Η ιστορία αυτή αφιερώνεται στην 815-Broken-Pencils. Χωρίς τη δική της ενθάρρυνση δεν θα είχα ποτέ ξεκινήσει να γράφω.
Κεφάλαιο 4ο
Φοβίες, Μνησικακίες και Ίντριγκες
Ο Όρομις βούτηξε για μια ακόμη φορά το πινέλο στο σκουρόχρωμο μελάνι συμπληρώνοντας το ιδεόγραμμα της λίνγκουελ κβαέντι πάνω στο κιτρινισμένο φύλλο παπύρου. Με την άκρη του ματιού του ο πρεσβύτερος δρακοκαβαλάρης παρατήρησε τον Μπρομ σε μικρή απόσταση να περιμένει υπομονετικά. Το μάθημά τους είχε τελειώσει προ εικοσαλέπτου, ο νέος όμως δεν είχε ακόμα αποχωρήσει. Γονατισμένος στην άκρη της αίθουσας, ο μαθητής περίμενε καρτερικά να του απευθύνει το λόγο ο δάσκαλος.
'Επιθυμείς να μου μιλήσεις, Μπρομ φινιάρελ;'
Ο νέος άντρας σηκώθηκε και πλησίασε αργά το δάσκαλό του.
'Έμπριθιλ, είδα ξανά τον ίδιο βασανιστικό εφιάλτη.'
Το χέρι του Όρομις άφησε αργά το πινέλο στο πιατάκι πάνω στο γραφείο. Το βλέμμα του εξέτασε προσεκτικά τον Μπρομ.
'Μπρομ φινιάρελ, πόσες φορές σου είπα πως δεν πρέπει να αφήνεις το φόβο να κυριαρχεί στην καρδιά σου;' Το ύφος του δασκάλου ήταν αυστηρό, αλλά μέσα στο βάθος των ματιών του, αν πρόσεχε κανείς, θα διέκρινε μια βαθιά στοργή για το μαθητή του.
'Ο νεοσσός υποφέρει!' Ο Γκλέιντερ ήταν κάπου κοντά, η διάνοιά του απόλυτα συνδεδεμένη με του δρακοκαβαλάρη του. 'Το χειρότερο είναι πως η Σαφίρα δεν γνωρίζει κάτι γι' αυτό.'
Ο Όρομις σηκώθηκε από το κάθισμά του και στάθηκε μπροστά στο μαθητή του.
'Έχεις μοιραστεί τους φόβους σου με τη Σαφίρα, Μπρομ φινιάρελ;'
Ο αυστηρός του τόνος έκανε τον Μπρομ να σκύψει το κεφάλι.
'Όχι Έμπριθιλ' παραδέχτηκε. 'Δεν τολμώ να μοιραστώ μαζί της το ότι την βλέπω συχνά στα όνειρά μου νεκρή.' Τα μάτια του νέου άνοιξαν διάπλατα στην ενθύμηση της φρίκης που είχε βιώσει μέσα στον εφιάλτη του. Η ίδια εκείνη φοβία που τον βασάνιζε από τότε που ήταν μικρό αγόρι, η ίδια είχε ξαναγυρίσει και πάλι το τελευταίο διάστημα, όσο κι αν είχε προσπαθήσει να απωθήσει τις άσχημες σκέψεις.
Ο Όρομις ακούμπησε την παλάμη του στα καστανά μαλλιά του μαθητή του μεταφέροντάς του ένα ευεργετικό κύμα ενέργειας.
'Κανείς δεν γλιτώνει απ' αυτό που φοβάται, Μπρομ φινιάρελ,' δήλωσε ο δάσκαλος. 'Μοιράσου τους φόβους σου με το άλλο μισό της καρδιάς σου! Η Σαφίρα πρέπει να γνωρίζει πως νοιώθεις.'
Αυτό που ζητούσε ο Όρομις ήταν δύσκολο για τον Μπρομ. Τον Μπρομ με την ήπια συμπεριφορά και τον κλειστό χαρακτήρα, που έδειχνε στους άλλους πάντα το ευγενικό μέρος του εαυτού του κρατώντας μέσα του τις πιο απόκρυφες σκέψεις και φόβους. Τον Μπρομ, που τον περισσότερο χρόνο ζούσε αποτραβηγμένος από τους ανθρώπους δρακοκαβαλάρηδες αντιμετωπίζοντας βλέμματα αποδοκιμασίας και κρυφόγελα, όσες φορές επέτρεπε στον εαυτό του να επαναλαμβάνει τις δεισιδαιμονίες της απομονωμένης, ιδιαίτερης πατρίδας του. Που γινόταν αντικείμενο πειραγμάτων όποτε χτυπούσε ο ίδιος την πόρτα προτού βγει από ένα δωμάτιο, ή όταν έφτυνε τρεις φορές προς τη μεριά της Σαφίρας για να μην την πιάνει το κακό το μάτι. Τελευταία οι μόνες του συναναστροφές ήταν με κάποιους δρακοκαβαλάρηδες των ξωτικών, ενώ τον περισσότερο ελεύθερο χρόνο του τον περνούσε στο δρακοστάσιο συντροφιά με το γαλανό του δράκο. Η φιλία του με το Μόρζαν περνούσε κι αυτή τόσες φάσεις όσες της σελήνης. Άλλοτε ο νέος από το Τιρμ έδειχνε έμπιστος φίλος, μερικές φορές πιεστικός ίσως, ακόμα και κτητικός μέχρι να κουράζει. Άλλες πάλι, το παράκανε στα πειράγματα και τις κοροϊδίες ώστε να γίνεται ως και προσβλητικός. Ο Μπρομ βέβαια δεν είχε πάψει να τον θεωρεί φίλο. Οσάκις όμως ξημέρωναν πρωινά που την προηγούμενη νύχτα είχε δει τους εφιάλτες με νεκρή τη Σαφίρα του, τότε ειδικά αποτραβιόταν απ' όλους.
'Πήγαινε στο δάσος, Μπρομ φινιάρελ,' έλεγε τώρα ο Όρομις με ύφος που έδειχνε πως πραγματικά νοιαζόταν γι' αυτόν 'κι εκεί μείνε όσο χρειαστεί και στοχάσου. Αυτοσυγκεντρώσου στη ζωή γύρω σου και γνώρισέ την καλύτερα. Αν εκτιμήσεις πραγματικά τη ζωή – τον κύκλο ακόμα και του μικρότερου όντος – τότε θα σταματήσεις να σκέφτεσαι το θάνατο.'
