Η ιστορία αυτή αφιερώνεται στην 815-Broken-Pencils. Χωρίς τη δική της ενθάρρυνση δεν θα είχα ποτέ ξεκινήσει να γράφω.


Κεφάλαιο 3ο.

Ο συντετριμμένος δρακοκαβαλάρης.

'Εδώ είναι το δρακοστάσιο. Το μέρος όπου ξεκουράζονται οι δράκοι.' Ο Γλέιντερ δίπλωσε τις χρυσές μεμβράνες των φτερών του και ο δάσκαλος Όρομις ξεκαβαλίκεψε χρησιμοποιώντας το πίσω πόδι του δράκου σαν σκαλοπάτι. Κατόπιν βοήθησε τα δύο αγόρια να κατέβουν. 'Προς το παρόν οι δύο νεοσσοί θα μένουν μαζί σας, στα δωμάτια που θα σας παραχωρηθούν. Δράκοι και καβαλάρηδες ενθαρρύνονται να περνούν πολύ χρόνο ο ένας κοντά στον άλλο κατά αυτή, την πρώτη περίοδο του δεσμού τους. Αργότερα, όταν θα έχουν αναπτυχθεί αρκετά και θα νοιώσουν έτοιμοι, θα μεταφερθούν σε ένα παρόμοιο δρακοστάσιο.'

Τα παιδιά κοίταξαν γύρω τους με δέος. Βρίσκονταν σε μία αχανή αίθουσα, ανοιχτή από την ανατολική της πλευρά, στο τελευταίο πάτωμα ενός ψηλού πύργου. Το πέτρινο δάπεδο ήταν καλυμμένο με ένα παχύ στρώμα φρέσκου άχυρου, που διατηρούσε ακόμα τη μυρωδιά του λιβαδιού απ' το οποίο είχε κοπεί. Σε μερικά σημεία μάλιστα που αυτό αραίωνε τα δύο αγόρια διέκριναν σημάδια από μακριές νυχιές, σαν βαθιές αυλακές που έσχιζαν την πέτρα ακριβώς όπως το αλέτρι τη ράχη της οργωμένης γης. Στους τοίχους μπορούσαν να διακρίνουν τα μαυρισμένα απομεινάρια από τις φλόγινες ανάσες των δράκων. Ο δάσκαλος Όρομις έλυσε τα λουριά που στερέωναν στην πλάτη του Γκλέιντερ τη σέλα. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού προς το Βρόενγκαρν, αυτή η παράξενη κατασκευή προστάτευε τους καβαλάρηδες ώστε να μην πληγωθούν από τις σκληρές φολίδες και τα κέρατα της ραχοκοκαλιάς του μεγαλόπρεπου ερπετού. Ο Γκλέιντερ βοήθησε και ο ίδιος, γέρνοντας στο ένα πλευρό, τινάζοντας από πάνω του το κουραστικό βάρος. Ο Όρομις μετέφερε τη σέλα προς ένα από τα μακρόστενα, ξύλινα ράφια που κάλυπταν τον βορινό τοίχο της αίθουσας. Τα παιδιά παρατήρησαν εκεί και άλλες παρόμοιες με αυτήν με ελαφρές ίσως διαφορές, αλλά πολλά περισσότερα στολίσματα.

'Επιθυμώ να μείνω μόνος. Είμαι κουρασμένος και θα αναπαυθώ τώρα!' δήλωσε ο Γκλέιντερ καθώς χασμουρήθηκε και τράβηξε αργά προς τις λαξευμένες πέτρινες γούρνες, τοποθετημένες περιφερειακά της αίθουσας και γεμάτες με φρέσκο νερό και τροφή. Ο Όρομις υποκλίθηκε ελαφρά στον σύντροφό του και τα δύο παιδιά παραξενεμένα τον μιμήθηκαν.

Οι Μόρζαν και Μπρομ ακολούθησαν το δάσκαλό τους έξω από την τεράστια αίθουσα του δρακοστάσιου βγαίνοντας από μία μικρή πόρτα που οδηγούσε προς έναν ελικοειδή κατηφορικό διάδρομο. Μέχρι να φτάσουν στη βάση του πύργου είχαν συναντήσει και άλλους δρακοκαβαλάρηδες, καθώς και μερικούς υπηρέτες που βιάζονταν για τις υποχρεώσεις τους. Όλοι όμως ανεξαιρέτως είχαν σταθεί στο πλάι και είχαν υποκλιθεί στον δάσκαλό τους, είτε αποκαλώντας τον Έμπριθιλ, είτε προσφωνώντας τον με άλλα παράξενα επίθετα. Από τη συμπεριφορά όλων και από τη στάση του Όρομις, τα παιδιά κατάλαβαν πως ο δάσκαλός τους θα πρέπει να ήταν κάποιο πολύ σημαντικό πρόσωπο.

'Θα σας οδηγήσω στους κοιτώνες όπου οι πολύ νέοι δρακοκαβαλάρηδες μοιράζονται μαζί με τους συντρόφους τους, τους δράκους' είπε ο Όρομις καλοσυνάτα. 'Θα σας δοθούν όλα όσα χρειάζεστε κι εκεί θα αναμένετε τις εντολές σας.'

Διέσχισαν μια μεγάλη πλατεία με το μαρμάρινο άγαλμα ενός δράκου κι ενός δρακοκαβαλάρη στο κέντρο της. Οι φολίδες του αγαλματένιου δράκου γυάλιζαν στο πρωινό φως σαν αληθινές, ενώ το πρόσωπο και το σώμα του καβαλάρη του ήταν χρωματισμένα. Θα έλεγε κανείς πως ήταν και οι δύο ζωντανοί. Ο δρακοκαβαλάρης καθόταν περήφανα πάνω στη σέλα του, ενώ ο μακρύς λαιμός του δράκου έστρεφε προς τη μεριά του.

'Αυτός είναι ο Έραγκον, ο πρώτος δρακοκαβαλάρης και ο λευκός δράκος του Μπιντ'ντάουμ' εξήγησε ο Όρομις στα δύο παιδιά που κοίταζαν το άγαλμα σα μαγεμένα. 'Υπάρχουν πολλά να δείτε και να μάθετε και ευτυχώς απεριόριστος χρόνος.'

Βρήκαν την είσοδο του κοιτώνα των νέων δρακοκαβαλάρηδων κατειλημμένη από μία ομάδα νεαρών ανδρών και γυναικών. Γέλια και επιφωνήματα ξέφευγαν από τα στόματα όλων ενώ η προσοχή τους ήταν τόσο στραμμένη στο κέντρο του κύκλου τους, έτσι ώστε η παρουσία του Όρομις δεν έγινε αμέσως αντιληπτή. Μια παράξενη πολυεδρική κατασκευή τινάχτηκε ξαφνικά στον αέρα πάνω απ' τα κεφάλια τους, προκαλώντας περισσότερες φωνές θαυμασμού. Οι γεωμετρικές έδρες γυάλισαν στο φως του ήλιου, στροβιλίστηκαν για λίγο με ιλιγγιώδη ταχύτητα ξεσηκώνοντας κι άλλα γέλια και φωνές και κατόπιν μετατράπηκαν σε εκατοντάδες κόκκους σκόνης που σκορπίστηκαν με τον άνεμο.

'Απίθανο!'

'Θέλουμε κι άλλο!'

'Έλα, έλα, ένα ακόμα…'

'Εντάξει, ησυχάστε!'

