστώ για ότι έκανες για μένα. Ήσουν πάντα εκεί να μου σταθείς. Δεν υπάρχουν λέξεις να μπορούν να περιγράψουν την ευγνωμοσύνη που νιώθω. Σας ευχαριστώ πολύ όλους. Στην υγειά σας και στη μνήμη όσων έφυγαν τόσο άδικα από κοντά μας». …'Στην υγειά σου Τέρρυ'… είπε από μέσα της. Όλοι ύψωσαν τα ποτήρια τους
«Στην υγειά σας» ακούστηκαν όλοι με μία φωνή.
Η Πάτυ μόνο ήταν λίγο μελαγχολική γιατί ο Στήαρ δεν ήταν πια κοντά τους. Ένιωθε όμως πολύ όμορφα στο λόφο της Πόνυ και είχε αποφασίσει να μείνει για λίγες μέρες μαζί με την Κάντυ.
Το πάρτι είχε αρχίσει να φτάνει στο τέλος του και ο Άρτσι με την Άννυ ετοιμάζονταν να φύγουν για το Λέικγουντ.
«Μεγάλε Θείε Γουίλιαμ, θα έρθετε μαζί μας;» ρώτησε ο Άρτσι ξέροντας ότι ο Άλμπερτ θα τον μάλωνε για την ξαφνική τυπικότητά του.
«Όχι παιδί μου, θα γυρίσω αργότερα μόνος μου» απάντησε ο Άλμπερτ αυστηρά θέλοντας να δει την αντίδραση του Άρτσι μετά από την τυπική του απάντηση.
«Εεε;» αναφώνησε ο Άρτσι!
Ο Άλμπερτ άρχισε να γελάει δυνατά:
«Άρτσι, για όλους εσάς τους φίλους μου, είμαι ο Άλμπερτ».
Ο Άρτσι αφού έξυσε το κεφάλι του ανακουφισμένος από την απάντηση του Άλμπερτ, μπήκε στο αυτοκίνητο και έφυγε με την Άννυ.
Ο Άλμπερτ θέλοντας να μείνει λίγο μόνος με την Κάντυ, είπε στην Αδελφή Μαρία, την κυρία Πόνυ και την Πάτυ:
«Εμάς μας επιτρέπετε» και άρχισαν να τρέχουν προς το αγαπημένο δέντρο της Κάντυ.
Κάθισαν και οι δυο στις ρίζες του δέντρου, ελαφρώς λαχανιασμένοι από την κόντρα που είχαν βάλει. Πρώτος με μικρή διαφορά είχε φτάσει ο Άλμπερτ.
«Δεν είσαι πιο γρήγορος από μένα, απλά έχεις πιο μακριά πόδια. Γι' αυτό με πέρασες» του είπε η Κάντυ, ελαφρώς ενοχλημένη από αυτή την τόσο ασήμαντη ήττα της.
Κοιτάχτηκαν και γέλασαν και οι δυο δυνατά, αφού αυτή τους η κόντρα δεν είχε καμία σημασία.
Η Κάντυ προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει όλα όσα είχαν συμβεί.
Πολλές οι αποκαλύψεις. Είχαν γίνει όλα τόσο ξαφνικά! Κοίταξε τον Άλμπερτ και του είπε:
«Άλμπερτ, όλα αυτά τα χρόνια, αυτό το δέντρο ήταν ο πατέρας που πότε δεν γνώρισα. Του έλεγα τα μυστικά μου, τις στενοχώριες μου. Όταν αγκάλιαζα τον κορμό του, ένιωθα ότι αγκάλιαζα τον πατέρα μου. Όταν ανέβαινα στα κλαδιά του, ένιωθα ότι με σήκωνε με τα στιβαρά του μπράτσα και με έβαζε στους ώμους του για να δω τη θέα από ψηλά και τώρα μαθαίνω ότι εσύ είσαι πια προστάτης μου, ο πρίγκιπας μου, ο καλύτερός μου φίλος, που ήσουν πάντα εκεί για μένα, σε όλες τις δύσκολες στιγμές. Ω, Άλμπερτ πόσα πολλά σου χρωστάω….» και αμέσως τα μεγάλα πράσινα μάτια της πλημμύρισαν με δάκρυα.
«Γλυκιά μου Κάντυ, δεν μου χρωστάς τίποτα. Μόνη σου πέτυχες όλα όσα πολλά πλουσιοκόριτσα δεν έχουν πετύχει και ούτε πρόκειται να πετύχουν ποτέ» της είπε κρατώντας τη στην αγκαλιά του και συμπλήρωσε:
«Αντιθέτως εγώ σου χρωστάω…»
Η Κάντυ τον κοιτάζει απορημένη.