Ο Μπρομ υποκλίθηκε σιωπηλά και αποχώρησε. Υπήρχαν μέρες που η διανοητική και ψυχική του σύνδεση με τη Σαφίρα ήταν απόλυτη. Περνούσαν τις ώρες τους μαζί πετώντας πάνω απ' την πόλη, το λιμάνι, τα δάση και το βουνό του Βρόενγκαρντ. Μοιράζονταν όλες τις χαρές που ο σύνδεσμος καβαλάρη και δράκου μπορούσε να παρέχει, καθώς επίσης και τις απογοητεύσεις, τις αγωνίες, τους πόθους. Ο Μπρομ ήξερε πως θα ζούσαν μαζί για πολλά-πολλά χρόνια. Θα μοιράζονταν τις εμπειρίες και τα πάθη μιας ατέλειωτης ζωής. Όλοι όσοι γεννήθηκαν την ίδια εποχή μ' εκείνον θα είχαν γίνει προ πολλού σκόνη, αλλά ο Μπρομ και η Σαφίρα θα ήταν ακόμα μαζί. Εκτός εάν…
Τράβηξε προς το δρακοστάσιο να συναντήσει την εκλεκτή της καρδιάς και του νου του. Ο Όρομις είχε δίκιο. Έπρεπε να συγκεντρωθεί – να συγκεντρωθούν μαζί με τη Σαφίρα – τόσο πολύ στη ζωή, ώστε ο φόβος του θανάτου να μην τους αγγίξει ποτέ.
.*.
Ο Μόρζαν συγκεντρώθηκε με όλες τις δυνάμεις του κορμιού και του νου του, έτσι ώστε μετά από αρκετές στιγμές ένα κύμα ενέργειας να φύγει από πάνω του και να αποθηκευτεί μέσα στο πετράδι της λαβής του καινούργιου σπαθιού του. Ένιωσε ξαφνικά να στεγνώνει, να αποδυναμώνεται και τον κόσμο όλο να στροβιλίζεται γύρω του· το κενό στο στομάχι παρέτεινε την αίσθηση της ζάλης. Η κόκκινη δράκαινα έγειρε προς τη μεριά του καβαλάρη της, η άκρη του ρύγχους με τα τρομερά δόντια άγγισε το ρουμπίνι σε σχήμα δακρύου. Την άλλη στιγμή, ένα μεγαλύτερο κύμα ενέργειας εκτοξεύτηκε απ' τα ρουθούνια της προς το κόκκινο πετράδι γεμίζοντας τις έδρες του.
'Ορίστε, μικρούλη' καυχήθηκε η δράκαινα. 'Αυτό σαν δώρο από μένα.'
'Ο δάσκαλος Όρομις θα καταλάβει τη βοήθειά σου. Είπε πως πρέπει να πετυχαίνω τη μεταφορά της ενέργειας μονάχος' παραπονέθηκε ο Μόρζαν, αλλά ταυτόχρονα χάιδεψε στοργικά τη μουσούδα της συντρόφου του.
'Θα σου έπαιρνε βδομάδες και δεν θα είχες γεμίσει ούτε το μισό' δικαιολογήθηκε η δράκαινα. 'Άλλωστε, μονάχος δεν είσαι κι αυτό ο Όρομις το γνωρίζει καλύτερα απ' όλους. Εσύ κι εγώ σ' αυτή τη ζωή ή στην άλλη, θα είμαστε για πάντα ενωμένοι.'
Ο Μόρζαν γέλασε ικανοποιημένος κι αγκάλιασε και με τα δύο χέρια το λαιμό του άλλου μισού της καρδιάς και του νου του.
'Γλυκιά μου κοκκινομάτα!'
Εδώ και πολύ καιρό η κόκκινη δράκαινα είχε διαλέξει ένα τρομερό όνομα για τον εαυτό της. Ένα αρχαίο όνομα που η προφορά του και μόνο σκορπούσε ρίγος και δέος σε όποιον το άκουγε, μιας και η έννοιά του σήμαινε τον τρόμο που κάποιος σπέρνει στους αντιπάλους του μετά από αμείλικτη επίθεση. Η δράκαινα έφερε περήφανα αυτό το όνομα και ο δρακοκαβαλάρης της δεν χόρταινε να το επαναλαμβάνει. Στις πιο ιδιαίτερες και τρυφερές τους στιγμές όμως, ο Μόρζαν συνήθιζε να την αποκαλεί με το ίδιο εκείνο παρατσούκλι που της είχε χαρίσει όντας παιδί ακόμα· 'κοκκινομάτα'. Η δράκαινα το δεχόταν σαν χαϊδευτικό της γουργουρίζοντας ικανοποιημένη.
'Πάμε να πετάξουμε μαζί' πρότεινε η δράκαινα. 'Μπορούμε, αν θες, να περάσουμε ακόμα και τη θάλασσα.' Οι απότομοι γκρεμνοί στην απέναντι πλευρά της Αλαγαισίας γέμιζαν και τους δύο με μια άγρια χαρά, που κρατώντας την για τους εαυτούς τους και μόνο, δεν την μοιράζονταν με κανέναν.
'Στους δασκάλους δεν θα αρέσει αυτό' χαμογέλασε ο Μόρζαν αποφασισμένος ήδη να διασκεδάσει την ανυπακοή. 'Σαν γυρίσουμε θα μας περιμένει και τους δύο η τιμωρία.'
'Δεν θα είναι η πρώτη φορά' ρουθούνισε η δράκαινα, η καρδιά της ήδη γεμάτη λαχτάρα για το ότι θα χαίρονταν τη μοναξιά του ταξιδιού και της απέναντι όχθης μακριά απ' όλους τους άλλους. 'Πάμε να σταθούμε στην ψηλότερη κορυφή κι εκεί να ονειρευτούμε τους τρόπους που θα ταπεινώσουμε τους εχθρούς μας.'