Οι προσοχή τους απορροφήθηκε και πάλι σε ότι μονοπωλούσε το ενδιαφέρον όλων, ώστε ησύχασαν κι έμειναν ακίνητοι. Αυτή τη φορά όμως τα δύο παιδιά κατάφεραν να διακρίνουν ανάμεσά τους τον νεαρό δρακοκαβαλάρη που αποτελούσε και το κεντρικό πρόσωπο της ομήγυρης. Ο νέος έτριψε μεταξύ τους τις παλάμες των χεριών του υποτονθορύζοντας παράξενα λόγια και ένα έντονο ασημένιο φως ξεχύθηκε από μέσα τους. Μόλις άνοιξε τα χέρια ένα φτερωτό πουλί πέταξε ψηλά και χάθηκε πάνω απ' τα δέντρα. Γέλια, χειροκροτήματα και επιφωνήματα θαυμασμού γέμισαν και πάλι το χώρο κάνοντας το νεαρό δρακοκαβαλάρη να υποκλιθεί εξεζητημένα χαμογελώντας στους θαυμαστές του. Τότε μόνο παρατήρησε τον Όρομις και τα δύο παιδιά που έστεκαν παράμερα περιμένοντας υπομονετικά.

'Έμπριθιλ' φώναξε χαρούμενος ο νεαρός και όλοι μαζί στράφηκαν, έστρεψαν παράξενα τη δεξιά τους παλάμη και υποκλίθηκαν στον Όρομις.

'Μπορώ να μάθω γιατί δεν βρίσκεστε στα μαθήματά σας αυτή την ώρα και γιατί ξοδεύετε άσκοπα τη μαγεία σας;' Η φωνή του δασκάλου ακούστηκε αυστηρή, αλλά μέσα στα μάτια του παιχνίδιζε μια λάμψη χαράς.

'Έμπριθιλ,' φώναξε ένα κορίτσι 'κατάφερε να τιθασεύσει τους κόκκους της σκόνης κι απ' αυτούς να δημιουργεί αντικείμενα.'

'Θέλαμε να καλωσορίσουμε τους νέους δρακοκαβαλάρηδες και τους δράκους τους' απάντησε ο νέος χαμογελαστός και πλησίασε τα δύο παιδιά χτυπώντας τα φιλικά στους ώμους. 'Καλώς ορίσατε στη Ντορού Αρίμπα! Εκ μέρους όλων σας εύχομαι καλή διαμονή και πολλές επιτυχίες.'

Όλοι οι νέοι και οι νέες κύκλωσαν τα δύο παιδιά και τους νεοσσούς τους γεμίζοντάς τους ευχές για τα καλωσορίσματα. Μέχρι που ο Όρομις είπε 'Αρκεί!' και κατευθύνθηκε προς την είσοδο του κτηρίου. Ο Μπρομ υπάκουα ακολούθησε τον Όρομις στο εσωτερικό. Ο Μόρζαν όμως ξεχάστηκε μαγεμένος να παρακολουθεί τον παράξενο νεαρό δρακοκαβαλάρη, που ξανάγινε άμεσα το κεντρικό πρόσωπο.

'Άλλο ένα' φώναξε μία απ' τις κοπέλες.

Ο νέος γέλασε κι άπλωσε τις παλάμες του ανοιχτές προς το φως. Όπως η φωνή του μαγνήτιζε το νεαρό ακροατήριό του, έτσι και τα χέρια του μαγνήτιζαν τους κόκκους της σκόνης διεκδικώντας τες απ' τον αέρα. Έκλεισε τις παλάμες του φυλακίζοντας τη σκόνη ανάμεσά τους και κατευθυνόμενος προς τη μεριά του παιδιού επανέλαβε τα ίδια παράξενα λόγια. Μπροστά στον εκστασιασμένο Μόρζαν άνοιξε τα χέρια του. Κι εκεί, επάνω στο ασημένιο κέντρο της παλάμης του, βρισκόταν μια μικρή πολύχρωμη πεταλούδα που ανοιγόκλεινε τα φτερά της. Ο νεαρός του την πρόσφερε.

'Δική σου, για το καλωσόρισμα' χαμογέλασε στο αγόρι, βάζοντας με προσοχή την πεταλούδα μέσα στα χέρια του. Κατόπιν του έγνεψε προς τη μεριά της εισόδου. 'Καλύτερα να βιαστείς! Δεν θα σε περιμένουν.'

Ο Μόρζαν έτρεξε σαν τρελός πίσω από τον Μπρομ και το δάσκαλό τους προσπαθώντας να ισορροπήσει την πεταλούδα μέσα στις ανοιχτές του παλάμες. Βιαζόταν τόσο να δείξει στο φίλο του το πολύτιμο απόκτημά του. Πριν όμως προλάβει καλά-καλά ο Μπρομ να τη δει, η πεταλούδα τρεμόπαιξε μια τελευταία φορά τα φτερά της κι έλειωσε μέσα στις χούφτες του.

'Μόλις γνωρίσατε τον Γκαλμπατόριξ' τους είπε ο Όρομις. 'Τον πιο υποσχόμενο δρακοκαβαλάρη της γενιάς του.'

.*.

'Πρόσεξες κάτι;'

'Σαν τι;' Ο Μόρζαν είχε απλώσει την καινούρια του φορεσιά πάνω στο κρεβάτι θαυμάζοντάς την. Ο μικρός κόκκινος δράκος γουργούριζε ευχαριστημένος με την ουρά τυλιγμένη στον ένα ξύλινο στύλο.

'Όλοι οι δρακοκαβαλάρηδες που ήρθαν να μας υποδεχτούν ήταν άνθρωποι.' Ο Μπρομ είχε αλλάξει νωρίτερα και τώρα καθισμένος στο πρεβάζι του παραθύρου της κάμαρας του φίλου του βαστούσε αγκαλιά το γαλανό του δράκο.

'Και λοιπόν;'

'Τα ξωτικά πού ήταν;'

.*.*.

Ο Γκαλμπατόριξ ήταν ένα πρόσωπο που επρόκειτο να συναντούν πολύ συχνά μιας και ο νέος φαινόταν να είναι ανακατεμένος σε όλα. Έλεγαν γι' αυτόν ότι είλκε την καταγωγή του από ένα παρακλάδι της βασιλικής οικογένειας του Μπρόντρικ που εκφυλλίστηκε σιγά-σιγά και χάθηκε χωρίς αρσενικούς απογόνους. Οι μεγαλύτερες θείες του κατάφεραν να συνάψουν αρκετά ικανοποιητικούς γάμους με τιτλούχους της αυλής του βασιλιά. Η μητέρα του όμως – όντας γυναίκα με μεγαλύτερες φιλοδοξίες – ποτέ δεν χώνεψε το γεγονός ότι αυτή, παρ' ότι ακόμα έφερε τον τίτλο της πριγκίπισσας, είχε υποχρεωθεί σε γάμο με τον απλό υποκόμη του Ίνζιλμπεθ. Έτσι μόλις ο γιος της μεγάλωσε λιγάκι και καθώς το παιδί έδειχνε να κατέχει τόσο σωματική ρώμη, όσο κι ένα λαμπρό πνεύμα, όρισε γι' αυτόν τους καλύτερους δασκάλους. Τα επιτεύγματα του χαρισματικού παιδιού δεν άργησαν να πέσουν στην αντίληψη των δρακοκαβαλάρηδων, που τον δοκίμασαν δίνοντάς του ένα λευκό αυγό δράκου. Όταν ο λευκός δράκος εκκολάφθηκε γι' αυτόν, ο Γκαλμπατόριξ έπρεπε να αποχαιρετήσει τους γονείς, τους δασκάλους και την πόλη του και να ακολουθήσει τους δρακοκαβαλάρηδες στη Ντορού Αρίμπα. Ο υποκόμης και η πριγκίπισσα αποχαιρέτησαν το γιο τους, εκείνος με δάκρυα στα μάτια, εκείνη με χαμόγελα περηφάνιας. Όσο για το παιδί, θα ακολουθούσε ευχαρίστως όποιον του υπόσχονταν τη γνώση όλου του κόσμου· και οι καβαλάρηδες του Βρόενγκαρντ έχαιραν ανεξάντλητου πλούτου γνώσεων.

