Η ιστορία αυτή αφιερώνεται στην 815-Broken-Pencils. Χωρίς τη δική της ενθάρρυνση δεν θα είχα ποτέ ξεκινήσει να γράφω.


Κεφάλαιο 2ο

Ο γιος της πόρνης

Όπως συνήθως, έτσι κι απόψε το παιδί παραφύλαγε πίσω από τη μισοσαπισμένη βάρκα πλάι στην είσοδο της ταβέρνας, που μερικές φορές αποτελούσε και το κρεβάτι του για τη νύχτα· ή τουλάχιστον για τις ώρες της νύχτας που η μάνα του είχε σπιτώσει κάποιον από τους συνήθεις αγαπητικούς της. Παρέα του ήταν τα ποντίκια κι οι μαδημένοι γάτοι του λιμανιού που εύρισκαν κι αυτοί μέσα στη ίδια βάρκα καταφύγιο τις κρύες νύχτες του χειμώνα. Κανείς από τους θαμώνες δεν θυμόταν πότε τοποθετήθηκε εκεί αυτό το παράξενο ντεκόρ, ούτε κι αν ήταν κάποτε καιρός που δεν υπήρχε. Η αλήθεια είναι πως ο πεθερός του σημερινού ταβερνιάρη – παλιός ναυτικός που η βάρκα του ανήκε – είχε τοποθετήσει πρόσκαιρα αυτή τη μικρή σκαμπαβία πλάι στην πόρτα του μαγαζιού του μέχρι να την πουλήσει. Η βάρκα όμως είτε δεν έπιασε ποτέ την τιμή που ζητούσε γι' αυτήν το αφεντικό της, είτε η συναισθηματική αξία που την έδενε με τον παλιό ναυτικό ήταν μεγαλύτερη από την όποια τιμή θα έπιανε στην αγορά, που τελικά παρέμεινε στην ίδια θέση ακόμα κι όταν άλλαξε η διεύθυνση της ταβέρνας.

Το αγόρι λοιπόν χώθηκε πίσω από τη βάρκα κι εκεί περίμενε. Κάθε φορά που ένας θαμώνας ανοιγόκλεινε την πόρτα της ταβέρνας, μια μυρωδιά ταγκού λαδιού κι αποπνικτικής ζέστης, μπαγιάτικου φαγητού και κρασοξινίλας ξεχυνόταν για μερικές στιγμές προς τα έξω κάνοντας το άδειο στομάχι του ν' αναπηδά. Μόλις μια μεγάλη παρέα αντρών έτυχε να κατέβει τα δυο σκαλιά που χώριζαν την εσωτερική αίθουσα από την πόρτα, το αγόρι όρμησε κι αυτό πίσω απ' όλους και κρύφτηκε κάτω απ' τα άδεια, περιφερειακά τραπέζια. Καθώς η νύχτα περπατούσε στις προκυμαίες του λιμανιού κι οι δρόμοι απ' τους νοικοκυραίους άδειαζαν, η ταβέρνα γέμιζε με παλιούς ναυτικούς, λιμενεργάτες, λοστρόμους, γεμιτζήδες και καραβόσκυλα. Τότε τ' αγόρι ξεμύτισε δειλά-δειλά απ' την κρυψώνα του κι ανακατεύτηκε μεσ' στο μεθυσμένο πλήθος ζητιανεύοντας. Σήμερα ήταν τυχερός κι ο ταβερνιάρης δεν τον πήρε αμέσως χαμπάρι ώστε να τον διώξει με τις κλωτσιές. Το κρασί είχε τρέξει τόσο πολύ που οι περισσότεροι ήταν ήδη ντίρλα και το αγόρι ήλπιζε ότι όλο και κάποιο ξεροκόμματο θα κέρδιζε. Ναι, το ήξερε αυτό καλά, θα έπρεπε να το κερδίσει το φαγητό του, γιατί τίποτα γι' αυτόν δεν ήταν δωρισμένο. Πριν του πετάξουν το κομμάτι του ψωμιού ή το κεφάλι της ρέγγας, θα έπρεπε πρώτα να κάνει τα πάντα για να τους διασκεδάσει.

Το αγόρι στάθηκε στο κέντρο της μισοφωτισμένης αίθουσας κι άρχισε να χορεύει στροβιλιζόμενο πάνω στα γυμνά, κοκαλιάρικα πόδια του. Κατόπιν είπε ένα-δυο αστεία του λιμανιού κι έκανε χίλιες δύο γελοιότητες που προκάλεσαν ευθυμία στους μεθυσμένους.

Πολλές φορές ακόμα και μόνο το παρουσιαστικό του παιδιού έφερνε γέλια. Τα μακριά, άχαρα κανιά του, πάντα γυμνά κι αδύνατα προκαλούσαν θυμηδία καθώς τα κινούσε άκομψα πέρα δώθε. Το ίδιο και τα μάτια του με το διαφορετικό τους χρώμα, το ένα γαλανό και το άλλο μαύρο. Παρ' όλο που πάντα φρόντιζε να κρύβει αυτή τη δυσμορφία με τα μακριά, μαύρα σαν κοράκου μαλλιά του, αυτά τα μάτια γίνονταν κάθε φορά το αντικείμενο των πιο σκληρών πειραγμάτων.