Η κόκκινη δράκαινα μοιραζόταν με τον καβαλάρη της μία μοναδική, κτητική σχέση· εκείνη τον φρόντιζε τρομοκρατώντας όποιον τολμούσε ποτέ να τον στραβοκοιτάξει κι αυτός δεν είχε μάτια για κανένα άλλο ζωντανό πλάσμα στον κόσμο παρά μόνο για την ίδια. Όσο για τον Μπρομ; Κομμάτι ήπιος είχε γίνει μεγαλώνοντας, ήρεμος κι υπάκουος στους κανόνες. Τώρα τελευταία απέφευγε να ακολουθεί τον Μόρζαν στις τρέλες του, παρά προτιμούσε να συναναστρέφεται τους φίλους του τα ξωτικά. Ο Μόρζαν ζήλευε. Ο Μπρομ ήταν δικός του φίλος, μαζί είχαν έρθει στο νησί των καβαλάρηδων κάποτε. Ο γιος του ψαρά τον είχε συνεχώς από κοντά το πρώτο διάστημα, περιμένοντας απ' αυτόν – σαν πιο περπατημένο – να του μάθει τα μυστικά της ζωής. Τι ήθελε κι έμπλεκε με τα ξωτικά; Ο ίδιος κρατιόταν επιδεικτικά μακριά απ' τους 'μυτερο-αυτιάδες', φροντίζοντας κάθε φορά να τους προσβάλει κάνοντας και λέγοντας όσα τους ενοχλούσαν περισσότερο.
Ένα κακό γέλιο άνθισε στα χείλη του Μόρζαν, καθώς χάιδεψε με τα δάκτυλα τη λεπίδα του ξίφους. Οι δρακοκαβαλάρηδες των ξωτικών, όσο νέοι και να ήσαν, ακόμα και παιδιά με νεοσσούς στην αγκαλιά τους, γνώριζαν από πριν τη χρήση της μαγείας. Η μαγεία ήταν κάτι που έτρεχε στις φλέβες μαζί με το αίμα τους. Αυτό πίστευαν ότι τους έδινε το δικαίωμα να θεωρούν τους εαυτούς τους ανώτερους από τους ανθρώπους συντρόφους τους. Ο Μόρζαν δεν ξεχνούσε ποτέ τα λοξά, περιφρονητικά βλέμματα, ούτε τα κεκαλυμμένα προσβλητικά λόγια γι' αυτόν και την καταγωγή του. Από τη στιγμή που ο Γκαλμπατόριξ είχε φύγει από τη Ντορου Αρίμπα – αχ, ο Γκαλμπατόριξ, πόσο του είχε λείψει η συναναστροφή τους – ο Μόρζαν είχε απομείνει μονάχος να χειρίζεται τα ξωτικά και να αντιμετωπίζει τις δύσκολες καταστάσεις που προέρχονταν από τον αναγκαστικό συγχρωτισμό τους. Αυτοί οι 'κύριοι' θεωρούσαν τους εαυτούς τους ευγενείς. Κάθε φορά όμως που αντιμετώπιζαν κάποιον από το ανθρώπινο γένος στην αυλή της ξιφασκίας και τον κέρδιζαν με την δύναμη και την ταχύτητά τους, αυτός είχε να περιμένει μονάχα ειρωνικά χαμόγελα και προσβολές. Έφταναν ακόμα να αμφισβητούν και την κρίση των ίδιων των δράκων. Αν πεις και για τα θηλυκά τους; Θεωρούσαν προσβολή και μόνο να τις κοιτάξεις.
Η κόκκινη δράκαινα σκούντησε με το μουσούδι το δρακοκαβαλάρη της αφυπνίζοντάς τον από τις δυσάρεστες σκέψεις.
'Στο σπαθί είσαι γρηγορότερος και δυνατότερος από πολλούς άλλους κι ας ανήκεις στο ανθρώπινο γένος' του υπενθύμισε. 'Μην ξεχνάς ποτέ τον Γκαλμπατόριξ. Υπήρχαν τόσα ξωτικά στην ομάδα που χάθηκε, όταν αυτός ήταν ο μόνος που επιβίωσε χάρις στην πολεμική του δεξιότητα, καίτοι άνθρωπος.'
Ο Μόρζαν γέλασε επηρμένος από τα λόγια της. Ναι, ήταν πράγματι δυνατός, δυνατότερος από πολλούς ανθρώπους δρακοκαβαλάρηδες. Τα ξωτικά όμως δεν είχε καταφέρει ως τώρα να τα ξεπεράσει, με αποτέλεσμα εκείνα να τον ταπεινώνουν.
'Μια μέρα θα εκδικηθούμε για όλες αυτές τις ταπεινώσεις' υποσχέθηκε το ταίρι του. 'Είμαστε ακόμα πολύ νέοι και οι γνώσεις μας ελλιπείς. Θα εκδικηθούμε τόσο αυτούς που μας αντιμάχονται τώρα, όσο και αυτούς που σε προσέβαλαν στο παρελθόν.' Ο Μόρζαν είχε εδώ και χρόνια μοιραστεί μαζί της όλα τα βάσανα της παιδικής του ηλικίας. 'Όσο για το μέλλον, θα γίνουμε τόσο ισχυροί, που ούτε να ονειρευτούν να μας προσβάλουν δεν θα τολμήσουν.' Η δράκαινα οσμίστηκε τον αέρα. 'Ας πηγαίνουμε τώρα, πριν σκεπάσει τον ήλιο η θάλασσα. Αύριο θα είμαστε πάλι εδώ, να αντιμετωπίσουμε με θάρρος την τιμωρία μας.' Πασίχαρη για την σκανταλιά της απουσίας χωρίς άδεια, σκούντηξε ξανά τον ώμο του καβαλάρη της μεταδίδοντάς του μέρος από τη χαρά της.
Ο Μόρζαν θαύμασε για μία ακόμη φορά την ιριδίζουσα επιφάνεια του καινούριου του ξίφους, που στο φως του ήλιου έμοιαζε με ρευστό πυρωμένο μέταλλο στο καμίνι του αρχισιδηρουργού του σύμπαντος. Η λαβή ταίριαζε στην παλάμη του σαν να ήταν η φυσική απόληξη του χεριού του. Κατόπιν θηκάρωσε το πολύτιμο όπλο στο κόκκινο θηκάρι του, χτυπώντας το περήφανα πάνω στο μηρό του.
Δεν είχε περάσει ούτε βδομάδα που ο Μόρζαν και ο δράκος του είχαν γυρίσει από τη χώρα των ξωτικών. Εκεί, μέσα στα βαθιά, σκιερά δάση είχαν συναντήσει αυτήν στην οποία ο Όρομις τους είχε στείλει· την Ρούνον την ξωτικιά, την κατασκευάστρια των σπαθιών των δρακοκαβαλάρηδων. Εκείνη είχε εξετάσει προσεκτικά τον νέο, είχε υπολογίσει το μήκος των χεριών, το ύψος του και τη σωματική του διάπλαση. Είχε ακόμα λάβει υπ' όψιν της και το χρώμα του δράκου του. Λίγες μέρες μετά είχε κατασκευάσει γι' αυτόν ετούτο το σπαθί από σιδερίτη που είχαν προμηθεύσει τα μακρινά άστρα, τα τόσο λατρεμένα και τραγουδισμένα από τα ξωτικά. Έμενε μονάχα να το ονομάσει.