Αυτά τα πρώτα χρόνια στη Ντορού Αρίμπα, η ζωή του ακολούθησε όλους του κανόνες· καθημερινή εξάσκηση στις πολεμικές τέχνες, τη μαγεία, το πέταγμα. Ο δράκος – μια όμορφη θηλυκιά, απόγονος του ίδιου του Ουμάροθ – δέθηκε με τον άνθρωπο-σύντροφο της ψυχής και του νου της με ένα βαθύ συναισθηματικό δεσμό. Ακόμα κι όταν βρίσκονταν χώρια για τις ανάγκες της εκπαίδευσής τους, η Τζάρνουβοσκ – αυτό ήταν το όνομα που διάλεξε η άσπρη δράκαινα για τον εαυτό της – και ο Γκαλμπατόριξ ήταν σε θέση να παραμένουν απόλυτα ενωμένοι διανοητικά και ψυχικά, τόσο όσο κανένας από τους νέους σπουδαστές του Βρόενγκαρντ είχε ποτέ καταφέρει. Η δράκαινα βοηθούσε τον καβαλάρη της με τον λαμπρό νου να αποθηκεύει καλύτερα τις πληροφορίες που αφομοίωνε με εκπληκτική ταχύτητα στις απέραντες βιβλιοθήκες της Ντορού Αρίμπα. Αυτή παρείχε και την ενέργεια που χρειαζόταν ώστε να επεξεργάζεται την πληροφορία ευκολότερα και ταχύτερα. Όλοι οι δρακοκαβαλάρηδες, ιδίως εκείνοι που είχαν περάσει χρόνους ατελείωτους ζώντας με τον σύντροφό τους, μπορούσαν να καυχώνται ότι αυτοί και οι δράκοι τους αποτελούσαν δύο σώματα με μία διάνοια, δύο κορμιά με μία ψυχή. Το ζευγάρι όμως της Τζάρνουβοσκ και του Γκαλμπατόριξ – αν και τόσο νέοι ακόμα – το κατάφερναν απόλυτα και καλύτερα απ' όλους τους άλλους.

Αφού ο χαρισματικός νέος αφομοίωνε γρηγορότερα από τους υπόλοιπους συσπουδαστές του τα μαθήματα που του προσέφεραν και προόδευε γρηγορότερα σε σχέση με όλους τους άλλους, βρέθηκε με αρκετό ελεύθερο χρόνο για να τον αφιερώσει σε πολλές και ποικίλες μελέτες. Μόλις οι πάπυροι στις κοινές και πολυσύχναστες κάμαρες των βιβλιοθηκών είχαν ήδη γίνει κτήμα του, περιδιάβηκε τις πιο απόμακρες στοές. Σκονισμένες περγαμηνές και χιλιόχρονα δερματόδετα βιβλία ήρθαν στα χέρια του. Επισκέφθηκε ως και τις αρχαίες σπηλιές που σκαμμένες μέσα στην πέτρα του βουνού φύλαγαν την αρχαία μαγεία των φυλών που κάποτε κατοίκησαν την Αλαγαισία και εμβάθυνε στη φιλοσοφία τους. Ανακάλυψε ακόμα και αναφορές στην ύπαρξη μιας απόκρυφης, σκοτεινής μαγείας, την ύπαρξη της οποίας οι πρεσβύτεροι των δρακοκαβαλάρηδων κρατούσαν σαν μυστικό επτασφράγιστο. Αλλά όσο κι αν προσπάθησε, όσο κι αν η μαγεία του ενώθηκε μ' εκείνη της συντρόφου του, δεν κατάφερε να γίνει κοινωνός της.

'Είμαστε ακόμα τόσο νέοι…' τον παρηγόρησε η Τζάρνουβοσκ σκεπάζοντάς τον με τη φτερούγα της, όταν εκείνος την αναζήτησε στο δρακοστάσιο απαρηγόρητος για την αποτυχία του. 'Είναι τόσα πολλά που δεν ξέρουμε.'

'Είμαι σίγουρος πως μέσα σ' αυτή τη μαγεία κρύβεται η απόλυτη δύναμη' απάντησε ο Γκαλμπατόριξ καθώς έγειρε στο πλευρό της δράκαινας κλείνοντας απογοητευμένος τα μάτια. Η μαγεία που είχε χρησιμοποιήσει πρωτύτερα για να σπάσει τα μυστικά των καβαλάρηδων τον είχε τελείως εξαντλήσει. 'Οι πρεσβύτεροι είναι τόσο άπληστοι! Κρατούν για τον εαυτό τους τα καλύτερα.'

Η μουσούδα της Τζάρνουβοσκ χώθηκε κάτω απ' το φτερό της σκουντώντας παιχνιδιάρικα τον εκλεκτό της, ενώ η αγκαθωτή της γλώσσα του έγλυψε την πλάτη.

'Μην μιλάς κακά για τους πρεσβύτερους' τον μάλωσε δήθεν παρεξηγημένη. 'Άλλωστε, ένας από αυτούς είναι ο γεννήτοράς μου'.

Ο Γκαλμπατόριξ έξυσε τρυφερά τις λεπτές φολίδες κάτω απ' το ροδαλό της μουσούδι.

'Είναι ανόητοι αν νομίζουν πως κρατώντας τέτοια μυστικά κλειδωμένα μπορούν να αποτρέψουν τους περίεργους από το να τα αναζητούν διακαώς.'

'Πέτυχε μια χαρά μ' εσένα μικρούλη.' Η δράκαινα ένιωθε την εξάντληση του εκλεκτού της. Ακόμα και το κύμα ενέργειας με το οποίο τον εφοδίασε δεν ήταν αρκετό. Η υπερβολική μαγεία που είχε χρησιμοποιήσει έπαιρνε την εκδίκησή της απάνω του.

'Το μόνο που πέτυχαν είναι να μας εξαντλήσουν απόψε. Μόλις γίνουμε δυνατότεροι…'

'Αν εκείνοι πιστεύουν ότι αυτού του είδους η μαγεία είναι κάτι κακό, τότε αυτοί ξέρουν καλύτερα.' Η Τζάρνουβοσκ έκοψε απότομα την κουβέντα προσπαθώντας να στρέψει το νου του στο άδειο της στομάχι. 'Πάμε να κυνηγήσουμε παρέα' του πρότεινε. 'Και οι δύο πεινάμε.'

Ο Γκαλμπατόριξ γέλασε τυλίγοντας τα δύο χέρια του γύρω απ' το λαιμό της.

'Είμαι εξαντλημένος, ομορφιά μου' της απάντησε παιχνιδιάρικα. 'Χρειάζομαι φαγητό και ύπνο.'

'Τόσο το καλύτερο!' Η δράκαινα τον σήκωσε στον αέρα και τον απίθωσε απαλά πλάι στα ράφια με τις δρακόσελες. 'Θα κυνηγήσω και για τους δυο μας και θα κοιμηθούμε μαζί κάτω απ' τ' άστρα. Φτάνει να μου φορέσεις τη σέλα. Δεν θα ήθελες να καβαλικέψεις πάνω στις φολίδες της πλάτης μου.'

.*.*.*.

'Ο δράκος του Μπρομ δήλωσε σήμερα ότι θέλει να ονομάζετε Σαφίρα.'

