Το πρώτο πράγμα που έκανε ο Τζέιμς όταν μπήκε στην πλατφόρμα ήταν να κοιτάξει για τους φίλους. Κοίταξε προσεκτικά τις οικογένειες που ήταν μαζεμένες εκεί, αλλά δεν μπορούσε να βρει ούτε τον Σείριο, ούτε τον Ρέμους ούτε τον Πίτερ και μιας και ήταν ακόμη πολύ νωρίς για να μπει στο τρένο αποφάσισε να κάνει μια βόλτα στην πλατφόρμα με την ελπίδα να δει κάποιον από τους φίλους του.

Μερικά παιδιά από το έτος του, αλλά και οι πιο μικροί και μεγάλοι ακόμη έρχονταν και τον χτυπούσαν φιλικά στον ώμο λέγοντας πράγματα όπως. «Πως τα πας φίλε;» ή «Πως ήταν το καλοκαίρι Τζέιμς.» Ο Τζέιμς απλώς τους έγνεφε καταφατικά. Ήταν αρκετά 'διάσημος' στο Χόγκουαρτς. Ο πιο φασαριόζος, ένα από τους καλύτερους κυνηγούς στην ομάδα του Γκρύφιντορ και ένας από τους καλούς μαθητές, έτσι ήταν συνηθισμένο πολλά παιδιά να έρχονται και να προσπαθούν να ανοίξουν συζήτηση μαζί του.

Καθώς περπατούσε στο ανάμεσα στο πλήθος είδε το γνωστό φουντωτό κοκκινομάλλικο κεφάλι της Λίλυ και χαμογέλασε. Στεκόταν εκεί με το μπαούλο της στο χέρι και φαινόταν σαν να περίμενε κάποιον. Ο Τζέιμς χαμογέλασε και πήγε προς το μέρος της. Η Λίλυ τον είδε αλλά προτίμησε να τον αγνοήσει. «Γεια σου Έβανς!» είπε ο Τζέιμς και ακούμπησε το δεξί του χέρι στον τοίχο πίσω του , ενώ το αριστερό του χέρι πήδηξε στα μαλλιά του.

Η Λίλυ τον αγριοκοίταξε αλλά αμέσως γύρισε από την άλλη. «Γεια σου» του απάντησε ψυχρά. «Πως ήταν το καλοκαίρι;» την ρώτησε δήθεν αθώα. «Και 'σένα τι σε νοιάζει;» του πέταξε η Λίλυ θυμωμένη. Ο Τζέιμς σήκωσε τα χέρια του σε σήμα παράδοσης. «Απλά προσπαθώ να είμαι καλός!» είπε με προσποιητή πληγωμένη φωνή. «Τότε άσε με ήσυχη!» του είπε θυμωμένη και γύρισε για να φύγει. Αλλά ο Τζέιμς πρόλαβε να δει το γυάλισμα μιας χρυσοκόκκινης κονκάρδας με το σήμα του επιμελητή. «Είσαι επιμελήτρια;» την ρώτησε δήθεν έκπληκτος. Η Λίλυ γύρισε και τον κοίταξε με ένα ειρωνικό χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπο της. «Ναι…και θα είναι καλύτερα να προσέχεις Πότερ!» τον απείλησε. «Τώρα φοβήθηκα!» της είπε κοροϊδευτικά. Η Λίλυ τον αγριοκοίταξε και γύρισε από την άλλη και έφυγε.