Ο Μόρζαν δεν θα ξεχνούσε ποτέ αυτή την τελευταία του συνάντηση με τη Ρούνον προτού αποχωρήσει από την Ελλεσμίρα.
'Είσαι σίγουρος πως θέλεις να δώσεις ένα τέτοιο όνομα στο σπαθί;' Είχε ρωτήσει εκείνη.
Ο Μόρζαν είχε γνέψει καταφατικά, μία κίνηση που πολύ καλά γνώριζε ότι τα ξωτικά απεχθάνονταν, όπως και όλη τη γλώσσα του σώματος, θεωρώντας κακή συμπεριφορά το να μην αποκρίνεται κάποιος με ευγενικά λόγια όταν του έχουν απευθύνει μία ερώτηση.
'Απόλυτα σίγουρος!' της είχε δηλώσει απότομα. 'Τούτο το σπαθί θα είναι η δυστυχία όλων των εχθρών μου.'
Η Ρούνον είχε ανασηκώσει το ένα της φρύδι παρατηρώντας τον προσεκτικά. Ο νέος που στεκόταν μπροστά της δεν θα πρέπει να είχε ζήσει πάνω από δεκάξι καλοκαίρια. Ακόμα και με τα ανθρώπινα στάνταρ μπορούσε να θεωρηθεί σχεδόν παιδί. Ένα ελαφρό σκούρο χνούδι ήδη κάλυπτε το πάνω χείλος του, καθώς και τους κροτάφους στα πλάγια των παρειών του. Δεν μπορούσε καν να θεωρηθεί ακόμα γένι.
'Έχεις πολλούς εχθρούς, δρακοκαβαλάρη;'
Μέσα στα παράταιρα μάτια του Μόρζαν έλαμψε στιγμιαία η άλικη λάμψη από την αντανάκλαση της φλόγας στο καμίνι.
'Δεν φαντάζεσαι, Ρούνον έλντα.'
Η ξωτικογυναίκα το είχε διασκεδάσει μέσα της. Άλλος ένας καυχησιολόγος κομπαστής δρακοκαβαλάρης απ' το γένος των ανθρώπων στεκόταν εδώ μπροστά της, παριστάνοντας τον σπουδαίο. Χρησιμοποιώντας τη χιλιόχρονη μαγεία της είχε χαράξει το σημάδι πάνω στη λεπίδα, ακριβώς κάτω από τον προστατευτικό σταυρό της λαβής. Και το σπαθί είχε αποκτήσει όνομα. "Ζάρ'ροκ".
.*.*.
Κόντρα στο ελαφρύ αεράκι που φυσούσε, η πριγκίπισσα έσιαξε το μαύρο πέπλο της χηρείας πάνω στα ψαρά της μαλλιά κι έρανε τον τάφο του νεκρού της συζύγου με τα ροδοπέταλα που της προμήθευσε το κορίτσι που τη συνόδευε μέσα από ένα κανίστρι. Ο υποκόμης τους είχε αφήσει χρόνους εδώ κι αρκετό διάστημα – και πολύ καλά είχε κάνει κατά τη γνώμη της χήρας του – εγκαταλείποντας την ίδια μοναδική κυρά κι αφέντρα στο υποστατικό τους. Και τον τίτλο του στον αγαπημένο της γιο.
'Υποκόμης, πφ!' Και τι ήταν ο τίτλος αυτός παρακαλώ για το χαρισματικό παιδί της; Αυτόν που ήταν τόσο δυνατός στο σώμα, στις πολεμικές τέχνες, τη … μαγεία; Αυτόν που κατείχε τόσες και τόσες γνώσεις; Η πριγκίπισσα γύρισε απότομα την πλάτη στο μνημείο του συζύγου επιστρέφοντας στο κύριο κτίσμα του υποστατικού τους. Για τα μάτια του κόσμου τελούσε όλα τα καθήκοντα της χήρας, στην πραγματικότητα όμως ύφαινε μυστικά τα σχέδιά της για την ανέλιξη του γιου της.
Τρία χρόνια είχαν περάσει απ' τη μέρα που οι δρακοκαβαλάρηδες της ξανάφεραν πίσω συντετριμμένο αυτόν που της είχαν πάρει με τις καλύτερες προοπτικές κάποτε. Τον παρέδωσαν στην αγκαλιά και την φροντίδα της, για να φύγουν και πάλι και να μην νοιαστούν ποτέ ξανά για τη μοίρα του. Τρία χρόνια δύσκολα… Η πριγκίπισσα έβλεπε στην αρχή το γιο της να λιώνει μέρα με τη μέρα, νύχτα με τη νύχτα. Το δυνατό του μυαλό να φθίνει. Το όμορφο και γεροδεμένο κορμί του να αποδομείται. Και η μητέρα αυτό δεν το άντεχε. Προσπάθησε να τον συντρέξει, τον κατάφερε να της μιλήσει, να της ανοίξει την καρδιά του, να της τα πει όλα. Κατόπιν τον έπεισε να κάνει κουράγιο· κι ως ένα βαθμό το κατάφερε. Η στοργή της μάνας κατάφερε να σταθεροποιήσει την φθορά, σωματική και διανοητική του γιου, η περηφάνια όμως της πριγκίπισσας δεν θα αρκείτο ποτέ μονάχα σε αυτό.
Η γυναίκα διέθεσε όσο χρυσάφι βρήκε αποθηκευμένο στις κάσσες του σπιτιού της, εκποίησε τα κοσμήματά της, δανείστηκε, πούλησε ως και εδάφη από τη γη τους. Μεγάλο μέρος από το ποσό που συγκεντρώθηκε χρηματοδότησε τις υπηρεσίες πρακτόρων που έκαναν άνω-κάτω όλη τη χώρα για μυστικά απόκρυφης μαγείας που θα μπορούσαν να είναι χρήσιμα, ή και για αγορά σπανίων, μυστικιστικών βιβλίων. Άλλα χρήματα ξοδεύτηκαν για την εξαγορά σκοτεινών υπηρεσιών ανθρώπων του βασιλικού περιβάλλοντος. Τα υπόλοιπα πλήρωσαν τις υπηρεσίες του καλύτερου των δασκάλων ξιφασκίας, ισάξιου της βασιλικής αυλής, για να χρησιμοποιηθεί για την καθημερινή εξάσκηση του γιου της. Τέλος η πριγκίπισσα τα κατάφερε. Έδωσε στο παιδί της μια ελπίδα. Μια ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο, για ένα ισχυρότερο μέλλον. Κατάφερε να κάνει τον συντετριμμένο να ορθοποδήσει και να ελπίσει. Και το κυριότερο; Κατάφερε να τον κάνει να ενστερνιστεί τις υπέρμετρες δικές της φιλοδοξίες.
