ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΥΟ
Έχουμε έρθει για ψώνια στην Χάι Στρητ που είναι η Ντιάγκον Άλλεϋ της μόδας και γίνεται κυριολεκτικά χαμός. Περπατάμε με δυσκολία ανάμεσα στον κόσμο, αλλά ευτυχώς έχουμε και την Ντομινίκ μαζί μας. Επέστρεψε στο Λονδίνο για τα Χριστούγεννα και όταν έμαθε πως θα πάμε να αγοράσουμε ρούχα εννοείται ξετρελάθηκε και μας ακολούθησε. Οι άνθρωποι σταματούν να την χαζέψουν και έτσι βρίσκουμε χώρο να τρυπώσουμε. Είναι πολύ βολικό να έχεις Βίλα για ξαδέρφη.
Η Ντομινίκ τα έξι χρόνια που τελείωσε το σχολείο ζει στο Παρίσι. Εργάζεται ως μοντέλο και είναι ένα από τα πιο ακριβοπληρωμένα στον μαγικό κόσμο. Δεν μου κάνει εντύπωση. Είναι πανύψηλη με ατελείωτα πόδια, υπέροχα μακριά μαλλιά και εκτυφλωτικό πρόσωπο. Είναι η μόνη από τα παιδιά της θείας Φλερ και του θείου Μπίλυ που κληρονόμησε το κόκκινο γονίδιο των Γουίζλη. Ο Λούις με την Βικτουάρ είναι ξανθοί.
Η Ντομινίκ περιγράφει την ζωή της στο Παρίσι ιδανική. Γνωρίζει συνεχώς καινούργιους ανθρώπους, διασκεδάζει όλη την ώρα και πληρώνεται υπέρογκα ποσά μόνο και μόνο για να δείχνει όμορφη, κάτι που της βγαίνει τελείως φυσικά. Μας έχει προσκαλέσει πολλές φορές να την επισκεφτούμε, αλλά οι γονείς μου δεν με έχουν αφήσει ακόμα. Προφανώς επειδή σε αντίθεση με την Ρόουζ, η Ντομινίκ δεν φημίζεται για την υπευθυνότητα της. Ωστόσο είναι πάντα η χαρά της παρέας και την αγαπάμε όλοι.
«Τι λες για αυτό;»
Έχουμε μπει σε ένα από τα πιο τρέντυ μαγαζιά της πόλης. Από αυτά που οι πωλήτριες είναι λες και έχουν βγει μόλις από σούπερ περιοδικά μόδας, η διακόσμηση σε κάνει να ντρέπεσαι να πατήσεις και η μουσική σου τρυπάει τα τύμπανα σε δυνατά μπιτ. Κοιτούσα ένα πουλόβερ από μαλακό κασμίρ, όταν η Ντομινίκ με φώναξε. Γύρισα και την είδα να κρατάει ένα μάξι φόρεμα σε κατακόκκινο χρώμα.
«Ε, Ντομ, όσο ωραίο και να είναι, δεν νομίζεις θα με δυσκολεύει λίγο στα σλάλομ;»
Ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους της και άφησε το ρούχο πίσω στην θέση του. Η Ρόουζ είχε χαθεί κάπου στο κατάστημα και με είχε αφήσει μόνη με την τρελή ξαδέρφη μου που επέμενε να ξεχνάει ότι είχα ανάγκη κυρίως από πρακτικά ενδύματα, ώστε να μην ξεπαγιάσω στα χίλια τετρακόσια μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Αφού απέρριψα άλλες τρεις έξωμες τουαλέτες και ένα μαγιό (;), τελικά καταφέραμε να συμβιβαστούμε σε μία ολόσωμη άσπρη φόρμα με ασορτί μπότες του σκι. Έψαχνα για σκουφί και γάντια, όταν επιτέλους η Ρόουζ εμφανίστηκε ξανά.
«Πού ήσουν εσύ;», την ρώτησα επικριτικά.
«Ε, πουθενά, εδώ γύρω»
Πρόσεξα ότι κρατούσε μία μεγάλη τσάντα στα χέρια της.
«Τι αγόρασες;»
«Τίποτα, ιδιαίτερο. Πυτζάμες που ήθελα καινούργιες»
Εκείνη την στιγμή η Ντομινίκ ήρθε από πίσω μας κουβαλώντας μία λεοπάρ γούνα.
«Ουουου, Ρόζι, Αν Σάμερς! Τυχερούλης, Σκόρπιους!», είπε πριν οδεύσει για τα δοκιμαστήρια.
Στράφηκα απορημένα στην Ρόουζ.
«Τι είναι η Αν Σάμερς;»
Τα μάγουλα της πήραν φωτιά.