Ο Μόρζαν ήταν καθισμένος στην άκρη ενός μαρμάρινου εξώστη και κοίταζε προς τη μεριά της θάλασσας. Πλάι του βρισκόταν ο κόκκινος δράκος του καθισμένος στα πίσω του πόδια, η ουρά προστατευτικά τυλιγμένη γύρω από το σώμα του εκλεκτού της. Μία μακριά, αγκαθωτή γλώσσα ξεπετάχτηκε στιγμιαία σα φίδι από τα τρομερά σαγόνια της προσπαθώντας να παγιδέψει ένα πουλί που τόλμησε να περάσει μπροστά της.

'Και πολύ καλά έκανε!'

Η δράκαινα βολεύτηκε καλύτερα στο πλευρό του εκλεκτού της ακουμπώντας την άκρη της ουράς προσεκτικά πάνω στα γόνατά του. Η κεράτινη απόληξη ήταν από μόνη της ένα δεινό όπλο. Τώρα που η δράκαινα είχε μεγαλώσει αρκετά καμάρωνε γι' αυτήν και δεν έχανε ευκαιρία να του το θυμίζει. Αλλά και το αγόρι είχε αλλάξει. Το πλούσιο φαγητό είχε γεμίσει το κοκαλιάρικο σώμα του και απαλύνει τις γωνίες του προσώπου του. Τώρα ήταν όμορφα και ζεστά ντυμένος. Μαύρο βελούδινο παντελόνι κάλυπτε τα μακριά του πόδια καθώς κι ένα ζευγάρι γυαλιστερές δερμάτινες μπότες. Άσπρο πουκάμισο και μαύρο γιλέκο με κόκκινα σιρίτια στόλιζε το πανωκόρμι του, καθώς και μια μαύρη ζώνη στην οποία είχε πάντα περασμένο ένα ασημοκαπνισμένο στιλέτο. Τα κορακάτα του μαλλιά προσεκτικά γυαλισμένα και δεμένα στην βάση του λαιμού δεν έκρυβαν πια τα παράταιρα μάτια του. Ο Μόρζαν μέχρι ώρας δεν είχε κανένα λόγο να ντρέπεται στην πόλη των δρακοκαβαλάρηδων. Οι σπουδές του στην αρχαία γλώσσα πήγαιναν περίφημα, το ίδιο και η εξάσκησή του στις πολεμικές τέχνες.

'Δεν νομίζεις ότι πρέπει κι εσύ να μου πεις το δικό σου;'

Ένα βαθύ μούγκρισμα αντήχησε από το βάθος του λαιμού του δράκου, σημάδι ότι η εκνευριστική ερώτηση δεν έπρεπε καν να είχε ξεστομισθεί.

'Όταν το αποφασίσω, θα είσαι ο πρώτος που θα το μάθει.'

Ο Μόρζαν γύρισε προς τη μεριά της δράκαινας.

'Είμαι σίγουρος ότι εδώ και μέρες το έχεις βρει, αλλά για κάποιο λόγο που εσύ μόνο γνωρίζεις μου το κρατάς μυστικό.'

Οι σχιστές ίριδες ανοιγόκλεισαν με εκπληκτική ταχύτητα και τα κόκκινα μάτια του δράκου έλαμψαν από θυμό.

'Χρειάζομαι ακόμα μερικές μέρες. Έχω κάποια ονόματα υπ' όψιν μου, αλλά δεν έχω αποφασίσει ποιο είναι το πιο τρομερό.'

'Κι εγώ τότε, μέχρι ν' αποφασίσεις θα σε φωνάζω κοκκινομάτα. Ή μήπως καλύτερα κοκκινομούρα;' Ο Μόρζαν έσκασε στα γέλια. Μερικές φορές του άρεσε να εκνευρίζει το δράκο χωρίς να καταλαβαίνει κι ο ίδιος γιατί. Μερικές άλλες ένιωθε την ανάγκη να στριμώχνει, ακόμα και να προσβάλει τον Μπρομ, αν και ήσαν οι καλύτεροι φίλοι. Ο Μόρζαν τον ένιωθε κάτι σαν αδελφό. Η ήπια ιδιοσυγκρασία του άλλου αγοριού όμως, δεν είχε δημιουργήσει μέχρι ώρας κανένα πρόβλημα στη μεταξύ τους σχέση. Και ο Μπρομ ένιωθε το Μόρζαν σαν αδελφό του. 'Κοκκινομούρα, κοκκινομούρα!' κορόιδεψε ο Μόρζαν, αλλά την άλλη στιγμή βρέθηκε ξαπλωμένος ανάσκελα, με ένα γαμψό νύχι απειλητικά κολλημένο στο λαιμό του.

'Άλλη μία φορά να το ξαναπείς και θα σου δώσω πολλή τροφή για σκέψη γιατί δεν θα έπρεπε να το έχεις κάνει!'

Το αγόρι γέλασε κι άπλωσε τα χέρια ζητώντας ν' αγκαλιάσει το λαιμό του δράκου.

'Αφού ξέρεις το πόσο σ' αγαπώ!' Σ' αυτά τα λόγια ο δράκος χαλάρωσε. Άφησε τον εκλεκτό της να σηκωθεί σιάζοντας τα ρούχα του. 'Εντάξει, μέχρι ν' αποφασίσεις θα σε φωνάζω κοκκινομάτα. Τα μάτια σου τα λατρεύω.'

Ο δράκος γουργούρισε ικανοποιημένος. Κατά τις τελευταίες εβδομάδες είχε κι αυτός μεγαλώσει. Το μέγεθός της τώρα έφτανε σ' αυτό ενός μικρού αλόγου. Είχε αρχίσει ήδη να πετά παρέα με τον δάσκαλο Γλέιντερ δοκιμάζοντας τη δύναμη των φτερών της, αλλά οι δάσκαλοί τους δεν τους είχαν ακόμα επιτρέψει να πετάξουν μαζί σαν δράκος και καβαλάρης. Ο Μόρζαν ήξερε ότι η δράκαινα ήταν υπερήφανη για την ικανότητά της στο πέταγμα. Ο δάσκαλος Γκλέιντερ την είχε ονομάσει 'πριγκίπισσα των ανέμων' μπροστά σε άλλους πολλούς νεοσσούς και η καρδιά της γέμιζε λαχτάρα να μοιραστεί αυτό το χάρισμα με τον εκλεκτό της.

'Θα έρθεις μαζί μου στο δρακοστάσιο.' Η φωνή της αντήχησε προστακτικά μέσα στο μυαλό του. 'Κι εκεί θα σε κρατήσω, να περάσεις τη νύχτα μαζί μου.'

'Και γιατί παρακαλώ θα πρέπει να στερηθώ το μαλακό μου στρώμα και να περάσω τη βραδιά μου πάνω στα άχυρα;' Ο Μόρζαν έτριψε στοργικά τις φολίδες κάτω απ' τη μουσούδα της.

'Απόψε σε θέλω κοντά μου.' Η δράκαινα τύλιξε και πάλι κτητικά την ουρά της γύρω απ' τη μέση του. 'Η παρουσία σου μπορεί να με βοηθήσει και ως το ξημέρωμα να έχω αποφασίσει για το όνομά μου.'

'Το καλό που σου θέλω!'

Το ίδιο εκείνο συναίσθημα της ζήλιας, που είχε νοιώσει το πρωί, ξαναγύρισε βυθίζοντας τα βρωμερά του νύχια βαθιά μέσα στην καρδιά του. Ο δράκος του Μπρομ να έχει όνομα, ενώ ο δικός του όχι;

.*.*.*.*.

