Δεν υπήρχε ούτε ένα σημείο του αρχαίου κάστρου στο οποίο οι γκρίζες πελώριες πέτρες να ξεπερνούν σε ύψος το ένα μέτρο. Όποια και να ήταν η αιτία που το κατέστρεψε σε τέτοιο βαθμό, η φύση είχε ολοκληρώσει το ολέθριο έργο. Χόρτα και λουλούδια είχαν φυτρώσει ανάμεσα στα χαλάσματα ενώ κουνούπια, μικρά πουλιά και πλήθος τρωκτικών ζώων είχαν βρει στα ερείπια ένα ασφαλές σπίτι. Τυχόν έπιπλα ή αντικείμενα που δεν είχαν παρθεί ή λεηλατηθεί, εδώ και καιρό είχαν μετατραπεί σε σκόνη.
Σίγουρα ήταν ένα μελαγχολικό μέρος, γεμάτο αναμνήσεις. Μόνοι του επισκέπτες, δεκαετίες τώρα, ήταν ο ήλιος, που επεδίωκε έστω και προσωρινά, να διώξει τις σκιές μακριά από αυτό το μέρος και η βροχή, που ξέπλενε την σκόνη και το χώμα, ξανά και ξανά και ξανά.
Μα σήμερα αυτό θα άλλαζε. Ότι λίγο είχε απομείνει από το τεράστιο κάστρο είχε ντυθεί στα πορφυρά για να υποδεχτεί νέους καλεσμένους. Μία πρώτη ομάδα ήταν ήδη εκεί και δύο από αυτούς φρουρούσαν την είσοδο μιας υπόγειας στοάς που κατέβαινε βαθιά μέσα στα σωθικά του κάστρου. Η τρύπα καλυπτόταν από μία ογκώδη πέτρα, η οποία είχε μετακινηθεί περίπου μία ώρα πριν.
Η δεύτερη ομάδα επισκεπτών βρισκόταν καλυμμένη πίσω από σωρούς πετρών και σάπιων ξύλων. Για αρκετά λεπτά τώρα παρατηρούσαν προσεχτικά τους δύο φρουρούς.
Ο περισσότερο αγχωμένος εξ αυτών ήταν ο Σικαμαρού. Δικαιολογημένα. Ήξερε τώρα και αυτός και οι φίλοι του τι ακριβώς αντιμετώπιζαν. Ο Νέτζι το είχε ονομάσει, με δόσεις κυνισμού και λυρισμού, μια σκιά από το παρελθόν, που γύρισε για να τους στοιχειώσει. Και ο Νάρα συμφωνούσε. Πριν είκοσι λεπτά, η τραγική επαλήθευση της δήλωσης τούτης ήρθε. Είχαν αντικρίσει τον Κάμπουτο να εισέρχεται στην στοά συνοδευόμενος από δύο μίμτζα του ήχου.
Κάμπουτο.
Οροτσιμάρου. Σάανιν. Καταζητούμενος κι επικηρυγμένος. Φονιάς του Σαρουτόμπι. Το φίδι που πρέπει αμείλικτα να πατηθεί, κατά τον Έιζο.
Σάσκε. Αποστάτης και προδότης. Ο ένας από τους δύο τελευταίους ζωντανούς Ούτσιχα.
Οι πέντε τους είχαν μπλέξει σε κάτι άκρως επικίνδυνο. Αλλά κανείς δεν ήταν πρόθυμος να τα παρατήσει και να γυρίσει, με σκυμμένο το κεφάλι, πίσω. Ο Κίμπα δεν ήθελε ούτε να το σκέφτεται, ο Νέτζι δεν μπορούσε να πισωγυρίσει λόγω ιδεολογίας, η Μάι είχε πεισμώσει, τόσο πολύ που παρέμενε σιωπηλή, αν και τα μάτια της λέγαν πολλά, ο Έιζο είχε ορκιστεί να γευτεί αίμα.
Βέβαια, ήταν κάτι απρόσμενο, που μόλις πριν τρεις μέρες, κανείς τους δεν φανταζόταν ότι θα αντιμετωπίσει. Τώρα όμως ήταν πρόθυμοι να φτάσουν στο τέλος, όποιο κι αν αυτό είναι.
Το πλεονέκτημα που είχαν στηριζόταν στο ότι σε αντίθεση με την προηγούμενη φορά, σε αντίθεση με όλες τις προηγούμενες φορές, διέθεταν χρόνο για προετοιμασία και σχεδιασμό. Άπλετο. Ο Σικαμαρού είχε κοιμηθεί το λιγότερο από όλους, στην διάρκεια της μέρας μετά την φυγή τους, προσπαθώντας να βρει την σωστή λύση στο πρόβλημα που υπήρχε μπροστά τους.
Το παράξενο ήταν ότι η σφαίρα του Κχο Σανγκ είχε περάσει σε δεύτερη μοίρα. Όλοι τους, ακόμα κι ο Έιζο, είχαν επικεντρώσει στον Οροτσιμάρου και, παρ' ότι όλα τα στοιχεία υποδείκνυαν πως κάτι σημαντικό μαγειρεύεται, ο στόχος της ομάδας είχε επαναπροσδιοριστεί. Η αρχική αποστολή είχε μετατραπεί σε δευτερεύουσα.
Με τον Νέτζι είχε συζητήσει τις τελευταίες λεπτομέρειες και είχαν καταλήξει σε αυτό που ο Κίμπα δέχτηκε πρόθυμα μ' ένα γέλιο-ιαχή και ο Έιζο το είχε χαρακτηρίσει ως πιθανόν να πετύχει.
Περιλάμβανε πολλά στάδια, τα οποία ήταν άρρηκτα συνδεδεμένα με ποιούς ακριβώς εχθρούς θα βρουν μπροστά τους και σε κάθε στάδιο δινόταν η μέγιστη προσοχή ώστε να επιτευχθεί νίκη. Βέβαια, κάθε ένα στάδιο θεωρούταν απλώς ένας πρόλογος για το επόμενο στην σειρά.
Στο παρόν, οι πέντε δεν μιλούσαν και κοιτούσαν έντονα τους φρουρούς. Ο Ακαμαρού βρισκόταν λίγο πίσω τους, κολλημένος στο έδαφος, περιμένοντας. Ο Σικαμαρού γύρισε στον Έιζο.
''Καλύτερα να ξεκινήσεις, Έιζο. Η ώρα είναι καλή. Καλή επιτυχία.''
Ο Έιζο έγνεψε βλοσυρά και χάθηκε μπρος από τα μάτια τους, γινόμενος ένα με τις σκιές. Έγινε και ο ίδιος σκιά και χρησιμοποιώντας τες σαν μέσο κίνησης, έφτασε πίσω από τους δύο νίντζα. Μια ασθενής σκιά έπεφτε πάνω σε μια ογκώδη σπασμένη πέτρα πίσω από τους ανυποψίαστους φρουρούς. Μπήκε μέσα της.
Διοχέτευσε κι άλλο τσάκρα γύρω του και βγήκε ο μισός από την κρυψώνα του, αποκτώντας ξανά υλική μορφή. Η γυμνή λεπίδα που κρατούσε σηκώθηκε ψηλά και κατέβηκε με δύναμη, σχίζοντας τον αέρα. Ο πρώτος φρουρός δεν κατάλαβε τι τον χτύπησε. Πέρασε αστραπιαία από την ζωή στον θάνατο. Το κεφάλι του ταξίδεψε πλάγια και πέρασε μπροστά από τα έκπληκτα μάτια του δεύτερου φρουρού. Αυτός χρειαζόταν χρόνο. Τον ήθελε προκειμένου να καταλάβει πρώτον ότι ο σύντροφός του ήταν νεκρός και δεύτερον ότι κινδυνεύει θανάσιμα. Δεν τον διέθετε. Το κατάνα έκοψε ευθεία τον λαιμό και βγήκε απ' την άλλη μεριά. Ο νίντζα έπεσε κάτω.
''Εντυπωσιακό. Δεν γνώριζα ότι το σπαθί του είναι τόσο δυνατό.'' αναφώνησε ο Κίμπα, με την Μάι να συμφωνεί μαζί του.
''Δύο αποκεφαλισμοί. Ένα απλό κατάνα θα δυσκολευόταν να το πετύχει.''
''Δεν είστε αρκετά παρατηρητικοί. Δεν έχετε δει τις χρυσές γραμμές πάνω στο σπαθί του;'' ρώτησε ο Νέτζι. H Τεντεν κι o Κίμπα κούνησαν το κεφάλι τους αρνητικά.
''Παλιά, όταν κατασκεύαζαν ένα σπαθί δοκίμαζαν την κόψη του τοποθετώντας δεμένους σκλάβους στην σειρά και κόβοντας τα κεφάλια τους με ένα χτύπημα του κατάνα. Όσα κεφάλια κατόρθωνε να κόψει πέρα ως πέρα, τόσες γραμμές από χρυσό επάλειφαν πάνω στην λεπίδα. Το σπαθί του Έιζο έχει εφτά γραμμές. Είναι πράγματι φοβερό όπλο.'' εξήγησε ο Νέτζι και ξαναγύρισε την προσοχή του μπροστά, εκεί που υπήρχαν δύο πτώματα.
Ο Έιζο είχε κοιτάξει μέσα στην στοά. Βλέποντας με ευχαρίστηση τους δαυλούς που υπήρχαν κάθε τόσο ξαναμπήκε στις σκιές και προωθήθηκε μπροστά, βαθύτερα μέσα στην καρδιά του κάστρου και προς το άγνωστο.
Και ήταν σφαγή αυτό που επακολούθησε, εκεί, στα ερείπια του κάστρου του Κχο Σανγκ.
Υπήρχαν διάδρομοι και δωμάτια. Κάποιος είχε κατασκευάσει κάτι το περίτεχνο στα έγκατα της γης, για να διασφαλιστεί πως, ακόμα και το κάστρο αν κυριευτεί, θα υπάρχει ένα καταφύγιο για τους αμυνόμενους. Το οικοδόμημα κάτω από το οικοδόμημα ήταν στέρεα φτιαγμένο. Κανένα σημάδι φθοράς ή καταστροφής δεν υπήρχε. Φαινόταν λες κι ο χρόνος να έχει ηθελημένα αγνοήσει το μέρος.
Μέσα σ' αυτές τις στοές κινούταν ο Έιζο. Τον δρόμο του τον έβρισκε πηγαίνοντας από φρουρό σε φρουρό. Σκότωνε γρήγορα, χωρίς αντίσταση, τους νίντζα του ήχου και συνέχιζε. Προχωρούσε όλο και βαθύτερα με έναν επικίνδυνο τελικό προορισμό ολοένα και πιο κοντά.
Το δωμάτιο ήταν ένα τέλειο τετράγωνο, είκοσι μέτρα κάτω από την γη. Κενό από κάθε έπιπλο και διακόσμηση, πλην δύο αντικειμένων. Απέναντι από την μοναδική είσοδο υπήρχε μια μεγάλη σιδερένια πόρτα γεμάτη ανάγλυφες παραστάσεις και ρούνους. Ήταν ένα έργο τέχνης πάνω στο οποίο δεκάδες σαμουράι αντιμετώπιζαν δαίμονες. Ανάμεσά τους πετούσαν πλήθος από κάμι και νεκροκεφαλές, αναποφάσιστοι για το με ποια μεριά πρέπει να συμμαχήσουν. Πάνω απ' όλη αυτήν την μάχη πετούσαν δράκοι, σε κόκκινα και μαύρα χρώματα ενώ στην κορυφή της πόρτας βρισκόταν ένας τεράστιος ήλιος φτιαγμένος από ένα φωσφορίζων μέταλλο , του οποίου οι ακτίνες φώτιζαν τα πάντα. Η πόρτα θα ζύγιζε αρκετούς τόνους και δεν υπήρχε καμιά κλειδαριά. Ερμητικά κλειστή, δήλωνε το τέλος μιας διαδρομής.
Ακριβώς στο κέντρο του δωματίου, ανάμεσα στην μυστηριώδη πόρτα και στην είσοδο, έστεκε ένας μικρός πράσινος κίονας. Το ύψος του ήταν γύρω στα πενήντα εκατοστά και ήταν φτιαγμένος ολοκληρωτικά από ένα άγνωστο πετράδι. Διέθετε μια δική του λάμψη, όχι ισχυρή, σε κάθε περίπτωση όμως υπαρκτή. Πάνω του βρισκόταν τοποθετημένη η σφαίρα που είχε προκαλέσει τόσους θανάτους. Το τεχνούργημα του Κχο Σανγκ. Πλέον έλαμπε κι αυτό με ένα πράσινο φως.
Γύρω από τον κίονα, μια σύναξη κακού πραγματοποιούταν. Δύο επικαλυπτόμενα τρίγωνα είχαν ζωγραφιστεί με αίμα στο κρύο πάτωμα και πλήθος ρούνων υπήρχαν μέσα στην επιφάνεια τους. Ένας ειδήμων στην δαιμονική γλώσσα θα αναγνώριζε στους ρούνους λέξεις και φράσεις που δήλωναν προστασία, θάνατο και κυριαρχία. Οι δύο από τους τρεις άντρες που στέκονταν γονατιστοί στις κορυφές του ενός τριγώνου ήταν γνωστοί στον Έιζο. Τον τρίτο τον είχε δει μόλις πριν λίγη ώρα. Το μόνο που τον εμπόδιζε απ' το να επιτεθεί αμέσως ήταν οι διαταγές του Σικαμαρού και το ότι ο ρόλος του, για την ώρα τουλάχιστον, ήταν να καθαρίσει τον δρόμο μέχρι εδώ. Αυτό το είχε πετύχει, οπότε παρέμεινε κρυμμένος στις σκιές και παρακολούθησε με ενδιαφέρον αυτά που διαδραματίζονταν ακριβώς από κάτω του.
''Είμαστε έτοιμοι, Οροτσιμάρου – σάμα.''
O σάανιν με την χλωμή επιδερμίδα χαμογέλασε χαιρέκακα μόλις άκουσε τα λόγια του συνεργάτη του. Ως απάντηση, τοποθέτησε την ανοιχτή του παλάμη πάνω σ' έναν από τους ρούνους και μουρμούρισε κάποιες φράσεις. Ήταν η αρχή της τελετής και αμέσως η φωνή του ενώθηκε με των άλλων δυο σε μία ψαλμωδία τρόμου και συνάμα δύναμης.
Δεν ήταν ότι ο Έιζο δεν γνώριζε από τέτοιες τελετές τσάκρα. Αλλά το ότι συμμετείχαν σε αυτήν οι συγκεκριμένοι άνδρες, των οποίων οι δυνάμεις είναι τεράστιες, σήμαινε ότι το αποτέλεσμα θα ήταν κι αυτό τιτάνιας ισχύος. Που θα χρησίμευε όλη αυτή η δύναμη που θα απελευθερωνόταν;
Τσάκρα άρχισε να εκρέει από τα σώματα των νίντζα. Σε τεράστιες ποσότητες. Ήταν τόσο πυκνό που πλέον ήταν ορατό στον καθένα. Ένα γαλάζιο ρευστό αέριο ίδιο με την φθινοπωρινή ομίχλη. Σιγά σιγά πλησίαζε τον μικρό κίονα και την σφαίρα. Κινούταν προς τα εκεί με σκοπό, ίδιο με φίδι που κοντοζυγώνει ύπουλα το θήραμα του. Η θάλασσα του τσάκρα άρχισε να συρρικνώνεται σε μία ευθεία λωρίδα , τόσο συμπαγή που δεν μπορούσες να δεις από την άλλη μεριά και η άκρη της εισχώρησε μέσα στην σφαίρα. Βγήκε από την άλλη μεριά με το χρώμα να έχει μετατραπεί από μπλε σε μαύρο. Υπό τους ήχους των τριών φωνών που είχαν γίνει μία, το παραμορφωμένο τσάκρα σύρθηκε προς την πόρτα. Την έφτασε σε δευτερόλεπτα και οι τρεις νίντζα σταμάτησαν την τελετή, μιας και η δουλειά τους είχε τελειώσει. Με το που το αγγίχθηκε η πόρτα από την μαύρη ενέργεια, χάθηκε. Την μία στιγμή βρισκόταν εκεί, ακίνητη και ανίκητη ενώ την αμέσως επόμενη υπήρχε μόνο κενό και από την πόρτα ούτε ίχνος.
Δεν σταμάτησε όμως εκεί η μαύρη ενέργεια. Εισήλθε στο σκοτάδι του επόμενου δωματίου. Ο Orochimaru περίμενε υπομονετικά. Μόλις όλο το τσάκρα, περνώντας μέσα από την σφαίρα του Κχο Σανγκ, έγινε μαύρο, σηκώθηκε όρθιος.
''Πάμε Κάμπουτο. Ας μην τον αφήσουμε να περιμένει.''
''Χάι, Οροτσιμάρου – σάμα.'' απάντησε αυτός και στάθηκε στα πόδια του, παράλληλα με τον Σάσκε.
Ο σάανιν και ο Κάμπουτο, με αργό βηματισμό, περπάτησαν προς το δωμάτιο και, στιγμές πριν απορροφηθούν από το σκοτάδι που τους περίμενε, ο σάανιν κοντοστάθηκε.
''Σάσκε, μείνε εδώ…και όσο περιμένεις, εξόντωσε τα ποντίκια.''
''Χάι'' απάντησε με μια μανιακή ικανοποίηση το αγόρι. ''Δεν θα υπάρξουν λάθη αυτή την φορά.'' Τράβηξε το σπαθί που είχε περασμένο στην πλάτη του και περίμενε ωσότου οι δύο νίντζα να μπουν στο δωμάτιο. Ύστερα στράφηκε προς τα πάνω, μην εστιάζοντας κάπου συγκεκριμένα και φώναξε ''Έλα έξω Σοκούμο. Όπου κι αν είσαι.''
Ήταν αναμενόμενο. Δεν ήταν ο τέλειος τρόπος για να κρυφτεί κάποιος και εξάλλου, αυτός που τον φώναζε ήταν Ούτσιχα. Όχι ένας από τους ηλίθιους φρουρούς που είχε σκοτώσει πριν με τόση ευκολία. Το δίλημμα ήταν αν θα έπρεπε να φύγει, γυρίζοντας πίσω στους φίλους του και λέγοντας τους τι ακριβώς είχε συμβεί ή αντίθετα, μένοντας εδώ, να εμπλακεί σε μάχη με τον καριόλη με το σαρίνγκαν. Παρά το ότι ο Σικαμαρού τους είχε προειδοποιήσει για το πως θα εξελιχτεί μία τέτοια μονομαχία, ο Έιζο θεωρούσε πως έχει πιθανότητες νίκης.