Ο Τζέιμς χαμογέλασε και τότε άκουσε μία γνωστή αυστηρή φωνή να φωνάζει. «Και Σείριε… μείνε μακριά από λασποαίματους και μην ντροπιάσεις το σεβαστό όνομα των Μπλακ!». Αυτή η φωνή άνηκε στην ασυνήθιστα αυστηρή μητέρα του Σείριου. Ο Τζέιμς γύρισε και κοίταξε την μικρή οικογένεια. Η μητέρα του Σείριου ήταν μια ψηλή διακριτική γυναίκα, που θα μπορούσες να την αποκαλέσεις όμορφη αν δεν έμοιαζε τόσο εκπληκτικά με μέγαιρα. Ο πατέρας του Σείριου ήταν κι' αυτός ένας ψηλός και όμορφος άντρας, που όμως συνεχώς φαινόταν μουτρωμένος και έσμιγε τα φρύδια του λες και κάτι τον ενοχλούσε. Ο αδελφός του Σείριου, ο Ρέγκιουλους ήταν δύο χρόνια μικρότερος από τον Σείριο και τώρα θα φοιτούσε στο τρίτο έτος στο Χόγκουαρτς. Παρόλο που τα δυο αδέλφια έμοιαζαν είχαν μεγάλες διαφορές. Ο Σείριος ήταν πιο όμορφος από τον Ρέγκιουλους, τα μαλλιά του Σείριου έπεφταν πιο ωραία μπροστά στα μάτια του. Του Ρέγκιουλους επίσης του έλειπε η ανεμελιά που είχε ο Σείριος σε τόσο μεγάλο βαθμό. Μάλιστα ο Ρέγκιουλους θα φαινόταν μεγαλύτερος από τον Σείριο αν δεν ήταν πιο κοντός του.

Ο Σείριος κοιτούσε την μητέρα του με βλέμμα απλανές , αν δεν ήξερες καλά τον Σείριο θα έλεγες πως σίγουρα είχε κάποιο πρόβλημα στο μυαλό. Αλλά αν τον ήξερες όπως τον ήξερε και ο Τζέιμς θα ήξερες πως ο Σείριος σκυλοβαριόταν και μιας και είχε πλέον κουραστεί να διαφωνεί με τη μητέρα του απλώς έπαιζε το καλό παιδί , μέχρι να ήταν ξανά ελεύθερος να κάνει ότι θέλει.

Μόλις η κύρια Μπλακ γύρισε για να φιλήσει τον Ρέγκιουλους στο μάγουλο, ο Σείριος είδε τον Τζέιμς και του έκλεισε συνωμοτικά το μάτι.. όταν ο κύριος κα η κυρία Μπλακ έφυγαν από την πλατφόρμα, ο Σείριος έβγαλε την γλώσσα του στον Ρέγκιουλους ο όποιος τον κοίταξε συνοφρυωμένος και γρήγορα έτρεξε προς το μέρος του Τζέιμς. «Γεια Τζέιμς!» του είπε. Ο Τζέιμς του έγνεψε χαμογελώντας. «Πάλι έφαγες εξάψαλμο;» τον ρώτησε ο Τζέιμς κοροϊδευτικά. Ο Σείριος ανασήκωσε τους ώμους του και τίναξε πίσω τη φράντζα του. «Συνηθισμένα πράγματα..» του απάντησε χαλαρός.

Στη συνέχεια γύρισε και κοίταξε τρία κορίτσια που ήταν μαζεμένα. Δηλαδή το ένα απ' αυτά ήταν πιο απόμακρο και τα άλλα δυο την αγριοκοίταζαν, ιδιαίτερα το μελαχρινό κορίτσι με τις βαριές βλεφαρίδες. Ο Τζέιμς κοίταξε προς την κατεύθυνση που κοίταζε ο Σείριος. «Γιατί αγριοκοιτάζει η Νάρκισα και η Μπέλατριξ, την Ανδρομέδα;» ρώτησε ο Τζέιμς παραξενεμένος. Ο Σείριος γύρισε πίσω στον Τζέιμς. «Η Ανδρομέδα άρχισε να βγαίνει με ένα μαγκλ, κάποιον Τεντ Τονκς» είπε ο Σείριος καθώς ξανακοίταξε τα κορίτσια «Εεε… ξέρεις τώρα , η οικογένεια δεν το πήρε και πολύ καλά, ιδιαίτερα η Μπέλατριξ». Τα μάτια του Τζέιμς έπεσαν στο μελαχρινό κορίτσι. Ανατρίχιασε, «Μα τα γένια του Μέρλιν, όσο μεγαλώνει γίνεται όλο και πιο ανατριχιαστική.» Ο Σείριος κούνησε το κεφάλι του καταφατικά και αναστέναξε. «Όταν θα τελειώσει το Χόγκουαρτς… αυτό το χρόνο δηλαδή, θα πάει στο πλευρό του Ξέρεις-ποιου» είπε ο Σείριος. Ο Τζέιμς σήκωσε το φρύδι του. «Και εγώ που νόμιζα πως θα πάει με την ομάδα προστασίας των μαγκλ!» είπε ο Τζέιμς κοροϊδευτικά και ο Σείριος γέλασε.

