Απόλλωνας & Θάλεια
Κεφάλαιο 2
Έχετε δει πότε κένταυρο να μένει άναυδος; Ε.. το εγώ είδα σήμερα! Όταν ο Απόλλωνας είπε στο Χείρωνα ότι θα μείνει λίγο καιρό στην κατασκήνωση. Αυτός που το πήρε βάρια ήταν ο Κύριος Δ. που άρχισε να φωνάζει και να βρίζει, όμως δεν μπορούσε να κάνει κάτι αφού ο Απόλλωνας ήταν πιο «ανώτερος» θεός από τον Κύριος Δ..
Έτσι τα παιδία του θαλάμου 7 ήταν τα πιο τυχερά στην κατασκήνωση, διότι είχαν κοντά τους τον πατέρα τους. Όμως ο Απόλλωνας δεν είπε ψέματα και όλο το πρωινό δίδασκε στα παιδία του τοξοβολία. Το μεσημέρι στο φαγητό έριξε και αυτός στην πύρα την θυσία του και είπε το όνομα του πατέρα του, πράγμα που με ενόχλησε αφού ήταν δικός μου πατέρας. Το αναπάντεχο ήταν ότι κάθισε στο τραπέζι μου , με την δικαιολογία ότι κι αυτός ήταν γιός του Δία! Τώρα το θυμήθηκε, χθες μου την έκανε την εξομολόγηση.
Έτσι πέρασα την ήμερα μου να τον παρακολουθώ να παίζει με τα παιδία του. Αλλά σε κάποια φάση τα βλέμματα μας διασταυρώθηκαν και χαμογέλασε σε βαθμό που ήθελα να του ρίξω ένα χαστούκι. Αυτά σκεφτόμουν όταν ξαφνικά ήρθε από πίσω μου η Άνναμπεθ.
«Τι κοιτάς Θάλεια;» με ρώτησε
«Τίποτα!»
«Ναι, καλά σε ξέρω εγώ. Σου αρέσει κανείς από τον θάλαμο 7;» είπε
«Όχι! Ξεχνάς ότι ανήκω στις τοξότριες;»
«Ναι, σωστά συγγνώμη.Τότε κοιτάς τι κάνεις ο αδελφός σου;» συνέχισε να με νευριάζει
«Ποιος αδελφός μου;»
«Ο αφέντης Απόλλωνας! Το ξέχασες;» ψέλλισε
«Όχι!»
«Οκ!» ρουθούνισε, και έφυγε. Όμως δεν μπορούσα να μην της το πω
«Άνναμπεθ, θέλω να σου πω κάτι αλλά πρέπει να μείνει μυστικό!»
«Τι έγινε;» είπε πριν πάθει εγκεφαλικό. Της είπα ότι μου είπε ο Απόλλωνας ακόμα και το ποίημα. Δεν είπε κάτι, μόνο έπεσε στο χώμα για κανένα δεκάλεπτο.
Ύστερα το απόγευμα ήρθε και με βρήκε.
«Θάλεια, καταλαβαίνεις τι μου είπες;» ρώτησε η Άνναμπεθ
«Την αλήθεια!»
«Δηλαδή, ο Απόλλωνας έχει τσιμπηθεί μαζί σου;» ψιθύρισε
«Ε.., ναι!»
«Και θες να το πάρω ψύχραιμα;» φώναξε
«Θέλω να μην φωνάζεις!»
«Θάλεια! Δεν πας καλά! Ο τύπος είναι κάτι σαν αδελφός σου! Είναι θεός… και είσαι στο σώμα των τοξοτριών!» είπε
«Πας καλά; Σου είπα ότι μου αρέσει;»
«Όχι!» απάντησε
«Και ξέρεις κάτι και να μου άρεσε μπορεί να είναι κάτι σαν αδελφός μου, αλλά και εσένα ο Πέρσι είναι θείος σου!» τσίριξα
«Τι να σου πω! Συγχαρητήρια, ωραία φίλη είσαι!» φώναξε
«Άνναμπεθ, συγγνώμη! Δεν το εννοούσα!»
Και έτσι έγινα μπίλιες με την κολλητή μου. Με πήραν τα κλάματα και καθώς κατευθυνόμουν προς τον θάλαμο 1, έπεσα πάνω στον Απόλλωνα. Που προσφέρθηκε να με πάει στο θάλαμο μου.
«Τι έπαθες, Θάλεια;» με ρώτησε ο Απόλλωνας
«Τίποτα! Άσε με!»
«Δεν νομίζω ότι δεν έχεις τίποτα, πες μου την αλήθεια!» είπε
«Δεν έχω κάτι άσε με!»
«Κοίτα, το ξέρω ότι έχεις κάτι για αυτό πες μου! Μα τον Δία!» φώναξε
«Άσε με παιδί μου! Θες πάλι να φας καμία;» είπα αλλά δεν ήταν σωστό αφού έχει μεγαλύτερη μυϊκή δύναμη από εμένα.
«Μην συνεχίζεις, Θάλεια γιατί…» δεν τελείωσε αφού τον έκοψα
«Τι θα μου κάνεις; Θα με κάνεις κάρβουνο; Ή θα με χτυπήσεις με το σπαθί σου; Δεν φοβάμαι την Αιγίδα στο χέρι μου την έχω και μπορώ να σε κάνω κομματάκια!»
«Δεν θα σε κάνω κάρβουνο, ούτε θα σε χτυπήσω! Θα κάνω κάτι χειρότερο για εσένα!» φώναξε
«Τι; Για πες δεν σε φοβάμαι!»
«Θα σε φιλήσω!» είπε και το έκανε
Εγώ άρχισα να τον χτυπάω με τα χέρια μου, αλλά τελικά βρήκα ένα βαρύ βιβλίο και του το έφερα στο κεφάλι. Ξεκίνησε να φωνάζει και να βρίζει.
«Πας καλά, κοπέλα μου;» ρώτησε με νεύρα
«Μία χαρά πάω! Εσύ δεν πας καλά!»
«Γιατί δεν πάω καλά; Που διακινδυνεύω τη θέση μου για εσένα; Ε..;» είπε
«Στο ζήτησα;»
«Θάλεια, είσαι αχάριστη!» γρύλισε
«Εγώ;»
«Ναι, εσύ!» ψέλλισε
«Γιατί είμαι αχάριστη;»
«Γιατί, σε αγαπάω και δεν το καταλαβαίνεις! Γιατί θα έκανα τα ΠΑΝΤΑ για εσένα και δεν το βλέπεις!» είπε
«Απόλλωνα, δεν βλέπεις; Είμαστε κάτι σαν αδέλφια! Είσαι ένας θεός του Ολύμπου και εγώ είμαι στο επίλεκτο σώμα της αδελφής σου!»
«Δεν με ενδιαφέρει!» ψιθύρισε
«Έμενα όμως με ενδιαφέρει!»
« Δηλαδή, δεν νιώθεις τίποτα για εμένα;» ρώτησε
Και δεν ήξερα αν έπρεπε να του το πω…