Με μια περιφρονητική κίνηση του κεφαλιού του, χαμογέλασε, όπως ακριβώς μειδιά ο Κίμπα όταν είναι έτοιμος να αποτολμήσει κάτι παρανοϊκό. Ταξιδεύοντας μέσω των σκιών, έφτασε δίπλα στον Σάσκε. Ξεπετάχτηκε σαν πάνθηρας, με το σπαθί έτοιμο να χτυπήσει. Ακούστηκε ατσάλι πάνω σε ατσάλι και οι δυο πολεμιστές βρέθηκαν πρόσωπο με πρόσωπο σε μία εμπλοκή σπαθιών που δύσκολα σπάει.
Ο Σάσκε, πάντα σοβαρός, ενεργοποίησε το Σαρίνγκαν και κάρφωσε το βλέμμα του στον Έιζο. Ο οποίος παράλυσε, πιασμένος στην ψευδαίσθηση που δημιούργησε το κόκκινο μάτι. Το σπαθί του Ούτσιχα σηκώθηκε για να χτυπήσει τον αβοήθητο αντίπαλο του και ξανακατέβηκε σχεδόν αμέσως για να αποκρούσει μία ευθεία προβολή του κατάνα του Έιζο προς το στήθος του Σάσκε. To ίδιο απεγνωσμένα, κατάφερε, πάλι την τελευταία στιγμή, να αποκρούσει άλλες δύο προβολές του εχθρικού κατάνα.
Έκπληκτος, οπισθοχώρησε και κοίταξε τον Έιζο που χαμογελούσε. Και είδε, στο αδύναμο φως που έριχναν οι δαυλοί, ότι στα μάτια του είχαν συγκεντρωθεί σκιές.
''Το σαρίνγκαν σου δεν μπορεί να τις διαπεράσει.'' Με αυτήν την προειδοποίηση ο Έιζο επιτέθηκε, στριφογυρνώντας το σπαθί γύρω από το κεφάλι του.
Όχι μόνο αυτό, αλλά δεν τον εμποδίζουν και στο ελάχιστο να βλέπει, σκέφτηκε o Σάσκε, παρεμβάλλοντας το κατάνα του ανάμεσα στο κεφάλι του και το σπαθί του Έιζο που κατέβαινε. Ακούστηκε μία δυνατή κλαγγή και το χέρι του Σάσκε μούδιασε.
''Τέτοια τεχνάσματα δεν θα σε σώσουν.'' είπε ο Σάσκε και, αλλάζοντας χέρι στο όπλο, επιτέθηκε με καινούρια ορμή.
''Έχουν περάσει δέκα λεπτά.''
''Μμμμ, ας ξεκινήσουμε.''
''Πως θα βρούμε τον Έιζο;''
''Απλά θα ακολουθήσουμε τα πτώματα.'' απάντησε με ευχάριστο ύφος ο Κίμπα.
''Οι νίντζα του ήχου απέδειξαν στο κάστρο του Ζένκο ότι δεν είναι σπουδαίοι πολεμιστές. Ο φίλος μας δεν θα έχει πρόβλημα μαζί τους.'' Με αυτά τα λόγια, ο Νάρα ξεκίνησε. Δίπλα του περπατούσε ο Νέτζι και από πίσω έρχονταν ο Κίμπα με την Μάι.
Πριν διασχίσουν τριάντα μέτρα, η φωνή της Μάι τους σταμάτησε.
''Σταθείτε.'' Γυρίζοντας όλοι, είδαν ότι είχε παραμείνει στην θέση της. Κάτι κράταγε. ''Θέλω, πριν μπούμε στην στοά, να μάθετε κάτι.'' Και υπό το απορημένο βλέμμα του Σικαμαρού και του Κίμπα, φόρεσε την μάσκα ANBU που είχε στο χέρι της. Ήταν μαύρη, ένδειξη ενός ANBU που δεν έχει γευτεί ακόμα αίμα και αναπαριστούσε μία λύκαινα. Στο σημείο του μετώπου είχε χαραχτεί το σήμα του Κόνοχα και ακριβώς κάτω από τις τρύπες των ματιών δύο λεπτές κόκκινες γραμμές υπήρχαν.
''Τρεις μήνες έχουν περάσει από τότε που έγινα δεκτή στους ANBU.'' Ο τόνος της ήταν σχεδόν απολογητικός, μην ξέροντας ποια θα είναι η αντίδραση των φίλων της.
Ώστε είχε δίκιο, σκέφτηκε ο Σικαμαρού και κοίταξε τον Κίμπα, ο οποίος χοροπήδησε ενθουσιασμένα. ''ANBU ε; Τέλειο. Το βρίσκω σχεδόν αδύνατο να αντισταθώ.''
''Όντως,'' παρενέβη ο Νάρα ''είναι πολύ καλό που έχουμε μία κουνόιτσι ANBU μαζί μας. Θα βοηθήσεις. Ασφαλώς, έχω απορίες και θα ήθελα να μου το πεις νωρίτερα αλλά όλα αυτά μπορούν να περιμένουν. Έχουμε κάτι σημαντικότερο να κάνουμε. Πάμε.''
Γυρίζοντας, κατευθύνθηκε προς την είσοδο της υπόγειας στοάς. Τον ακολούθησαν πειθήνια. Ήταν καλό που όλοι είχαν δεχτεί ήρεμα τα νέα. Αν και ο Νέτζι πρέπει να το ήξερε. Δεν είχε αντιδράσει στο παραμικρό.
Και τώρα, φίλοι μου, καλή επιτυχία σε όλους μας.
Η αγέλη πήγε να συναντήσει το πέμπτο μέλος της. Και την μάχη.
Υπήρχε η αίσθηση της απεραντοσύνης. Το δωμάτιο ήταν τεράστιο, φτιαγμένο για τιτάνες. Θα μπορούσαν κάλλιστα να μην υπάρχουν τείχη πέραν του πατώματος και αυτό να εκτείνεται στο άπειρο. Η πλήρης απουσία φωτός προσέδιδε στην ιδέα του μη τέλους, στην εντύπωση ότι οι άνθρωποι είναι μυρμήγκια μέσα σ' αυτόν τον χώρο. Ο Κάμπουτο αμέσως ένιωσε ασήμαντος, σαν μια προσωρινή σκιά που σύντομα θα σβήσει από τον ήλιο. Έκανε ένα τζούτσου φωτός και μερικές δεκάδες μέτρα γύρω του φωτίστηκαν, χωρίς πάλι να αποκαλυφτεί ένα τέλος στο δωμάτιο, παρά μόνο πέτρες, ίδιες και απαράλλαχτες, ένα σκοτεινό μοτίβο πατώματος, κενό από κάθε αντικείμενο ή αρχιτεκτονική διακόσμηση.
Η απαισιοδοξία άρχισε να κατατρώει τον Κάμπουτο. Όχι όμως και τον Οροτσιμάρου. Ήταν προετοιμασμένος και είχε σημαντικότερα πράγματα να σκέφτεται απ' το να ασχολείται με άδεια αισθήματα όπως απογοήτευση.
Άρχισε τις επικλήσεις. Δάγκωσε το δάχτυλό του και με το αίμα εκτέλεσε μια τεχνική τζούτσου. Ο χώρος μπροστά του γέμισε καπνό και όταν διαλύθηκε, εντός ενός χρονικού διαστήματος που δεν ξεπερνούσε τα δευτερόλεπτα, ένα τεράστιο μοβ φίδι βρισκόταν μπροστά στους δύο νίντζα. O όφις ήταν έτοιμος να ορμήσει.
''Τι είναι αυτό το μέρος, Οροτσιμάρου; Που με μπλέκεις;'' Η φωνή του φιδιού ήταν γεμάτη μίσος και πανουργία. Τα λόγια του και μόνο, βγαλμένα από διχαλωτή γλώσσα, μπορούσαν να υπνωτίσουν και έφερναν μια ελαφριά ζάλη στους κατώτερους ανθρώπους.
''Ζητώ την βοήθεια σου, Μάντρα – σάμα. Ως αντάλλαγμα έχω προετοιμάσει εκατό θυσίες και το αίμα παραπάνω από διακοσίων ανθρώπων σε περιμένει.''
Ο Μάντρα κατέβασε το κεφάλι του ώστε να κοιτάει τον σάανιν στα μάτια. Ήταν προς τιμήν του Οροτσιμάρου το ότι δεν φάνηκε να επηρεάζεται στο ελάχιστο από τον τρόμο που υπήρχε μπροστά του. Λίγοι ήταν αυτοί που μπορούσαν να αντέξουν το κοίταγμα από αυτές τις δύο κίτρινες σφαίρες του φιδιού.
''Χμ...Αναγνωρίζω αυτό το μέρος. Το ξέρω από τους μύθους. Να θυμάσαι, Οροτσιμάρου, ότι δεν μπορώ να πεθάνω. Έχεις πάρα πολλά να χάσεις.'' Λέγοντας αυτά, ο Μάντρα έκλεισε τα μάτια του και κουλουριάστηκε. Σταμάτησε ακόμα και τον χτύπο της καρδιάς του και απλά, περίμενε.
Η επόμενη δουλειά του Οροτσιμάρου απαιτούσε περισσότερη συγκέντρωση. Τα χέρια του σχημάτισαν μία περίτεχνη ακολουθία από σφραγίδες και το τσάκρα του κινήθηκε προς τα έξω. Επρόκειτο για μια απαγορευμένη τεχνική τζούτσου και η προσπάθεια έκανε τον νίντζα να ιδρώσει προκειμένου να πετύχει το επιθυμητό αποτέλεσμα.
Μπροστά του, δύο φέρετρα άρχισαν να βγαίνουν από το έδαφος. Οι πέτρες έσπασαν από τα αντικείμενα που προσπαθούσαν να βγουν έξω και χώμα, με μια μυρωδιά νοσηρή και σαπισμένη κύλησε γύρω από τα φέρετρα. Ο Κάμπουτο έβλεπε σιωπηλός τα δύο κουτιά να ανοίγουν και δύο άντρες να βγαίνουν έξω με ασταθές βήμα. O Κάμπουτο ήταν ένας αλαζονικός άνδρας, σίγουρος για τον εαυτό του, αλλά τώρα, θα δίσταζε να βρεθεί αντιμέτωπος με τους δύο συγκεκριμένους νεκροζώντανους. Στραβοκατάπιε.
Ο ένας εκ του ζευγαριού, κοντός με ξανθά μαλλιά που έφταναν ως την μέση του στράφηκε στον Οροτσιμάρου. ''Ποιές είναι οι διαταγές σου;'' Φορούσε ένα μαύρο κιμονό και το χιτάι – ίτε στο μέτωπό του είχε χαραγμένο ένα τρίγωνο του οποίου οι πλευρές ήταν καμπυλωτές. Στην ζώνη του, δύο κατάνα ήταν περασμένα και ένα τρίτο βρισκόταν στην πλάτη του.
Η απάντηση του Οροτσιμάρου ήταν εντελώς περιφρονητική, κατάλληλη προς δύο σκλάβους που είχαν ξαναζήσει χάρη σ' αυτόν. ''Θα πολεμήσεις και θα πεθάνεις για μένα.'' Οι δύο άνδρες υποκλίθηκαν.
''Και τώρα περιμένουμε'' δήλωσε ο σάανιν. O Κάμπουτο έγνευσε και κάθησε οκλαδόν στο πάτωμα. Δεν θα χρειαζόταν να περιμένουν πολύ. Το μαύρο τσάκρα είχε εξαφανιστεί απ' το οπτικό τους πεδίο, ολοένα κινούμενο βαθύτερα στο δωμάτιο. Κάποιο μέρος του θα πρέπει να έχει αρχίσει να εισχωρεί στο έδαφος. Σύντομα.
Μέχρι τώρα είχαν συναντήσει έξι πτώματα. Είχαν σκοτωθεί γρήγορα, ανώδυνα. Κανένα ίχνος πάλης δεν υπήρχε. Η αγέλη είχε προσπεράσει τους νεκρούς χωρίς να σπαταλήσει δεύτερη ματιά.
Πρώτοι πήγαιναν ο Σικαμαρού κι ο Νέτζι, ακολουθούμενοι απ' την Μάι. Ο Κίμπα και ο Ακαμαρού έρχονταν τελευταίοι, αποτελώντας την καλύτερη οπισθοφυλακή. Βάδιζαν γρήγορα αλλά σιωπηλά, καθώς τώρα οι λέξεις ήταν περιττές. Το μόνο που ενδιέφερε ήταν να φτάσουν έγκαιρα.
Το μέρος ήταν πολύ μεγαλύτερο σε έκταση από το κάστρο πάνω από τα κεφάλια τους. Υπήρχαν στην πορεία τους δωμάτια και επιπρόσθετοι διακλαδιζόμενοι διάδρομοι, όμως δεν τους έδιναν σημασία. Ακολουθούσαν το θανατηφόρο έργο του Έιζο στο κύριο διάδρομο, που ήταν και ο πιο πλατύς. Και οι νεκροί πλήθαιναν.
Ήταν μετά από μία ομάδα τεσσάρων σφαγιασμένων νίντζα, στην είσοδο ενός θαλάμου που κάποτε χρησίμευε ως φυλάκιο, που επήλθε η καταστροφή. Ο Σικαμαρού, ο Νέτζι και η Μάι είχαν εισέλθει στο μακρόστενο δωμάτιο και από πίσω τους, ο Ακαμαρού πάτησε μια πέτρα και το βάρος του την έσπρωξε προς τα μέσα. Ένας ξερός μεταλλικός ήχος ακούστηκε και ακριβώς στην είσοδο ένας τεράστιος τετράγωνος μαύρος ογκόλιθος έπεσε προς τα κάτω.
Η μόνη που κατάλαβε έγκαιρα τι γινόταν και είχε έναν κάποιο χρόνο αντίδρασης ήταν η Μάι. Δίχως να το πολυσκεφτεί, γύρισε και πήδησε προς τα έξω. Χρειάστηκε να σκύψει, αφού το άνοιγμα μειωνόταν όλο και περισσότερο και στιγμές πριν η βαριά πέτρα σφραγίσει εντελώς την είσοδο, βρέθηκε σερνόμενη δίπλα στον λευκό σκύλο. Μέσα σε δευτερόλεπτα η ομάδα κόπηκε στα δυο και ανάμεσα τους υπήρχαν δεκάδες κιλά από γρανίτη.
''Γιατί το έκανες αυτό;'' ρώτησε λίγο θυμωμένα ο Κίμπα, κατά βάθος όμως χαιρόταν για την απόφασή της.
''Καθαρό ένστικτο.'' απάντησε ψύχραιμα η κοπέλα. ''Δεν θα ήταν σωστό να μείνεις μόνος σου.''
Ο Ακαμαρού, καταλαβαίνοντας ότι αυτό έγινε από λάθος του, χίμηξε στον ογκόλιθο με την τεχνική γκατσούουγκα. Χωρίς αποτέλεσμα. Το μόνο που κατάφερε ήταν να αποσπάσει μικρά πέτρινα θραύσματα.
''Ακαμαρού, σταμάτα. Είναι ανώφελο.'' διέταξε ο Κίμπα όταν είδε τον σκύλο του να παίρνει φόρα για να ξαναχτυπήσει τον τοίχο. Σκέφτηκε τις επιλογές που του παρουσίαζε αυτή η παγίδα, η οποία βέβαια, με την ατυχία τους στο ύψιστο, θα πρέπει να ήταν η μόνη που λειτουργούσε τόσα χρόνια μετά. Δεν μπορούσε να σπάσει τον τοίχο. Ούτε οι άλλοι δύο μπορούσαν από την άλλη μεριά. Το μόνο που έμενε ήταν να ελπίζει ότι κάποια από τις παρόδους που είχαν προσπεράσει θα τον οδηγούσε στους φίλους του. Ναι. Θα ακολουθούσε την μυρωδιά τους. Και θα ευχόταν το καλύτερο.
''Ακολουθήστε με'' είπε και έτρεξε προς τα πίσω, μπαίνοντας στον πρώτο διάδρομο δεξιά που βρήκε. Ευτυχώς υπήρχαν δαυλοί και δεν θα αντιμετώπιζαν δυσάρεστες εκπλήξεις.
''Καταλαβαίνω τι πας να κάνεις.'' μίλησε η Τεντεν από πίσω του. ''Μπορεί να υπάρχουν κι άλλες παγίδες όμως.''
Ο Κίμπα ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους του. Δεν το είχε σκεφτεί αυτό. Αλλά καμία σημασία δεν είχε. Προείχε να φτάσουν τους τρεις φίλους τους. Συνέχισαν με την ίδια ταχύτητα μέσα στους διαδρόμους.
''Ας ελπίσουμε να μας συναντήσουν πιο κάτω. Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα άλλο.''
Ο Σικαμαρού κοίταξε τον Νέτζι που είχε ενεργοποιημένο το Μπαϊακούγκαν. Αν ήταν στην θέση του Κίμπα, θα έκανε το ίδιο. Αλλά και πάλι ήταν μεγάλη ατυχία. Για την ώρα, έπρεπε να αφαιρέσει τον Κίμπα και την Μάι απ' τα σχέδια του. Μεντοκσέι.
''Το να μείνουμε εδώ είναι άσκοπο.'' είπε κι ο Νέτζι συμφώνησε. Άρχισαν πάλι την πορεία τους και τρία λεπτά μετά, ο Χιούγκα σταμάτησε με τον χέρι του τον Σικαμαρού. ''Ευθεία μπροστά. O Έιζο κι ο Σάσκε.''
Ο Σικαμαρού αναστέναξε. Περίμενε, πέρα από κάθε λογική ότι δεν θα παρουσιαζόταν μπροστά τους ο αναθεματισμένος Ούτσιχα. Ότι δεν θα χρειαστεί να αλληλεπιδράσουν μαζί του. Και αυτά τα λόγια του Νέτζι ήταν ο θάνατος των προσδοκιών του.