'Ει, μούλε!' φώναξε ένας από μια παρέα μαουνιέρηδων που τα είχαν ήδη πιει υπέρ του δέοντος κι ήταν έτοιμοι μάλιστα πριν από μερικά λεπτά να πιαστούν στα χέρια, όμως η παρουσία του αγοριού το είχε αποτρέψει. 'Πήρε η μάνα σου ένα γαλανομάτη κι ένα μελαχρινό ταυτόχρονα, γι' αυτό έχεις μάτια κι απ' τους δύο;'

Το αγόρι έσκυψε το κεφάλι και δάγκωσε δυνατά τα χείλη μέχρι να πονέσουν.

'Είδες για να 'χεις πολλούς πατέρες;' του φώναξε ένας δεύτερος. 'Ο καθένας και κάτι σου 'δωσε να μην έχεις παράπονο' κι όλοι έσκασαν στα γέλια.

Κάπως έτσι συνέχισαν να τον παιδεύουν μέχρι που τον βαρέθηκαν, του πέταξαν μερικά αποφάγια και τον ξέχασαν. Το αγόρι χώθηκε μόνο στη γωνιά του κι εκεί κάθισε ήσυχα, μέχρι να ροκανίσει το ξεροκόμματο και το κόκαλο που τόσο δύσκολα είχε κερδίσει. Κατόπιν βγήκε και πάλι μόνος μέσα στη νύχτα. Κοίταξε γύρω του κι οσμίστηκε το θαλασσινό αεράκι που παράσερναν οι ανοιξιάτικες αύρες φέρνοτάς το από τη θάλασσα κι αφήνοντάς το να στροβιλίζεται ανάμεσα στα στενά, βρόμικα δρομάκια της πόλης. Το αγόρι έκρινε πως ήταν νωρίς για να επιστρέψει στην καλύβα της μάνας του. Τόσο νωρίς, που εκείνη δεν θα 'χε ξεφορτωθεί ακόμα τη συντροφιά της και το παιδί δεν ήθελε μπλεξίματα αν εμφανιζόταν κι ενοχλούσε κανένα απ' τους πελάτες της. Στρώθηκε λοιπόν μέσα στο κοίλο της βάρκας – αφού πρωτύτερα έδιωξε από μέσα δυο γάτες – και βάλθηκε να μετράει τ' άστρα.

Τι πολλά που ήταν εκεί πάνω στο στερέωμα! Κι όλο θαρρείς πληθαίνανε καθώς τρεμόσβηναν κι ήταν σα να του γνέφουν. Πως θα 'θελε να πάει εκεί πάνω καμιά νύχτα… Να πέταγε κι αυτός σα νυχτοπούλι για να μπορούσε να 'φτανε κοντά τους! Η καλή διάθεση του παιδιού κράτησε λίγο και γρήγορα η καρδιά του βυθίσθηκε και πάλι στη μιζέρια. Μπορεί τ' αστέρια να ήταν όμορφα, μα ήταν μακρινά… 'κει πάνω. Ο κόσμος εδώ κάτω ήταν χάλια! Ιδίως για 'κείνον.

Η πόρτα της ταβέρνας έτριξε και δύο άντρες βγήκαν στο στενό σοκάκι. Το παιδί κρύφτηκε όσο πιο βαθιά μπορούσε μεσ' στη βάρκα, κράτησε ως και την ανάσα του να μην τον δούνε. Αυτά που έζησε πριν λίγο ήταν η καλή εκδοχή της ταβέρνας. Το αγόρι είχε βιώσει και την άσχημη. Αν κάποιος από τους θαμώνες μεθούσε τόσο πολύ που το αγόρι να είναι γι' αυτόν ενόχληση, ή άμα ο ταβερνιάρης τον έπιανε στα χέρια του και δε βρισκότανε ο συμπονετικός να τον καλμάρει, συνήθως δεν γλίτωνε τις κλωτσιές και τις φάπες. Κι αν ποτέ ήταν τόσο άτυχος ώστε να χάσει κάποιος κανένα νόμισμα, ή να ξεχάσει πού είχε βάλει το μαντήλι, αυτόν θα κατηγόραγαν για την κλεψιά. Μπορεί βέβαια και κάνα-δυο φορές οι κατηγόριες να ευσταθούσαν και πράγματι να είχε σουφρώσει μερικά μικροπραγματάκια, αλλά συνήθως αυτό το φύλαγε για τους ανοιχτούς χώρους του λιμανιού και της αγοράς, μέρη όπου θα μπορούσε να ξεφύγει τρέχοντας. Ιδίως μετά το τρομερό επεισόδιο του περασμένου χειμώνα, η θύμηση του οποίου έκανε τα πόδια του να τρέμουν και την κοιλιά του να πονεί.

.*.