Πολύ ονειροπόλο εύρισκε η πριγκίπισσα το παιδί της κάποτε, πριν τον πάρουν μακριά της οι δρακοκαβαλάρηδες. Υπέρμετρα αφοσιωμένο στις μελέτες του και στην απόκτηση της βαθύτερης γνώσης. Πολύ εγκάρδιο με όλους – κάτι που είχε κληρονομήσει από τον γλεντζέ, υποκόμη πατέρα του – και που η ίδια ποτέ δεν ενέκρινε. Ονειροπόλος είχε παραμείνει και την μία και μοναδική φορά που τους είχε επισκεφτεί για ένα τοπικό πανηγύρι παρέα με τον άσπρο δράκο του· ονειροπόλος, φιλικός και υπερβολικά καταδεκτικός, ακόμα και με τους κατώτερους, ακόμα και με τα κορίτσια της υπηρεσίας της.
'Πρόσεχε γιε μου' τον είχε προειδοποιήσει τότε η πριγκίπισσα στραβοκοιτάζοντας όσες κοπέλες του χωριού είχαν τολμήσει να τον πλησιάσουν όλο χαμόγελα. 'Πρόσεχε να μην σε τυλίξει καμία! Εκτός και αν η θέση της στην κοινωνία αξίζει τον κόπο' είχε συμπληρώσει, εννοώντας μία θέση πάρα, μα πάρα πολύ υψηλά ιστάμενη. Ευτυχώς τώρα πια το παιδί της φαινόταν πιο προσγειωμένο, πράγμα που την ικανοποιούσε υπέρμετρα. Αυτός που προετοιμάζεται για μεγάλα αξιώματα οφείλει να είναι αυστηρός, λιτός με τις συναναστροφές του. Η θέση του δεν του επιτρέπει να μοιράζει υποσχέσεις εδώ κι εκεί, ούτε να δίνει ελπίδες. Οι θυσίες της πριγκίπισσας έδειχναν να πιάνουν τόπο.
'Αχ, παιδί μου, για σένα όλα θα τα κάνω. Να ζήσω να σε δω όπως θέλω…' μουρμούρισε η γυναίκα ταχύνοντας το βήμα όσο της επέτρεπαν τα χρόνια της.
'Θέλετε κάτι, αρχόντισσά μου;' ρώτησε το κορίτσι που τη συνόδευε και δεν είχε καλοακούσει τα προηγούμενα λόγια της κυράς της.
'Δεν μιλούσα σ' εσένα χαζή' την αποπήρε η γερόντισσα. Τι κακό και τούτο, τα τελευταία χρόνια να μην μπορεί να βρει υπηρέτρια που στόμα να έχει και μιλιά καθόλου! Ήταν κι αυτό αποτέλεσμα της ευτέλειας των ημερών. Πού παλιά, στις μέρες της νιότης της! Τολμούσε υπηρέτης να πάρει το λόγο χωρίς να του δοθεί άδεια απ' τον αφέντη του; Αυτά όμως ήταν τα αποτελέσματα μιας χαλαρής εξουσίας. Το ψάρι βρωμάει απ' το κεφάλι έλεγε η γιαγιά της και δίκιο είχε. Ο ηγεμόνας όφειλε να είναι σκληρός, αμείλικτος, να εμπνέει το φόβο. Όχι ένα ανδρείκελο που του υπαγορεύουν οι άλλοι τι θα κάνει. Η πριγκίπισσα αγριοκοίταξε και πάλι το κορίτσι. Ευτυχώς τουλάχιστον ο γιος της τώρα πια κρατιόταν επιδεικτικά μακριά από όλα τα θηλυκά, ο νους του προσηλωμένος στο σκοπό του.
Στη μεγάλη αίθουσα του αρχοντικού τους η πριγκίπισσα βρήκε το γιο της να ασκείται στο σπαθί αντιμετωπίζοντας πολλούς μαζί αντιπάλους και καταβάλλοντάς τους όλους. Αν μη τι άλλο, η δεξιότητά του στην ξιφομαχία ήταν παροιμιώδης. Αυτή ήταν και η αιτία που είχε σωθεί, μόνος αυτός, κατά την ενέδρα των Ούργκαλ τρία χρόνια πριν. Παρ' όλο που μετά το θάνατο του δράκου του είχε προκαλέσει τους καλύτερους από τους αρχηγούς των Ούργκαλ σε μια αρρωστημένη επιθυμία να χαθεί κι αυτός στη μάχη, παρά το ότι ριχνόταν απερίσκεπτα εναντίων όλων των αγριμιών του βουνού, είχε κατορθώσει – καίτοι βαριά τραυματισμένος – να επιβιώσει.
Η πριγκίπισσα έγνεψε στους ξιφομάχους να αποχωρήσουν, κατόπιν πήρε στα χέρια της μια κούπα με ροδόνερο κι άρχισε να ραίνει το ιδρωμένο μέτωπο του γιου της.
'Όμορφέ μου γιε, κανείς δεν μπορεί να σου παραβγεί στη δεξιότητα της πολεμικής τέχνης.'
Τα μάτια του Γκαλμπατόριξ έλαμψαν γεμάτα περηφάνια. Κατά το τελευταίο διάστημα το σώμα του είχε ξαναβρεί όλη την πρότερη δύναμή του, καθώς και την ανυπέρβλητη ικανότητά του στο σπαθί.
'Μητέρα, διώξε το δάσκαλο της ξιφασκίας, μαζί και όλο τον άλλο συρφετό των ομοίων του. Μου είναι πια παντελώς άχρηστοι.'
'Και πάνω σε ποιους θα ασκείσαι παιδί μου;' Η πριγκίπισσα χάιδεψε τρυφερά το μάγουλο του γιου της. Χαιρόταν υπέρμετρα να τον βλέπει να αναλαμβάνει τις πρότερές του δυνάμεις. Να παίρνει αποφάσεις και πρωτοβουλίες επίσης.