Ακολούθησε τον φίλο του που έτρεχε μπροστά και σύντομα ήχοι σπαθιών έφτασαν στα αυτιά του. Επιτάχυναν, έστριψαν αριστερά και μετά πάλι δεξιά και βρέθηκαν, αμφότεροι, στο δωμάτιο που γινόταν η μάχη.
Ο Έιζο και ο Σάσκε αντάλλαζαν σπαθιές και πίσω τους, σε μία μικρή πράσινη στήλη βρισκόταν μία σφαίρα. Παρ' ότι δεν την είχαν ξαναδεί ποτέ, κανείς τους δεν είχε αμφιβολία για το ότι αυτή ήταν η σφαίρα που κυνηγούσαν. Του Κχο Σανγκ.
Η ξαφνική είσοδος των δύο έδωσε μία παύση στην αναμέτρηση. Ο Σάσκε πήδησε προς τα πίσω και γονάτισε στο ένα πόδι. Ο Έιζο ακούμπησε την μύτη του κατάνα στο πάτωμα και πήρε ανάσες. Ήδη είχε μια μικρή αμυχή στο μπράτσο. ''Ο Οροτσιμάρου και ο Κάμπουτο βρίσκονται στο επόμενο δωμάτιο. Ξεμπερδεύουμε μ' αυτό το μπάσταρδο και πάμε να τους συναντήσουμε.'' ακούστηκε η φωνή του μέσα από σφιγμένα δόντια κι έκανε δύο βήματα προς τον Ούτσιχα. Σπίθες πετάχτηκαν από την τριβή του σπαθιού πάνω στο πέτρινο δάπεδο.
''Νέτζι και Σικαμαρού και ένας Σοκούμο. Για τον Κίμπα ξέρω ήδη. Ο πέμπτος ποιος είναι;''
''Η Μάι'' απάντησε μετά από λίγο ο Νέτζι.
''H Τεντεν; Στέλνουν μωρά εναντίον μου;''
''Μην ξεχνάς ότι ήσουν στην ίδια τάξη με αυτά τα μωρά.'' του αντιγύρισε ο Σικαμαρού. Ήταν ήρεμος, κύριος των συναισθημάτων του.
''Αυτά ανήκουν στο παρελθόν. Και εγώ το έχω κάψει.'' Λέγοντας αυτά, ο Σάσκε σηκώθηκε αργά αργά σε όρθια θέση.
''Συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Το παρελθόν έχει κάψει εσένα, Σάσκε. Βαδίζεις σε έναν δρόμο γεμάτον μίσος και αίμα, ο οποίος δεν είναι καν δικός σου. Είναι το μονοπάτι που επέλεξε ο Ιτάτσι και το ακολουθείς τυφλά, ενώ θα έπρεπε να έχεις διαλέξει τον δικό σου δρόμο.''
''Δικός μου είναι. Όπως κι η επιλογή. Αυτό είναι κάτι που δεν θα τολμήσει να κάνει κανείς σας στο Κόνοχα. Αδυνατείτε να αναλάβετε τις ευθύνες σας.''
''Μην χαρακτηρίζεις ως δειλία κάθε τι που δεν καταλαβαίνεις. Εμείς δεν φοβόμαστε να κάνουμε λάθος. Δεν τρομοκρατούμαστε με το να μην είμαστε τέλειοι. Εσύ αντίθετα φοβάσαι τόσο πολύ να ζήσεις που – ''
''Δεν είσαι εσύ ικανός να με κρίνεις, Σικαμαρού. Δεν έχασες εσύ την οικογένειά σου εν μια νυκτί. Δεν ήσουν εσύ που στερήθηκες τα πάντα. Το μόνο που έχω πλέον είναι αναμνήσεις.''
''Ηλίθιε Σάσκε'' χαμογέλασε ο Σικαμαρού. ''Αναρωτιέμαι πως και αυτές οι πολύτιμες αναμνήσεις δεν κάηκαν μαζί με το υπόλοιπο παρελθόν σου.'' Ξάφνιασμα εμφανίστηκε αστραπιαία στα σαρίνγκαν, αφορμή για τον Νάρα να συνεχίσει. ''Και ο Γκάαρα έμεινε μόνο με αναμνήσεις. Και υπάρχει κι ένα άτομο που δεν είχε καθόλου αναμνήσεις γονιών ή φίλων…Κανείς τους δεν εξελίχτηκε σε μαλάκα όπως εσύ.''
Ο Σάσκε δίστασε για λίγο. ''Λόγια και μόνο λόγια, Νάρα. Εγώ εδώ και καιρό μιλώ με πράξεις. Ο Ιτάτσι – ''
''Ναι, o Ιτάτσι. Τι θα γίνει όταν τον σκοτώσεις; Τι νομίζεις ότι θα συμβεί; Θα είσαι ένας άνθρωπος χωρίς ψυχή. Πιστεύεις πως θα μπορέσεις να γυρίσεις πίσω; Στην Σάκουρα και στον Ναρούτο που θα σε υποδεχτούν ως ήρωα; Ως τον αγνό πολεμιστή που σκότωσε τον κακούργο; Μήπως σκέφτεσαι ότι θα πάρεις και την θέση του Χοκάγκε;''
''Μιλάς για μένα Νάρα, αλλά τι συμβαίνει με σένα; Γνωρίζω ότι δοκίμασες ήδη μια φορά να με γυρίσεις πίσω. Χωρίς αποτέλεσμα. Τώρα προσπαθείς να κάνεις το ίδιο; Να εξιλεωθείς στα μάτια του χωριού για την προηγούμενη αποτυχία σου;''
''Τώρα εσύ, Ούτσιχα, παίζεις με τις λέξεις. Είσαι ασήμαντος. Για όλους σε αυτό το δωμάτιο και στο δίπλα. Το ξέρω το είδος σου. Μάθε το κι εσύ. Φανατικοί αλαζόνες που επικηρύσσονται και πεθαίνουν. Οι αληθινοί – ''
''Κρίμα Νάρα. Είσαι εδώ για να μιλήσεις. Εγώ για να πολεμήσω.'' Λέγοντας αυτά, ο Σάσκε χάραξε την παλάμη του με την μύτη του κατάνα και εκτέλεσε ένα τζούτσου επίκλησης. Αμέσως, μια τεράστια τίγρη εμφανίστηκε δίπλα στον κάτοχο του σαρίνγκαν.
Επρόκειτο για ένα υπέροχο ζώο, στο ίδιο περίπου μέγεθος με τον Ακαμαρού, με πανίσχυρους μύες και κίτρινα μάτια που είχαν δει τον θάνατο σε πολλές μορφές.
''Υπάρχουν ένα αγόρι, ένα κορίτσι και ένας σκύλος εδώ μέσα, αγαπητή μου. Φέρε μου τα πτώματά τους.''
Πριν προλάβει κάποιος ν' αντιδράσει, η τίγρη ξεχύθηκε μπροστά σαν σίφουνας. Την τελευταία στιγμή κυριολεκτικά, ο Νέτζι κι ο Σικαμαρού πήδησαν στο πλάι και η τίγρη βγήκε έξω και χάθηκε στον διάδρομο. Αν παρέμεναν στην θέση τους, η σύγκρουση και μόνον θα τους είχε λιώσει.
''Τώρα, ας ασχοληθώ με εσάς.'' είπε ο Σάσκε, τρέχοντας εναντίον του Σικαμαρού. Aπελευθέρωσε τσάκρα στο αριστερό του χέρι μέχρι που δημιούργησε μια μπάλα στο χρώμα του κεραυνού. Έβγαζε ήχο εκατοντάδων πουλιών και γραμμές ηλεκτρισμού έφευγαν απ' την σφαίρα προς κάθε κατεύθυνση. Με κατάνα και τσιντόρι πλησίαζε τον Νάρα, ο οποίος δεν είχε κατορθώσει να σηκωθεί ακόμα απ' το έδαφος. Ακόμα και υπό αυτές τις συνθήκες, ο ίσκιος του επιμηκύνθηκε προς τον Σάσκε, ξανά και ξανά, αλλά μάταια. Η σκιά δεν ήταν τόσο γρήγορη όσο ο νεαρός Ούτσιχα, που την απέφευγε εύκολα.
Έχοντας φτάσει στα δύο μέτρα από τον αντίπαλο του, o Σάσκε ήταν έτοιμος να τον χτυπήσει με τον τσιντόρι, όταν μια φιγούρα εμφανίστηκε ξαφνικά δίπλα του. Αντέδρασε ενστικτωδώς. Έριξε το τσιντόρι προς αυτήν την κατεύθυνση και μύρισε σχεδόν αμέσως καμένη σάρκα. Παράλληλα ένιωσε έναν πόνο στο στήθος του, λίγο κάτω από τον ώμο. Γύρισε και είδε τον Έιζο, με τα πόδια άφαντα, χωμένα μέσα σε μία σκιά και το σπαθί του να έχει διαπεράσει τον ώμο του. Το τσιντόρι τον είχε πετύχει στο στομάχι στο σημείο όπου το σώμα ήταν μέσα στην σκιά. Ο νίντζα με την μάσκα, παρά το βαρύ τραύμα, δεν έδειχνε σε καμιά του κίνηση ότι πόναγε.
''Δεν φοβάμαι τις σκιές σας ανόητοι'' καυχήθηκε ο Σάσκε και πισωπάτησε για να βγει από την εμβέλεια του αντιπάλου του. Το κατάνα του Έιζο σύρθηκε έξω από την πληγή με έναν απαίσιο ήχο τριβής ατσαλιού σε κόκαλο.
''Μην φοβάσαι τις σκιές, αλλά την φωνή που τις διατάζει.'' ψιθύρισε ο Έιζο κι άρχισε να ανοιγοκλείνει το στόμα του, χωρίς να βγαίνει φωνή. Παντού στο δωμάτιο, από το κέντρο μέχρι την πιο απομακρυσμένη γωνία, οι σκιές ζωντάνεψαν.
Υπήρχαν αρχέγονες δυνάμεις σ' αυτόν τον κόσμο. Ζούσαν στα όρια της φαντασίας, στην ομίχλη των μύθων και στα παραμύθια των παιδιών. Αν η ύπαρξη τους γινόταν γνωστή, η καθημερινότητα θα μετατρεπόταν σε εφιάλτη.
Η διάρκεια ζωής τους μετριόταν σε αιώνες, απόδειξη της ισχύος τους. Επρόκειτο για παντοδύναμα όντα, τα οποία είχαν αναλάβει ανά καιρούς ρόλους τυράννων, σφαγέων, ηγεμόνων, απειλής.
Έτσι, ήταν απόλυτα δικαιολογημένος ο αποκλεισμός και η φυλάκισή τους.
Το μαύρο τσάκρα που είχε απελευθερωθεί κατά την τελετή, διείσδυε ανάμεσα στις πέτρες και κατέβαινε όλο και πιο βαθιά, μέχρι που έφτασε σε ένα απ' αυτά τα όντα. Το τύλιξε, το αγκάλιασε σαν το φιλί του εραστή, μπήκε μέσα του. Έφτασε απαλά στην καρδιά του και στο μυαλό του και το ξύπνησε.
Πήρε αρκετά λεπτά στο πλάσμα για να θυμηθεί το όνομά του και ποιος είναι. Ανακάλεσε στην μνήμη του ότι είχε φυλακιστεί, άγνωστο για πόσο, και με τι τρόπο. Αυτή η σκέψη τον εξαγρίωσε.
Η οργή έγινε μίσος και τίναξε το σώμα του, σπάζοντας και θρυμματίζοντας πέτρες. Άνοιξε τα δυνατά φτερά του και σαν ελατήριο πήδησε προς τα πάνω. Ήθελε εκδίκηση, πριν όλα τα άλλα. Τσάκρα βγήκε απ' το σώμα του, τόσο έντονο που οι πέτρες από πάνω του άρχισαν να λιώνουν.
Πλησίαζε την επιφάνεια. Το ένιωθε.
Περιπλανιόντουσαν από διάδρομο σε δωμάτιο και σε άδειο δωμάτιο πάλι. Η αλήθεια ήταν προφανής μπροστά στα μάτια της Τεντεν, δεν την παραδεχόταν φωναχτά όμως, όχι όσο ο Κίμπα έσφιγγε βίαια τις γροθιές του και τίναζε το κεφάλι του πέρα δώθε ανυπόμονα, προσπαθώντας να εντοπίσει τους φίλους του. Ο θυμός του είχε περάσει και στον Ακαμαρού. Το ζώο φαινόταν έτοιμο να ξεσπάσει. Καταλάβαινε ίσως κι αυτό ότι ο Σικαμαρού και οι υπόλοιποι μπορεί να διατρέχουν θανάσιμο κίνδυνο όσο αυτοί περιπλανιόντουσαν άσκοπα στους εγκαταλελειμμένους θαλάμους.
Το μέρος ήταν τεράστιο. Ένας λαβύρινθος, ικανός να αποπροσανατολίσει τον οποιονδήποτε επίδοξο εισβολέα. Ακριβώς όπως γινόταν τώρα.
Ο Ινουζούκα σταμάτησε και η φωνή του μετά βίας ακούστηκε καθώς ήταν περισσότερο μούγκρισμα παρά καθαρή ομιλία. ''Άλλο ένα δωμάτιο. Μόνο ένα. Μετά θα αρχίζω να γκρεμίζω αυτό το μέρος.''
Μην περιμένοντας την Μάι να απαντήσει, ο Κίμπα χώθηκε στο δωμάτιο μπροστά. Ήταν κι αυτό άδειο από ζωή. Υπήρχαν άλλες τρεις έξοδοι, οι δύο κλεισμένες με ξύλινες σαπισμένες πόρτες. Στο μέσο της μιας πλευράς, κολλητά στον γυμνό τοίχο, έστεκε ένα πέτρινο άγαλμα. Αναπαριστούσε, σε κανονικό μέγεθος, έναν σαμουράι με το σπαθί τραβηγμένο.
''Απολύτως τίποτα. Αυτό ήταν. Θα ανοίξω εγώ δρόμο. Όσο χρόνο κι αν πάρει.'' κραύγασε αποφασιστικά ο Κίμπα και προχώρησε προς τον σκύλο του.
Η τεχνική τζούτσου που εκτελέστηκε μορφοποίησε τα σώματα του ανθρώπου και του σκύλου όπως και το τσάκρα τους. Στα έκπληκτα μάτια της Μάι, οι δυο φιγούρες ενώθηκαν σε μία. Σε στιγμές, στεκόταν μπροστά της ένα δικέφαλο κτήνος, πολύ μεγαλύτερο του Ακαμαρού. Με λευκό τρίχωμα και μυτερά αυτιά, θύμιζε περισσότερο λύκο παρά σκυλί. Είχε ξαναδεί αυτήν την μεταμόρφωση, αλλά κάθε φορά την γέμιζε δέος. Οι μύες του φαίνονταν να συγκρατούν εντυπωσιακή δύναμη.
Ένα ίχνος χαμόγελου εμφανίστηκε στα χείλια της κοπέλας με την μάσκα λύκαινας, λόγω του συνειρμού που έκανε.
Ο τοίχος δέχτηκε το τρομαχτικό βάρος του δικέφαλου λύκου και ρωγμές εμφανίστηκαν σε όλη του την επιφάνεια. Η ισχύς του λύκου ήταν τρομαχτική και την ίδια στιγμή πανέμορφη, αφού αντιπροσώπευε το άριστον του ζωικού βασιλείου, το αδάμαστο πρωτόγονο.
Δεύτερη φορά πήγε να πέσει ο Κίμπα στον τοίχο και αυτή την φορά να τον σπάσει, μα μια φωνή ακούστηκε σε όλον τον χώρο. Έδωσε στην Μάι μία αίσθηση παλαιότητας, ότι η φωνή ερχόταν από πολύ μακριά, κουρασμένα, βραχνά.
''Σας προτείνω να μην το ξαναεπιχειρήσετε. Δεν φέρομαι καλά σε αυτούς που καταστρέφουν ότι έχω φτιάξει.''
H Μάι προσπάθησε να καταλάβει από που έρχεται η φωνή, έτοιμη να επιτεθεί. Συνειδητοποίησε, αργά είναι η αλήθεια, πως έρχεται από παντού. Γυρνώντας προς τον σύντροφο της, είδε ότι ήταν το ίδιο μπερδεμένος. Η κατανόηση του τι συμβαίνει και οι άμεσες συνέπειες έλαμψαν στο μυαλό της Μάι, σαν τον πρωινό ανοιξιάτικο ήλιο. Ο Κίμπα/Ακαμαρού δεν μπορούσε να μυρίσει τον άνδρα.
''Στην πόρτα που κοιτούσες, κουνόιτσι. Ελάτε να μιλήσουμε. Έχω καιρό να συζητήσω με κάποιον και είμαι πολύ ευδιάθετος σήμερα.''
Η φωνή ήταν γλυκιά αυτήν την φορά και έδινε την παράξενη αίσθηση ότι δεν ανήκει σε άνθρωπο. Θύμιζε, κατά ένα περίεργο τρόπο, ομίχλη.
Η Μάι ζύγιζε τις επιλογές της. Ήθελε να μπει στην πόρτα, πέρα από το την οποία δεν διέκρινε τίποτα, αλλά πολύτιμος χρόνος θα χανόταν. Ετοιμάστηκε να αρνηθεί όταν ένιωσε τον λύκο να περνά από δίπλα της και να χώνεται στο δωμάτιο. Ακούγοντας το συνεχές, σιγανό γρύλισμα του και βρίζοντας τον σιωπηλά για την στενοκεφαλιά του, έτρεξε κι αυτή μέσα, φοβούμενη για το χειρότερο.
Ο χώρος ήταν σε σχήμα Γ, τόσο μεγάλος ώστε να δεχτεί χωρίς πρόβλημα το νέο μέγεθος του Κίμπα. Ήταν επιπλωμένο, σε αντίθεση με όλα τα άλλα που είχαν περάσει μέχρι τώρα και τα αντικείμενα φαίνονταν σε πολύ καλή κατάσταση και ασκόνιστα, σαν να είχαν τοποθετηθεί μόλις πριν λίγες μέρες. Το πάτωμα καλυπτόταν από ένα πράσινο χαλί, που πάνω του, στην άλλη άκρη του δωματίου, ακουμπούσε ένα βαρύ ξύλινο γραφείο. Ακριβώς δίπλα στο γραφείο υπήρχε μια μικρή βιβλιοθήκη με το παράδοξο στοιχείο όμως ότι δεν φιλοξενούσε στα ράφια της ούτε ένα βιβλίο. Απέναντι της, ένα λάβαρο κρεμόταν από τον τοίχο. Ένας κόκκινος κύκλος είχε από κάτω του τέσσερις μαύρες γραμμές. Όλο το σχέδιο βρισκόταν σε πράσινο φόντο και δημιουργούσε υπόνοιες για ξεχασμένες δυνάμεις και αρχαίους στρατούς.