«Έλα, πάμε να βρούμε τον Ρέμους και τον Πίτερ» είπε ο Σείριος και κτύπησε τον Τζέιμς φιλικά στον ώμο. Όμως ο Τζέιμς κοίταξε το μεγάλο ρολόι που ήταν κρεμασμένο στον τοίχο και έδειχνε έντεκα παρά πέντε. «Καλύτερα να μπούμε στο τρένο, το τρένο φεύγει σε πέντε λεπτά και σίγουρα τα αγόρια θα μας περιμένουν μέσα σε ένα βαγόνι». Έτσι μπήκαν μέσα στο τρένο. Κοίταξαν όλα τα βαγόνια προσεκτικά, μερικά κορίτσια μάλιστα έγνεψαν στον Τζέιμς και στον Σείριο να καθίσουν μαζί τους, αλλά ο Τζέιμς δεν είχε και πολύ διάθεση για φλερτ έτσι άρπαξε τον Σείριο από το μπράτσο και τον έσπρωξε μπροστά όταν έκλεισε το μάτι του σε κάποια κορίτσια και πήγε να καθίσει μαζί τους.

Στο τέλος βρήκαν τον Ρέμους και τον Πίτερ να κάθονται πίσω στα τελευταία βαγόνια. Ο Ρέμους φαινόταν ασυνήθιστα περήφανος για κάτι και ο Πίτερ κοίταζε σαν παλαβός μια χρυσοκόκκινη κονκάρδα στο στήθος του Ρέμους. Ο Τζέιμς χαμογέλασε και εισέβαλε μέσα μαζί με τον Σείριο. «Στο 'πα Σείριε… Ο Ρέμους είναι ο επιμελητής, μου χρωστάς δέκα γαλέρες!» είπε ο Τζέιμς και ο Σείριος γέλασε. «Κρίμα… ακόμα έτρεφα ελπίδες πως θα ήμουν εγώ!» είπε κοροϊδευτικά ο Σείριος καθώς έδωσε δέκα γαλέρες στο Τζέιμς. Ο Ρέμους ανοιγόκλεισε τα μάτια του αμήχανος και κοκκίνισε ελαφρά. «Γεια σου Σείριε… Τζέιμς!» τους χαιρέτησε και χαμογέλασε, στη συνέχεια έβγαλε το βιβλίο Χόγκουαρτς: Μία ιστορία και άρχισε να διαβάζει. Ο Σείριος και ο Τζέιμς κατσούφιασαν. «Έλα τώρα Ρέμους!...» άρχισε ο Σείριος κατσουφιασμένος. «..δεν άρχισαν τα μαθήματα ακόμη!». Ο Ρέμους τον κοίταξε δυσαρεστημένος. « Αντιθέτως με εσένα Σείριε, εγώ ανησυχώ για τις σπουδές μου και ο φετινός χρόνος είναι ένας από τους πιο κρίσιμους!»