Κρύα ήταν εκείνη η βραδιά του προηγούμενου χειμώνα που τον παίδεψαν τόσο. Φαρμακερός αέρας φύσαγε ανάμεσα στα στενοσόκακα και του πάγωνε τη μούρη. Του ξύλιαζε τα χέρια και τα γυμνά του πόδια, τρύπωνε μέσα κι απ' το λεπτό του πουκάμισο προκαλώντας του ρίγη. Το αγόρι δεν άντεχε να μένει άλλο μεσ' στη βάρκα, έτσι είχε τρυπώσει στην ταβέρνα από νωρίς. Είχε χορέψει τόσο πολύ, μέχρι να τον πονέσουν τα καλαμένια του πόδια κι είχε πει όσα βρώμικα αστεία είχε ακούσει από τους ναύτες. Ως και τούμπες είχε κάνει ξαπλωμένος πάνω στο λεκιασμένο πάτωμα. Κοντολογίς, τους είχε κάνει όλους να γελάσουν, τους είχε δώσει την ψυχή του. Ως που ένας απ' δαύτους, ένας λοστρόμος – άνθρωπος γνωστός μεσ' στο λιμάνι για τη σκληρή καρδιά του – είχε καλέσει το παιδί να κάτσει στο τραπέζι· για να βάλει αμέσως μετά μπροστά στη μούρη του ένα γεμάτο πιάτο φαγητό. Το αγόρι τον κοίταζε απορημένο με τα παράταιρα μάτια του, ωστόσο ο άντρας τον ενθάρρυνε να τρώει. Ναι, ο λοστρόμος είχε τόσο διασκεδάσει, ή ήταν τόσο μεθυσμένος απ' τα πριν, που είχε παραγγείλει ένα πιάτο φαγητό για το αγόρι. Το παιδί είχε πέσει με τα μούτρα στο φαΐ – η τύχη δεν του είχε ποτέ πριν χαμογελάσει τόσο – και είχε αδειάσει το πιάτο πριν καν ο ευεργέτης του προλάβει ν' ανοιγοκλείσει τα μάτια. Πολύ αστείο του είχε φανεί αυτό του λοστρόμου, που παρήγγειλε για το αγόρι κι ένα καρτούτσο με κρασί και το υποχρέωσε μέσα σε γέλια και πειράγματα να το πιει χωρίς ανάσα. Το αγόρι πνιγόταν και η ξινή γεύση του κρασιού του προκαλούσε αηδία. Μα ο ευεργέτης του θα θύμωνε αν δεν υπάκουε, οπότε, ανάμεσα σε πνιξίματα, αναγουλιάσματα και βηξίματα, άδειασε το καρτούτσο.

Μέσα στη ζαλάδα του άκουγε τους άντρες γύρω του να γελούν και να καγχάζουν, ανάμεσά τους και τη φωνή του ταβερνιάρη που ζητούσε την πληρωμή του. Τότε ήταν που ο λοστρόμος έψαξε στο ζωνάρι του για ένα νόμισμα και δεν το βρήκε εκεί που θα 'πρεπε να 'ναι. Η ζωηράδα και τα γέλια του άντρα χάθηκαν ως δια μαγείας. Θυμός και οργή κατέλαβαν ως και την τελευταία απόληξη του μυώδους κορμιού του και η μανία του ξέσπασε πάνω στο αγόρι που καθόταν πλάι του. Αφού τον άρπαξε απ' τα κοκαλιάρικα πόδια του γυρνώντας τον ανάποδα, αφού τον έψαξε ξεσχίζοντας το μπαλωμένο του πουκάμισό και τις τσέπες του παντελονιού του, κόλλησε την παλάμη του παιδικού χεριού πάνω στο ξύλινο τραπέζι φωνάζοντάς του να επιστρέψει το νόμισμα που του είχε κλέψει, απειλώντας τον με φοβερή εκδίκηση. Το αγόρι ορκιζόταν σπαρταρώντας πως ούτε το νόμισμα είχε δει, ούτε χέρι απάνω του είχε βάλει, μα ο λοστρόμος τον κρατούσε ακίνητο με τα σαν τανάλιες μπράτσα του. Τέλος, τραβώντας ένα στιλέτο απ' το ζωνάρι, έκοψε την τελευταία φάλαγγα από το μικρό δάχτυλο του παιδιού κάνοντάς τον να τσιρίζει απ' το φόβο κι απ' τον πόνο. Και θα του είχε κάνει ίσως χειρότερα, αν δεν επενέβαιναν οι άλλοι θαμώνες να τον αρπάξουν απ' τα χέρια του λοστρόμου και να τον φυγαδεύσουν έξω στη νύχτα.

Το αγόρι είχε γυρίσει παραπαίοντας στο καλύβι που ζούσε με τη μητέρα του, στην άκρη του λιμανιού κάτω απ' τα τείχη την πόλης. Βλέποντάς τον σ' αυτό το χάλι, η γυναίκα είχε διώξει άρον-άρον τον άντρα που μοιραζόταν το στρώμα της εκείνη τη νύχτα. Είχε φροντίσει την πληγή του παιδιού μέχρι να σταματήσει το αίμα. Του είχε δέσει το χέρι με καθαρό λινό που έσκισε από ένα δικό της μεσοφόρι και αφού τον ηρέμησε, τον είχε κρατήσει στην αγκαλιά της ψιθυρίζοντάς του παρηγορητικά λόγια.