Καταμεσής του δωματίου, κρατώντας ένα ανοιχτό βιβλίο με πράσινο εξώφυλλο στο χέρι, στεκόταν ένας ηλικιωμένος άντρας.
Από τα βασικότερα ταλέντα της Μάι, ιδιότητα που σίγουρα βοήθησε στην εισαγωγή της στην ANBU, ήταν η γρήγορη εντύπωση δεδομένων και εικόνων στο μυαλό της. Σε κλάσματα δευτερολέπτου είχε παρατηρήσει όλο το δωμάτιο και η προσοχή της στράφηκε ολοκληρωτικά στον άνδρα. Τα μάτια του ήταν κατάμαυρα και χωμένα στις κόγχες τους. Σε αυτά είχε καρφώσει τα δικά του ο Κίμπα.
''Μια κουνόιτσι…χωρίς αξιοσημείωτες δυνάμεις και ένα αγόρι της φύσης…που λογικά ξέρει μόνο ένα τζούτσου. Πως έχετε επιβιώσει στον κόσμο εσείς οι δυο;''
Σκύβοντας το κεφάλι, ο λύκος ετοιμάστηκε να χιμήξει μπροστά. Το χέρι της λύκαινας στον ώμο του τον σταμάτησε. Η Τεντεν ένιωθε όλο και πιο άβολα στην παρουσία του άνδρα. Φόραγε ένα πράσινο κιμονό, κενό από κάθε σχέδιο και ήταν ξυπόλητος. Το τρομαχτικότερο στοιχείο πάνω του ήταν τα μάτια. Φαινόταν σαν να υπάρχει μία φωτιά μέσα τους και οι κόρες πρέπει να άλλαζαν σχήμα. Τώρα έμοιαζαν με ακτινωτούς κύκλους, ενώ πριν λίγο η Μάι θα ορκιζόταν ότι είχαν το σχήμα τριγώνου.
''Είμαστε σινόμπι από το Κόνοχα.'' απάντησε με δισταγμό η Μάι, πιστεύοντας πως αυτό εξηγούσε πολλά και προσπαθώντας να εντυπωσιάσει τον γέρο.
''Το όνομα δεν μου λέει τίποτα. Σε κάποιον απ' τον δικό σας χρόνο, ίσως να είναι κάτι που προκαλεί σεβασμό. Όχι σε μένα.'' είπε αδιάφορα ο γέρος και το χέρι του κινήθηκε πλάγια, σε μια κίνηση προδίδουσα ανυπομονησία.
''Είσαι ο Κχο Σανγκ;'' ρώτησε η Μάι με κάποια δόση αφέλειας. Η πιθανότητα αυτή στριφογύριζε στο μυαλό της και δεν είχε σκεφτεί τίποτα εξυπνότερο να πει.
''Ακριβώς. Βλέπω ότι σας αιφνιδιάζει η απάντησή μου. Ξέρω. Φταίει ο αριθμός των αιώνων που έχουν περάσει από τον θάνατο μου μέχρι τώρα. Ω ναι, έχω πεθάνει. Αλλά υπήρχαν μερικές επιπλοκές. Είχα φέρει αρκετές αντιρρήσεις στο να ακολουθήσω τους κανόνες των Θεών σας. Ήταν μια διαμάχη σχετικά με τους αριθμούς των νεκρών. Όλα είναι θέμα αριθμών, ξέρετε. Το κάθε τι. Η παρουσία μου εδώ είναι απλά μια παύση, αλλά ίσως να μην έχουν επιβιώσει αυτές οι θεωρίες μέχρι σήμερα. Το δικό σας σήμερα εν τοιαύτη περιπτώσει...Διαισθάνομαι όμως ότι αρκετά παραλήρησα. Σας βλέπω πως ανησυχείτε για κάτι, ίσως μπορώ να βοηθήσω.''
Η Μάι δεν ήξερε τι να πρωτοπιστέψει. Τα πάντα είχαν γίνει πιο περίπλοκα. Να πίστευε τον ηλικιωμένο άνδρα, ή ήταν μια φάρσα; Δίπλα της, ο Κίμπα είχε σιωπήσει. Φαινόταν όμως, έτοιμος να επιτεθεί.
''Ψάχνουμε τρεις φίλους μας. Πρέπει να τους βρούμε γρήγορα.'' είπε η Μάι, με τόνους ικεσίας στην φωνή της. Η κατάστασή τους είχε οδηγηθεί σε αδιέξοδο.
''Α ναι. Οι τρεις. Αυτήν την στιγμή βρίσκονται μπλεγμένοι σε μια μάχη πέραν των ικανοτήτων τους. Παρ' όλα αυτά, έχουν προκαλέσει αίσθηση. Ειδικά ο μασκοφόρος. Όσο για την βοήθεια που ζητάς, κοπελιά, δεν επιθυμώ να κάνω κάτι. Δεν υπάρχει χρόνος άλλωστε για παρέμβαση. Τα πράγματα σύντομα θα μπουν σε μια καινούρια φάση. Έχει ξυπνήσει, βλέπετε.''
Σαν ελατήριο που τινάσσεται αφού έχει συμπτυχθεί στο οριακότερο σημείο, ο δικέφαλος λύκος εφόρμησε ευθεία μπροστά. Πέρασε μέσα από τον άυλο Κχο Σανγκ, μέσα από το άυλο γραφείο και χτύπησε τον πέτρινο τοίχο. Το χτύπημα δεν ήταν τόσο δυνατό όσο πριν, κι όμως, όλο το δωμάτιο, μαζί με το πίσω τους, ταρακουνήθηκαν βίαια. Ήταν σαν όλο το υπόγειο σύμπλεγμα να κουνιέται. Μικρές πέτρες ξεκόλλησαν από το ταβάνι κι έπεσαν κάτω.
''Εξαιρετικός συγχρονισμός. Σε διαβεβαιώ όμως, δεν το προκάλεσες εσύ αυτό. Αυτός ο σεισμός ήταν η ανταμοιβή των κόπων μου, της σκληρής δουλειάς που είχα κάνει. Ξέρετε, αναγκάστηκα να περιμένω πληθώρα δεκαετιών. Θα μπορούσα να περιμένω άλλο τόσο αν ήταν ανάγκη, ο χρόνος βλέπετε έχει αναχθεί για μένα σε μέγεθος υποδεέστερο, αλλά τώρα τα πάντα φτάνουν στο τέλος τους. Ο ανταγωνισμός είναι καλός βέβαια και ικανός για αρκετές εκπλήξεις. Δεν υπάρχει ελπίδα γι' αυτόν όμως. Πολύ απλά, θα διασκεδάσει στο ελάχιστο. Το αξίζει κάτι τέτοιο.''
Ο Κίμπα – Ακαμαρού γύρισε παραπατώντας. Η ξαφνική αναπάντεχη σύγκρουση με τον τοίχο τον είχε ζαλίσει.
''Τι ακριβώς γίνεται; Κινδυνεύουν οι φίλοι μας;''
Ο Κχο Σανγκ χαμογέλασε και ήταν ένα μακάβριο χαμόγελο. Αντί να απαντήσει γύρισε με ένα άυλο χέρι μία σελίδα στο βιβλίο που κρατούσε. ''Αυτό που συμβαίνει και αυτό που μπορείτε να καταλάβετε είναι ότι μια ομάδα θνητών χρησιμοποίησε την σφαίρα μου και έπεσε στην παγίδα. Αρκετά απλό ως ιδέα και ως κατανόηση. Όσο για τους φίλους σας, δεν κινδυνεύουν μόνο αυτοί. Έχετε όλοι ελάχιστες πιθανότητες να ζήσετε.''
Καθόλου καθησυχαστικό, σκέφτηκε ταραγμένη η Μάι, ενώ ο Κχο Σανγκ γύριζε άλλη μία σελίδα. Που έχουμε μπλέξει;
''Η σφαίρα είναι παγίδα;''
''Φυσικά κουνόιτσι. Βασίζεται στην σκέψη, στην ιδεολογία και στην πεποίθηση. Σίγουρα ο Νασταμάγκθυορ δεν περίμενε κάτι τέτοιο. Αρκετά απλή, αλήθεια, στην κατασκευή της. Όπως και η παγίδα που ενεργοποιήσατε πριν από λίγο. Διαφέρουν μόνο στην σκοπιμότητα.''
Τι; Πιάνοντας με την άκρη του ματιού της κίνηση από πίσω, η Μάι γύρισε αστραπιαία και αντίκρισε το άγαλμα του πέτρινου σαμουράι που είχαν προσπεράσει να βαδίζει άτσαλα μέσα στο δωμάτιο.
''Και τώρα, συγνώμη παιδιά μου, αλλά έχω μια μάχη να παρακολουθήσω. Θα είναι πολύ αστείο, αλήθεια.'' Χωρίς να πει κάτι άλλο, ο Κχο Σανγκ εξαφανίστηκε, σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ. Αφήνοντας τους δύο νίντζα μόνους, εναντίον ενός πολεμιστή που δεν κουραζόταν, δεν τραυματιζόταν, δεν πέθαινε.
Ήταν εξαγριωμένος. Ένιωθε μέσα του μια κόκκινη φωτιά που ήταν θυμός και απειλούσε να τον κυριεύσει. Η αιτία ήταν πως κάθε σχέδιο που είχε ακολουθήσει, κάθε απόφαση και βήμα που είχε πάρει, ήταν λάθος. Είχε καταλήξει εδώ, μακριά από την ομάδα του, να ακούει το παραλήρημα ενός γέρου. Επειδή παραλήρημα ήταν. Το πέσιμο του πάνω στον τοίχο έσπασε και το τελευταίο φράγμα λογικής που διέθετε. Αφέθηκε στην βάρβαρη φύση του. Πρώτα θα την πλήρωνε η πέτρα. Θα την σκόρπιζε μικρά μικρά κομματάκια μέχρι το Κόνοχα. Και ύστερα δεν θα ησύχαζε ωσότου δεν έμενε πέτρα πάνω σε πέτρα στην χώρα του ήχου.
Όρμησε, ένας λύκος σε κατάσταση οργής και η Μάι πρόλαβε έγκαιρα να πηδήσει στην άκρη. Μία μάζα σχεδόν τριακοσίων κιλών χτύπησε τον πέτρινο πολεμιστή και τα σαν μαχαίρια νύχια του λύκου δημιούργησαν αυλάκια σε πανοπλία και γόνατα. Ο σαμουράι σπρώχτηκε πίσω, αλλά δεν έπεσε. Πέρασε στην αντεπίθεση. Το πέτρινο κατάνα και το πέτρινο βακιζάσι κατέβαιναν με φοβερή ταχύτητα και ορμή πάνω στον λύκο.
Ακούστηκε μία γυναίκα να φωνάζει Κίμπα και ο λύκος δεν ήξερε ποιος είναι αυτός. Γεύτηκε αίμα και θεώρησε ότι ανήκει στον εχθρό του. Τα πάντα μπροστά του είχαν γίνει κόκκινα καθώς συνέχιζε να χαράζει τον αντίπαλο, με θραύσματα πέτρας να πετάνε παντού. Η νίκη όμως αργούσε και αυτό δεν του άρεσε. Έκανε πίσω και μετά πάλι εμπρός, περιστρεφόμενος γύρω από τον εαυτό του. Ο σαμουράι πρόλαβε να κατεβάσει το σπαθί του στον στρόβιλο που ερχόταν προς αυτόν. Το κατάνα έσπασε στα δύο και το πέτρινο κομμάτι τινάχτηκε προς τα πάνω. Ήταν η τελευταία του πράξη. Δέχτηκε στο στήθος του μία δύναμη που οι γλύπτες του δεν πίστευαν ποτέ ότι θα αντιμετωπίσει. Με έναν εκκωφαντικό κρότο, ο πολεμιστής ράγισε, έσπασε, διαλύθηκε. Κομμάτια του έγδαραν την Μάι στα ακάλυπτα χέρια και το μόνο που έμεινε από τον πέτρινο σαμουράι ήταν τα δύο πόδια, ακόμα όρθια, να θυμίζουν αυτό που πριν λίγο υπήρχε.
Ο λύκος χτύπησε το ένα πέτρινο πόδι και αυτό περιστράφηκε με ορμή έξω από την πόρτα. Θριαμβευτής, έβγαλε ένα ουρλιαχτό, που ταξίδεψε με ταχύτητα και αντήχησε παντού μέσα στα μπουντρούμια. Αργά, γύρισε προς την κοπέλα, η οποία τον κοίταζε έκπληκτη. Του πήρε λίγο χρόνο να συνειδητοποιήσει ότι είναι φίλη του.
Ξαφνικά, ένιωσε αφόρητο πόνο, σε όλο του το σώμα και πιο πολύ στο κεφάλι. Κοίταξε κάτω και είδε μια λίμνη από αίμα. Ένιωσε τα μάτια του να κλείνουν και δεν αντιστάθηκε. Δεν μπορούσε.
''Κίμπα''
H Μάι ήταν μουδιασμένη από τον τρόμο. Ήθελε να κουνηθεί, να τρέξει στον αναίσθητο λύκο και να τον βοηθήσει. Κι όμως, τα πόδια της δεν την υπάκουαν.
Γιατί μέσα στο δωμάτιο είχε εισβάλλει μια τίγρη. Το ζώο ήταν φονιάς, που απλά φόραγε την ενδυμασία της βασίλισσας των αιλουροειδών. Περπατούσε αργά, αγχωτικά, μια ρευστή κίνηση που σε υπνώτιζε. Παντοδύναμοι μύες, που είχαν την δυνατότητα να συντρίψουν κόκαλα και όνυχες που μπορούσαν κάλλιστα να κόψουν έναν άνθρωπο στην μέση. Το δέρμα της είχε χρυσαφένια απόχρωση και οι κάθετες λωρίδες στο κορμί της ήταν μαύρες, σαν το σκοτάδι που δεν πρόκειται ποτέ να διαλυθεί απ' το φως.
Απέναντι σ' έναν τέτοιο εχθρό, η Μάι ένιωθε μικρή, απροστάτευτη. Ήταν έτοιμη να κλάψει, την στιγμή που η απόσταση μεταξύ τίγρεως και λύκου μειωνόταν συνεχώς. Η τίγηρ δεν έδινε καθόλου σημασία στην Μάι. Γιατί να της δώσει; Ήταν μια κουνόιτσι χωρίς αξιοσημείωτες δυνάμεις και σύντομα θα ήταν νεκρή, όπως και οι φίλοι της. Αυτά ήταν τα λόγια του Κχο Σανγκ.
H απελπισία την έσπρωξε να πέσει στα γόνατα. Συγνώμη Νέτζι. Απέτυχα. Ενώ εσύ ποτέ. Άξαφνα μια εικόνα ενός παιδιού με ξανθιά αφάνα παρουσιάστηκε στο μυαλό της. Είχε νικήσει τον Νέτζι… και τον Κίμπα.
Της φάνηκε ότι πέρασε ένας αιώνας μέχρι να βγάλει τρία σούρικεν από την ζώνη της και να τα ρίξει στην τίγρη. Είδε με τρομερή αγαλλίαση να καρφώνονται στο πλευρό της και αίμα να βγαίνει απ' τις πληγές.
Η τίγρη γύρισε έκπληκτη το κεφάλι της για να αντικρίσει την ασήμαντη φοβισμένη λύκαινα να την κοιτάει ανέκφραστη. Ακριβώς μπροστά της ήταν το δικέφαλο ζώο, βουτηγμένο στο αίμα. Το φαί μπορούσε να περιμένει, σκέφτηκε η αίλουρος παίρνοντας την απόφασή της.
Η Μάι πήδησε πίσω, όχι για να αποφύγει τα νύχια που έσκιζαν τον αέρα και τα οποία δεν είδε καθόλου να τινάζονται μπροστά αλλά για να βάλει απόσταση και χώρο ανάμεσα στον εαυτό της και την τίγρη. Αυτό την έσωσε. Τα νύχια χάραξαν το πόδι της και οι βαθιές ουλές θα έμεναν εκεί για το υπόλοιπο της ζωής της. Αν δεν είχε κάνει το άλμα προς τα πίσω, τώρα θα ήταν ακρωτηριασμένη. Η πληγή πάντως, σε συνδυασμό με τον ξαφνικό και έντονο πόνο την έβγαλαν εντελώς από την κατάσταση υπνωτισμού στην οποία είχε πέσει.
Πρόλαβε να τραβήξει έναν πάπυρο από την ζώνη της πριν η τίγρη αρχίσει να την κυνηγάει. Η ταχύτητά της ήταν εκπληκτική και η Μάι, μόνο επειδή τύλιξε τα πόδια της με ένα στρώμα τσάκρα κατάφερε να μείνει εκτός εμβέλειας. Πηδούσε τριγύρω στο δωμάτιο και όχι σε ευθεία γραμμή, με την τίγρη από πίσω της.
Ενίσχυσε το τσάκρα στα πόδια της για να αντέξει τον πόνο των πληγών και περιστράφηκε πάνω από την τίγρη, νιώθοντας ένα νύχι να την γδέρνει στον ώμο. Έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε έξω απ' το δωμάτιο και καταπιάστηκε με το να ξετυλίξει τον πάπυρο. Ενώ συνέχιζε να τρέχει, τα βαριά βήματα πίσω της ήταν σαφής προειδοποίηση ότι αν μείωνε έστω και στο ελάχιστο την ταχύτητα της, θα πέθαινε.
Στην χώρα του νερού, μία ξεχασμένη δοξασία ανέφερε πως ήταν μαγικά πλάσματα φοβερής δύναμης που εμφανίζονταν κατά καιρούς για να δώσουν ειρηνικές συμβουλές και οδηγίες στους ανθρώπους και να τους βοηθήσουν σε δύσκολες εποχές.