Ένα τρομερό ύφος αλλοίωσε το πρόσωπο του Γκαλμπατόριξ.
'Έχω υπ' όψιν μου κάποιους, πολύ καλύτερους απ' αυτούς' δήλωσε αινιγματικά.
Στο άκουσμα αυτών των λόγων η πριγκίπισσα ξιπάστηκε και άρχισε να επαίρεται.
'Παιδί μου, ο τίτλος του υποκόμη είναι πολύ λίγος για σένα. Ακόμα και χωρίς το δράκο σου είσαι χίλιες φορές καλύτερος και ικανότερος από το ανδρείκελο που κάθεται στο θρόνο της Αλαγαισίας. Ο Άνγκρενοστ δεν είναι τίποτε περισσότερο από το φερέφωνο των δρακοκαβαλάρηδων. Δεν ζω παρά για τη μέρα που θα πάρεις, γιε μου, αυτό που δικαιωματικά σου ανήκει!'
'Πρώτα θα υποτάξω αυτούς που με απογύμνωσαν απ' ότι πολυτιμότερο είχα, μητέρα.' Ο Γκαλμπατόριξ θηκάρωσε το σπαθί του και φίλησε το μέτωπο της πριγκίπισσας μητέρας του. 'Θα χρειαστεί να λείψω για ένα χρονικό διάστημα.'
Η γερόντισσα χαμογέλασε ευτυχισμένη για τις πρωτοβουλίες του γιου της.
'Βρες συμμάχους ανάμεσα στους εχθρούς των εχθρών σου, αγόρι μου. Μάθε από τις αδυναμίες τους και μην εμπιστεύεσαι κανένα. Και πάντα να θυμάσαι: δεν έχεις φίλους!' Μια άγρια ικανοποίηση γέμισε την καρδιά της. Είχε καταφέρει να σπρώξει το χαρισματικό παιδί της προς τη σωστή κατεύθυνση.
.*.*.*.
Μερικές εβδομάδες αργότερα, στο ταξίδι του προς τις παρυφές του δάσους των ξωτικών, όπου τον οδηγούσε η αναζήτησή του, ο Γκαλμπατόριξ συνάντησε μία ομάδα Ούργκαλ και τους κατατρόπωσε όλους αφήνοντας ζωντανό μονάχα έναν. Αυτόν τον ένα, που κατά την κρίση του, θα μπορούσε να του φανεί χρήσιμος. Ο Γκαλμπατόριξ, αφού κατάφερε να τον αναγνωρίσουν οι ντόπιοι Ναρ αρχηγοί σαν κάποιον καλύτερό τους, ζήτησε και πέτυχε να έρθει σε επαφή με τις μητέρες Χέρνταλ των Ούργκαλ.
'Τι μπορούμε να κάνουμε για σένα, πατερούλη;' Τον είχε ρωτήσει η πρεσβυτέρα των Χέρνταλ, αναγνωρίζοντάς τον με αυτόν τον τίτλο σαν κάποιον καλύτερο από όλους τους γιους της ομάδας.
'Ξέρω καλά πως μισείτε τόσο τους ανθρώπους όσο και τους δρακοκαβαλάρηδες.' Σ' αυτό το σημείο οι μητέρες αντάλλαξαν μεταξύ τους νοήματα γεμάτα σημασία. 'Ορκιστείτε πως, όταν θα το ζητήσω, θα σταθείτε στο πλευρό μου' διέταξε ο Γκαλμπατόριξ.
'Και τι έχουμε να κερδίσουμε εμείς, πατερούλη, αν σε βοηθήσουμε κατά των εχθρών σου;'
Ένα μακάβριο χαμόγελο στρέβλωσε τα χείλη του άντρα. 'Τον θάνατο!' Η φωνή αντήχησε χλευαστικά μέσα στο μυαλό του. Η απληστία με την οποία οι μητέρες Χέρνταλ τον κοίταζαν περιμένοντας μια ανταμοιβή, ήταν κάτι που πάγωνε το αίμα. Αυτές οι ίδιες γριές ήταν που έστελναν ευχαρίστως τους γιους τους στο θάνατο με την αόριστη ιδέα της τιμής και της δόξας. Τα μάτια του Γκαλμπατόριξ έλαμψαν με ένα σκληρό, υπολογιστικό βλέμμα που του είχε γίνει πια μόνιμο.
'Μην ανησυχείτε, δεν θα σας αφήσω έτσι. Όλοι σας θα λάβετε από μένα ό,τι, μα ό,τι σας χρωστάω.'
.*.*.*.*.
Στις βόρειες παρυφές του δάσους των ξωτικών, ανάμεσα στα αιωνόβια δέντρα που πύκνωναν φιλτράροντας τις ακτίνες του ήλιου, επιτρέποντας μονάχα σ' ένα μουντό φως να διαχέεται κάτω απ' τα φυλλώματα, υπήρχε μια ξύλινη καλύβα. Μια καλύβα τραγουδισμένη απ' το ίδιο το ξύλο των πεύκων, που για τοίχους της είχε τη φλούδα και για σκέπη της τα πλεγμένα κλαδιά και τις πευκοβελόνες. Σ' αυτή την καλύβα που ήταν μικρότερη ακόμα κι από έναν ανθρώπινο στάβλο και λίγο μεγαλύτερη από δυο κάμαρες μαζί, ζούσε ένας ερημίτης των ξωτικών. Τα χρόνια του θα πρέπει να ήταν περισσότερα απ' τους ισόπαχους κύκλους των κορμών που μετρούσαν τη ζωή των δέντρων. Λέγανε γι' αυτόν πως ήταν απ' τους πρώτους ξωτικούς που πάτησαν ποτέ το πόδι τους στη γη της Αλαγαισίας αφήνοντας τη μακρινή πατρίδα του, όταν ο κόσμος ήταν ακόμα νέος και το φως των άστρων πιο λαμπερό. Λέγανε πως οι γνώσεις του άρχιζαν από τις απαρχές της ίδιας της ζωής και τέλειωναν μέσα στα απόκρυφα μυστικά της αιωνιότητας. Λέγαν επίσης πως είχε ζήσει τόσους κύκλους, που ούτε ο ίδιος ούτε άλλος κανείς θυμόταν πόσους· πως είχε θάψει όλους τους αγαπημένους που πέρασαν ποτέ απ' τη ζωή του, πως προτιμούσε να περνά τις μέρες και τις νύχτες του μακριά από κάθε συναναστροφή των ομοίων του, μιλώντας μόνο με τα δέντρα, τα φυτά και τ' αγρίμια του δάσους.