«Εσύ;»
«Ναι μικρή μου, εγώ. Ειδικά όταν πέθανε ο Άντονυ, η αγνότητά σου, η δύναμη της ψυχής σου, η θέλησή σου, το πείσμα σου ήταν αυτά που μου έδωσαν κουράγιο. Ακόμα και τώρα που χάσαμε τον Στήαρ, μου δίνεις δύναμη με το χαμόγελό σου».
«Ω, Άλμπερτ…» του είπε η Κάντυ συγκινημένη.
«Όταν έπαθα αμνησία Κάντυ, εσύ ήσουν εκεί» και συνέχισε να της λέει:
«Σε έδιωξαν εξαιτίας μου από το νοσοκομείο. Δεν σκέφτηκες ούτε στιγμή να με αφήσεις, προκειμένου να μη ρισκάρεις τη δουλειά, που τόσο πολύ αγαπούσες και είχες ανάγκη. Δεν μετάνιωσα ούτε στιγμή που σε υιοθέτησα» της είπε και τη φίλησε στο μέτωπο και κοιτώντας την στα βουρκωμένα μάτια της συμπλήρωσε:
«Σκούπισε τα μάτια σου, σε παρακαλώ. Όσο ζω, θα φροντίσω να μην ξανακυλήσει ούτε ένα δάκρυ από αυτά τα υπέροχα πράσινα μάτια».
Η Κάντυ τον κοίταξε και συγκινημένη του είπε:
«Είσαι ο φύλακας άγγελός μου» και αμέσως έστρεψαν τα βλέμματά τους προς τον γεμάτο αστέρια ουρανό, απολαμβάνοντας το θέαμα.
«Μήπως είναι αργά μικρή μου;» της είπε ο Άλμπερτ
«Δίκιο έχεις. Ούτε που κατάλαβα πως πέρασε η ώρα» απάντησε η Κάντυ και αμέσως ξεκίνησαν προς το αυτοκίνητο του Άλμπερτ.
«Λοιπόν καληνύχτα Κάντυ» είπε ο Άλμπερτ και μαζί με την Πάπετ ξεκίνησαν για το Λέικγουντ.
Η Σουζάνα καθόταν και χτένιζε τα μαλλιά της στον καθρέφτη. Είχε ραντεβού με τον Τέρρυ σε λίγο και ήθελε να είναι στις ομορφιές της. Δευτέρα και Πέμπτη ο Τέρρυ, πάντα συνεπής, την έβγαζε βόλτα.
«Είσαι πολύ όμορφη Σουζάνα», είπε η κυρία Μάρλοου, πλησιάζοντας για να βοηθήσει την κόρη της να χτενιστεί.
«Ναι μητέρα, αλλά όταν έρχεται ο Τέρρυ θέλω να είμαι πάντα περιποιημένη», απάντησε η Σουζάνα που πρόσεχε ανήσυχη και την πιο μικρή λεπτομέρεια στα μαλλιά της.
Τη συζήτηση διέκοψε το χτύπημα στην πόρτα. Η κυρία Μάρλοου έτρεξε να ανοίξει. Ο Τέρρυ στεκόταν στην πόρτα, κρατώντας λίγα λουλούδια στα χέρια του. Τη χαιρέτησε με σοβαρό ύφος και της πρόσφερε τα λουλούδια:
«Κυρία Μάρλοου», είπε χαμηλώνοντας ελαφριά το κεφάλι προς ένδειξη χαιρετισμού.
«Τέρρυ, πέρασε μέσα. Η Σουζάνα σε περιμένει», απάντησε αυτή ικανοποιημένη.
«Σας ευχαριστώ», είπε ανέκφραστα ο Τέρρυ και προχώρησε προς το σαλόνι.
Η Σουζάνα εμφανίστηκε στην πόρτα και του χαμογέλασε τρυφερά.
«Καλησπέρα Τέρρυ».
«Γεια σου Σουζάνα. Είσαι έτοιμη;»
«Ναι, βέβαια», απάντησε χαρούμενη η Σουζάνα.
Ο Τέρρυ την πλησίασε και άρχισε να σπρώχνει το καροτσάκι της προς την έξοδο.
«Καλά να περάσετε» είπε η κυρία Μάρλοου.