Ο Μπρομ κράτησε τους βραχίονες κοντά στο σώμα και μάζεψε τα γόνατα προσπαθώντας να κρατήσει την άμυνά του. Ο Μόρζαν είχε εξαπολύσει μια μανιασμένη επίθεση και σαν αποτέλεσμα ο Μπρομ είχε ήδη δεχτεί μερικά δυνατά χτυπήματα στα πλευρά. Ο Μπρομ ένιωσε τη λαβή του μπαστουνιού στα ιδρωμένα χέρια του να γλιστράει, αλλά η προσοχή του παρέμεινε προσηλωμένη στις κινήσεις του αντιπάλου του. Με μία έξυπνη προσποίηση ο Μόρζαν κατεύθυνε το ραβδί του προς το κεφάλι του Μπρομ, αλλά την τελευταία στιγμή το έστριψε και προσπάθησε να τον χτυπήσει ξανά στο πλευρό. Ο βραχίονας του Μπρομ κινήθηκε γοργά αποκρούοντας. Ο Μόρζαν υποχώρησε λαχανιάζοντας. Αν μη τι άλλο, ο Μπρομ είχε καταφέρει να τον κουράσει.

'Να το κάνουμε ξανά, αυτή τη φορά πιο αργά όμως.' Ένιωθε βαρύς τους μύες των χεριών του, λες και το ξύλινο ραβδί ήταν φτιαγμένο από σίδερο.

'Έξυπνη η προσποίηση' θαύμασε ο Μπρομ. 'Θα πρέπει να μου τη δείξεις.'

Ο ήλιος είχε αρχίσει να υψώνεται στον ουρανό και η αυλή της εξάσκησης ήταν ήδη γεμάτη από ζευγάρια δρακοκαβαλάρηδων που ασκούνταν στην ξιφομαχία και όχι μόνο. Οι δύο φίλοι συνέχισαν για λίγο ακόμα, τέλος ακούμπησαν τα ραβδιά τους στον τοίχο της αυλής, μάζεψαν τα πουκάμισά τους ρίχνοντάς τα στους ιδρωμένους τους ώμους και μοιράστηκαν ένα φλασκί νερό.

'Ακούστηκε κανένα νέο για … 'κείνους;' Τα μάτια του Μόρζαν σκοτείνιασαν.

Εδώ και αρκετές βδομάδες μία ομάδα νεαρών δρακοκαβαλάρηδων και οι δράκοι τους είχαν αναλάβει ένα ταξίδι προς τα βόρια. Αποστολή τους ήταν η παρατήρηση και καταγραφή οικισμών Ούργκαλ στη Ραχοκοκαλιά. Οι δρακοκαβαλάρηδες επικοινωνούσαν κάθε σούρουπο με τη βάση τους χρησιμοποιώντας τη μαγική μέθοδο της επιφάνειας του νερού. Είχαν όμως περάσει πολλές μέρες από την τελευταία τους επαφή. Οι πρεσβύτεροι είχαν αρχίσει να ανησυχούν.

'Τα ξωτικά είπαν πως παρ' όλο που ένωσαν τις συνειδήσεις τους όλοι μαζί, δεν κατάφεραν να έρθουν σε επαφή με κανέναν από τους δικούς τους.' Ο Μπρομ είχε καλύτερη σχέση με τους δρακοκαβαλάρηδες των ξωτικών. Με την ήπια κι ευγενική στάση του γινόταν ευκολότερα αποδεκτός από τους κολλημένους στην ετικέτα 'μυτερο-αυτιάδες' απ' ότι ο Μόρζαν με την άγαρμπη – κι ώρες-ώρες αναιδή – συμπεριφορά του. 'Άκουσα πως οι πρεσβύτεροι έχουν ήδη στείλει ομάδα έρευνας. Υπάρχουν πληροφορίες ότι τα Ούργκαλ έχουν πολλαπλασιαστεί υπερβολικά τώρα τελευταία και οι αρχηγοί τους έχουν γίνει δραματικά φιλοπόλεμοι. Οι πρεσβύτεροι φοβούνται ενέδρα.'

Η συλλογικότητα με την οποία ζούσαν και δρούσαν οι δρακοκαβαλάρηδες τους όριζε αν όχι φίλους, τουλάχιστον συντρόφους. Τυπικά νοιάζονταν όλοι για όλους, αν και στην πράξη αυτό δεν ίσχυε όλες τις φορές. Ο Μόρζαν ήξερε πολλά ξωτικά που δεν θα έδιναν ούτε ένα πράσινο φύλλο, απ' αυτά που τόσο λάτρευαν, αν ο ίδιος πάθαινε κάτι. Η τύχη της συγκεκριμένης ομάδας όμως είχε γίνει το αντικείμενο συζήτησης και αγωνίας όλων των σπουδαστών και κατοίκων της Ντορού Αρίμπα, ειδικά του ίδιου του Μόρζαν. Ανάμεσά τους βρισκόταν και ο δρακοκαβαλάρης Γκαλμπατόριξ με το λευκό του δράκο Τζάρνουβοσκ, ένα είδος προσωπικού φίλου και μέντορα για το φτωχόπαιδο από το Τίρμ.

'Αφού οι πρεσβύτεροι το γνώριζαν αυτό, δεν θα έπρεπε να είχαν στείλει τόσο νέους και άπειρους δρακοκαβαλάρηδες σ' αυτή την αποστολή.'

'Νέοι μπορεί να είναι, άπειροι όμως όχι. Είναι κατά πολύ ικανότεροι από τα Ούργκαλ στο να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους. Ελπίζω να είναι όλοι καλά.' Ο Μπρομ στέναξε και έπιασε ξανά το ραβδί του. 'Ώρα να γυρίσουμε στην εξάσκηση.'

Αίφνης ο θόρυβος ξεκίνησε να απλώνεται σταδιακά από την άκρη της αυλής.

'Τους βρήκαν, τους βρήκαν...'

'Είναι γεροί;'

'Είναι ζωντανοί;'

Μια ταραχή ακολούθησε την πρώτη είδηση, μια ταραχή που απλώθηκε πάνω απ όλους σαν κύμα κι όλοι σταμάτησαν και κοίταζαν οι μεν τους δε ταραγμένοι.

'Νεκροί... όλοι τους νεκροί...'

Ο νους όλων σκοτίστηκε από τα μαύρα νέα. Μια παγωμάρα σκέπασε τους δρακοκαβαλάρηδες είτε ήσαν άνθρωποι ή ξωτικά. Εικόνες φρίκης πέταξαν ανάμεσά τους μέσω της συλλογικής τους διάνοιας.

…Δράκοι νεκροί… ξεφτισμένες, σκόρπιες φολίδες… ξεσχισμένες οι κοιλιές τους πάνω στο χιόνι… άντερα χυμένα… και οι καβαλάρηδες, άντρες και γυναίκες, με λαιμούς κομμένους… στόματα που έχασκαν… μάτια νεκρά… πτώματα ακρωτηριασμένα… και αίμα παντού… αίμα που είχε ρουφήξει με απληστία η γη και είχε πήξει ο πάγος…

'Μαύρη μαγεία! Τους χτύπησαν με βέλη μαγεμένα με σκοτεινές τέχνες.'

Ένα βογκητό ακούστηκε από τα στόματα όλων. Άνθρωποι και ξωτικά ξεκίνησαν το θρήνο.

.*.*.*.*.*.

'Έμπριθιλ, δεν βρέθηκαν όλων τα σώματα. Ένας λείπει.'

'Πολύ παράξενο...'

'Ίσως τον πήραν μαζί τους σκλάβο για κάποιο λόγο.'