Ο Σείριος χασμουρήθηκε «Βαρετό!» . Ο Ρέμους τον κοίταξε δυσαρεστημένος αλλά και με ένα μείγμα διασκέδασης για τα καμώματα του φίλου του. Ο Τζέιμς χαμογέλασε. «Εσύ δεν έπρεπε να ήσουν στο βαγόνι των επιμελητών;» . Του Ρέμους του έπεσε το βιβλίο από το χέρι. «Ξέχασα!» είπε καθώς σηκώθηκε τόσο απότομα που έκανε τους άλλους τρεις να αναπηδήσουν. Στη συνέχεια σε ταχύτητα αστραπής βγήκε έξω από το βαγόνι.

«Πολύ κουρασμένος δεν σας φαίνεται ο Ρέμους;» ρώτησε ο Πίτερ. Ο Σείριος ανοιγόκλεισε τα μάτια του. «Είναι πανσέληνος σε τρεις μέρες Πίτερ» είπε ο Σείριος με σιγανή φωνή. Ο Τζέιμς κοίταξε τον Σείριο με νόημα. Ο φίλος τους ο Ρέμους, ήταν λυκάνθρωπος, ο Τζέιμς , ο Σείριος ο Πίτερ και οι καθηγητές ήταν οι μόνοι που ήξεραν πως ο Ρέμους Λούπιν μια φορά το μήνα μεταμορφωνόταν σε λύκο. Ο κόσμος των μάγων θεωρούσε τους λυκάνθρωπους σκουπίδια της κοινωνίας. Ο Τζέιμς ποτέ δεν μπόρεσε να καταλάβει αυτή την προκατάληψη, δεν θεωρούσε ένα άτομο με μία μικρή, ασήμαντη πάθηση ,απόβλητο. Τι και αν μια φορά το μήνα ο φίλος του μεταμορφωνόταν σε άγριο λύκο; Δεν έπαβε να είναι ο Ρέμους, το καλό παιδί, το μυαλό, ο αγαπημένος των καθηγητών, ο επιμελητής και κυριότερο ένας από τους καλύτερους φίλους του Τζέιμς.

Ο Τζέιμς σηκώθηκε και άνοιξε το μπαούλου του, με τα περίεργα βλέμματα του Σείριου και του Πίτερ να τον ακολουθούν. Από μέσα τράβηξε ένα τεράστιο σκονισμένο βιβλίο με ξεθωριασμένο χρυσό τίτλο. Ξανακάθισε στη θέση του, ανάμεσα στον Πίτερ και τον Σείριο και ακούμπησε το βιβλίο στα πόδια του. Το άνοιξε στα περιεχόμενα. «Κοίτα εδώ» είπε ο Τζέιμς στον Σείριο κάνοντας ένα μικρό νεύμα προς το βιβλίο. «Όχι ευχαριστώ δεν θα πάρω!» του απάντησε ο Σείριος κοιτάζοντας με αηδία το βιβλίο.

Ο Τζέιμς ανασήκωσε το φρύδι του. «Πίστεψε με αυτό σε ενδιαφέρει!» είπε ο Τζέιμς και κτύπησε με το δείκτη του ένα από τους διάφορους τίτλους στα περιεχόμενα. «Ανιμάγοι» διάβασε ψιθυριστά τον τίτλο ο Σείριος. Κοίταξε τον Τζέιμς έκπληκτος. «Αυτό είναι αντίκα! Το πιο πιθανό να κοστίζει μια περιουσία! Που το βρήκες;». Ο Τζέιμς ανασήκωσε τους ώμους του. «Γνωρίζεις τη Ματίλντα;» ρώτησε ο Τζέιμς. «Την ιστορικό; Την έχω ακουστά». Του απάντησε ο Σείριος κοιτάζοντας τον με περιέργεια. «Λοιπόν, μένει κοντά στο σπίτι μας. Καμιά φορά πάω εκεί, όταν δεν έχω τίποτα άλλο να κάνω. Το βρήκα κρυμμένο κάτω από ένα ράφι. Της το έδειξα και μου είπε πως μάλλον άνηκε στον εγγονό της.» «Ποιος είναι ο εγγονός της;» τον διέκοψε ο Σείριος. «Δεν έχω ιδέα….» απάντησε ο Τζέιμς. «….τη ρώτησα αν μπορούσα να το δανειστώ και μου είπε πως δεν υπάρχει πρόβλημα.» Πήγε να το ανοίξει στη σελίδα που ήταν αναπτυγμένο το θέμα όταν ο Πίτερ ξερόβηξε.