«Θα είμαστε πίσω σε δύο ώρες», της απάντησε ανέκφραστα ο Τέρρυ.
«Όπως πάντα», σχολίασε η κυρία Μάρλοου.
«Όπως πάντα», επανέλαβε ο Τέρρυ καθώς άκουσε την πόρτα να κλείνει πίσω του.
Λίγη ώρα αργότερα, έφτασαν στο πάρκο. Ο Τέρρυ διάλεξε ένα παγκάκι κοντά στη λίμνη, στερέωσε το καροτσάκι της Σουζάνα δίπλα του και έκατσε στο παγκάκι. Η λίμνη άρεσε πάντα στη Σουζάνα και αυτός φρόντιζε να την ευχαριστεί.
«Μου αρέσει πολύ εδώ Τέρρυ».
«Ναι είναι κοντά στη λίμνη».
«Μου αρέσει να βλέπω τις πάπιες να κολυμπούν, τους ανθρώπους να περπατούν…», 'τα ζευγάρια αγκαλιασμένα να αγναντεύουν' σκέφτηκε η Σουζάνα αλλά δεν το είπε.
«Ναι, είναι όμορφα».
«Πως πάνε Τέρρυ οι πρόβες;»
«Καλά. Έχουμε πρεμιέρα σε ένα μήνα».
«Έμαθα ότι η Κάρεν αντικατέστησε τη Νάνσυ στο ρόλο της Οφηλίας».
«Ναι. Έτσι έγινε».
«Φαίνεται η Κάρεν μόνο έτσι μπορεί να κερδίσει ρόλο», είπε πικρόχολα η Σουζάνα.
«Θα έπρεπε να είσαι λιγότερη αυστηρή Σουζάνα».
«Ναι Τέρρυ. Έχεις δίκιο. Ξέρεις καμιά φορά…»
«Δεν είναι η Κάρεν η πηγή των προβλημάτων σου Σουζάνα», είπε απότομα ο Τέρρυ.
Η Σουζάνα είχε αρχίσει να αισθάνεται άβολα, με την τροπή της συζήτησης. Προσπάθησε να αλλάξει το θέμα:
«Αλήθεια Τέρρυ, θα με καλέσεις στην πρεμιέρα του Άμλετ;»
«Ναι. Βέβαια», απάντησε ο Τέρρυ και γύρισε το κεφάλι του από την άλλη. Οι σκέψεις του ταξίδεψαν μήνες πριν. Στην τελευταία πρεμιέρα που είχε δώσει. Σε εκείνη την πρεμιέρα είχε καλέσει την Κάντυ να τον παρακολουθήσει. Της είχε στείλει ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή. Για να την κρατήσει για πάντα κοντά του. Για να μείνει για πάντα δίπλα του. Τι να έκανε άραγε τώρα το φακιδομουτράκι του; Να ήταν άραγε ευτυχισμένη; Να τον σκεφτόταν ακόμα όπως αυτός; Κάποιες στιγμές ειλικρινά φοβόταν να αναρωτηθεί. Οι πιθανές απαντήσεις τον τρόμαζαν.
Η Σουζάνα τον παρακολουθούσε να κοιτάει χαμένος το κενό. Αυτό το κενό ήταν μια συνηθισμένη κατάσταση για τον Τέρρυ. Πάντα χαμένος σε έναν δικό του κόσμο. Πολύ μακριά από τον πραγματικό.
«Μπορούμε να φύγουμε;», ρώτησε η Σουζάνα.
«Κιόλας; Δεν είναι ακόμα ώρα».
«Κρύωσα λίγο».
Ο Τέρρυ αμέσως σηκώθηκε, έβγαλε την κάπα του και την τύλιξε γύρω της.
«Είσαι καλύτερα τώρα;», ρώτησε με ενδιαφέρον.
«Ναι. Ευχαριστώ», είπε η Σουζάνα παρακολουθώντας τον. Πάντα ενδιαφερόταν για εκείνη, να είναι ευχαριστημένη, την περιποιόταν, αλλά τα ψυχρά και αδιαπέραστα μάτια του δεν έδιωχναν την ανησυχία από μέσα της.
«Εσύ δεν θα κρυώσεις;» τον ρώτησε.
«Μην ανησυχείς για μένα Σουζάνα», απάντησε ψυχρά ο Τέρρυ και ξανάκατσε στο παγκάκι κοιτώντας το κενό. Σε λίγο θα έπρεπε να την γυρίσει σπίτι.