'Αμφιβάλω! Τα Ούργκαλ δεν κρατούν ποτέ αιχμαλώτους. '

'Λες… να είναι ακόμα ζωντανός… κάπου;'

'Ψάξτε καλά όλη την περιοχή! Να μην μείνει πέτρα που δεν θα σηκώσετε. Φέρτε μου το κορμί του Γκαλμπατόριξ. Θα τον κηδέψω μαζί με τους άλλους αν είναι νεκρός. Αν δεν είναι…'

Πώς ήταν δυνατόν να είχε επιζήσει μετά από τέτοιο κακό; Ο λευκός του δράκος κείτονταν νεκρός ανάμεσα στους άλλους, με την καρδιά του σουβλισμένη απ' το σίδερο του μαγεμένου βέλους. Οι λευκές φολίδες της Τζάρνουβοσκ ήταν λεκιασμένες με μαύρο, πηγμένο αίμα· τα όμορφα μάτια της έχασκαν, δυο τρύπες άδειες μέσα στις οποίες γευμάτισαν τα κοράκια. Εκτός απ' αυτά όμως άλλη πληγή δεν είχε απάνω της. Ο Ουμάροθ θρήνησε τη θυγατέρα του και το βουνό ολόκληρο σείστηκε κι αντιλάλησε την οργή του δράκου.

Σε κοντινές περιοχές οι δρακοκαβαλάρηδες ανίχνευσαν Ούργκαλ σφαγμένα· αγρίμια του δάσους σακατεμένα· αιωνόβιους κορμούς ξεσχισμένους. Μα ούτε το σώμα του Γκαλμπατόριξ βρήκαν, ούτε και το ξωτικοφτιαγμένο σπαθί του.

'Έμπριθιλ, ίσως υπάρχει ακόμα γι' αυτόν κάποια ελπίδα…'

Ο Βράελ έσφιξε το λευκό σπαθί Ίσλινγκρ στο πλευρό του κουνώντας λυπημένος το κεφάλι. Ακόμα κι αν ο Γκαλμπατόριξ είχε επιζήσει, τι ελπίδα μπορούσε να υπάρχει γι' αυτόν που είχε χάσει τη μισή του ψυχή; Το μισό του μυαλό; Το άλλο μισό του κορμί;

.*.*.*.*.*.*.

'Ζει!'

Ο Μπρομ μοιραζόταν τον ίδιο χώρο, καθώς κι ένα ποτό φτιαγμένο από φύλλα μέντας, με τους φίλους του τα ξωτικά όταν ο Μόρζαν όρμησε στο δωμάτιο τεντώνοντας απότομα την πόρτα. Η βίαιη διατάραξη του ησυχαστηρίου τους διέκοψε την ήπια, στοχαστική διάθεση των ξωτικών, κάνοντάς τους να σταθούν θιγμένοι ρίχνοντας ψυχρά βλέμματα στον εισβολέα. Κάτι σαν 'στο χωριό σου δεν χτυπάνε πριν μπουν' αλλά σε ξωτικίσια διάλεκτο και με προσβλητικό ύφος έξυσε τ' αυτιά του Μόρζαν, αλλά ο ίδιος λίγο νοιαζόταν για τη γνώμη των 'μυτερο-αυτιάδων' για το άτομό του, που λίγο-πολύ την ήξερε από καιρό.

'Είναι ζωντανός!' επανέλαβε ο καβαλάρης του κόκκινου δράκου και ο Μπρομ παρατώντας το ποτήρι με το αχνιστό ποτό πετάχτηκε ορθός κι άρπαξε το φίλο του απ' τα μπράτσα.

'Τον βρήκαν; Πού είναι;'

'Εδώ! Τον έχουν φέρει στο Βρόενγκαρντ. Τώρα βρίσκεται μαζί με τους πρεσβύτερους που τον ανακρίνουν.'

Ο Μπρομ παράτησε σύξυλα τα ξωτικά και χωρίς πολλές ρεβεράντζες ακολούθησε το Μόρζαν έξω απ' το δωμάτιο· μουρμουρητά και θόρυβοι αποδοκιμασίας για την έλλειψη ευγένειας και το σπάσιμο της ετικέτας ξεπροβόδισαν τους δύο φίλους.

'Τον βρήκε ένας κυνηγός σε κακή κατάσταση και τον περιέθαλψε στην καλύβα του. Για βδομάδες ψηνόταν στον πυρετό, αλλά τελικά επιβίωσε. Κι εμένα μόλις μου τα είπαν. Δεν τον έχω δει ακόμα.' Ο Μόρζαν χειρονομώντας περιέγραφε στο φίλο του αυτά που είχε ακούσει, βαδίζοντας γοργά προς το κεντρικό κτήριο όπου είχαν τα γραφεία τους οι πρεσβύτεροι των δρακοκαβαλάρηδων και βιάζοντας τον Μπρομ να περπατά πιο γρήγορα. 'Μόλις τα πολλά χιόνια έλιωσαν, αμέσως ο κυνηγός φρόντισε και ειδοποίησε τους δρακοκαβαλάρηδες.'

Μια μικρή συγκέντρωση είχε ήδη μαζευτεί έξω απ' τους χώρους των πρεσβυτέρων που ολοένα και μεγάλωνε. Μισόλογα, μουρμουρητά και βλέμματα αγωνίας ανταλλάσσονταν μεταξύ των δρακοκαβαλάρηδων της Ντορού Αρίμπα καθώς όλοι περίμεναν. Άλλοι ήλπιζαν να μάθουν πώς είχε ξεκινήσει το κακό· άλλοι ήθελαν να ρωτήσουν για τις τελευταίες στιγμές φίλων που χάθηκαν· κι άλλοι να εξετάσουν τον ίδιο τον άνθρωπό τους, τον Γκαλμπατόριξ, που είχε επιζήσει μιας τέτοιας φρικτής μοίρας. Γιατί κακά τα ψέματα, όλοι καταλάβαιναν πως όταν ο ένας από τους δύο του ζεύγους δράκος-καβαλάρης χαθεί, ο άλλος – αν επιζήσει – παραμένει ένα ράκος. Κάποιοι έστηναν αυτί, μήπως ξεχωρίσουν καμιά κουβέντα που θα ξέφευγε απ' τις ερμητικά κλεισμένες πόρτες, όμως εις μάτην. Η ανώτερη μαγεία των πρεσβυτέρων είχε σφραγίσει καλά το χώρο.

Πέρασαν ώρες μέχρι τη στιγμή που άνοιξε αυτή η πόρτα. Οι περισσότεροι απ' τους δρακοκαβαλάρηδες είχαν ήδη βαρεθεί και είχαν φύγει. Μερικοί άλλοι υπομονετικά περίμεναν ακόμα, με τις καρδιές τους γεμάτες αγωνία, ανάμεσά τους ο Μπρομ με το Μόρζαν. Στο άνοιγμα της πόρτας φάνηκε ο ίδιος ο Γκαλμπατόριξ.

Ή ίσως όχι;

Ήταν ο Γκαλμπατόριξ αυτός που αντίκριζαν τα μάτια των συντρόφων; Ο ίδιος εκείνος χαρούμενος και χαρισματικός νέος που είχαν ξεπροβοδίσει μαζί με την ομάδα του λίγους μήνες πριν; Η ψυχή του άντρα που στεκόταν μπροστά τους είχε ολοφάνερα πεθάνει στα άγρια βουνά της ραχοκοκαλιάς. Είχε αιμορραγήσει μέχρι τέλους πάνω στον πάγο και τώρα αυτό που έστεκε μπρος τους δεν πρέπει να ήταν άλλο από το άδειο κουφάρι του. Τα σκούρα, άλλοτε λαμπερά του μάτια, ήσαν θολά, χωμένα βαθιά μέσα στις κόγχες. Δυο μισοφέγγαρα από μαύρους κύκλους στόλιζαν πια τα βλέφαρά του. Τα χλωμά σα νεκρά του μάγουλα ήσαν τραβηγμένα και χείλη φτενά πλαισίωναν τα μαυρισμένα δόντια. Το άλλοτε στητό, γεροδεμένο κορμί του έστεκε κυρτό, σκεβρωμένο, σκελετωμένο μπρος τους.

