Όχι άλλα μπουμπουνητά! (No more thunders!)

Κατά τη διάρκεια των πρώτων ημερών στο Έντορας, η Έογουιν δεν μπορεί να κοιμηθεί κατά τη διάρκεια μιας καταιγίδας. Τώρα που και οι δύο γονείς της είναι νεκροί, ποιος μπορεί να την καθησυχάσει;


Ένα μπουμπουνητό ακούστηκε. Ήταν μεσάνυχτα. Έξω έριχνε καρεκλοπόδαρα. Ο αέρας λυσομανούσε και η βροχή έπεφτε με φόρα πάνω στους τοίχους του Μέντουσελντ. Ένα μπουμπουνητό ακούστηκε και πάλι. Και η Έογουιν ανατρίχιασε στο κρεβάτι της. Ήταν ο πρώτος μήνας που έμεναν στο παλάτι, μαζί με το θείο της, το Βασιλιά Θέοντεν και τον ξάδερφό τους Θέοντρεντ. Έπρεπε να το κάνουν γιατί ο πατέρας τους είχε πεθάνει. Η μητέρα τους είχε πεθάνει επίσης. Είχαν πεθάνει και είχαν πάει σε ένα άλλο, καλύτερο μέρος. Ή έτσι τουλάχιστον της είχε πει η κουβερνάντα της. Δεν μπορούσε να είναι σίγουρη γι αυτό. Όταν τη ρώτησε που ήταν αυτό το μέρος απάντησε στον ουρανό. Αυτό ήταν αδύνατο. Δεν υπήρχαν σκάλες τόσο ψηλές που να φτάνουν στον ουρανό. Είχε ρωτήσει μια φορά το μπαμπά της και της είχε πει πως δεν υπήρχαν.

Για ακόμα μια φορά ακούστηκε ένα μπουμπουνητό. Η καταιγίδα δεν περνούσε. Και φοβόταν στα αλήθεια τα μπουμπουνητά. Την έκαναν να τρέμει. Παλιά θα έβγαινε από το δωμάτιο και ήσυχη σα γάτα θα διέσχιζε το σπίτι και θα πήγαινε στην κρεβατοκάμαρα των γονιών της. Εκεί θα ξύπναγε τον πατέρα της και θα της έλεγε μια ιστορία για να ξεχάσει τα τρομερά μπουμπουνητά. Κατά τη διάρκεια των χειρότερων καταιγίδων θα κοιμόταν μαζί τους.

Αλλά τώρα ο πατέρας της δεν ήταν εδώ για να την ηρεμήσει. Τι θα έκανε; Δεν μπορούσε να πάει στο θείο της, δεν τον ήξερε αρκετά καλά. Σκέφτηκε τον ξάδερφό της, αλλά κοκκίνισε, πάντα ντρεπόταν λίγο μπροστά του. Αλλά δεν μπορούσε να κοιμηθεί μόνη της, δεν ήταν καν συνηθισμένη στο νέο της δωμάτιο, όπως ο αδερφός της. Ο Έομερ! Είχε ξεχάσει τον αδερφό της! Ναι, ήταν λίγα χρόνια μεγαλύτερος από αυτήν και ήταν αλήθεια ότι την πείραζε για τα πάντα, αλλά πάντα ήταν εκεί για να την ξεμπλέξει όταν το χρειαζόταν. Την είχε βοηθήσει ήδη τρεις φορές να καλύψει ζαβολιές της. Ήταν πλέον σίγουρη ότι ο Έομερ ήταν η λύση σε όλα τα προβλήματά της. Αν δεν μπορούσε να την βοηθήσει ο αδερφός της, ποιος μπορούσε;

Χωρίς καθυστέρηση πήδηξε από το κρεβάτι της και πήγε στο δωμάτιό της, κρατώντας το αρκουδάκι της, Κύριο Αρκούδο. Αποφάσισε να κινηθεί προσεκτικά προς το δωμάτιο του αδερφού της, στο τέλος του διαδρόμου. Κινήθηκε σαν γάτα. Κανένας δεν την είχε προσέξει μέχρι τώρα. Ήταν πολύ κοντά στο δωμάτιο του όταν ακούστηκε ένα ακόμα μπουμπουνητό. Αυτό ήταν τόσο δυνατό που την έκαναν να ουρλιάξει και να διασχίσει τρέχοντας τα τελευταία μέτρα μέχρι εκεί. Μόλις έφτασε μπήκε γρήγορα στο δωμάτιο.