Ο Τζέιμς και ο Σείριος γύρισαν προς το μέρος. «Όλα καλά Πίτερ;» ρώτησε ο Τζέιμς. Ο Πίτερ τους κοίταξε νευρικά. «Μα… όταν είπαμε την ιδέα μας στο Ρέμους για να γίνουμε Ανιμάγοι, μας είπε πως δεν θα μας άφηνε να δοκιμάσουμε, πως είναι πολύ ριψοκίνδυνο και πως αν πήγαινε κάτι στραβά τότε θα μας έμενε παντοτινή βλάβη!». Ο Σείριος και ο Τζέιμς ανοιγόκλεισαν τα μάτια τους. «Γι' αυτό το κάνουμε κρυφά του!» είπε ο Σείριος. Ο Τζέιμς τον αγριοκοίταξε «Δεν θα ήθελες να βοηθήσουμε το φίλο μας;» τον ρώτησε ψυχρά. «Ξέρεις πως νιώθει ο Ρέμους για την κατάσταση του! Τον βλέπεις πόσο άσχημα νιώθει κάθε πανσέληνο!». Ο Πίτερ και ο Σείριος τον κοίταξαν νευρικά. Ο Τζέιμς δεν συνήθιζε να είναι έτσι σοβαρός. Προφανώς, το είχε πάρει πολύ σοβαρά το θέμα.

Ο Πίτερ έγνεψε, αλλά δεν είπε τίποτα. Ο Τζέιμς είδε την νευρικότητα που είχε δημιουργήσει. «Εντάξει παιδιά, φτάνει! Με κάνετε να νιώθω σαν την Μπέλατριξ!». Ο Σείριος άρχισε να γελάει και στην συνέχεια ακολούθησαν ο Τζέιμς και ο Πίτερ. Όταν τέλειωσαν ο Τζέιμς άνοιξε το βιβλίο. Άρχισε να ψάχνει για μια συγκεκριμένη παράγραφο. «Εδώ!...» είπε και έδειξε με το δάχτυλο του, κάποιες γραμμές. «Για να προχωρήσετε στο επόμενο βήμα, πρέπει να έχετε στη κατοχή σας, μία φεγγαρόπετρα, το τελευταίο και πιο σημαντικό κομμάτι στο φίλτρο που απαιτείται πριν το ξόρκι.»

«Τι είναι η φεγγαρόπετρα;» ρώτησε ο Σείριος. Ο Τζέιμς έπιασε το κεφάλι του με τα χέρια του. Είχαν δουλέψει για τέσσερα σκληρά χρόνια και τώρα στο τελευταίο βήμα , είχαν ένα εμπόδιο που δεν μπορούσαν να το περάσουν.

«Δεν ξέρω!» είπε ο Τζέιμς. « Έψαξα παντού! Δεν βρήκα τίποτα για φεγγαρόπετρα!». Ο Σείριος έσμιξε τα φρύδια του σκεφτικός. «Υπάρχει κάποιος που μπορεί να ξέρει…» άρχισε ο Σείριος. Ο Τζέιμς κροτάλισε τα δάκτυλα του. «Η Κασσάνδρα!» είπαν και οι δυο ταυτόχρονα. Τα σκανταλιάρικα χαμόγελα επέστρεψαν στα πρόσωπα τους, μέχρι που ο Πίτερ σκούντησε τον Τζέιμς. «Ο Σνέιπ!» είπε ο Πίτερ. Τα τρία αγόρια γύρισαν και κοίταξαν το χλομό αγόρι με τα λιγδωμένα μαλλιά, να τους κοίταζε καχύποπτα έξω από το βαγόνι, ο Σέβερους Σνέιπ, ένας πεμπτοετής σλύθεριν και αιώνιος εχθρός του Τζέιμς και των φίλων του.