Δύο πρεσβύτεροι βιάστηκαν να βγουν διώχνοντας όλους τους νεώτερους που περίμεναν απ' έξω.

'Όχι τώρα, όχι τώρα! Η ώρα δεν είναι η κατάλληλη.'

'Παρακαλώ, πηγαίνετε όλοι. Αποχωρήστε!'

Ο ένας τους προσπάθησε να πιάσει τον Γκαλμπατόριξ από το γεμάτο ουλές μπράτσο, να τον οδηγήσει, ίσως να τον συντρέξει. Αλλά ο συντετριμμένος δρακοκαβαλάρης αρνήθηκε την προσφορά. Μ' ένα απότομο τίναγμα του χεριού του κι ένα οργισμένο βλέμμα προς τον επίδοξο βοηθό του προχώρησε μόνος ανάμεσα σε όλους. Περπάτησε ανάμεσά τους στητός με το κεφάλι ψηλά, τα μάγουλα χλωμά, τα μάτια στραμμένα στο κενό και το βλέμμα άδειο· τα μισάνοιχτα χείλη του, θα 'λεγες, σε μια άφωνη κραυγή πόνου. Προχώρησε μόνος μέχρι τη στροφή του διαδρόμου. Κι εκεί, όταν κανείς από τους άλλους δεν μπορούσε πια να τον δει, εκεί κατέρρευσε.

.*.*.*.*.*.*.*.

'Άκουσα πως θα τον στείλουν στους γονείς του.' Ο πατέρας του ήταν υπέργηρος μετά από τόσα χρόνια που ο γιος του έλειπε στο Βρόενγκαρντ, αλλά η μητέρα του, παρά την ηλικία της έκανε ακόμα κουμάντο στο υποστατικό των υποκόμηδων.

Ο Μπρομ με το Μόρζαν είχαν τρυπώσει κρυφά μέσα στην κάμαρα του Γκαλμπατόριξ. Ήταν η μέση της νύχτας και όλοι στη Ντορού Άρίμπα – άνθρωποι και δράκοι – ησύχαζαν. Τέτοια ώρα της νύχτας, τα δύο παιδιά ήλπιζαν να βρουν τον Γκαλμπατόριξ μονάχο· αν ήταν κοιμισμένος, τόσο το καλύτερο. Ήταν περισσότερο η επίμονη τρέλα του Μόρζαν που είχε συμπαρασύρει και τον Μπρομ σε ένα τέτοιο εγχείρημα. Οι πρεσβύτεροι είχαν από την πρώτη κιόλας στιγμή απομονώσει τον Γκαλμπατόριξ, απαγορεύοντας σε όλους τις επισκέψεις. Τις περισσότερες ώρες άλλωστε, κάποιος θεραπευτής βρισκόταν κοντά του να τον φροντίζει. Αλλά ο Μόρζαν είχε προσέξει πως κατά τις μικρές ώρες τις νύχτας ακόμα και αυτός αποχωρούσε και η κάμαρα έμενε αφύλαχτη. Έτσι είχαν παραφυλάξει απόψε και είχαν και οι δύο τρυπώσει μέσα κρυφά.

Ο Γκαλμπατόριξ όμως δεν κοιμόταν. Καθισμένος σε μια πολυθρόνα, με την πλάτη στραμμένη στην πόρτα, έδειχνε να αγναντεύει το νυχτερινό ουρανό και την αντανάκλαση των άστρων πάνω στην επιφάνεια της θάλασσας. Τα δύο παιδιά πλησίασαν με προσοχή, νυχοπατώντας. Το πρόσωπο του αξιολύπητου δρακοκαβαλάρη έμοιαζε κενό. Το ίδιο άδειο βλέμμα που είχαν δει στα μάτια του κατά την έξοδό του από την αίθουσα των πρεσβυτέρων παρέμενε. Μία κορδέλα σάλιο στάλαζε από τα χείλη που έχασκαν και λέρωνε το πουκάμισό του.

Ο Μόρζαν γονάτισε στο πλάι της πολυθρόνας και τον σκούντησε στον ώμο.

'Γκαλμπατόριξ; Ε, Γκαλμπατόριξ!'

Στην αρχή δεν τους έδωσε καμία σημασία, σαν να μην βρισκόταν κάποιος πλάι του και του μιλούσε. Έμοιαζε λες και ο σκοτισμένος του νους έτρεχε κάπου πολύ μακριά. Ο Μόρζαν όμως επέμενε, ώσπου το άδειο βλέμμα στράφηκε ενοχλημένο προς τη μεριά τους. Η καρδιά του αγοριού σφίχτηκε. Το ασπράδι αυτών των ματιών ήταν σχεδόν κόκκινο, γεμάτο σπασμένες φλέβες, γεμάτο αντανακλάσεις από τις φλόγες μιας κόλασης, μιας κόλασης γεμάτης φωτιά και αίμα. Πού ζούσε ο νέος αυτός όλο το προηγούμενο διάστημα; Τι φρίκη είχε βιώσει για να αρκέσουν λίγες βδομάδες να νεκρώσουν έτσι την ψυχή του;

'Εσύ! Σε ξέρω εσένα…' Τα μάτια του άστραψαν για μία στιγμή, καθώς τα λόγια βγήκαν μακρόσυρτα από τα πληγιασμένα του χείλη.

'Είμαι ο Μόρζαν, ο φίλος σου!' Το αγόρι άρπαξε το μπράτσο του νεαρού άντρα ενθουσιασμένο που είχε καταφέρει να σύρει μια ανάμνηση μέσα από το σκοτισμένο νου του. 'Και ο Μπρομ! Είναι κι αυτός εδώ, μαζί μου.'

Η στιγμιαία λάμψη αυτών των ματιών έδειξε να σβήνει βυθισμένη μέσα σε ένα βαθύ παράπονο.

'Δεν με βοήθησες… Κανείς δεν με βοηθάει…' Τα πονεμένα μάτια βούρκωσαν και δύο σταγόνες στάλαξαν πάνω στο χέρι του Μόρζαν καθώς του άγγιζε τον ώμο.

'Εγώ; Να σε βοηθήσω… Ναι, ό,τι θέλεις… ό,τι μου πεις… ό,τι και να χρειαστείς θα το κάνω!'

Την άλλη στιγμή ο συντετριμμένος δρακοκαβαλάρης τίναξε περήφανα το μέτωπο, οι ώμοι του στήθηκαν και το βλέμμα του ζωήρεψε. Άρπαξε το Μόρζαν απ' τα μπράτσα και τον κράτησε ακινητοποιημένο μπροστά του.

'Θυμάσαι; Εσύ θυμάσαι; Θυμάσαι πως σε βοηθούσα όταν πρώτο 'ρθες; Όταν τα ξωτικά σε στραβοκοίταζαν γιατί ήσουν λέει κατώτερός τους; Θυμάσαι πως εγώ πάντα σε υπερασπιζόμουν; Θυμάσαι πως σου έδειχνα ότι δεν κατάφερνες να κάνεις μονάχος; Θυμάσαι πως σε βοηθούσα κάθε φορά που προσέτρεχες σ' εμένα μέσα στην ανάγκη σου; Πες μου, θυμάσαι;' Τώρα τα μάτια του έμοιαζαν με μάτια τρελού. Ο Μόρζαν φοβήθηκε. Ο Γκαλμπατόριξ έδειχνε να έχει θυμώσει μαζί του για κάποιο ανεξήγητο λόγο καθώς τον ταρακουνούσε μέσα στα ατσάλινα χέρια του σα μαριονέτα.