Ο Άλμπερτ κοίταξε τον Τζωρτζ μπουχτισμένος.
«Λοιπόν φίλε μου, θα έπρεπε να σε φυλακίζουν αν φοράς γραβάτα σε αυτή τη χώρα», είπε βγάζοντας τη γραβάτα και ανοίγοντας το πουκάμισό του:
«Θα σε συμβούλευα να κάνεις το ίδιο».
Ο Τζωρτζ του έριξε ένα βλέμμα όλο κατανόηση:
«Έχεις δίκιο Γουίλιαμ. Πρέπει να έχει πάνω από 42οC».
«Λοιπόν τώρα που ξεμπερδέψαμε από τα συμβούλια, τι λες; Πάμε να πιούμε ένα ποτό;», είπε ο Άλμπερτ και του έκλεισε πονηρά το μάτι.
«Γουίλιαμ. Δεν φέρεσαι σαν σωστός Άντριου τώρα», τον πείραξε ο Τζωρτζ.
«Για πες μου λοιπόν, τι θα έκανε ένας σωστός Άντριου στη θέση μου;», είπε γελώντας ο Άλμπερτ.
«Κατ' αρχήν θα είχε κάνει οικογένεια και έτσι τώρα θα πήγαινε να παίξει με τα παιδιά του και όχι να πίνει ποτό μαζί μου», ο Τζωρτζ έκανε μια παύση και συνέχισε, «Αλήθεια Γουίλιαμ, δεν το σκέφτεσαι καθόλου;», ρώτησε με ενδιαφέρον και ο τόνος της φωνής του ήταν σοβαρότερος από πριν.
«Ποιο;»
«Να κάνεις οικογένεια».
Ο Άλμπερτ τον κοίταξε λοξά:
«Να σου πω. Αν με τον όρο οικογένεια, εννοούμε να παντρευτώ την πρώτη καλή κυρία που ικανοποιεί τα κριτήρια της Μεγάλης Θείας Ελρόυ και να ξεκινήσω να αραδιάζω απογόνους της οικογενείας των Άντριου, τηρώντας όλα τα πρωτόκολλα του πρότυπου συζύγου... Όχι Τζωρτζ. Ειλικρινά, δεν το σκέφτομαι καθόλου».
«Κι αν δεν ήταν έτσι τα πράγματα. Αν μπορούσες να επιλέξεις εσύ μια σύζυγο. Θα σκεφτόσουν την οικογένεια;», ρώτησε ο Τζωρτζ.
Ο Άλμπερτ τον κοίταξε και το βλέμμα του σκοτείνιασε για μια στιγμή, χάθηκε στο κενό, αλλά πολύ σύντομα επανήλθε ζωηρό και λαμπερό όπως πάντα:
«Σε αυτή την περίπτωση φίλε μου, με ξέρεις πολύ καλά για να είσαι βέβαιος ότι θα είχα πέντε απογόνους ως τώρα… Αλλά αυτό δεν μπορεί να γίνει. Ξέρεις πως νοιώθει η θεία για την Κ…», ο Άλμπερτ σταμάτησε πριν προλάβει να πει ολόκληρο το όνομα. Ξερόβηξε και συνέχισε:
«Και για να αλλάξουμε θέμα. Τι θα έλεγες να στείλουμε ένα γράμμα στην Κάντυ και μετά να το ρίξουμε για λίγο έξω; Δυο ελεύθεροι άντρες μπορούν να διασκεδάζουν όσο θέλουν, σωστά;», είπε ο Άλμπερτ και πήρε την καρτ ποστάλ από δίπλα του. Τη γύρισε ανάποδα και έγραψε:
«Αν δεις τη φωτογραφία της καρτ ποστάλ θα ζηλέψεις, αλλά δεν ήρθα εδώ για να διασκεδάσω. Το Σάο Πάολο είναι ζεστό και γεμάτο σκόνη. Ο Τζωρτζ κι εγώ νιώθουμε πολύ αδύναμοι απ 'τη ζέστη. Θα σου αγοράσουμε πολλά σουβενίρ. Πλησιάζει ο καιρός της επιστροφής μας και σκέφτομαι να έρθω να σε επισκεφτώ. Έχεις χαιρετισμούς και από τον Τζωρτζ.
Από το Σάο Πάολο,
Μεγάλος Μπερτ»
«Και τώρα φίλε μου, ας απολαύσουμε τις χαρές αυτής της πόλης», είπε ο Άλμπερτ και χαμογέλασε πονηρά στον Τζωρτζ.