Αλλά για τον Κάμπουτο, αυτό που είχε σπάσει το πάτωμα και είχε πεταχτεί έξω δεν έμοιαζε σαν πλάσμα πρόθυμο να ανοίξει φιλική συζήτηση ή να συμβουλεύσει τον Οροτσιμάρου.
Ο δράκος ήταν κατάμαυρος με φολίδες στο μέγεθος ασπίδας, μεγάλα μεμβράνινα φτερά και οστέινο κεφάλι με δύο κίτρινα κέρατα στην κορυφή του. Οι φολίδες ακτινοβολούσαν με ένα κίτρινο φως και μία τεράστια περιοχή γύρω από τον δράκο φωτιζόταν άπλετα.
Ήξερε βέβαια ο Κάμπουτο τι είχαν έρθει να αντιμετωπίσουν, αλλά σε κάθε περίπτωση, η μεγαλοπρεπής πραγματικότητα ξεπερνούσε κάθε φαντασία.
Με μια κίνηση του χεριού του Οροτσιμάρου, οι δύο νεκροζώντανοι επιτέθηκαν. Ο ξανθός όρμησε στον δράκο, με τα δύο κατάνα στα χέρια και το τεράστιο ερπετό να υψώνεται σαν πύργος από πάνω του. Άρχισε να χαρακώνει το μαύρο μπροστινό πόδι, πήδησε πάνω στο κεφάλι του με ένα υπεράνθρωπο άλμα, χτύπησε με ταχύτητα την περιοχή γύρω από τα μάτια και τα ρουθούνια του δράκου και πήδηξε προς τα φτερά την στιγμή που τα σαγόνια του κτήνους έκλειναν στην θέση που βρισκόταν πρότερα ο ξιφομάχος. Ο οποίος, ισορροπώντας πάνω στο φτερό, άρχισε να το κομματιάζει. Οι επιθέσεις του, εκτός από γρήγορες ήταν και δυνατές, χωρίς αυτό να περιορίζει την ικανότητά του να ελίσσεται και να αμύνεται. Κανείς δεν μπορούσε να παρακολουθήσει τα δίδυμα σπαθιά να ανεβοκατεβαίνουν. Έβλεπαν μόνο τις πληγές να δημιουργούνται. Ο δράκος ούρλιαξε και ο ξανθός άντρας έφυγε απ' την θέση του και προσγειώθηκε ανάμεσα στα πίσω πόδια του τέρατος, όπου και συνέχισε το θανατηφόρο έργο του. Με έναν μεταλλικό ήχο, το ένα κατάνα έσπασε στα τρία πάνω στις σκληρές φολίδες, αλλά ο ξιφομάχος δεν σταμάτησε. Τράβηξε με το άδειο του χέρι το τρίτο σπαθί που υπήρχε στην πλάτη του και εξακολούθησε να χτυπάει, κινούμενος κατά μήκος της ουράς του δράκου, ο οποίος μάταια προσπαθούσε να τον λιώσει στο έδαφος με τα πόδια ή την ουρά του.
Ο δεύτερος άντρας μέχρι τότε είχε μείνει άπραγος. Όταν ο ξιφομάχος έφτασε στο τέλος της ουράς του δράκου, τα χέρια του δεύτερου ξεκίνησαν να σχηματίζουν σύμβολα στον αέρα. Αρχικά μία μεγάλη σφαίρα από νερό εμφανίστηκε πάνω από τον δράκο και έσκασε στην πλάτη του, απελευθερώνοντας νερό που τον έβρεξε σε όλο του το σώμα. Το δεύτερο τσούτσου γέννησε έναν κεραυνό, που βγήκε από τα δάχτυλα του άντρα και πέτυχε το κτήνος. Ούρλιαξε από πόνο, μια κραυγή που αντήχησε παντού κι έφτασε ακόμα κι έξω, κάνοντας όσα ζώα την άκουσαν να τρέξουν τρομαγμένα να κρυφτούν.
Η επίθεση ήταν τόσο ισχυρή με αποτέλεσμα να φωτιστεί όλος ο απέραντος χώρος για μερικούς χτύπους της καρδιάς. Ο δράκος σωριάστηκε στο πάτωμα. Ένα μέρος του ηλεκτρισμού χτύπησε και τον ξιφομάχο και ενώ αυτός δεν έπαθε τίποτα, το σπαθί που κράταγε έσπασε. Μένοντας μόνο με ένα κατάνα, συνέχισε να χτυπάει και να κομματιάζει φολίδες αλλά η ταχύτητα του και ο ρυθμός του ήταν φανερό πως είχαν μειωθεί. Έτσι δεν πρόλαβε να αντιδράσει όταν η μεγάλη ουρά ήρθε προς το μέρος του και τον βρήκε στο στήθος. Ακούστηκε ο χαρακτηριστικός ήχος οστών που σπάνε και ο ξιφομάχος πετάχτηκε, άψυχος, μέσα στο σκοτάδι και χάθηκε.
Ο Μάντρα έβλεπε την μάχη με ενδιαφέρον και αγωνία. Ανέμενε την διαταγή του Οροτσιμάρου, ο οποίος όμως προς το παρόν παρέμενε σιωπηλός κι ακίνητος. Ούτε το φίδι, μα ούτε κι ο Κάμπουτο μπορούσαν να δουν ότι ο σάανιν δάγκωνε το χείλος του.
Ο δράκος σήκωσε το ένα του πόδι και το χτύπησε κάτω και με κόπο σηκώθηκε όρθιος και κοίταξε τον δεύτερο νεκροζώντανο στα μάτια. Ήταν πολύ λεπτός, με το κόκκινο κιμονό, το γεμάτο ήλιους και φεγγάρια, να μην κρύβει το λεπτοκαμωμένο σώμα. Το φτερωτό ερπετό μίλησε, ένας υποχθόνιος ήχος από τα έγκατα της γης.
''Το ρινέγκαν σου δεν με φοβίζει. Ούτε το γκεντζούτσου που μόλις επιχείρησες να κάνεις.'' Άνοιξε το στόμα του διάπλατα και φωτιά ξεχύθηκε, αγνή και καθάρια, προς τον άντρα.
Ότι έγινε στην συνέχεια έκανε τον Κάμπουτο να γουρλώσει τα μάτια του από το δέος. Η φωτιά δεν σταμάτησε να βγαίνει. Ο δράκος συνέχισε να ξερνά φλόγες και κουνώντας το κεφάλι του, τις άπλωσε με αποτέλεσμα να δημιουργήσει έναν τοίχο φωτιάς μπροστά του. Ο κάτοχος του ρινέγκαν πρόλαβε να δημιουργήσει γύρω του μία σφαίρα από ένα άγνωστο λευκό υλικό προκειμένου να προστατευτεί από την επίθεση. Οι φλόγες, αχόρταγες, έπεφταν πάνω στην λευκή σφαίρα με δριμύτητα. Ήταν μία πύρινη λαίλαπα απ' αυτές που μπορούν να κατακάψουν ένα ολόκληρο χωριό σε δευτερόλεπτα. Αρκετός χρόνος πέρασε μέχρι όλες οι φλόγες να σβήσουν εντελώς και όταν έγινε ο Οροτσιμάρου έβγαλε ένα επιφώνημα έκπληξης γιατί ο δράκος είχε εξαφανιστεί.
''Έχεις τεράστιο πρόβλημα, Οροτσιμάρου'' κάγχασε το μοβ φίδι.
''Ησυχία'' κραύγασε ο σάανιν, η σιγουριά όμως έλειπε απ' την φωνή του.
Ο δεύτερος άντρας εξήλθε από την σφαίρα που τον κάλυπτε και άρχισε ένα ακόμα τζούτσου. Ξαφνικά, μια τεράστια πληγή εμφανίστηκε στο στήθος του, που άρχιζε από τον λαιμό και τέλειωνε στα γεννητικά όργανα. Και η λάσπη σκόρπισε στο έδαφος σημαίνοντας την καταστροφή του μπούνσιν, που πριν λίγο είχε την μορφή του νεκροζώντανου. Από κάπου στα δεξιά, μία κραυγή απερίγραπτου πόνου ακούστηκε και εμφανίστηκε ως δια μαγείας ο άντρας που τα μάτια του ήταν ρινέγκαν με την ίδια ακριβώς πληγή από την οποία ηττήθηκε ο κλώνος του. Αιωρείτο λίγα μέτρα πάνω από το έδαφος και αίμα κυλούσε αδιάκοπα προς τα κάτω.
''Ώστε υπάρχει πραγματικά αυτό το τζούτσου; Ο θάνατος του μπούνσιν να προκαλεί τον θάνατο του δημιουργού του;'' ρώτησε φωναχτά ο Κάμπουτο, χωρίς κάποιος να μπει στον κόπο να του απαντήσει το προφανές.
Τινάζοντας το τζούτσου αφάνειας από πάνω του ο δράκος εμφανίστηκε μπροστά από τον σωρό λάσπης. Το ένα του πόδι ήταν απλωμένο μπροστά με το ένα νύχι εκτεταμένο. Έκλεισε τα νύχια σε μια γροθιά και το σώμα του νεκροζώντανου, αρκετά μέτρα μακριά από τον δράκο, πολτοποιήθηκε, με αίμα και εντόσθια να τινάζονται ομοιόμορφα προς τα έξω. Άνοιξε τα φτερά του, το μαύρο ερπετό, και σηκώθηκε στον αέρα.
''Και τώρα που εξόντωσα τα παιχνίδια σου, ποιος είσαι συ;'' ρώτησε άγρια, κοιτώντας τον Οροτσιμάρου κατάματα.
Δεν αναπαριστούσαν η κάθε μία έναν συγκεκριμένο άνθρωπο, αλλά είχαν γενική ανθρωποειδή μορφή. Ήταν δεκάδες και συνέρεαν όλες προς τον Σάσκε. Μπήκαν ανάμεσα σ' αυτόν και τον αφέντη τους, με μοναδικό τους στόχο να γευτούν το αίμα του αγοριού με το σαρίνγκαν.
Αποτελούσε όμως έναν πολύ δύσκολο αντίπαλο. Έκανε αρχικά πίσω, υποχωρώντας μερικά εκατοστά και μετά πάλι μπροστά. Ελισσόταν με τέλεια επιδεξιότητα ανάμεσα στις σκιές και κάθε φορά που το σπαθί του διαπερνούσε μία, την διέλυε και την σκόρπιζε.
Συνέχιζαν να έρχονται. Ο Έιζο, παρά τον βίαιο τραυματισμό στο στομάχι από το τσιντόρι, διατηρούσε το τζούτσου επίκλησης ενεργό. Δημιουργούσε συνέχεια καινούριες σκιές. Δεν υπήρχε πιθανότητα να ξεμείνει από πρώτες ύλες. Σε τρομαχτικούς αριθμούς, είχαν περικυκλώσει τον Σάσκε και πέθαιναν, δίχως οι υπόλοιπες να νοιάζονται για τον οποιονδήποτε αριθμό απωλειών. Ήδη τον είχαν γδάρει και γρατσουνίσει σε ώμους, πλάτη και πόδια. Δεν ήταν σοβαρά τραύματα, αλλά ήταν κάτι.
Μπήκε κι ο Σικαμαρού στο παιχνίδι. Σπατάλησε μεγάλο μέρος της ενέργειας προκειμένου να εκτελέσει το τελευταίο τζούτσου που είχε μάθει. Με το που τέλειωσε, παντού από το πάτωμα, ξεπετάχτηκαν μαύρα πλοκάμια, γύρω στα δύο μέτρα ύψος το καθένα. Η μάζα τους και μόνο έσβηνε κάθε φως και εμπόδιζε την όραση. Πολλά απ' αυτά κρατούσαν μικρά εκηβόλα όπλα και άπαντα βάλθηκαν αμέσως να βοηθήσουν τις ζωντανές σκιές στον θάνατο του Ούτσιχα.
Αντιπροσώπευε τον τέλειο πολεμιστή. Κατάφερνε μέσα σε μια μάζα εχθρών να μένει ζωντανός, να κινείται και ακόμα και να αντεπιτίθεται. Μεγάλη βοήθεια του προσέφεραν τα δύο σαρίνγκαν, δεν ήταν μόνο αυτό όμως. Ο Σάσκε διέθετε ταλέντο μαζί με πείσμα και μια πρωτοφανή δύναμη. Δεν γινόταν να ηττηθεί από τέτοια φτηνά κόλπα. Μπορεί να είχε τραύματα σε όλο του το κορμί αλλά είχε σφάξει δεκάδες σκιές και είχε τεμαχίσει πλήθος πλοκαμιών. Και ο όλεθρος συνεχιζόταν.
Δεν πήρε αμέσως χαμπάρι τον Έιζο που ερχόταν εναντίον του επειδή το μυαλό του είχε εισέλθει σε μια μονότονη στάση δράσης – αντίδρασης, άμυνας και επίθεσης. Αλλά ακόμα κι έτσι το κόκκινο μάτι του έδωσε χρόνο να προετοιμαστεί. O Σοκούμο Έιζο ερχόταν κατευθείαν πάνω του, περνώντας ανάμεσα από τα πλοκάμια, με προσωπείο δαίμονα και σπαθί υψωμένο στο δεξί χέρι.
''Ανόητο εκ μέρους σου'' είπε ο Σάσκε και μπλόκαρε εύκολα το κατάνα που στόχευε το πρόσωπο του. Έβγαλε στο ελεύθερο χέρι του ένα τσιντόρι και το έσπρωξε προς τον αντίπαλο του. Του οποίου το αριστερό χέρι, τιναζόμενο μπροστά, με πρώτη την παλάμη, προς την την κοιλιά του Ούτσιχα, δεν έγινε αντιληπτό ως κίνηση.
Το τζιούκεν που χτύπησε τον Σάσκε, εκτός του ότι τον πόνεσε, σφράγισε τρεις διόδους του τσάκρα μέσα του και έσβησε το τσιντόρι πριν η ενέργεια του απελευθερωθεί. Καθώς τιναζόταν προς τα πίσω, ένιωθε πιο αδύναμος και αρκετά κουρασμένος. Τον είχαν κοροιδέψει, τον είχαν ξεγελάσει, τον είχαν χτυπήσει και δεν του άρεσε.
Δεν έπεσε στο πάτωμα αφού πλοκάμια τυλίχτηκαν γύρω από τα πόδια και την μέση του. Σήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε με μίσος τον Νέτζι που πριν λίγο φαινόταν ως Έιζο. Ο Χιούγκα είχε μείνει ικανοποιημένος και ενώ κι άλλα πλοκάμια ετοιμάζονταν να τυλιχτούν γύρω από τον Σάσκε, είδε έντρομος πως μαύρες κηλίδες ακαθόριστου σχήματος απλώνονταν στο κορμί του αντιπάλου του. Είχε ακούσει από τον Ναρούτο γι' αυτήν την μεταμόρφωση και ήξερε πολύ καλά τι σήμαινε. Έτρεξε προς τον Σάσκε σε μία απέλπιδα προσπάθεια να προλάβει.
Χρησιμοποιώντας την υπεράνθρωπη δύναμη που μόλις απέκτησε, ο Ούτσιχα έκοψε στα δυο τα πλοκάμια που τον δέσμευαν και πήδησε ψηλά. Εκτέλεσε τρία κάτον και εξέπνευσε φωτιά σε τρεις διαφορετικές κατευθύνσεις. Οι σκιές δεν είχαν καμία τύχη. Κάηκαν κατά δεκάδες, αφήνοντας πίσω τους ένα κενό. Ο μόνος που επέζησε από αυτό το παρανάλωμα ήταν ο Νέτζι. Δημιούργησε γύρω του έναν στρόβιλο από τσάκρα και η φωτιά έπεσε πάνω σε αυτόν χωρίς αποτέλεσμα. Είχαν απομείνει πλέον λίγες σκιές και θα χρειάζονταν χρόνο ο Έιζο και ο Σικαμαρού να αναπληρώσουν τους νεκρούς. Ο Σάσκε πήρε την απόφαση να ασχοληθεί πρώτα μ' αυτούς και ύστερα με τον μισητό Χιούγκα.
Δεν το παρατήρησε τότε, αλλά ο Νέτζι, αφού κατάφερε να αποκρούσει το κάτον, είχε παραμείνει στην θέση αυτήν. Κανείς δεν τον είδε να ψιθυρίζει μόνος του και σίγουρα κανένας από τους υπόλοιπους που πάλευαν στο δωμάτιο δεν μπόρεσε να ακούσει τις λέξεις του. Ήταν από τον Νέτζι για τον Νέτζι και αφορούσαν αυτό που το Μπαϊακούγκαν τον πληροφόρησε ότι είχε εμφανιστεί στο δίπλα δωμάτιο, σπάζοντας το πάτωμα. ''Ένας δράκος. Υπάρχουν αληθινά; Που ήρθαμε;''
Ο Σάσκε έφτασε τον Νάρα τόσο γρήγορα, που αυτός δεν είχε χρόνο ν' αντιδράσει. Βάζοντας τσάκρα στην γροθιά του τον χτύπησε στο σαγόνι κι ο Σικαμαρού τινάχτηκε ψηλά. Ένιωσε άλλες τρεις γροθιές στο στομάχι του, οι οποίες τον έκαναν να διπλώσει στα δύο από τον πόνο και αμέσως μετά μια κλωτσιά στην πλάτη τον έστειλε να τσακιστεί στο έδαφος. Το χτύπημα το είχε δανειστεί ο Σάσκε από τον Λι και ο Σικαμαρού δεν είχε προλάβει στο ελάχιστο να αντιδράσει. Δέχτηκε άλλες τρεις κλωτσιές στην κοιλιά και στα πλευρά, ενισχυμένες με τσάκρα. Πολέμησε ενάντια σε κύματα πόνου και ναυτίας ώστε να μην λιποθυμήσει. Αγωνιζόμενος να κρατήσει τα μάτια του ανοιχτά, είδε ως θολές φιγούρες τον Σάσκε μαζί με τον Έιζο να τρέχουν ο ένας προς τον άλλον. Κάτι έλαμπε στα χέρια του Σάσκε, κάτι το οποίο έβγαζε έναν διαολεμένο ήχο. Που είναι ο Νέτζι; αναρωτήθηκε και σηκώθηκε στα τέσσερα.