'Θυμούμαι, θυμούμαι…'

'Γιατί τότε δε με βοηθάς, ε;' Τα χέρια έπεσαν άψυχα στα πλευρά του και το τρελό βλέμμα νέκρωσε και πάλι. Ο Μόρζαν βρήκε ευκαιρία να συρθεί δύο βήματα πίσω. Το χέρι του Μπρομ άγγιξε απαλά τον ώμο του φίλου του.

'Μόρζαν, ας πηγαίνουμε καλύτερα.'

Ο Μόρζαν ένευσε συγκαταβατικά. Όλα όσα είχαν ακούσει για τη διανοητική κατάσταση του Γκαλμπατόριξ φαίνεται πως ήσαν αλήθεια. Η καρδιά του όμως δεν τον άφηνε να φύγει έτσι, τουλάχιστον όχι πριν του πει δύο ακόμα λόγια. Το παιδικό πρόσωπό του πλησίασε και πάλι εκείνο του μεγαλύτερου φίλου του.

'Δεν έχω ξεχάσει όσα έχεις κάνει για μένα και ούτε θα το κάνω. Εγώ πάντα θα σε θεωρώ φίλο μου. Σου υπόσχομαι ότι θα σε βοηθήσω. Γίνε εσύ καλά κι εγώ θα σε βοηθήσω σε ό,τι μπορώ.'

Ο Γκαλμπατόριξ σήκωσε και πάλι τα μάτια πάνω του.

'Κανείς απ' αυτούς δεν με βοηθάει…'

'Εγώ θα το κάνω!' είπε με αποφασιστικότητα ο Μόρζαν. 'Θα είμαι αυτός που θα σε βοηθήσει σε ό,τι χρειαστείς. Το ορκίζομαι!'

Ο Μπρομ είχε μείνει σιωπηλός τόση ώρα. Η σκέψη πως κάτι κακό θα μπορούσε να συμβεί στη γλυκιά του Σαφίρα πάντα τον τρέλαινε. Και ιδού, όλοι οι φόβοι ζωντάνευαν μπροστά του πάνω στο πρόσωπο του Γκαλμπατόριξ.

'Λένε πως θα φύγεις, πως θα πας στους γονείς σου' είπε για να πει κάτι. Ο Γκαλμπατόριξ ένευσε πιο ήρεμος τώρα.

'Είναι αλήθεια. Σε λίγες μέρες θα φύγω, είναι κανονισμένο.' Γυρνώντας όμως προς τη μεριά του Μπρομ οι γραμμές του προσώπου του σκλήρυναν. 'Θα γυρίσω όμως! Θα γυρίσω αφού πρώτα γίνω τόσο δυνατός ώστε να κατανικήσω όλους τους εχθρούς μου.'

Το αγόρι πάγωσε. Αυτό το σκληρό πρόσωπο με το τρελό βλέμμα προοιώνιζε μόνο πόνο και βάσανα. Μακάρι ο Μόρζαν να το έπαιρνε πια απόφαση και να σηκώνονταν να φύγουν. Ο φίλος του όμως έδειχνε να έχει ξεπεράσει τον αρχικό του φόβο σκοπεύοντας να παρατείνει την παραμονή του στην κάμαρα.

'Γκαλμπατόριξ, δεν έχεις εχθρούς εδώ,' ψέλισε ο Μόρζαν 'μόνο φίλους…'

Η λέξη 'φίλους' φάνηκε να αγριεύει και πάλι το νεαρό άντρα που πετάχτηκε ορθός και τον άρπαξε με τα χέρια του για μία ακόμη φορά.

'Φίλους!' έφτυσε αηδιασμένος στο πάτωμα μπροστά στα πόδια τους. 'Αν οι καταραμένοι δεν είχαν κρατήσει τη μαγεία τους μυστική, μονάχα για τους εαυτούς τους, θα είχα τη δύναμη να τη σώσω. Η ωραία μου Τζάρνουβοσκ δεν θα είχε χαθεί.' Σωριάστηκε ξανά στην πολυθρόνα του, η απελπισία ολοφάνερη στο πρόσωπό του. 'Αλλά εσύ ορκίστηκες να με βοηθήσεις! Θα με βοηθήσεις… Ναι; Εσύ είσαι ακόμα φίλος… Δεν είσαι; Εσύ θυμάσαι πόσο… όμορφη ήταν…' Αγκάλιασε με τα χέρια τα πλευρά του κι άρχισε να κουνιέται μπρος-πίσω, ενώ ποταμοί δακρύων έτρεχαν πάνω στα χωνεμένα του μάγουλα. 'Ω αγαπημένη μου, καρδούλα της καρδιάς μου, γλυκιά μου ψυχούλα… να μην μπορέσω να σε σώσω. Πώς μ' άφησες μόνο;'

Ο Μπρομ δεν άντεξε άλλο. Η διανοητική σύνδεση που τόση ώρα μοιραζόταν με τη γαλανή Σαφίρα εντάθηκε τόσο, που η νεαρή δράκαινα μη μπορώντας να αντιμετωπίσει άλλο το αρρωστημένο συναίσθημα της απώλειας απαίτησε την άμεση παρουσία του καβαλάρη της στο δρακοστάσιο. Ο Μπρομ έφυγε τρέχοντας, παρατώντας πίσω του ολάνοιχτη την πόρτα.

Ο Μόρζαν έμεινε για λίγο ακόμα πριν κι αυτός αναζητήσει την παρουσία της αγαπημένης κοκκινομάτας. Έμεινε όσο χρειαζόταν για να ανανεώσει μία ακόμη φορά τον όρκο του. Έμεινε ώσπου ο Γκαλμπατόριξ να βυθιστεί και πάλι στο σκοτεινιασμένο κενό του μυαλού και της καρδιάς του.


Σ/Σ: Όσοι έχουν χάσει κάποιον πολύ αγαπημένο μπορούν να καταλάβουν. Ακόμα όμως και αυτοί, μετά από εύλογο χρονικό διάστημα συνέρχονται. Η αιτία; Όλοι μας έχουμε (ελπίζω) τον ολοκληρωμένο εαυτό μας. Ο Γκαλμπατόριξ όμως, όπως και ο Μπρομ αργότερα, είχαν μοιραστεί τον εαυτό τους με ένα άλλο πλάσμα. Ο βίαιος διαχωρισμός τους άφησε μισούς. Ο πρώτος χάθηκε μέσα στη μεγαλομανία και την τρέλα, ο δεύτερος έταξε τη ζωή του σε ένα σκοπό. Ο πόνος όμως θα πρέπει να ήταν αβάσταχτος και για τους δύο.

Πιστεύω πως τα ξωτικά δρακοκαβαλάρηδες – πλην των πρεσβυτέρων – θα πρέπει να θεωρούσαν τους ανθρώπους υποδεέστερους. Εκεί βασίζω και τις αναφορές μου σε αυτούς τόσο σ' αυτό, όσο και στο επόμενο κεφάλαιο. Ίσως να κάνω και λάθος, αλλά ο κόσμος των δρακοκαβαλάρηδων – παρά το ότι είχαν την ανάλογη εξουσία – κάθε άλλο παρά ιδανικός ήταν.

Ελπίζω να κατάφερα να αποδώσω τις μεταπτώσεις του σκοτισμένου μυαλού του Γκαλμπατόριξ. Ήταν πραγματικά πολύ δύσκολο.

Σας ευχαριστώ για την ανάγνωση.