Μα ο πιο γνωστός θρύλος γύρω απ' το άτομό του ήταν πως είχε στην κατοχή του κυλίνδρους παπύρων και περγαμηνών με γνώσεις μυστικές κι απόκρυφες. Γνώσεις που είτε είχαν ταξιδέψει μαζί του απ' τη μακρινή πατρίδα του, είτε είχαν καταγραφεί απ' τον ίδιο καθώς παρατηρούσε τα κυκλικά γυρίσματα των χρόνων. Σπάνιες ήταν οι φορές που κάποιο ξωτικό θα έφερνε τα βήματά του στα εδάφη του ερημίτη, ή που κάποιος πρεσβύτερος των δρακοκαβαλάρηδων θ' αναζητούσε ψήγματα της μεγάλης του γνώσης. Η επιθυμία του για μοναξιά γινόταν σεβαστή απ' όλους. Οσάκις όμως ο δρόμος του συναπαντιόταν μ' άλλου, ο ερημίτης πάντα καταδεχόταν να προσφέρει για λίγο τη φιλοξενία του σ' όποιον την είχε ανάγκη.
Εδώ είχε φέρει η αναζήτησή του τον Γκαλμπατόριξ, που αφού χαιρέτησε ευγενικά τον ερημίτη δείχνοντας την ασημένια παλάμη του δρακοκαβαλάρη, είχε ισχυριστεί πως τάχα χωρίστηκε με το δράκο για κάποια αποστολή που είχαν αναλάβει. Μιας κι ήταν σούρουπο, είχε ζητήσει να παραμείνει εδώ μια νύχτα, να εξετάσει κείμενα της μυστικής βιβλιοθήκης· κι η χάρις του είχε γίνει, η άδεια του είχε δοθεί. Γέρνοντας το ασημένιο του κεφάλι σ' ένα σιωπηλό χαιρετισμό, ο ερημίτης είχε προσφέρει στον νέο άντρα μια κούπα γάλα, καθώς και πρόσβαση στη πολύτιμή του γνώση. Αφού είχε προστρέξει για ώρα στα πολύτιμα χειρόγραφα ο Γκαλμπατόριξ, είχε λίγο-λίγο στρέψει την κουβέντα στο πραγματικό αντικείμενο της έρευνάς του.
'Ενδιαφέρομαι να μάθω για τους ίσκιους' είχε ρωτήσει προσεκτικά τον ερημίτη, για να εισπράξει άμεσα ένα βλέμμα απαρέσκειας απ' τον οικοδεσπότη του.
'Τι είναι αυτό που αναζητάς για ίσκιους και δεν κατάφερες να βρεις στις πλούσιες βιβλιοθήκες της Ντορού Αρίμπα;'
Ο γέρος είχε δίκιο. Όλη η γνώση η σχετική μ' αυτά τα πλάσματα και τις βδελυρές τους ιδιότητες υπήρχαν ήδη στην κατοχή του. Ολάκερη η ιστορία των ίσκιων – αν και δεν υπήρξαν πολλοί από δαύτους – ήταν ήδη καταγεγραμμένη από τους δρακοκαβαλάρηδες. Ο Γκαλμπατόριξ όμως είχε βγει στην αναζήτηση ενός θρύλου.
Ο νέος άντρας έκλινε ταπεινά το κεφάλι κι έφερε την παλάμη στο στήθος σε ένδειξη υποταγής στο γέροντα.
'Άρχοντά μου, είναι πλούσιες οι βιβλιοθήκες των συντρόφων μου, σ' αυτό έχεις δίκιο. Όμως οι πρεσβύτεροι πιστεύουν πως ίσως κάτι να τους έχει διαφύγει, κάτι που να βρίσκεται υπό τη σκέπη της δικής σου γνώσης.' Το ταπεινό βλέμμα στα μάτια του νέου, το καλοκάγαθο ύφος του, καθώς κι ο σεβασμός στη φωνή του όταν αναφερόταν στους πρεσβύτερους δασκάλους του, δεν άφηνε αμφιβολία για τις αγαθές του προθέσεις. Ο ξωτικός σιωπηλά του υπέδειξε πού να ψάξει. Και μέσα στις πιο σκοτεινές ώρες της νύχτας, ο Γκαλμπατόριξ βρήκε επιτέλους αυτό που αναζητούσε.
Την ίδια εκείνη νύχτα η τίμια λεπίδα των δρακοκαβαλάρηδων λεκιάστηκε για πρώτη φορά με αθώο αίμα. Είχε σκοτώσει ξανά ο Γκαλμπατόριξ. Με το ίδιο αυτό σπαθί που του χαρίστηκε απ' τους πρωτομάστορες των ξωτικών και που του εμπιστεύτηκαν οι δρακοκαβαλάρηδες για να υπερασπίζεται την ειρήνη και το δίκαιο, είχε καθυποτάξει κι άλλους, πολλούς εχθρούς του· πάντα όμως οπλισμένους και σε τίμια μάχη. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που τα ύπουλα, τα καταχθόνια λόγια της πριγκίπισσας εύρισκαν πραγματικά το δρόμο τους κατ' ευθείαν στο μυαλό του γιου της. Κι εκείνη ήταν η νύχτα που ο Γκαλμπατόριξ έχασε ένα μέρος απ' την πολύτιμη ψυχή του για πάντα. Έχασε το κομμάτι της αγάπης που είχε μοιραστεί με τη Τζάρνουβοσκ και που παρά το χαμό εκείνης, ακόμα παρέμενε κρυμμένο, ανέπαφο κάπου βαθιά μέσα του. Την ώρα που ο ερημίτης συγκεντρωνόταν στην σιωπηλή προσευχή που τον ένωνε με τη φύση γύρω του, το χέρι του φιλοξενουμένου του έπαιρνε ανέντιμα τη ζωή του.
Το δάσος βόγκησε γύρω απ' το νεκρό σώμα. Η γη σείστηκε ξερνώντας το αθώο, χυμένο αίμα κι όλα τ' αγρίμια σκόρπισαν σαν τρελαμένα απ' τις φωλιές τους, τρέχοντας εδώ κι εκεί κι ουρλιάζοντας. Ένας θυελλώδης άνεμος τσάκισε κλαδιά και κλώνους και μια παγωμένη μπόρα μετέτρεψε το έδαφος σε λάσπη. Η φύση που θ' αγκάλιαζε το χιλιόχρονο σώμα, απόδιωχνε θαρρείς το μίασμα του δολοφόνου.