«Ε, τίποτα, τίποτα, μία γνωστή μάρκα»
«Μάρκα που πουλάει τι;», σήκωσα δεικτικά τα φρύδια μου.
Πριν προλάβει ωστόσο να απαντήσει, είχα τραβήξει την τσάντα από τα χέρια της και γυρίζοντας την πλάτη μου προς το μέρος της, την είχα ανοίξει και είχα κοιτάξει μέσα. Τα μάτια μου γέμισαν από δέρμα, δαντέλα, μετάξι και σατέν. Έντρομη έχωσα τα χέρια μου και τράβηξα έξω ένα μικροσκοπικό αντικείμενο αποτελούμενο από τρία κορδόνια. Οι βολβοί μου κόντεψαν να πεταχτούν έξω από το κεφάλι μου.
«Ρόουζ, πήρες στρινγκ;», ψιθύρισα κατηγορητικά παρατηρώντας την καθόλα σεμνή ξαδέρφη μου λες και την έβλεπα για πρώτη φορά στην ζωή μου.
Όλο το πρόσωπο της έγινε ένα χρώμα με τα μαλλιά της.
«Ε, Λιλ, ξέρεις, σε μία σχέση, χρειάζεται, αρέσουν, όχι τόσο κακά»
Αφού μπόρεσα να βγάλω νόημα από την πρόταση που μόλις ξεστόμισε, επέστρεψα το βλέμμα μου στο λιλιπούτειο εσώρουχο. Το εξέτασα με εμφανή απορία.
«Σου χωράει αυτό το πράγμα;»
«Λίλι, για αυτό το φοράς. Για να μην μένουν και πολλά στην φαντασία»
Αποφασισμένη το ξανάβαλα μέσα και επέστρεψα την τσάντα στην Ρόουζ.
«Δεν πρόκειται να βάλω ποτέ τέτοιο άβολο ρούχο για κανέναν άντρα»
Η Ρόουζ χαμογέλασε αχνά, αλλά δεν είπε τίποτα. Πήγαμε να βρούμε την Ντομινίκ. Την εντοπίσαμε να δοκιμάζει μία διαφανή μπλούζα. Χωρίς σουτιέν. Νομίζω οι ξαδέρφες μου με οδηγούν η μία μετά την άλλη στην πορνεία.
Γύρισα σπίτι κατάκοπη, αφού είχαμε εξερευνήσει κάθε σπιθαμή όλων των μαγαζιών που υπάρχουν στο κεντρικό Λονδίνο. Ο Άλμπους τρόμαξε από το πόσες σακούλες κουβαλούσα. Είπε κάτι του τύπου «οι γυναίκες είστε παρανοϊκές», αλλά αποφάσισα να τον αγνοήσω. Η αλήθεια είναι ότι φοβόμουν μην φέρει καμία αντίρρηση και τελικά δεν πάω μαζί τους.
Όταν το πρωτόμαθε πως η Ρόουζ με είχε προσκαλέσει, είχε τσινήσει. Ποτέ δεν θέλει να με παίρνει μαζί του. Η Ρόουζ όμως του είπε ότι βαριέται να είναι συνέχεια το μοναδικό κορίτσι στην παρέα και έτσι υποχώρησε. Δεν χρειαζόταν ωστόσο πολύ για να αλλάξει μυαλά. Καλύτερα να πηγαίνω με τα νερά του αυτές τις ημέρες.
Τακτοποίησα τα ψώνια στο δωμάτιο μου και ύστερα κατέβασα όσα δώρα είχα αγοράσει για τους υπόλοιπους στο Χριστουγεννιάτικο δέντρο. Οι γονείς μου θα φροντίσουν να μεταφερθούν στο Μπάροου, όπου παραδοσιακά περνάμε τις γιορτές όλη η οικογένεια. Θα φύγουμε αύριο το πρωί που είναι παραμονή των Χριστουγέννων και θα κάτσουμε μέχρι την πρώτη ημέρα της Πρωτοχρονιάς.
Λίγο πριν από τον ύπνο, ξάπλωσα στο κρεβάτι μου χαζεύοντας τα καινούργια μου αποκτήματα. Είμαι σίγουρη πως θα με κάνουν να φαίνομαι πολύ μεγαλύτερη και πολλή κουρία. Κάτι σαν την μαμά του Σκόρπιους. Η δική μου η μητέρα προτιμά τα πρακτικά ρούχα, οπότε δεν έχω πολλά που μπορώ να της κλέβω από την ντουλάπα της. Ίσως βέβαια αύριο την καταφέρω να μου δανείσει εκείνο το πανέμορφο καπέλο που είχε φέρει από την Ρωσία. Οψόμεθα!