Και το αγόρι άκουσε για πρώτη φορά εκείνη τη νύχτα ότι ο πατέρας του κι η μάνα του αγαπιόντουσαν. Μπορεί να ήταν και οι δύο φτωχοί – εκείνος ναυτικός από μια πόλη του βορρά που το πλοίο του έπιανε τακτικά λιμάνι στο Τιρμ, εκείνη υπηρέτρια στο σπίτι ενός πλούσιου εμπόρου – αλλά είχαν σκοπό να παντρευτούν μόλις μάζευαν λίγα χρήματα. 'Ένα ακόμα ταξίδι' είχε πει ο πατέρας του στη μάνα του 'και θα έχουμε τα λεφτά που χρειάζονται.' Ήταν όμως και οι δύο νέοι, ήταν κι η αγάπη που τους τράβαγε τον ένα κοντά στον άλλο και βιάστηκαν να σμίξουν. Όταν ο ναυτικός έφυγε η κοπέλα δεν είχε καταλάβει την εγκυμοσύνη της ακόμα. Μήνες πολλοί όμως πέρασαν κι ο ναυτικός δεν φάνηκε. Φάνηκε όμως το φούσκωμα της κοιλιάς της υπηρέτριας· κι αυτό έγινε η αιτία να τη διώξουν από το σπίτι του εμπόρου που δούλευε. Μονάχη κι απελπισμένη εγκαταστάθηκε σ' αυτό το καλύβι στις παρυφές του λιμανιού και της πόλης και προσπάθησε να βρει δουλειά για να ζήσει η ίδια και το μωρό που περίμενε. Τις πιο πολλές φορές ξενόπλενε, μερικές άλλες κατάφερε να εργαστεί σαν σερβιτόρα, μαγείρισσα και καθαρίστρια στις ταβέρνες. Όμως η φουσκωμένη κοιλιά της ήταν η αιτία να τη διώχνουν από παντού, ώστε να καταλήξει στα πιο κακόφημα στέκια του λιμανιού. Καθημερινά έψαχνε και ρωτούσε για τον αγαπημένο της, αλλά κανείς δεν τον είχε δει ή ακούσει κάτι γι' αυτόν. Κι ήταν λίγες βδομάδες πριν γεννήσει όταν το κακό το νέο τη βρήκε. Το καράβι του αγαπημένου της είχε πέσει θύμα ξένων πειρατών. Πριν προλάβουν να επέμβουν οι δρακοκαβαλάρηδες κι οι δράκοι να τους διαλύσουν, είχαν προλάβει οι άτιμοι να μακελέψουν μερικά απ' τα πιο γενναία παλικάρια· μαζί και τον δικό της. Έτσι η δύστυχη το πήρε απόφαση ότι θα γεννούσε μονάχη, χωρίς σύζυγο και ότι φρικτή μοίρα περίμενε εκείνη και το παιδί της σε μια κοινωνία που δεν συγχωρούσε τις ηθικές παρεκκλίσεις.

Όταν ήρθε το μωρό στον κόσμο η θέση της γυναίκας χειροτέρεψε. Κανείς δεν την έμπαζε στο σπίτι του για πλύστρα, ούτε στο μαγαζί του για σερβιτόρα. Τα χρήματα που πριν κέρδιζε ήταν λιγοστά, μα τώρα έλειπαν τελείως. Ώσπου μια νύχτα τρελαμένη από την πείνα, παράτησε το μωρό μόνο στην καλύβα να σκούζει και βγήκε στο λιμάνι. Ο κατήφορος ήταν εύκολος, ειδικά για μια νέα γυναίκα μόνη με παιδί, που ο κόσμος όλος τη χλευάζει. Όσο κι αν προσπαθούσε, σπάνιες ήταν οι φορές που εύρισκε δουλειά σαν τίμια πλύστρα. Όλοι τώρα πια τη φωνάζαν πόρνη.

Αυτά είχε μάθει το αγόρι εκείνη την κρύα νύχτα, χωμένο στην ζεστή αγκαλιά της μάνας του, ενώ σουβλιές πόνου απ' το κομμένο δάχτυλο τον τρέλαιναν. Η μάνα όμως είχε πει και κάτι ακόμα. Είχε πει πως όφειλε να είναι δυνατός, να κάνει κουράγιο, να υπομένει. Αν ο πατέρας του είχε ζήσει, όλα θα είχαν γίνει αλλιώς. Το στομάχι του τώρα θα ήταν γεμάτο φαγητό, το σπίτι τους ζεστό και το κορμί του ντυμένο με καλά ρούχα. Το σημαντικότερο όλων όμως, θα είχε ένα όνομα. Γιατί ως φαίνεται, το όνομα είναι από τα πιο σημαντικά πράγματα που πρέπει να έχει κάποιος. Όλοι αυτοί που τον παίδευαν τις νύχτες, οι θαμώνες της ταβέρνας, οι εργάτες στην αγορά και στο λιμάνι, ο λοστρόμος, όλοι είχαν ένα όνομα ενώ αυτός δεν είχε. Έτσι το αγόρι εκείνη τη νύχτα το είχε αποφασίσει. Μπορεί τώρα να τον κορόιδευαν και να γελούσαν εις βάρος του. Μπορεί να τον χτυπούσαν, να τον κλωτσούσαν κι αυτός να αναγκαζόταν να ζητιανέψει ή ακόμα και να κλέψει για να φάει, μα κάποια μέρα θα γινόταν κάποιος.

Και τότε θα 'βλεπαν αυτοί τι τους περίμενε.

.*.*.

Όταν έφτασαν στην πόλη οι δρακοκαβαλάρηδες το παιδί ακόμα κοιμόταν μέσα στο καλύβι. Ήταν τα τσιρίσματα των δράκων που τον ξύπνησαν, καθώς αυτές οι γιγάντιες φτερωτές σαύρες έσχιζαν με τα φτερά τους τον αέρα πάνω απ' τη θάλασσα και το λιμάνι. Το αγόρι αγουροξυπνημένο βγήκε στην πόρτα της καλύβας τρίβοντας τα μάτια για να διώξει τον ύπνο. Αν μη τι άλλο, οι δράκοι ήταν εντυπωσιακοί καθώς το πρωινό φως έκανε τις φολίδες τους να γυαλίζουν και τα ποικίλα χρώματά τους να μπερδεύονται. Τα χοντρά στομάχια τους φάνταζαν σαν πλοία αναποδογυρισμένα και οι λεπτές μεμβράνες των φτερών τους έκρυβαν ώρες-ώρες τον ήλιο. Κάποιοι απ' αυτούς ξερνούσαν φλόγες.

Το αγόρι άδραξε την πιο μεγάλη πέτρα που βρήκε μπρος του και την εκσφενδόνισε με όση δύναμη είχε προς τα πάνω.