Αν ο Έιζο πίστευε πως μπορούσε να συγκρατήσει για λίγο χρόνο τον Σάσκε, μέχρις ότου οι σύντροφοί του ξαναπάρουν την πρωτοβουλία των κινήσεων, αν πίστευε πως, όπως και πριν, θα είναι μια αμφίρροπη μάχη, έκανε λάθος. Το σατανικό τζούτσου του Οροτσιμάρου έδινε στον Σάσκε δυνάμεις πολύ ανώτερες του Έιζο.
H αμυντική στάση που είχε υιοθετήσει καθώς έτρεχε σ' αυτόν δεν τον βοήθησε καθόλου. Μόρφασε από τον πόνο στο δεξί του χέρι και άκουσε το σπαθί του να πέφτει στο έδαφος. Πρόλαβε να ρίξει μόνο μια ματιά στο συγκαμένο από το τσιντόρι χέρι του πριν η γροθιά του Ούτσιχα τον πετύχει στο πρόσωπο και τον στείλει προς τα πίσω, ανάσκελα στο κρύο πάτωμα.
Η μάχη διακόπηκε από μια τρομερή κραυγή. Πρωτόγονη, βίαια. Ήταν ένας ήχος που σε οδηγούσε στην απόγνωση και σε έκανε να νιώθεις πως πρέπει επειγόντως να κρυφτείς για να γλιτώσεις τον θάνατο. Ακόμα και οι σκιές στο δωμάτιο έμειναν ακίνητες για ένα απειροελάχιστο χρονικό διάστημα. Ύστερα η παύση τελείωσε και η μάχη του θανάτου ξανάρχισε. Τους ήταν αδιάφορα τα συμβάντα στο άλλο δωμάτιο.
Ενώ ο Έιζο πάλευε να σηκωθεί όρθιος, με το χέρι του να κρέμεται αχρηστεμένο λόγω της τεράστιας πληγής, ο Σάσκε γύρισε προς τις τελευταίες σκιές. Είχαν φτάσει σχεδόν δίπλα του. Ήταν ακόμη πολλές σε αριθμό, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι θα μπορούσαν να αποτελέσουν κάτι παραπάνω από απλή ενόχληση για τον Ούτσιχα. Μπορούσε να τις κομματιάσει με ευκολία. Και το ήξερε.
''Δώσε μου μισό λεπτό. Θ' ασχοληθώ σε λίγο μαζί σου.'' απευθύνθηκε ο Σάσκε στον Νέτζι και οι σκιές έπεσαν πάνω του και άρχισαν να σκοτώνονται από φωτιά και ηλεκτρισμό και λεπίδα.
Ορθώθηκε διστακτικά αφού μετά βίας άντεχε τον πόνο. Το χέρι του κρεμόταν κάτω, ανίκανο για οποιαδήποτε κίνηση. ''Δεν θα νικηθούμε από αυτόν που ακολούθησε το Ερπετό.'' είπε, αλλά η φωνή έφτασε μονάχα στα δικά του αυτιά. Είδε τον Νέτζι, μέτρα πιο πέρα να πλησιάζει με σφιγμένες γροθιές το μέρος όπου οι σκιές αφανίζονταν. Όσο για τον Σικαμαρού, στην άλλη μεριά του δωματίου, είχε βγει εκτός μάχης. ''Ξέρω ένα πτώμα που νόμιζε πως είναι ανίκητος'' άρχισε να παραμιλάει και συγκεντρώνοντας τις τελευταίες δυνάμεις που διέθετε, έτρεξε. Στην κατεύθυνση του Νέτζι. Λίγο πριν τον φτάσει, ετοίμασε μια ποσότητα τσάκρα, την οποία αποθήκευσε στο αριστερό του χέρι και κατόπιν έπεσε πάνω στον σύντροφό του, αρπάζοντάς τον απ' την μέση.
Ο Χιούγκα τον είχε αντιληφθεί να πλησιάζει, δεν πίστευε όμως πως θα ριχνόταν πάνω του. Καθώς έπεφταν και οι δύο, με το έδαφος να πλησιάζει ταχύτατα, άκουσε έναν ψίθυρο στο αφτί του. ''Κράτα την ανάσα σου.''
Υποτίθεται ότι το πρόσωπό του θα χτυπούσε την πέτρα. Είχε κλείσει τα μάτια, περιμένοντας πόνο. Άλλά τίποτα δεν ένιωσε. Τα ξανάνοιξε μόνο και μόνο για να δει τα πάντα γύρω του σκοτεινά. Βρισκόταν μέσα σ' ένα πηχτό, μαύρο υγρό, ακίνητος, προωθούμενος μόνο από τον Eizo, ο οποίος τον κρατούσε ακόμα σφιχτά. Με το Μπαιακούγκαν παρατήρησε πως ο Σάσκε και οι ζωντανοί ίσκιοι με τους οποίους πολεμούσε παρέμεναν βέβαια μπροστά του αλλά ήταν και προς τα πάνω τώρα. Σύμφωνα με την όραση του, βρισκόταν κάτω από το πάτωμα. Η παρατήρηση αυτή τον βοήθησε να τα καταλάβει όλα. Κάγκε.
Δεν επιθυμούσε να μάθει πως κινούνταν, ούτε τι θ' ανέπνεε αν άνοιγε το στόμα του. Συνέχισε να μην παίρνει ανάσα και επικέντρωσε στον Σάσκε. Εστίασε το μυαλό του στο τι πρόκειται να κάνει. Σίγουρα, όλες οι προϋπόθεσεις που είχε θέσει ο Νάρα δεν πληρούνταν, δεν μπορούσε όμως να γίνει κάτι άλλο. Ήταν η τελευταία ευκαιρία.
''Ετοιμάσου'' άκουσε στο αφτί του και άρχισε να διοχετεύει όλη την ενέργεια που διέθετε σε ένα και μοναδικό σημείο του χεριού του.
Δεν ήταν ικανές να του καταφέρουν ούτε ένα χτύπημα. Όσο κι αν προσπαθούσαν. Ο Σάσκε απέφευγε τις επιθέσεις του με άνεση και στην συνέχεια, με υποτυπώδη κάτον, τις σκότωνε. Είχε μετατραπεί σε κυρίαρχο της μάχης. Θεωρούσε τον εαυτό του ανίκητο. Όταν με την περιφερειακή όραση είδε τον Έιζο να εξέρχεται από ένα πλοκάμι, σιωπηλά τον συνεχάρη που μπορεί ακόμη να κάνει τζούτσου και να κουνιέται και τον ευχαρίστησε που είχε έρθει με δική του πρωτοβουλία ως εδώ για να πεθάνει. Αγνοώντας τις σκιές γύρω του, δημιούργησε άλλο ένα τσιντόρι. Λίγο πριν το ρίξει στην τερατώδη μάσκα, αντιλήφθηκε πως κάτι είναι λάθος. Υπήρχε μία αφύσικη σκιά, ακριβώς κάτω από τον Έιζο και έμοιαζε σαν να την κρατάει. Δεν πρέπει να ήταν προέκταση του πλοκαμιού και επιπροσθέτως έμοιαζε να έχει κι αυτή η ίδια ζωή. Έριξε για την συντομότατη των στιγμών όλη την δύναμη του σαρίνγκαν πάνω της. Τρόμος τον κυρίευσε όταν μέσα στον ίσκιο αντίκρισε τον Χιούγκα. Άλλαξε διεύθυνση στο τσιντόρι του αλλά αυτό έγινε αφού ένιωσε ένα χέρι να τον ακουμπά στον θώρακα, στο σημείο της καρδιάς.
Σε αυτό το τζιούκεν, ο Νέτζι τοποθέτησε όσο τσάκρα του είχε απομείνει. Και ήταν πολύ. Αυτό που έκανε ήταν μια κίνηση που την είχε προσεγγίσει και μελετήσει παλιότερα μόνο σε θεωρητικό επίπεδο. Δεν ήταν απόλυτα σίγουρος για το τι μπορούσε να πετύχει μία τέτοια τεράστια εκροή από ενέργεια.
Μήνες πριν, στις εξετάσεις τσούουνιν, μία ιδεολογία είχε πεθάνει και ένας πολεμιστής είχε γεννηθεί.
Η ιδεολογία επρόκειτο ουσιαστικά για ένα σύνολο ιδεών, σωστές για πολλούς, που αντικειμενικά όμως ήταν λανθασμένες στο τι διακήρυτταν. Απόψεις περί κυρίαρχου ρόλου της μοίρας στην ζωή των ανθρώπων οδηγούσαν το πνεύμα σε θάνατο και σε παθητική αποδοχή. Τραγικά ελάχιστοι ήταν αυτοί που τις απέρριπταν.
Ο Ναρούτο δεν είχε νικήσει τον Νέτζι. Είχε σκοτώσει τα πιστεύω του. Περισσότερο ντροπιασμένος παρά ηττημένος, το αγόρι των Χιούγκα ένιωσε άδειο, ένα μαύρο κενό, μιας και χρειάστηκαν μερικά λεπτά για να διαλύσουν τις ιδέες αρκετών χρόνων.
Έκατσε και σκέφτηκε, φτάνοντας τελικά σε κάποια συμπεράσματα. Οι αρχικές του επιδιώξεις παρέμεναν απαράλλαχτες. Αναζητούσε δύναμη, ήθελε να ακούει το όνομά του. Αυτό που είχε μεταβληθεί ήταν ο τρόπος με τον οποίο έβλεπε την ζωή και τις μάχες και ο τρόπος με τον οποίον αντιμετώπιζε τον εαυτό του.
Σε καμιά σύγκρουση, προσωπική ή όχι, δεν ήταν αδύνατη η νίκη, δεν υπήρχε τίποτα το ακατόρθωτο. Δεν τον ένοιαζε πια αν αυτά που πίστευε ήταν σωστά ή ήταν λάθος. Αρκεί που αυτός τα θεωρούσε αληθή και πλήρως απαλλαγμένα από κάθε μορφή κακίας. Είχε δημιουργήσει έναν δικό του κώδικα τιμής, αγνό, καθάριο, ταιριαστό για έναν ηθικό πολεμιστή.
Συσσώρευε δύναμη, ακριβώς όπως κι ο Σάσκε, χρόνια τώρα. Αλλά ενώ ο Ούτσιχα το έκανε για να σκοτώνει, ο Νέτζι το έκανε για να ζει. Όταν ο Κιντομαρού, το τσιράκι του Οροτσιμάρου, πέθανε ενώ αυτός τον κοίταζε, κάτι ένιωσε που δεν μπόρεσε να το προσδιορίσει επακριβώς. Αλλά τώρα, κοιτώντας τον Σάσκε να δέχεται το σύνολο της σφοδρότητας του χτυπήματος, ανήμπορον να αντιδράσει, το ίδιο συναίσθημα τον κατέλαβε. Ξανά. Επαυξημένο.
Και ο Νέτζι ένιωσε και κατάλαβε, τι πραγματικά σημαίνει να ζεις. Εκεί, στα ερείπια του κάστρου του Κχο Σανγκ.
Μία γαλάζια λάμψη απλώθηκε σ' όλο το δωμάτιο και προσωρινά τους τύφλωσε. Ο Σάσκε τινάχτηκε πίσω, με πρωτοφανή βία. Έσπασε τον τοίχο στον οποίο έπεσε, καθώς και τον επόμενο και τον μεθεπόμενο μετά απ' αυτόν. Το τσάκρα, ακατάβλητο στην ποσότητα του, τον παρέσερνε όλο και πιο πάνω. Κανένα εμπόδιο δεν ήταν αρκετό για να τον σταματήσει, αν και οι τοίχοι μείωναν λίγο την ορμή. Το ταβάνι του υπόγειου συμπλέγματος δωματίων κομματιάστηκε σαν να ήταν από χαρτόνι και ο Σάσκε, διαγράφοντας καμπύλη τροχιά, ταξίδεψε άλλα εκατό μέτρα μέχρι που έπεσε άτσαλα στο έδαφος. Άβουλος, νικημένος, αφέθηκε να συρθεί στο χώμα και όταν τελικά σταμάτησε, το κορμί του ήταν γεμάτο μώλωπες. Έδωσε μία τιτάνια μάχη να διατηρήσει τις αισθήσεις του, μα ο εχθρός ήταν δυνατότερος. Mε πάνω από είκοσι σημεία ελέγχου τσάκρα μέσα στο σώμα του να έχουν υποστεί σοβαρότατη ζημιά δεν είχε και πολλές ελπίδες. Οι σκούρες κηλίδες στο κορμί του ξεθώριασαν και όλα μαύρισαν και άρχισε να ξαναζεί τον εφιάλτη της νύχτας όπου ο κόσμος του διαλύθηκε σε μία θάλασσα αίματος.
Αιμορραγούσε από αναρίθμητες πληγές. Αυτό που ξεκίνησε ως παιχνίδι, είχε εξελιχτεί σε άκρως επικίνδυνη καταδίωξη. H μικροκαμωμένη κοπέλα έτρεχε ακούραστη μπροστά, πάντα λίγο πιο μακριά από τα νύχια της τίγρης, ελισσόμενη επιδέξια στα δωμάτια ή πηδώντας από τοίχο σε τοίχο. Το αιλουροειδές ήταν σαφώς πιο γρήγορο, είχε όμως να αντιμετωπίσει και τα όπλα που ρίχνονταν εναντίον του. Είτε την χτυπούσαν, είτε τ' απέφευγε με ελιγμούς, κατόρθωναν να της εμποδίζουν να αναπτύξει πλήρη ταχύτητα. Και η κοπέλα απλά συνέχιζε να τρέχει και να γυρνάει συνέχεια το κεφάλι της για να ρίξει στην τίγρη ένα αιχμηρό όπλο. Στην αρχή είχε γρατσουνιές, αμυχές, μα τα τραύματα πλήθαιναν και έχανε όλο και περισσότερο αίμα. Πλέον οι πληγές ήταν τόσο πολλές που η τίγρη υπέφερε.
Πριν κάνα λεπτό είχαν περάσει έναν μεγάλου μήκους διάδρομο και η τίγρης είχε επιταχύνει, αδιάφορη για τα εχθρικά βλήματα, αποφασισμένη να τελειώσει το κυνηγητό εκείνην την στιγμή. Μία σφαίρα έπεσε από τα χέρια της κοπέλας στον διάδρομο και η αίλουρος πίστεψε πως αυτά τα ενοχλητικά παιχνίδια της είχαν στερέψει επιτέλους. Μα καθώς πήδαγε πάνω από την μικρή μπάλα, αυτή έσκασε και πάνω από τριάντα μικρά κουνάι και σούρικεν εκτοξεύτηκαν παντού, βγαλμένα από την σφαίρα. Τα περισσότερα πήγαν προς τα πάνω και κομμάτιασαν την κοιλιά της τίγρης. Έβγαλε ένα ουρλιαχτό και έπεσε κάτω απ' τον πόνο. Κυλιόταν ουρλιάζοντας και προσπαθώντας απεγνωσμένα να βγάλει τα όπλα που είχαν καρφωθεί από κάτω της. Οι κραυγές της δεν ακούστηκαν στον χώρο, αφού επικαλύφτηκαν από ένα άλλο ουρλιαχτό, παντοδύναμο και τρομαχτικό. Μία δόνηση ταρακούνησε τους τοίχους, συνέπεια του ουρλιαχτού, η τίγρης όμως πονούσε πάρα πολύ για να τα προσέξει όλα αυτά. Με πόδια που έτρεμαν, στάθηκε στα τέσσερα.
Σε απόσταση μπροστά της, βρισκόταν η λύκαινα με το ένα γόνατο να ακουμπάει στο πέτρινο πάτωμα. Την κοίταγε και της κουνούσε αρνητικά τον δείκτη του χεριού της. Το κιτρινόμαυρο ζώο τρελάθηκε από θυμό. Με αυτήν την κίνηση, το θηλυκό την κορόιδευε, της έδειχνε την περιφρόνηση της και την αδιαφορία της. Ένα σκουλήκι περιγελούσε την βασίλισσα του φόνου. Με μία φοβερή δύναμη θέλησης, έτρεξε προς αυτήν, με πρόθεση να τιμωρήσει και να σκοτώσει. Επιστράτευσε κάθε τελευταία ικμάδα αντοχής και δύναμης σ' αυτήν την τελευταία έκρηξη ταχύτητας. Η κοπέλα υποχώρησε κι αυτή γρήγορα μακριά από την τίγρη και φτάνοντας σε μια διχάλα του διαδρόμου, στράφηκε αριστερά χωρίς να το πολυσκεφτεί. Με την τίγρη κατά πόδας, η λύκαινα χώθηκε σ' ένα δωμάτιο που όπως διαπίστωσε θυμωμένη, ήταν αδιέξοδο. Η μόνη πόρτα ήταν αυτή που είχε διαβεί. Και από την οποία τώρα περνούσε η τίγρη, σίγουρη για τον θρίαμβο της.
Η λύκαινα δεν έχασε την ψυχραιμία της λόγω αυτού του γεγονότος. Ακολουθώντας την γνωστή τακτική της, εκτόξευσε κάπου δέκα κουνάι προς την αίλουρο, κανένα απ' τα οποία όμως δεν βρήκε στόχο. Με χαρά, πιστεύοντας ότι η εχθρός της είναι κουρασμένη, η τίγρη κινήθηκε, με τα σαγόνια ανοιχτά, για να κατασπαράξει το θύμα του. H Μάι όμως τίναξε πίσω τα νήματα τσάκρα με τα οποία τα όπλα της ήταν δεμένα και αυτά, μπούμερανγκ, καρφώθηκαν στην πλάτη και στο κεφάλι του μεγάλου ζώου, το οποίο είχε πηδήσει, με τα νύχια έξω, για να φτάσει την Μάι. Το μαζικό και συνάμα ξαφνικό χτύπημα από τόσα όπλα ήταν αρκετό για την ήδη άσχημα πληγωμένη τίγρη. Έπεσε στο πλάι, το δέρμα της παντού κόκκινο, όπως και τα μάτια της, τα καρφωμένα στην λύκαινα. Αυτή στεκόταν όρθια, με τα χέρια κατεβασμένα, βαριανασαίνοντας εξαιτίας των απαιτήσεων αυτής της άγριας συμπλοκής. Είχε σπρώξει τον εαυτό της στ' άκρα και τώρα κοίταζε την αντίπαλό της, που αργοπέθαινε.