Ο Τζέιμς έκρυψε το βιβλίο πίσω από την πλάτη του όταν ο Σέβερους μπήκε μέσα. Τον κοίταξε με αθώο ύφος. «Όλα καλά Κλαψιάρη;» ρώτησε ο Τζέιμς ανασηκώνοντας το φρύδι του. Ο Σέβερους τον αγριοκοίταξε. « Πρόσεχε τη γλώσσα σου Πότερ! Ιδιαίτερα μπροστά σε έναν επιμελητή!» είπε και έδειξε την κονκάρδα του επιμελητή στον στήθος του, μόνο που η δική του ήταν ασημιά και πράσινη στα χρώματα του σλύθεριν. «Τώρα φοβηθήκαμε!» είπε ο Τζέιμς και γέλασε δυνατά μαζί με το Σείριο.

Ο Σέβερους τους αγριοκοίταξε. «Τι κρύβετε εκεί;» τους ρώτησε ψυχρά. «Να κοιτάς τη δουλεία σου κλαψιάρη!» είπε ο Σείριος. «Σταμάτα να χώνεις την ασυνήθιστα μεγάλη μύτη σου σε ξένες δουλειές!» πρόσθεσε ο Τζέιμς. Ο Σέβερους τώρα ήταν έξαλλος, είχε κοκκινίσει από θυμό. «Να προσέχεις τα νώτα σου Πότερ!» είπε καθώς βγήκε έξω από το βαγόνι.

«Γιατί τι θα κάνεις; Θα στείλεις τους θανατοφάγους φίλους σου να μου κάνουν Μπου;» φώναξε δυνατά ο Τζέιμς. Ο Σείριος του χαμογέλασε σκανταλιάρικα. «Τι λιγδιάρης» είπε. Ο Τζέιμς ξαναπήρε στα χέρια του το βιβλίο και το έκρυψε στο μπαούλο για καλό και για κακό.

«Λοιπόν πότε θα πάμε στην Κασσάνδρα;» ρώτησε ο Σείριος ανυπόμονος. «Καλύτερα να περιμένουμε μέχρι αύριο» είπε ο Τζέιμς καθώς κάθισε πάλι. «Δεν θέλουμε να κινήσουμε υποψίες. Ο Κλαψιάρης έχει βάλει στόχο την αποβολή μας και ο Ρέμους θα μας γδάρει αν το μάθει.». «Γιατί θα σας γδάρει ο Ρέμους αν το μάθει;» ρώτησε ο Ρέμους, που είχε μπει στο βαγόνι χωρίς οι άλλοι να τον προσέξουν. Ο Τζέιμς , ο Σείριος και ο Πίτερ αναπήδησαν ξαφνιασμένοι. «Ρέμους!» είπε ο Τζέιμς χαρούμενα και κτύπησε τον ώμο του φίλου του φιλικά.

Ο Ρέμους τους κοίταξε καχύποπτα . «Τι ετοιμάζεται;» τους ρώτησε αυστηρά. Ο Τζέιμς ανοιγόκλεισε τα μάτια του έκπληκτος. «Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς» του είπε αθώα. Μια μικρή ρυτίδα εμφανίστηκε ανάμεσα στα φρύδια του Ρέμους. «Τζέιμς!» του είπε σε τόνο που θύμιζε πολύ την καθηγήτρια Μακγκόναγκαλ, την υπεύθυνη του κοιτώνα του Γκρύφιντορ και καθηγήτρια στο μάθημα των μεταμορφώσεων. «Εσείς πάντα κάτι ετοιμάζεται!» είπε ο Ρέμους με μία μεγάλη δόση αλήθειας.