'Ουστ, παλιόσαυρες!' τους πρόγκιξε. 'Τους άλλους όλους προλάβατε και τους σώσατε, τον δικό μου πατέρα όχι!'

Ήταν αστείο αν περίμενε πως η πέτρα του θα μπορούσε ν' ανέβει τόσο ψηλά για να χτυπήσει δράκο. Κι αυτός ο ίδιος ήταν τόσο μικροσκοπικός, που δεν του έδωσαν την παραμικρή σημασία. Τα νεύρα όμως του παιδιού καλμάρισαν. Ησυχασμένος τώρα μπήκε πάλι στην καλύβα και ρούφηξε μια μισοάδεια κούπα νερό που 'χε ξεμείνει απ' την προηγούμενη πάνω στο τραπέζι. Η μητέρα του κοιμόταν μόνη πάνω στο σπασμένο κρεβάτι.

'Μάνα, πάω στην αγορά' της φώναξε βγαίνοντας τ' αγόρι.

Η γυναίκα κάτι μουρμούρισε μεσ' στον ύπνο της γυρνώντας απ' την άλλη, ενώ σκέπασε με τα στρωσίδια το κεφάλι, να μην την ενοχλεί το πρωινό φως. Το αγόρι αρχίνησε να κλωτσά μικρά χαλίκια, ενώ έπιασε να σφυρίζει ένα μονότονο σκοπό κατευθυνόμενος προς το κέντρο της πόλης. Οι δρακοκαβαλάρηδες ήταν πλούσιοι. Ίσως κάποιος απ' αυτούς του έδινε να φάει.

Όσο να φτάσει όμως ως την αγορά, οι δράκοι είχαν φύγει. Οι δρακοκαβαλάρηδες είχαν διαβάσει μπροστά σε όλους το διάταγμα που καλούσε τα παιδιά να παρουσιαστούν το δεύτερο πρωινό από σήμερα στην αγορά, είχαν κολλήσει αντίγραφα πάνω στις ξύλινες πινακίδες των δρόμων και είχαν αναχωρήσει για αλλού.

'Στα τσακίδια' μουρμούρισε το χαμίνι καθώς ανακατεύτηκε με το πλήθος που συζητούσε για το 'σπουδαίο γεγονός'. Οι ήχοι που παρήγαγε το άδειο στομάχι του έμοιαζαν τόσο με το βρυχηθμό των δράκων, που μερικοί γύριζαν και τον κοιτούσαν. Χώθηκε πίσω από πάγκους και καλάθια προσπαθώντας να περνάει απαρατήρητος και ανοίγοντας τ' αυτιά του ν' ακούσει τι είχε τρέξει, μιας και να διαβάζει δεν ήξερε. Ταυτόχρονα, εκμεταλλευόμενος την απρόσμενη απροσεξία των μικροπωλητών και των εμπόρων σούφρωσε ένα μήλο από ένα καλάθι και λίγο παρακάτω ένα καρβέλι από ένα πάγκο. Ζητώντας καταφύγιο και κρυμμένος από αδιάκριτα μάτια κάτω από ένα κάρο, τα μασούλιζε. Χρήσιμο πράγμα και τούτο το σημερινό, σκέφτηκε. Μπορεί οι δρακοκαβαλάρηδες να μην του δώσαν κάτι να φάει, αλλά μιας κι ο νους όλων ήταν στους δράκους το ίδιο έκανε. Εκείνος μια φορά το στομάχι του το είχε γεμίσει.

Ευχαριστημένος και χορτάτος έκρυψε μέσα στο πουκάμισό του το μισό καρβέλι να το πάει στη μάνα. Το ίδιο έκανε και με το μισό μήλο. Αργότερα όμως, καθώς τριγύριζε στην προκυμαία μασούλησε το υπόλοιπο του μήλου εκσφενδονίζοντας τα κουκούτσια εναντίων των γλάρων. Όταν ο ήλιος ανέβηκε ψηλά κι αυτός βαρέθηκε, κίνησε κατά το καλύβι. Η μάνα τώρα πια θα είχε ξυπνήσει κι εκείνος βιαζόταν να της πάει το ψωμί και να της πει τα νέα.

.*.*.*.

Το πρωινό της μεθεπόμενης μέρας βρήκε όλους σχεδόν τους κατοίκους του Τιρμ μαζεμένους από νωρίς στην αγορά. Στο κέντρο της μεγάλης πλατείας βρισκόταν μισοξαπλωμένος νωχελικά ο χρυσός δράκος Γκλέιντερ και πλάι του στεκόταν ο Όρομις, ο δρακοκαβαλάρης του. Και οι δυο τους συγκέντρωναν τα βλέμματα του κόσμου, αλλά και το μικρό αγόρι που ήταν στημένο πλάι τους και με περηφάνια περισσή κρατούσε στην αγκαλιά του ένα νεογέννητο, γαλάζιο δράκο. Όλοι αυτόν έδειχναν γεμάτοι περιέργεια μουρμουρίζοντας ο ένας στον άλλο. Ένα ανάλογο τραπέζι μ' εκείνο της Κουάστα φιλοξενούσε το άλικο αυγό του δράκου, που υπομονετικά περίμενε την παιδική παρουσία που θα ξεσήκωνε την καρδιά του, βγάζοντας τον απ' το σκληρό του κέλυφος.