Τότε μόνο κατάλαβε τι είχε γίνει. Τι, αυτή η ίδια, μόνη της, είχε πετύχει. Τώρα μόνο αντιλήφθηκε το μέγεθος της νίκης και τι ακριβώς είχε σκοτώσει. Η αναπνοή της γύριζε σιγά σιγά στο κανονικό. Ένα κύμα ευφορίας την πλημμύρισε και κατέβαλλε τιτάνια προσπάθεια ώστε να παραμείνει ήρεμη και να μην πηδήσει από την χαρά της.
Μια ανάσα, η τελευταία της, άφησε το στόμα της τίγρης και τα μάτια της απέκτησαν μία ανατριχιαστική γυαλάδα. Άθελα της, η Mai πρόσεξε τις πάμπολλες πληγές που είχε προκαλέσει στο ζώο. Δεν υπήρχε ούτε εκατοστό της γούνας που να μην έχει δεχτεί κάποιο χτύπημα. Και με τις μισές μόνο, η τίγρη θα πέθαινε, από απώλεια αίματος. Το μόνο που την κράταγε ζωντανή τόση ώρα, ήταν η αδρεναλίνη.
Έβγαλε την μάσκα της, αποκαλύπτοντας ένα ιδρωμένο πρόσωπο και με το δεξί χέρι έπιασε το παγούρι με το νερό που είχε περασμένο στην μέση της για να ξεδιψάσει. Ο σεισμός την πρόλαβε.
Η μάχη όδευε από το κακό στο χειρότερο. Τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα τους είχαν σκοτωθεί με απελπιστικά εύκολο τρόπο. Επιπροσθέτως, ο Οροτσιμάρου – σάμα είχε ξοδέψει μεγάλο μέρος του τσάκρα του για τις επικλήσεις. Αυτό που του απέμενε, ο Κάμπουτο δεν ήξερε αν έφτανε για να τους δώσει την νίκη.
''Λέγομαι Οροτσιμάρου, και είμαι σάανιν.'' απάντησε στην ερώτηση του μαύρου δράκοντα. ''Σε ελευθέρωσα από την αιώνια φυλακή σου για να κυριεύσω το σώμα σου.''
Το γέλιο του δράκου ήταν μοχθηρό, περιπαιχτικό.
''Γελοίε ανθρωπάκο. Νομίζεις θα έχεις την ευκαιρία να χρησιμοποιήσεις ένα τέτοιο τζούτσου πάνω μου; Σε μένα;;''
Σε απάντηση, ο Μάντρα ξεδιπλώθηκε και τινάχτηκε προς τον δράκο. Κατόρθωσε να τυλιχτεί γύρω του και έκλεισε το στόμα του πάνω στον λαιμό του μαύρου ερπετού. Βάζοντας περισσότερη δύναμη, τα δόντια του, με έναν ανατριχιαστικό ήχο, τρύπησαν τις φολίδες και δηλητήριο άρχισε να χύνεται μέσα στο αίμα του δράκου. Δεν ήταν αρκετό. Το μαύρο κτήνος ξανάπεσε στο έδαφος με φόρα, καταπλακώνοντας το φίδι και το κομμάτιασε με τα νύχια των ποδιών του.
Εκείνη την στιγμή, ο σάανιν και ο βοηθός του μπήκαν επιτέλους στην μάχη. Ο Κάμπουτο συγκεντρώθηκε και στέλνοντας τσάκρα προς το μεγάλο φίδι, το παραποίησε με τέτοιο τρόπο ώστε να κλείσει πληγές και να θεραπεύσει τραύματα. Από το ανοιχτό στόμα του Οροτσιμάρου βγήκε μια καφετιά οχιά και παρομοίως από το στόμα του φιδιού, ένα απέριττο και φαινομενικά απλό σπαθί εξήλθε. Επιμηκύνοντας τον λαιμό του με τρομαχτικό τρόπο, ο Οροτσιμάρου έσπρωξε το σπαθί προς τον ώμο του δράκου. Με εξαιρετική ευκολία, η λεπίδα κατατρύπησε τις φολίδες που βρήκε μπροστά της και χώθηκε στην σάρκα.
''Κουσανάγκι. Αναγνωρίζω το τσίμπημα του.'' είπε με πόνο στην φωνή ο δράκος. Φλόγες τύλιξαν το κορμί του, ένα κάτον που προστάτευε και πλήγωνε ταυτόχρονα. Ο Μάντρα, παρά την θεραπευτική ενέργεια που έπαιρνε από τον Κάμπουτο, κάηκε ολόκληρος απ' την φωτιά και πριν πεθάνει, επέστρεψε σώος στον δικό του κόσμο.
Ο Οροτσιμάρου αποτραβήχτηκε από τις δυνατές φλόγες πριν τον κάψουν και του προκαλέσουν ζημιά. Ετοιμάστηκε να ξαναχτυπήσει με το Κουσανάγκι, όταν ο Κάμπουτο μίλησε.
''Οροτσιμάρου – σάμα. Η φωτιά δεν κάνει τίποτα στον Νασταμάγκθυορ. Τον προστατεύει. Δεν μπορούμε να νικήσουμε.''
''Ναι…ανάθεμα τον, έχεις δίκιο. Πρέπει να φύγουμε.'' είπε ο σάανιν και πριν η διάρκεια του κάτον τελειώσει, οι δύο νίντζα είχαν εξαφανιστεί από το δωμάτιο στο οποίο ήταν ο δράκος, με την χρήση ενός τζούτσου μεταφοράς.
Εμφανίστηκαν στην άκρη του κάστρου, εκεί που συνόρευε η πέτρα με την ύπαιθρο, κάτω από έναστρο ουρανό. Λίγα μέτρα μακριά τους, βρισκόταν ο Σάσκε, τυλιγμένος στα δύο.
''Κρίμα. Με λίγη παραπάνω προετοιμασία, θα μπορούσαμε να τον σκοτώσουμε.''
''Και τι θα γίνει με τον δράκο; Τον αφήσαμε ελεύθερο στον κόσμο.''
''Μου είναι αδιάφορο πλέον, Κάμπουτο. Ας ασχοληθεί η Ακάτσκι μαζί του. Αν τολμάνε. Πάρε τον Σάσκε και ας φύγουμε από δω.''
''Χάι Οροτσιμάρου – σάμα.''
Μεγάλη ποσότητα δηλητηρίου είχε εισδύσει στον οργανισμό του. Όχι αρκετό και σίγουρα όχι τόσο δυνατό ώστε να τον σκοτώσει, αλλά του προκαλούσε πόνο. Δεν τον πείραζε. Με τον καιρό, ο πόνος θα υποχωρούσε.
Πρωταρχική σημασία είχε το γεγονός ότι ήταν ελεύθερος. Ο απερίσκεπτος Κχο Σανγκ νόμιζε πως ένα τέτοιο πλάσμα σαν κι αυτόν μπορούσε να μείνει αιώνια φυλακισμένο.
Άνοιξε διάπλατα τα φτερά του και πέταξε προς τα πάνω, σαν βέλος, κονιορτοποιώντας τις ποσότητες βράχου, πέτρας και χώματος που συναντούσε. Πέταγε και όλο το οικοδόμημα έτρεμε σαν να είναι έτοιμο να καταρρεύσει. Πέταγε, όλο και πιο ψηλά, προκειμένου να φτάσει, αιώνες μετά, στον ατέλειωτο ουρανό και για να ξαναδεί την αγαπημένη του Σελήνη.
Το έντονο ταρακούνημα του επανέφερε τις αισθήσεις. Ξόδεψε μερικά δευτερόλεπτα για να ξαναθυμηθεί το παρελθόν και το μέρος στο οποίο βρίσκεται. Η πρώτη ερώτηση που ξεπήδησε στο μυαλό του, ως συνέπεια των αναμνήσεων, αφορούσε την Μάι. Με τον σεισμό να συνεχίζει αμείωτος, γιατί τι άλλο μπορούσε να ήταν αν όχι σεισμός, την μύρισε, κάπου μακριά. Και δεν βρισκόταν μόνη της. Μαζί της υπήρχε μία γνώριμη οσμή, για χιλιετίες ανταγωνιστική. Και αίμα. Ποτάμι απ' αυτό.
Σηκώθηκε στα τέσσερα, το δικέφαλο ζώο και με πληγές σε όλο του το σώμα βγήκε από το δωμάτιο και ακολούθησε την μυρωδιά, φοβούμενος το χειρότερο. Ο σεισμός σταμάτησε, δεν έδωσε όμως σημασία. Συνέχισε να τρέχει. Ακόμα και χωρίς την χαρακτηριστική μυρωδιά, θα ήταν εύκολο να βρει την Μάι. Η πορεία που αυτή είχε ακολουθήσει συνοδευόταν από μία συνεχή γραμμή αίματος. Κάποιος που αιμορραγούσε είχε συρθεί πάνω στις πέτρες και ο Κίμπα – Ακαμαρού ευχόταν αυτός ο κάποιος να μην είναι η σύντροφος του. Αποκλείεται όλο αυτό να αίμα να ανήκε σ' αυτήν.
Μετά από έναν διάδρομο, έκανε αριστερά και βρέθηκε σε ένα δωμάτιο. Εκεί βρισκόταν η Μάι, ζωντανή και νεκρή μπροστά της υπήρχε μία φοβερή τίγρη. Κομματιασμένη. Δεν ασχολήθηκε με το τι ζήταγε η τίγρης σ' έναν τέτοιο υπόγειο χώρο. Του έφτανε που αυτή ήταν καλά.
''Θα ερχόμουν να σε βρω'' του πέταξε η Μάι. Αυτός ακύρωσε το τζούτσου στο οποίο είχε υποβληθεί και άμεσα ένιωσε κάτι ζωώδες να υποχωρεί και να φεύγει από μέσα του και να στέκεται δίπλα του σαν Ακαμαρού. Βρισκόμενος πάλι σε φυσιολογικό ύψος, είδε την φίλη του να έχει βρέξει το κεφάλι της με νερό. Η μάχη πρέπει να ήταν δύσκολη. Είχε αφαιρέσει την μάσκα και τότε μόνο αντιλήφθηκε ο Κίμπα ότι τα μάτια της ήταν απλά υπέροχα.
''Δεν πειράζει. Μην ασχολείσαι με λεπτομέρειες.'' είπε και την πλησίασε με γοργό βήμα. Χωρίς να της δώσει χρόνο να αντιδράσει, την άρπαξε από την μέση και τραβώντας την κοντά του την φίλησε. Στην αρχή έμεινε ουδέτερη, σύντομα όμως άρχισε να ανταποκρίνεται κι αυτή, περνώντας τα χέρια της πάνω από τους ώμους του. Ήταν τέλειο, σκέφτηκε ο Ινουζούκα. Γευόταν αγνή θηλυκότητα και ένιωθε τα ακροδάχτυλά της να χαϊδεύουν τα μαλλιά του. Ασυναίσθητα, κατέβασε τα χέρια του στην μέση της και λίγο πιο κάτω. Για μερικές στιγμές, δεν τον ένοιαζαν ούτε οι φίλοι του, ούτε ο Ακαμαρού, ούτε κάποια ηλίθια αποστολή για ένα παρανοϊκό φάντασμα. Το μόνο ενδιαφέρον γι' αυτόν ήταν το κορμί που κράταγε στην αγκαλιά του.
Η επαφή τους έσπασε. Ο κύριος λόγος ήταν για να πάρουν ανάσα.
''Νομίζω πρέπει να συνεχίσουμε το ψάξιμο για τους υπόλοιπους.'' πρότεινε η Μάι διστακτικά. Ο Ακαμαρού, που μέχρι εκείνη την στιγμή παρατηρούσε εντονότατα έναν κόκκο σκόνης στο ταβάνι, γάβγισε χαρούμενα, ικανοποιημένος με αυτή την προοπτική.
''Δεν έχω πρόβλημα'' είπε με προσπάθεια ο Κίμπα, χαρίζοντας παράλληλα στον Ακαμαρού μια άγρια ματιά. ''Με σένα μαζί μου μπορώ να ψάχνω για ώρες.''
Η Μάι ξαναφόρεσε την μαύρη μάσκα της, όχι αρκετά γρήγορα όμως για να αποκρύψει ένα ελαφρύ κοκκίνισμα στα μάγουλα.
Ήταν χαρούμενος. Το σχέδιο του εξελισσόταν όπως ακριβώς περίμενε. Ο στόχος του δεν ήταν τόσο αποδυναμωμένος όσο αυτός ήθελε, αλλά δεν είχε ιδιαίτερη σημασία αυτό. Την συγκεκριμένη στιγμή, ερχόταν προς τα έξω, αφήνοντας πίσω την πέτρινη φυλακή του, πιστεύοντας εσφαλμένα πως θα είναι ελεύθερος. Τι έκπληξη τον περίμενε…
Ο Κχο Σανγκ σκέφτηκε την έκφραση που θα αποκτήσει ο δράκος σε λίγα λεπτά. Ξεκίνησε να σιγοσφυρίζει ένα παλιό εύθυμο τραγούδι της εποχής του. Ταυτόχρονα, γύρισε μερικές σελίδες στο βιβλίο που κράταγε, μέχρι που βρήκε ότι έψαχνε. Αποστήθισε τις χειρονομίες και τις σύντομες φράσεις.
Κρίμα που δεν θα υπήρχε ούτε ένας μάρτυρας για να παραστεί σε αυτό που θα γινόταν. Κρίμα, αλλά μια νίκη ήταν πάντα και πρωταρχικά, νίκη. Θα την χαιρόταν το ίδιο, ακόμα κι αν ήταν ο μοναδικός γνώστης της.
Θα…τι είναι αυτό; Α, ένας ευγενής. Τέλεια. Και έχει και το μάτι, κατά πως φαίνεται. Υπέροχα. Απόλαυσε λοιπόν νέε, μια επίδειξη που κανείς εδώ και χιλιετίες, δεν φανταζόταν δυνατή. Σου εγγυώμαι, θα την βρεις άκρως ενδιαφέρουσα.
Με αυτές τις σκέψεις, ο πανίσχυρος σουγκέντζα κάλεσε τους πιστούς του να συγκεντρωθούν και ξεκίνησε την χρήση μαγείας, με τσάκρα να βγαίνει από μέσα του κατά κύματα.
Εξερχόμενος από το πλοκάμι της σκιάς, ο Έιζο λιποθύμησε, έχοντας φτάσει στο μέγιστο των δυνατοτήτων του και αφού πρώτα είχε χαρίσει στον Νέτζι την ευκαιρία.
Ο Σικαμαρού πέτυχε τελικά να σταθεί στα πόδια του και γύρισε προς την μεριά του Νέτζι. Ο φίλος του τον φόβιζε. Το κατεβασμένο κεφάλι, οι σφιγμένες γροθιές, η εντελώς ευθύγραμμη ραχοκοκαλιά ήταν ένδειξη μανίας. Ο Νέτζι τον κοίταξε κι αυτός και τότε ο Νάρα κατάλαβε. Ο φίλος του ήθελε ότι ήθελε κι ο ίδιος. Ένα τέλος. Όχι αιχμαλώτους. Όχι έλεος. Του έκανε νόημα με το χέρι ότι μπορεί να φύγει και κατόπιν προχώρησε προς τον Σοκούμο.
Εκτελώντας μεταβολή, ο Νέτζι ακολούθησε την διαδρομή του Σάσκε. To σαρίνγκαν και το Μπαϊακούγκαν δεν είχαν τελειώσει ακόμα την αναμέτρησή τους. Το χτύπημα που είχε πετύχει τον είχε μεθύσει, τόσο πολύ που δεν έδωσε σημασία στον δράκο που, μέτρα από πάνω του, ανέβαινε προς τα έξω. Ο Νέτζι έθεσε προτεραιότητες. Πρώτα ο Σάσκε και μετά το μαύρο ερπετό, αν βρίσκεται κάπου κοντά μέχρι τότε.
Στην διαδρομή προς τα πάνω, περνώντας μέσα από τις τρύπες που είχε δημιουργήσει το σώμα του αντιπάλου του, ο Νέτζι αντιλήφθηκε την παρουσία φαντασμάτων. Το Μπαϊακούγκαν του αποκάλυπτε άυλες μορφές πολεμιστών, τοξοτών και νίντζα, που είχαν χάσει την ζωή τους σε παλιούς χρόνους. Δεν μπορούσαν να τον πειράξουν, οπότε δεν ασχολήθηκε περαιτέρω μαζί τους. Κάτι παράξενο έγινε όμως. Τα πνεύματα αυτά βρίσκονταν στο κάστρο, περιπλανώμενα ασκόπως, για αιώνες. Τα έδεναν στο μέρος οι όρκοι πίστης και υποταγής στον Κχο Σανγκ. Αυτός με την σειρά του τους είχε προσφέρει την μετά θάνατον νόηση, αυτή που είχαν και στην ζωή, μαζί με περιορισμένη βούληση. Σε συνδυασμό με την αιωνιότητά τους, τα φαντάσματα είχαν το προνόμιο να μπορούν να διακρίνουν αυτό που ονομαζόταν δύναμη στην εποχή τους και μόνο των σπουδαίων αντρών ήταν ιδιότητα.
Την αναγνώρισαν στον άνδρα ο οποίος περνούσε ανάμεσά τους και υποκλίθηκαν. Μερικά, πιο θαρραλέα από τα υπόλοιπα, τον ακολούθησαν και έτσι ξαναδημιούργησαν εικόνες περασμένων μεγαλείων. Η πομπή προχωρούσε. Ο επικεφαλής είχε αντιληφθεί την ακολουθία, αλλά αφού έψαχνε κάτι σημαντικότερο από αερικά, δεν είχε αντίκτυπο σ' αυτόν.
Ερχόμενος στην επιφάνεια, ο Νέτζι ανέπνευσε και πάλι φρέσκο αέρα. Ο Ούτσιχα Σάσκε δεν ήταν πουθενά. Γέλασε από μέσα του για τον δειλό που προτίμησε να φύγει από το να συνεχίσει την μάχη και χαρακτηρίζοντας τον ως έναν άνανδρο αντίπαλο, έστρεψε το Μπαϊακούγκαν κατευθείαν πάνω στον δράκο.
Το φολιδωτό πλάσμα είχε εμφανιστεί στον κόσμο, μετά από μακρά απουσία του ιδίου και του είδους του. Το θριαμβευτικό του ουρλιαχτό ανακοίνωσε στους λαούς την επάνοδό του.