Όπως θα περίμενε ο καθένας που ήξερε τον Έομερ, κοιμόταν σαν κούτσουρο. Και φυσικά ροχάλιζε. Η Έογουιν τον κοίταξε εκνευρισμένη. Πως ήταν δυνατόν να κοιμάται μια νύχτα σαν και αυτήν; Χωρίς να ξέρει τι να κάνει στάθηκε για λίγο ακόμα δίπλα από την πόρτα. Να τον ξυπνήσει; Να τον μετακινήσει πιο εκεί στο κρεβάτι; Αποφάσισε να κάνει το δεύτερο, δεν υπήρχε περίπτωση να καταφέρει να τον ξυπνήσει, και το μόνο που θα κατάφερνε στην αντίθετη περίπτωση είναι να τον κάνει να γκρινιάζει. Και έτσι ξεκίνησε το δύσκολο έργο της. Της ήταν αδύνατον να τον μετακινήσει έστω και ένα εκατοστό, πότε πάχυνε τόσο πολύ; Τρώει πολύ! σκέφτηκε η Έογουιν. είχε αρχίσει να πανικοβάλεται ότι δεν θα τα κατάφερνε και θα έμενε κρύα και παγωμένη. Κοίταξε τριγύρω αλλά δεν εβρισκε τίποτα να την βοηθήσει να τον μετακινήσει.

Υπήρχε μόνο μια επιλογή πλέον: να τον ξυπνήσει και να παραδεχτεί ότι φοβάται, κάτι που δεν είχε ξανακάνει πριν. Εμπιστευόταν τον Έομερ, αλλά πάντα είχε την εντύπωση ότι θα αρχίσει να την κοροϊδεύει αν έδειχνε αδύναμη. Αλλά τώρα δεν δεν μπορούσε παρά να τον εμπιστευτεί. Κρατώντας την αναπνοή της τον κούνησε λίγο. Τίποτα δεν έγινε. Εκνευρισμένη πλέον τον σκούντηξε δυνατά. Ήταν θυμωμένη μαζί του. Πως ήταν δυνατόν να κοιμάται τόσο ήρεμα; Δεν τον ενοχλούσε τίποτα πια; Ούτε καν ο θάνατος των γονιών τους; Είχε εφιάλτες τελευταία εξαιτίας του γεγονότος αυτού. Ονειρευόταν ότι προσπαθούσε να τους φτάσει αλλά αυτοί πήγαιναν όλο και πιο μακριά και δεν τους προλάβαινε ποτέ.

Αλλά δεν άφησε τις σκέψεις της να ξεφύγουν σε άλλα μονοπάτια. Ο σκοπός της ήταν να ξυπνήσει τον Έομερ. Μην έχοντας άλλο τρόπο του έδωσε μια δυνατή σφαλιάρα.

«Όχι! Δεν έφαγα εγώ όλες τις τηγανίτες! Μη με τιμωρήσεις μαμά!» είπε ο Έομερ κοιτώντας γύρω του μισοκοιμισμένος, μισοξύπνιος.

Ώστε τους ονειρεύεται και αυτός, σκέφτηκε η Έογουιν. «Το ήξερα ότι εσύ έτρωγες όλες τις τηγανίτες! Πότε δεν έφταναν για εμένα!» του είπε.

«Εεε...λοιπόν...τι κάνεις εδώ;» απάντησε με ερώτηση ο αδερφός της.

«Φοβάμαι...φοβάμαι τα μπουμπουνητά» και για να υποστηρίξει το λόγο της, ένα μπουμπουνητό ακούστηκε στο βάθος. Αμέσως χώθηκε κάτω από τα σκεπάσματά του για να κρυφτεί.

«Ααα! Κάνεις σα μωρό παιδί!» φώναξε ο Έομερ. «και τώρα υποτίθεται ότι θα σε κρατήσω εδώ όπως και ο μπαμπάς;»

«Ξέρεις!»

«Και βέβαια ξέρω! Δεν μετακινήσε τόσο αθόρυβα όσο νομίζεις...σε έχω ακούσει πολλές νύχτες με καταιγίδα να μπαίνεις μέσα στο υπνοδωμάτιο των γονιών μας» αποκρίθηκε. Αναστέναξε και χώθηκε κάτω από τα σκεπάσματά του, της γύρισε την πλάτη και προσπάθησε να κοιμηθεί ξανά. Η Έογουιν, έχοντας πάρει που δεν την κορόιδεψε, μετακινήθηκε πιο κοντά του για να ζεσταθεί.

«Ααα! Μην με ακουμπάς! Τα πόδια σου είναι κρύα!» της φώναξε ο Έομερ και η Έογουιν άρχισε να γελά υστερικά...»


*Italics αναπαριστούν σκέψεις.