Σε μια μεγάλη πόλη όπως το Τιρμ, εκτός απ' τους ενήλικες που συνόδευαν τα παιδιά τους πολλοί ακόμα είχαν έρθει τόσο να δουν το γεγονός, όσο και να πουλήσουν την πραμάτεια. Πάγκοι μικροπωλητών είχαν στηθεί περιφερειακά της αγοράς, που ο καθένας εκεί ό,τι χρειαζόταν μπορούσε ν' αγοράσει· φαγώσιμα και ρούχα, εργαλεία και μπιχλιμπίδια κι άλλα εξωτικά πράγματα από μακριά φερμένα. Η εξέταση των παιδιών είχε ήδη αρχίσει από νωρίς, όμως το κόκκινο αυγό δεν είχε αντιδράσει μέχρι ώρας. Ο δρακοκαβαλάρης Όρομις παρατηρούσε αυτούς τους νέους ανθρώπους – ανάμεσά τους ξεχώριζαν και μερικά παιδιά ξωτικών, κατοίκων της πόλης, που τσάκιζαν τις μέσες τους απ' τις πολλές ευγένειες μπροστά στο χρυσό του δράκο πριν πλησιάσουν το αυγό – κι αναρωτιόταν αν σήμερα θα ήταν τόσο τυχεροί όσο την προηγούμενη. Το κόκκινο αυγό δεν είχε αντιδράσει, αλλά βέβαια η ουρά των παιδιών ήταν μακριά ακόμα. Ξαφνικά, η προσοχή του αποσπάστηκε από φωνές και φασαρία στην άκρη της πλατείας, ανάμεσα στους πάγκους των μικροπωλητών. Δυο άντρες είχαν στριμώξει ένα παιδί· ο ένας τον είχε σβερκώσει κι ο άλλος τον κλωτσούσε. Το βλέμμα του δρακοκαβαλάρη πάγωσε πάνω τους. Ό,τι κι αν είχαν εναντίων του παιδιού, δεν είχαν κανένα δικαίωμα να του φερθούν έτσι. Υψώνοντας ο Όρομις το χέρι που έφερε το σημάδι του δράκου σταμάτησε την ίδια στιγμή την διαδικασία της εξέτασης. Αφήνοντας τον Γκλέιντερ να προσέχει το αυγό, με μεγάλους διασκελισμούς κάλυψε την απόσταση από το κέντρο της πλατείας ως τον τόπο που λάβαινε χώρα το άθλιο συμβάν.

'Αυτό είναι απαράδεκτο!' κεραυνοβόλησε τους δύο άντρες, που καθηλωμένοι από το φόβο είχαν παρατήσει το παιδί κι έσκυβαν μπροστά του μαλάσσοντας αμήχανα με τα χέρια τα καπέλα τους.

'Ένα κλεφτρόνι είναι, αφέντη μου, ένα σιχαμένο μούλικο που το μόνο που ξέρει είναι ν' αρπάζει' δικαιολογήθηκε ο ένας απ' αυτούς.

'Δεν είναι καν άξιος να περάσει μπροστά απ' το αυγό του δράκου' συμπλήρωσε ο άλλος, ενώ ο κόσμος γύρω τους μουρμούριζε συμφωνώντας.

Ο δρακοκαβαλάρης κοίταξε εξεταστικά το παιδί που απ' το δεξιό ρουθούνι του στάλαζαν μερικές σταγόνες αίμα. Τα ρούχα του ήταν μπαλωμένα μα καθαρά. Τα πόδια του γυμνά, μα τα νύχια του κομμένα. Τα μαύρα μαλλιά του μακριά κι ατίθασα, αλλά επιμελώς λουσμένα και χτενισμένα. Τα μάτια του…

Αυτά τα μάτια έκαναν στον Όρομις εντύπωση. Το ένα ήταν μαύρο, σαν τα κορακάτα μαλλιά του αγοριού, το άλλο γαλανό σαν τον ουρανό καθάριας μέρας.

'Η εντολή λέει : όλα τα παιδιά' αγριοκοίταξε τους άντρες τείνοντας το χέρι στο αγόρι. 'Έλα παιδί μου!'

Η φωνή του, ήρεμη και βαθιά έμοιαζε με εντολή που δεν γινόταν να παρακούσεις. Οι δύο έμποροι κι όσοι μουρμούριζαν γύρω τους στάθηκαν αμίλητοι, με τα κεφάλια τους σκυμμένα. Όσο γίνονταν αυτά, το αγόρι είχε ξεφύγει απ' τους βασανιστές του ζητώντας προστασία πίσω απ' το δρακοκαβαλάρη. Τώρα ρουθούνιζε, σκουπίζοντας το αίμα από τη μύτη του με την ανάστροφη του χεριού του. Αίφνης, συνέβη κάτι που ο μικρός δεν το περίμενε. Η παλάμη του καβαλάρη πλησίασε το πρόσωπό του, ένα ασημένιο φως άστραψε μπρος στα παράταιρα μάτια του, το αίμα σταμάτησε κι ο πόνος έπαψε. Το αγόρι κοίταξε για δυο στιγμές τον ευεργέτη του χωρίς να έχει ακόμα καταλάβει τι συνέβη.

'Δεν ήρθα για να κλέψω' μουρμούρισε. 'Ήρθα μονάχα να σε βρω, να σου ζητήσω να βοηθήσεις τη μάνα μου κι εμένα να φύγουμε από 'δω, όπου κανένας δεν μας θέλει.' Τα μάτια του αγοριού επεξεργάστηκαν το δρακοκαβαλάρη με δέος. Ομορφιά σαν τη δική του δεν είχε αντικρίσει ποτέ στους δρόμους, τις προκυμαίες και τα στέκια του λιμανιού, αν κι – έπρεπε να το παραδεχτεί – ούτε τόση αυστηρότητα στο βλέμμα. Παρ' όλα αυτά, ο άρχοντας αυτός του ενέπνεε εμπιστοσύνη. Ήταν η μόνη του φορά που σαν απευθυνόταν το αγόρι κάπου, δεν περίμενε μια ανάποδη ν' αστράψει στο μάγουλό του. 'Το όνειρό μου είναι να φύγω μακριά κι η μάνα συμφωνεί.'