Τότε, ενώ η κραυγή γινόταν αντίλαλος, διάλεξε ο Κχο Σανγκ να σημάνει επίθεση και οι υποτελείς του, δεκάδες και δεκάδες φαντασμάτων, ξεχύθηκαν έξω, εναντίον του μαύρου κτήνους. Τα στοιχειά που ακολουθούσαν τον Νέτζι ήταν πρόθυμα κι αυτά να ριχτούν στην μάχη, δίσταζαν όμως. Προσέμεναν την αντίδραση του προσωρινού στρατηγού τους.
Μην έχοντας ακούσει την διαταγή του Κχο Σανγκ, μην ξέροντας ότι κάθε κίνηση του έχει αντίκτυπο, ο Χιούγκα άρχισε να περπατάει κοντύτερα στον δράκο. Η λάμψη στα λευκά μάτια του διακήρυττε πως το μαύρο ερπετό δεν είναι τίποτα παραπάνω από έναν ακόμη αντίπαλο. Αυτό ήταν. Οι στρατιώτες πίσω του τον πέρασαν και ξεχύθηκαν μπροστά, κάνοντας χρήση είτε σπαθιού είτε τόξου. Συνολικά, πάνω από τετρακόσιοι πολεμιστές περικύκλωσαν τον δράκο και αποδείχτηκε ότι τα άυλα όπλα τους ήταν αποτελεσματικά. Φολίδες έσπαγαν κάτω από συντονισμένα άγρια χτυπήματα όπλων και αίμα περνούσε μέσα από κορμιά. Ο δράκος δεν έμεινε άπραγος. Αφού μάτωνε απ' αυτούς, μπορούσε και να τους ματώσει. Δάγκωνε με λύσσα και κατέβαζε τα νύχια του με μανία πάνω στην μάζα των πνευμάτων κι αυτά χάνονταν. Δεν εξοντώνονταν, μα γύριζαν πίσω στον Κχο Σανγκ, πρόθυμα για καινούριες εντολές.
Με την πίστη ότι το παιχνίδι που έπαιζε είχε κρατήσει αρκετά, ο πανάρχαιος σουγκέντζα σοβαρεύτηκε. Θέλοντας να τελειώσει την χωρίς νόημα μάχη, σκέφτηκε μια μεγάλη σειρά από σύμβολα. Και τα τζούτσου εκτελέστηκαν, πήραν μορφή, μόνο και μόνο επειδή ένα ισχυρό μυαλό είχε επιθυμήσει την πραγματοποίηση τους.
Το έδαφος κάτω από τον δράκο ράγισε και ξεπετάχτηκαν έξω κλαδιά, χοντρά όσο το κεφάλι ενός ανθρώπου. Ο Νέτζι, ο οποίος είχε σταματήσει μακριά από την μάχη, που φανερά δεν ήταν δική του για να πολεμήσει, παρατηρούσε έκπληκτος ξύλο να γεννάται εκ λίθου και τα κλαδιά να σκαρφαλώνουν γοργά προς τον δράκο. Οι μυτερές τους άκρες διαπέρασαν πανεύκολα το σκληρό φολιδωτό δέρμα και συνέχισαν μέσα στο κρέας κατατρυπώντας κόκαλα και όργανα. Το ξύλο αυτό ήταν πιο σκληρό και από το αγνότερο ατσάλι και το τζούτσου δεν είχε ακόμα τελειώσει. Επρόκειτο ουσιαστικά για το πρώτο ντότον, απ' το οποίο κατάγονταν όλα τα άλλα ντότον και ήταν μια τεχνική που οι ίδιοι οι Σέντζου αγνοούσαν την ύπαρξη της. Από τις αιχμηρές άκρες που είχαν καρφωθεί μέσα στον δράκο, ασημένια πεντάφυλλα λουλούδια φύτρωσαν και έσταξαν μοβ δηλητήριο, που ενώθηκε με το αίμα και ταχύτατα ταξίδεψε προς το μυαλό και την καρδιά. Σαν να μην έφτανε αυτό, μικρότατες σφαίρες βγήκαν από τους ρόζους των κλαδιών και έσκασαν με κρότο απελευθερώνοντας φωτιά. Οι μικρές αλλά πάρα πολλές εκρήξεις προκάλεσαν σπασμούς στο κορμί του δράκοντα.
Όλα αυτά ήταν υπερβολικά πολλά για τις αντοχές του δράκοντα. Πέθανε και ενώ το τεράστιο σώμα του κατέρρευσε με πάταγο πάνω στα ερείπια, συνθλίβοντας τα πάντα, η ψυχή του πέταξε στον ουρανό και, μετά από έναν ανεπαίσθητο δισταγμό, βούτηξε προς τα κάτω. Το φάντασμα του Νασταμάγκθυορ έφτασε το δωμάτιο μέσα στο οποίο ο Κχο Σανγκ κάποτε εκτελούσε τα πειράματα του. Είδε τον καινούριο του αφέντη και τον προσκύνησε, προσέχοντας ώστε το κεφάλι του να είναι πιο χαμηλά από του κυρίου του.
''Σου το είχα πει πως θα γίνεις δικός μου, όταν ο καιρός θα είναι κατάλληλος.''
''Μάλιστα αφέντη'' απάντησε χωρίς συναίσθημα ο δράκος. Μια σκέψη δημιουργήθηκε στο μυαλό του, ότι όφειλε να είναι θυμωμένος. Προσπάθησε να σκεφτεί και να καταλάβει για ποιόν λόγο. Γιατί να νιώσει οργή;
Αμέσως ο Κχο Σανγκ του κατέπνιξε αυτήν την απορία, μαζί με την ελεύθερη βούληση του. Ο δράκος δεν θα έκανε σύνθετες σκέψεις, ποτέ ξανά.
''Ετοιμάσου, Νάστα. Έχουμε δουλειά μπροστά μας.''
''Μάλιστα αφέντη.''
Στο κέντρο σχεδόν του κάστρου του Κχο Σανγκ υπήρχε μια μεγάλη τρύπα, αόριστα κυκλική. Την είχε δημιουργήσει λίγο πιο πριν ο μαύρος δράκος και την χρησιμοποιούσε τώρα ο Σικαμαρού για να φτάσει στην επιφάνεια. Κουβαλούσε μαζί του τον ακόμα αναίσθητο Έιζο. Με προσοχή, τον ξάπλωσε σε κοντινή απόσταση από τον Νέτζι. ''Πως είναι;'' ρώτησε αυτός με ενδιαφέρον, επαναφέροντας ταυτόχρονα την όρασή του στο φυσιολογικό επίπεδο.
''Είναι σκληρό καρύδι. Θα επανέλθει γρήγορα, παρά τους εκτεταμένους τραυματισμούς. Εσύ;''
''Δεν τον πρόλαβα. Ξέφυγε. Αλλά είδα φαντάσματα τα οποία – ''
Ο Νέτζι σταμάτησε την φράση του. Γυρνώντας το κεφάλι, είδε ότι την ίδια τρύπα χρησιμοποιούσαν και ο Κίμπα, η Τεντεν και ο σκύλος για να βγουν έξω. Ευτυχώς φαίνονταν καλά. Πέρα από κάποιες πληγές του Κίμπα, έδειχναν κι οι τρεις δραστήριοι.
Μαζεύτηκαν όλοι πάνω από τον Έιζο. Είχαν χωριστεί μόλις πριν μισή ώρα. Η Μάι σφύριξε βλέποντας το καμένο χέρι και την πληγιασμένη κοιλιά του αναίσθητου Έιζο. ''Tι τον χτύπησε τόσο πολύ;'' αναφώνησε ενώ ο Ακαμαρού κατέβαλλε προσπάθειες να τον ξυπνήσει, γλείφοντας τον απαλά στα χέρια και στο πρόσωπο.
''Σάσκε, τσιντόρι'' ήταν η μονολεκτική απάντηση του Σικαμαρού.
''Τον βρήκατε;'' η Μάι σήκωσε ξαφνιασμένη το κεφάλι της. ''Και;''
''Ζούμε ακόμα.'' της απάντησε ο Νάρα. Δεν ήταν ο τύπος που του άρεσε να δηλώνει το προφανές, αλλά στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορούσε να σκεφτεί κάτι άλλο να πει.
''Το ίδιο και αυτός'' σχολίασε ο Νέτζι και πήγε να συνεχίσει χωρίς όμως να υπολογίζει τον Κίμπα, που τον διέκοψε ανυπόμονα.
''Ναι, ναι. Ωραία όλα αυτά. Αφού όμως δεν ρωτάει κανείς, θα ρωτήσω εγώ. Τι στην κόλαση ακριβώς είναι αυτό;'' είπε νευριασμένα και έδειξε με το δάκτυλο του το κουφάρι του μαύρου δράκου, εξήντα μέτρα πίσω από την ομάδα.
Τι του φαίνεται τόσο παράξενο; Δράκοι και φαντάσματα, δαίμονες και προδότες. Νομίζει ζούμε σ' έναν αγαθό κόσμο. Μεντοκσέι. Βαριέμαι –
''Μπορώ εγώ καλύτερα απ' όλους, να απαντήσω σ' αυτό.'' Ο άντρας που μίλησε είχε καταφέρει να έρθει σχεδόν δίπλα στους τέσσερις νίντζα χωρίς να γίνει αντιληπτός. Αναπήδησαν ξαφνιασμένοι, τόσο λόγω της παρουσίας, όσο και από την βαριά φωνή, που έμοιαζε να βγαίνει από αρχαία μνημεία ή τάφους.
''Πολύ παλιά, ήταν εχθρός μου. Δεν μπορούσα να τον σκοτώσω, οπότε τον φυλάκισα μέχρις ότου οι δυνάμεις μου να φτάσουν σ'ένα ικανοποιητικό επίπεδο.'' συνέχισε απτόητος ο ηλικιωμένος άνδρας, αγνοώντας επιδειχτικά χέρια που κινούνταν να φτάσουν κρυμμένα όπλα ή που ετοιμάζονταν να σχηματίσουν σφραγίδες.
''Μετά, το μόνο που χρειαζόταν να γίνει ήταν με κάποιο τρόπο ο αφελής εχθρός μου, να βγει από την μαγική φυλακή του. Εν κατακλείδι, αποδείχτηκε αστεία γελοίο. Μόνο εν ζωή άτομα μπορούσαν να το κάνουν και εγώ στοιχημάτισα, βλέπετε, στην έμφυτη αλαζονεία των ανθρώπων και στην υπερβολική αυτοπεποίθηση τους. Ονομάστε το υπερτιμημένη ευπιστία, αν θέλετε. Προθυμία να πιστέψουν το οτιδήποτε. Το μυστικό έγκειται στο να μην καταλάβουν ότι υπάρχουν κι άλλοι παράγοντες, και άλλα κίνητρα πέραν των δικών τους.''
Είχαν μπερδευτεί αρκετά, ο Νέτζι κι ο Σικαμαρού, αλλά κατάφερναν μέχρι έναν βαθμό, να παρακολουθούν την πορεία σκέψης που ξεδιπλωνόταν μπροστά τους.
Για το ότι ο ηλικιωμένος ήταν ο Κχο Σανγκ, δεν χωρούσε αμφιβολία, όσο απίθανη κι αν φαινόταν μια τέτοια πιθανότητα. Ο Κίμπα με την Μάι έκαναν σαν να τον ήξεραν, ήταν ήρεμοι. Και ο Ακαμαρού δεν έδειχνε καθόλου επιθετικός. Το δεύτερο συμπέρασμα αφορούσε τον Οροτσιμάρου και την συμμορία του. Έμπλεξαν, αν τα λόγια του άνδρα ήταν σωστά, σε κάτι που δεν περίμεναν. Εξαπατήθηκαν.
''Έτσι, ο μικρόμυαλος…σάανιν, ότι κι αν σημαίνει αυτό, μου έκανε μια μεγάλη εξυπηρέτηση. Ο Νασταμάγκθυορ σκλάβος μου, ο…σάανιν σκλάβος της δύναμης του, ο κόσμος το ίδιο ανόητος όπως και πριν και τι μένει; Α, βέβαια. Εσείς. Δεν ξέρω πως συνδέεστε με όλη αυτήν την ιστορία, αν και σας διαβεβαιώνω, έχω τις υποψίες μου, αλλά θαρρώ πως είστε οι πιο κερδισμένοι. Βιώσατε μια εμπειρία ζωής, κάποιοι βρήκαν ο ένας τον άλλον, κάποιοι άλλοι βρήκαν την νίκη που έψαχναν και γενικά συνεχίζετε να ζείτε, όλοι σας. Και έτσι, πριν επιτρέψω να φύγετε, με αμφότερες τις παρατάξεις να είναι χαρούμενες, μένει μόνο ένα πράμα.''
Δεν σταματούσε να μιλάει ο παράφρων. Τρέλα. Παρ' όλα αυτά ο Σικαμαρού νόμιζε ότι καταλάβαινε κάπως τα κρυφά νοήματα των λόγων του Κχο Σανγκ.
''Εννοείς την σφαίρα;''
''Εννοώ την σφαίρα, αγόρι.''
''Αποτελεί το δόλωμά σου, έτσι δεν είναι; Το εργαλείο, το οποίο έψαχνε θύματα για να κάνουν την δουλειά σου.'' είπε ο Νάρα και έβγαλε μέσα από το γιλέκο του την σφαίρα. Τίποτα πάνω της δεν φανέρωνε την δύναμη που έκρυβε. Ήταν μαύρη στο εσωτερικό και στην αφή έμοιαζε σαν κρύσταλλο, μόνο πιο συμπαγές και πολύ πιο βαρύ.
''Σκάστε. Σταματήστε να μιλάτε έτσι'' ξέσπασε ο Κίμπα και άρπαξε την σφαίρα από τα χέρια του αρχηγού του, πριν προλάβει αυτός ν' αντιδράσει. Την πέταξε ψηλά και καθώς επέστρεφε στο έδαφος, ο Κίμπα στριφογυρίζοντας άγρια γύρω από τον εαυτό του, χτύπησε την σφαίρα με την τεχνική του γκατσούουγκα. Το δημιούργημα του Κχο Σανγκ έπεσε στο έδαφος μακριά από τον Κίμπα και όλοι είδαν τις ρωγμές, ίδιες με λεπτό ιστό αράχνης, που την κάλυπταν ολόκληρη.
Ο Ινουζούκα Κίμπα έπεσε δεύτερη φορά πάνω της και τώρα το γκατσούουγκα ήταν δυνατότερο. Μην αντέχοντας την πίεση, η σφαίρα έγινε θρύψαλα, με τα μικρά κομμάτια να πετάνε προς άπασα κατεύθυνση.
Ένα άγνωστο αέριο γαλάζιου χρώματος βγήκε απ' την σφαίρα και υψώθηκε αργά στον νυχτερινό ουρανό. Ότι κι αν ήταν αυτό που έκρυβε μέσα της η σφαίρα, σκορπίστηκε από την ριπή του ανέμου που ήρθε από τον νότο και χάθηκε εντελώς από τον κόσμο.
''Τέλειο.'' βροντωφώναξε ο σουγκέντζα με τα μακριά γκρίζα μαλλιά του να ανεμίζουν στον άνεμο. ''Όλοι θαυμάζουν την δημιουργία, ενώ μόνο ένας βάρβαρος μπορεί να θαυμάσει την καταστροφή.'' Το σχόλιο πήγαινε στον Κίμπα, τον στεκάμενο δίπλα στο κατόρθωμα του, με ένα μανιακό χαμόγελο να διακοσμεί το πρόσωπό του.
''Μπορείς τότε να ξέρεις πως θαύμασα την καταστροφή του αγάλματός σου.''
Για την Μάι, δεν ήταν το σωστό πράμα για να πει κάποιος σ' έναν νεκρό μάγο, ο Κχο Σανγκ πάντως φαινόταν να το διασκεδάζει.
''Δήλωση αληθινού βαρβάρου. Και με αυτό, αγαπητά μου παιδιά, τελειώνουν οι υποχρεώσεις της νυχτός. Δεν υπάρχει τίποτα άλλο που πρέπει να πούμε, ή να κάνουμε. Έχετε τις ευχαριστίες μου, γεγονός σπουδαίο και περιζήτητο και σας εύχομαι να ζήσετε σε ενδιαφέροντες καιρούς. Αντίο.''
Η ηλικιωμένη φιγούρα με το πράσινο κιμονό έγινε διαφανής, άυλη. Άρχισε όλο και πιο πολύ να σβήνει, μέχρι που τελικά δεν φαινόταν καθόλου. Το τελευταίο που χάθηκε μπροστά στα μάτια τους ήταν το πρόσωπο, με τα σχεδόν ανύπαρκτα χείλη και τους παράξενους, χωμένους στις κόχες τους, οφθαλμούς.
Κανένας δεν μίλησε, αφού κάθε ένας ήταν απορροφημένος στις σκέψεις του, πλην του Ακαμαρού. Το γάβγισμα του έσκισε τον αέρα.
''Συμφωνώ Ακαμαρού. Η δουλειά μας έχει τελειώσει.'' είπε ο Κίμπα.
''Όντως. Η αποστολή τέλειωσε και δεν έχουμε κάτι άλλο να κάνουμε εδώ…'' σχολίασε ο Σικαμαρού και όλοι τους περίμεναν ανυπόμονα τις επόμενες λέξεις του. ''…Ας γυρίσουμε σπίτι.'' ολοκλήρωσε και τοποθέτησε τα χέρια του στις τσέπες.
Κανείς δεν διαφώνησε σε αυτή την προοπτική. Άπαντες σηκώθηκαν και, αφού έβαλαν τον Έιζο πάνω στον Ακαμαρού, ξεκίνησαν, με μία νωχελικότητα που δικαιολογούταν από την απουσία εκκρεμοτήτων. Διαθέτοντας άπλετο χρόνο στην διάθεση τους, ευδιάθετοι, έκαναν τα πρώτα βήματα στην μακριά πορεία προς το Κόνοχα.
Με το που απομακρύνθηκαν, η σιωπή επέστρεψε στα ερείπια του κάστρου του Κχο Σανγκ, διατεθειμένη να βασιλεύσει απερίσπαστη τουλάχιστον για άλλα διακόσια χρόνια.