Ο Γκαλμπατόριξ τρόμαξε. Με βιαστικές κινήσεις άρπαξε μερικούς πολύτιμους παπύρους χώνοντάς τους μέσ' στο πουκάμισό του, τυλίχτηκε με το σκουρόχρωμο μανδύα του κι έτρεξε μακριά απ' το πρώτο του κρίμα όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Και δεν σταμάτησε να τρέχει παρά μονάχα όταν τα πόδια του δεν τον βαστούσαν άλλο. Σωριάστηκε στα τέσσερα μέσα στις λάσπες με την ανελέητη βροχή να του δέρνει την πλάτη, το στήθος του να τραντάζεται απ' τους λυγμούς, δάκρυα ντροπής να τρέχουνε ποτάμι από τα μάτια και την ανάσα του κομμένη. Μέσα στο σκοτισμένο νου του αυτή ήταν η πρώτη μα και η τελευταία φορά που συναισθάνθηκε έγκλημά του. Σύρθηκε σαν το σκουλήκι ή το ύπουλο φίδι πάνω στη λάσπη, μέχρι να βρει καταφύγιο κάτω από μια μικρή προεξοχή των βράχων. Κι εκεί προσπάθησε να συνεφέρει κι αρχίνισε να δικαιολογεί την ειδεχθή του πράξη. Όχι, δεν έφταιγε ο ίδιος! Όλοι αυτοί, οι εχθροί του, που κρατούσαν τη μαγεία τους μυστική· βαθιά κρυμμένη σε σπηλιές και σε μπουντρούμια, άχρηστη απ' όλους. Φταίγανε όλοι αυτοί που του είχαν στερήσει το άλλο μισό της καρδιάς του.
Ο Γκαλμπατόριξ έμεινε εκεί ώσπου ξημέρωσε και τα στοιχεία έπαψαν να κατακρημνίζονται πάνω του. Όλες τις ατέλειωτες ώρες που είχαν προηγηθεί είχε αναζητήσει μάταια μέσα του τον δεσμό που τον είχε δέσει κάποτε με την ωραία του Τζάρνουβοσκ. Είχε προσπαθήσει εις μάτην να ξανανιώσει την αγάπη τους. Μέσα στην άδεια καρδιά του τίποτα πια δεν είχε παραμείνει. Η αγάπη και η στοργή είχαν χαθεί για πάντα. Σηκώθηκε κι άρχισε να κινείται μηχανικά προς τις παρυφές του δάσους, οδεύοντας προς τον κόσμο των ανθρώπων. Δεν έφταιγε που είχε κάνει αυτό το φόνο, επαναλάμβανε μέσα του πάλι και πάλι. Ήταν ο ερημίτης, μαζί και οι εχθροί του οι αίτιοι της μαύρης συμφοράς του. Αλλά σε λίγο θα τον έβλεπαν και πάλι τιμωρό κι εκδικητή μέσα σε όλη του τη δόξα.
Καθώς ο ήλιος ανέβαινε ψηλά στον ορίζοντα βάφοντας κόκκινα τα σύννεφα του πρωινού ουρανού, μια κακεντρέχεια γέμισε το στήθος του Γκαλμπατόριξ. Πρώτα η ταπείνωση κι έπειτα ο θάνατος όλων των εχθρών του θα του έφερνε τη λύτρωση. Έπειτα ο δρόμος θα άνοιγε λαμπρός μπροστά του. Το μόνο αγκάθι που τρύπαγε ακόμα μια άκρη του μυαλού του, κάνοντάς τον να αμφιβάλει για το μαύρο μονοπάτι που είχε διαλέξει, ήταν μία ασυναίσθητη κίνηση που είχε κάνει το προηγούμενο βράδυ. Και τώρα στις άκριες του μυαλού του επαναλαμβανόταν πάλι και πάλι. Αφότου είχε τρυπήσει το θύμα του ίσια στην καρδιά καρφώνοντάς τον απ' την πλάτη, είχε κατόπιν σκουπίσει τη λεκιασμένη του λεπίδα πάνω στο άσπρο ρούχο του γέροντα, βάφοντάς το κόκκινο.
Σ/Σ: Είναι αλήθεια, κανένας δεν γλιτώνει απ' αυτό που φοβάται. Ή ίσως αυτοί οι φόβοι του Μπρομ να ήταν κάτι σαν τη διαίσθηση της Κασσάνδρας.
Όσον αφορά το δράκο του Μόρζαν, επειδή έχει χαθεί το όνομά του, θα τον αποκαλώ 'κοκκινομάτα'. Ο Μόρζαν και ο δράκος ταίριαξαν καθώς ενώθηκαν – και γι' αυτό άλλωστε ενώθηκαν – κι η ψυχοσύνθεσή τους έγινε ένα. Ο ένας ενίσχυε τον χειρότερο εαυτό του άλλου. Κατά το 'δείξε μου το σκύλο σου, να σου πω ποιος είσαι', έτσι και αυτοί οι δύο. Χωρίς βέβαια να θέλω να μειώσω ένα δράκο στο επίπεδο ενός σκύλου.
Και ναι, φαντάστηκα το Μόρζαν αντιδραστικό, όπως και τα ξωτικά υπερόπτες. Υποθέτω ότι οι ξωτικο-δρακοκαβαλάρηδες ήσαν περισσότεροι από τους ανθρώπους κι όποιος δεν ακολουθούσε τους κανόνες τους θεωρείτο κατώτερος. Ο Μπρομ ακολουθούσε την πεπατημένη, ο Μόρζαν όμως αντιδρούσε αρνητικά εξ αιτίας των βιωμάτων και του χαρακτήρα του.
Επίσης, αυτό που λέγεται, ότι η μητέρα/γυναίκα θα σε φτιάξει ή η μητέρα/γυναίκα θα σε χαλάσει, το χρησιμοποίησα εδώ για την πριγκίπισσα και το γιο της. Πάρε έναν νέο άνθρωπο στην διανοητική και ψυχική κατάσταση που θα ήταν ο Γκαλμπατόριξ εκείνο το διάστημα κι άρχισε το mind control. Επόμενο ήταν να γίνει αυτό στο οποίο εξελίχθηκε. Όχι ότι δεν υπήρχαν βέβαια οι σπόροι μέσα του· αλλά κάτι τέτοιο ισχύει για όλους μας. Η επιλογή είναι αυτό που μετράει.
Σας ευχαριστώ για την ανάγνωση.