Ένα θλιμμένο χαμόγελο ανασήκωσε τις άκρες των χειλιών του δρακοκαβαλάρη. Μια από τις πιο μεγάλες πίκρες στον κόσμο είναι να μην μπορεί κανείς να βοηθήσει εκείνους που έχουν ανάγκη.

'Η εντολή με την οποία βρισκόμαστε εδώ είναι να συνοδεύσουμε του νέους καβαλάρηδες των αυγών πίσω στο Βρόενγκαρντ. Πρόθεσή μας είναι να μην μπλεκόμαστε με την εγχώρια εξουσία, αλλά πριν φύγουμε θα μιλήσουμε για σας στις αρχές της πόλης. Έλα!'

Το αγόρι ακολούθησε σαν πιστό σκυλάκι το δρακοκαβαλάρη που το οδήγησε πίσω στο τραπέζι με το κόκκινο αυγό. Τα μάτια του στάθηκαν λίγες στιγμές με δέος πάνω στον ολόχρυσο δράκο που γυάλιζε σα να φλεγόταν και κατόπιν στράφηκαν προς το μικρό αγόρι που στεκόταν πλάι του. Το πλατύ κεφάλι του γαλάζιου δράκου που εκείνο κρατούσε στην αγκαλιά του στράφηκε προς το μέρος του κι ο δράκος ο ίδιος άφησε να του ξεφύγει μια διαπεραστική φωνή.

'Γεια…' έκανε το καστανομάλλικο αγόρι, καθώς κούνησε προς τη μεριά του μια πληγωμένη, ασημιά παλάμη.

Το χαμίνι ήταν έτοιμο ν' αποκριθεί, όταν το άλικο αυγό κύλησε προς τη μεριά του κι ο δράκος μέσα του αρχίνησε να τσιρίζει.

.*.*.*.*.

Μέσα σε λίγες ώρες τα πάντα στη ζωή του είχαν αλλάξει. Χωρίς να έχει καταλάβει καλά-καλά το γιατί, ο δράκος του κόκκινου αυγού είχε διαλέξει αυτόν για καβαλάρη του. Πριν ακόμα προλάβει ν' αντιδράσει σ' αυτή την επιλογή, το πλάσμα είχε ορμήσει πάνω του κάνοντάς τον να χάσει την ισορροπία του και να ξαπλωθεί στις πλάκες της αγοράς. Τα υπόλοιπα τα θυμόταν σαν μέσα σε όνειρο. Όταν τέλος συνήλθε, ήταν πια αργά για ν' αρνηθεί αυτή την τιμή που του είχε γίνει. Ανοίγοντας τα μάτια του ξεχώρισε, θολά στην αρχή, πάνωθέ του τα δυο κεφάλια των μικρών δράκων, του γαλανού και του κόκκινου, καθώς και το σγουρομάλλικο κεφάλι του άλλου αγοριού.

'Με λένε Μπρομ' είχε πει το αγόρι δίνοντάς του το χέρι να τον βοηθήσει να σηκωθεί.

'Εμένα Μόρζαν'.

Οι περισσότεροι κάτοικοι του Τιρμ απογοητευμένοι είχαν κιόλας φύγει απ' την αγορά. Λίγοι ακόμα έστεκαν παράμερα σε παρέες μουρμουρίζοντας δυσαρεστημένοι, αμφισβητώντας την κρίση των δράκων. Χωρίς να τους δίνει την παραμικρή σημασία, ο δρακοκαβαλάρης και ο χρυσός του δράκος είχαν εξετάσει σχολαστικά τον κόκκινο νεοσσό, όπως είχαν κάνει και με τον γαλανό την προηγούμενη. Ήταν επίσης ένα υγιέστατο θηλυκό, με δυνατές φτερούγες και κοφτερά δόντια, αιχμηρά νύχια και γυαλιστερά κέρατα, αφοσιωμένο με πάθος από την πρώτη κιόλας ώρα στον εκλεκτό της καρδιάς της.

Λίγες ώρες αργότερα, το αγόρι θα έδειχνε περήφανος στη μητέρα του το παράξενο αυτό απόκτημά του. Κάθονταν και οι δυο τους, ή μάλλον και οι τρεις τους, στο κατώφλι της καλύβας στην άκρη των τειχών του λιμανιού κοιτάζοντας προς τη θάλασσα.

'Ο δάσκαλος Όρομις είπε πως δεν μπορούμε να σε πάρουμε μαζί μας' έλεγε το αγόρι φανερά στενοχωρημένο. Ποτέ του ως τα τώρα δεν είχε αποχωριστεί απ' τη μάνα του, ακόμα και στα πιο βαθιά όνειρά του φανταζόταν ότι θα έφευγαν μαζί. 'Θα έρχομαι όμως να σε βλέπω.' Αυτό το τελευταίο της το είπε για να μην τη λυπήσει περισσότερο. Εδώ και ώρα έβλεπε να μάτια της να προσπαθούν να μη βουρκώσουν. Ξαφνικά τίναξε περήφανα το κεφάλι του. 'Αν θες όμως δεν θα πάω! Θα τους γυρίσω πίσω το δράκο και θα μείνω εδώ, μαζί σου.'