«Ετοιμάζουμε μία φάρσα για τον Κλαψιάρη» είπε ψέματα ο Σείριος. Ο Τζέιμς και ο Σείριος κατείχαν πλήρως την τέχνη του ψέματος και οι δύο ήταν σε θέση να πουν ψέματα χωρίς να τραυλίσουν, να κοκκινίσουν ή να κοιτάζουν από την άλλη. Ο Ρέμους κάθισε πίσω στη θέση του, προφανώς τον είχε πιστέψει. «Ξέρεις δεν είναι και πολύ καλή ιδέα να μιλάς για φάρσες μπροστά σε έναν επιμελητή!» είπε ο Ρέμους χαμογελώντας. «Θα μας βάλεις τιμωρία;» ρώτησε ο Τζέιμς κοροϊδευτικά. «Ίσως» είπε ο Ρέμους σοβαρός. «Ίσως μια καλή τιμωρία να σας στρώσει!». Ο Τζέιμς και ο Σείριος έβαλαν τα γέλια μέχρι που δάκρυσαν «Πως τα λες Ρέμους! Πως τα λες!» είπε ο Σείριος που στηριζόταν πάνω στον ώμο του Τζέιμς , για να μην πέσει κάτω από τα γέλια.

Ο Ρέμους τους αγριοκοίταξε στην αρχή, αλλά ήταν σχεδόν αδύνατον να τους κρατήσει κακία έτσι έβαλε και αυτός τα γέλια μαζί τους. «Έχετε δίκαιο… δεν έχετε ελπίδες. Είσαστε καταδικασμένοι» τους είπε. Η κυρία με τα γλυκά εκείνη την ώρα πέρασε έξω από το βαγόνι τους. «Τίποτα από το καρότσι , μικρά μου;» τους ρώτησε. «Φαγητό!» είπε ο Σείριος κοιτάζοντας το καρότσι όπως ένα σκύλος κοιτάει το κόκκαλο. Ο Τζέιμς χαμογέλασε με την έκφραση του φίλου του. «Κερνάω!» ανακοίνωσε και έβγαλε από την τσέπη του τις δέκα γαλέρες που του έδωσε ο Σείριος.

Μετά από δέκα λεπτά , το βαγόνι ήταν γεμάτο με περιτυλίγματα κολοκυθόπιτας και κουτιά σοκολατένιων βατράχων. «Νομίζω πως πρέπει να αλλάξουμε…» είπε ο Ρέμους που έτρωγε τον τρίτο σοκολατένιο βάτραχο. Ο Ρέμους πάντα είχε αδυναμία στη σοκολάτα. Ο Σείριος χάιδεψε το φουσκωμένο στομάχι του. «Ανυπομονώ για τις ψητές πατάτες!» είπε. Οι άλλοι τρεις ανοιγόκλεισαν τα μάτια τους έκπληκτοι. «Φίλε… μόλις έφαγες δυο σοκολατένιους βατράχους, τρεις κολοκυθόπιτες, φασόλια με όλες τις γεύσεις και το σάντουιτς μου!» είπε ο Τζέιμς. Ο Σείριος ανασήκωσε τους ώμους του «Πεινάω! Δεν έφαγα καλά σπίτι… νομίζω πως το αναθεματισμένο σπιτικό ξωτικό, θέλει να με δηλητηριάσει!» είπε. Ο Τζέιμς και ο Πίτερ γέλασαν αλλά ο Ρέμους τον κοίταξε σοβαρός.

Ίσα, ίσα που πρόλαβαν να αλλάξουν. Μόλις άλλαξαν και φόρεσαν τους σχολικούς τους μανδύες, το τρένο σταμάτησε στο σταθμό του Χόγκσμιντ. Κατέβηκαν από το τρένο και επιβιβάστηκαν στις άμαξες που θα τους οδηγούσαν στο Χόγκουαρτς, ενώ οι πρωτοετείς πήγαν για την παραδοσιακή βαρκάδα. Μία άλλη συνηθισμένη, χρονιά στο Χόγκουαρτς… η μήπως όχι;