Σ' αυτά τα λόγια ο μικρός δράκος σύριξε αποδοκιμαστικά, κοιτάζοντας απειλητικά τη γυναίκα. Η μητέρα γέλασε. Η αλήθεια είναι πως όσο τα χρόνια περνούσαν, τα χαμόγελα στέρευαν απ' τα χείλη της. Όμως, αυτές οι τελευταίες ώρες, παρά το μεγάλο σοκ, είχαν γεμίσει την καρδιά της με ελπίδα για το μέλλον του γιου της. Ο δρακοκαβαλάρης ο ίδιος την είχε τιμήσει με την επίσκεψή του στο καλύβι της και της είχε δώσει υπόσχεση πως θα φροντίζει το παιδί της, μιας και θα ήταν ο δάσκαλός του. Τέντωσε λοιπόν το χέρι της κι αγκάλιασε το αγόρι απ' τους ώμους.

'Αυτός είναι ο δικός σου ο δρόμος, αγόρι μου' του είπε με φωνή σπασμένη απ' τη συγκίνηση. 'Αφού ο δράκος σε διάλεξε αυτό πάει να πει πως είσαι πιο δυνατός και πιο γενναίος απ' όλους. Αχ, το δικό μου το σπλάχνο' και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. 'Πόσο περήφανος θα ήταν ο πατέρας σου τώρα να σ' έβλεπε, αν είχε ζήσει…'

Το αγόρι έκρυψε τη μούρη του στον κόρφο της γυναίκας και σφίχτηκε στην αγκαλιά της. Ο κόκκινος δράκος, επηρεασμένος θα 'λεγε κανείς απ' τη συγκίνηση της στιγμής, γαντζώθηκε απ' το ρούχο του παιδιού κλαψουρίζοντας. Η ώρα του αποχωρισμού είχε φτάσει.

'Θα ξανάρθω, μάνα μου' υποσχέθηκε τ' αγόρι. 'Κι όταν ξανάρθω θα δεις πως θα τρέμουν όλοι μπροστά στο γιο σου.'

Χρόνια μετά, ο Μόρζαν θα γύριζε για τη μητέρα του, λίγο πριν το τέλος.

.*.*.*.*.*.

'Δεν έχεις παπούτσια, ε;' Ο Μπρομ κάθισε στη γη κι άρχισε να λύνει τα κορδόνια απ' τα μπαλωμένα δικά του. 'Να, μπορείς να φορέσεις αυτά είπε και έδωσε το ζευγάρι στο άλλο αγόρι.

'Κι εσύ τι θα φορέσεις;' ρώτησε ο Μόρζαν απορημένος, κοιτάζοντας τον μικρό δρακοκαβαλάρη του γαλάζιου δράκου με τα παράταιρα μάτια του. 'Έχεις άλλα;'

'Όχι,' απάντησε δειλά ο Μπρομ, 'αλλά πραγματικά δεν με πειράζει. Τα δικά σου πόδια είναι πληγωμένα και…'

'Μόλις φτάσουμε στο Βρόενγκαρντ θα δοθεί στον καθένα σας ότι είναι χρειαζούμενο' δήλωσε ο δάσκαλος Όρομις.

Ο Μόρζαν έπιασε το μπαλωμένο ζευγάρι στα χέρια του εξετάζοντάς το με προσοχή. Αλλά δεν το φόρεσε. Αντιθέτως, εκεί που ο Μπρομ δεν το περίμενε τον άρπαξε από τους ώμους και τον κράτησε σφιχτά στην αγκαλιά του.

'Εσύ κι εγώ, εμείς, θα είμαστε φίλοι για πάντα' του δήλωσε με στόμφο. 'Ποτέ όσο ζω δεν θα ξεχάσω αυτό που έκανες μόλις τώρα.'


Σ/Σ: Ήταν σκληρό αυτό το κεφάλαιο, το ξέρω. Αλλά και η ζωή είναι σκληρή. Μερικές φορές ακόμα σκληρότερη.

Σύμφωνα με τις πληροφορίες που βρήκα στην 'Inheriwiki', ο Μόρζαν είχε παράταιρα μάτια και του έλειπε η μικρή φάλαγγα ενός δακτύλου.

Ο Μόρζαν έπινε. Κι ο λόγος μπορεί να οφείλεται σε διάφορες αιτίες. Μπορεί να μη άντεχε πια να αντιμετωπίσει αυτό που είχε καταντήσει και αυτά που είχε κάνει. Ή ίσως το αναγκαστικό πότισμά του με κρασί στην ταβέρνα είχε αποτελέσει μια τραυματική εμπειρία και φυσικά ότι ακολούθησε μετά. Το κύριο πρόβλημα του Μόρζαν ήταν ότι τίποτε και ποτέ δεν ξεχνούσε, ούτε την σκληρότητα, ούτε την κακομεταχείριση που βίωσε σαν παιδί και που σίγουρα μίσησε. Αλλά μερικές φορές καταλήγουμε να γινόμαστε αυτό που μισούμε και επαναλαμβάνουμε αυτό που θέλουμε να ξεχάσουμε περισσότερο.

Επίσης, σύμφωνα με τον αρχαίο φιλόσοφο Σωκράτη, κανείς δεν γεννήθηκε κακός – πράγμα που κι εγώ πιστεύω. Είναι οι συνθήκες που διαμορφώνουν τους χαρακτήρες των ανθρώπων. Όσοι ευεργετούνται από πλούτο, δύναμη ή εξουσία, πρέπει να είναι και ικανοί να διαχειριστούν αυτά τα προνόμια.

Σας ευχαριστώ για την ανάγνωση.