Όλοι οι αναγνωρίσμοι χαρακτήρες ανήκουν στην Τζόαν Ρόουλινγκ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4: Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ
Ο Σκόρπιους Μάλφοϋ πιάστηκε με το αριστερό του χέρι από τα πλακάκια του ντους και ρίχνοντας το κεφάλι του πίσω άφησε την ηδονή να τρέξει σε όλο του το κορμί και το γλυκό της όνομα να διαρρεύσει μουρμουριστά από τα χείλη του.
«Ρόουζ»
Όταν η ανατριχίλα τον εγκατέλειψε και ξαναβρήκε το φυσιολογικό ρυθμό της αναπνοής του, ξέπλυνε τα σημάδια της ερωτικής του απελευθέρωσης και βγήκε έξω από τη ντουζιέρα. Τύλιξε μία πετσέτα γύρω από τη μέση του και επέστρεψε στο δωμάτιο του, ενώ υγρές στάλες κατρακυλούσαν ακόμα στο κορμί του. Κοίταξε το ρολόι στον τοίχο πάνω από το τζάκι, εννιά και είκοσι. Δύο ώρες ακόμα και σύντομα θα την είχε πάλι κοντά του. Στις έντεκα θα την συναντούσε στην αποβάθρα εννιά και τρία τέταρτα για να επιστρέψουν στο Χόγκουαρτς, αλλά θα έπρεπε να περιμένει μέχρι να βρεθούν μόνοι τους στο βαγόνι των αριστούχων, πριν την κρατήσει στην αγκαλιά του και την γεμίσει φιλιά.
Μπορούσε να γευτεί ήδη τα χείλη της στα δικά του. Τι θεσπέσια χείλη που είχε, τι βελούδινα, τι γλυκά! Μπορεί να ήταν άμαθη στα φιλιά, σε εκείνον είχε δωρίσει άλλωστε το πρώτο της φιλί, αλλά ο πόθος της εκμηδένιζε οποιαδήποτε απουσία ικανότητας. Εξάλλου, ο Σκόρπιους θα μπορούσε να δαπανήσει όλη του την ζωή εκπαιδεύοντας την στην τέχνη του έρωτα. Τρελαινόταν και μόνο στην ιδέα πως μόνο εκείνος είχε ακουμπήσει το στοματάκι της, τη μεσούλα της, τα μαλλάκια της. Και θα περίμενε όσο χρειαζόταν μέχρι να καταφέρει να την νιώσει στο πιο απροσπέλαστο βάθος της ύπαρξης της, μέχρι να την κάνει ολοκληρωτικά δική του. Προς το παρόν εκτονωνόταν μόνος του, ώστε να είναι όσο πιο ήρεμος κοντά της γινόταν.
Από τη μία ένιωθε ντροπή που είχε σπαταλήσει τον εαυτό του σε τόσες πολλές εφήμερες σχέσεις, της μία βραδιάς, της δανεικής σάρκας. Ωστόσο, από την άλλη σκεφτόταν πως αυτές του οι εμπειρίες του πρόσφεραν τώρα όλη τη γνώση που χρειαζόταν για να της φερθεί όπως ακριβώς της άρμοζε, σαν πραγματικός connoisseur και όχι σαν πρωτάρης έφηβος. Ίσως αν είχαν έρθει αλλιώς οι καταστάσεις να μη μπορούσε να εκτιμήσει την αξία της σε όλο της το μεγαλείο. Τώρα την λάτρευε σαν τον πιο μετανοημένο αμαρτωλό.
Και εκείνη τον λάτρευε και έτσι ο Σκόρπιους μπορούσε να νιώσει συμπάθεια για τον εαυτό του. Παρατήρησε χωρίς ματαιοδοξία πως πολλοί ήταν εκείνοι που τον λάτρευαν, ο καθένας για διαφορετικούς λόγους. Οι συμμαθητές του, επειδή ήταν ο πιο ικανός μάγος, οι άλλοι Σλίδεριν, επειδή ήταν ο πιο ύπουλος, οι συμπαίκτες του στην ομάδα του Κουίντιτς, επειδή ήταν ο πιο καλός κυνηγός, οι συμμαθήτριες του, επειδή ήταν όμορφος και καλός στο κρεβάτι, οι καθηγητές του, επειδή ήταν επιμελής και έξυπνος και οι γονείς του για όλα τα παραπάνω μαζί. Κανείς, ωστόσο, δεν τον λάτρευε, απλά επειδή ήταν ο Σκόρπιους, χωρίς άλλους επιθετικούς προσδιορισμούς και επιρρήματα. Και όλοι αυτοί, με πρώτους τους γονείς του, θα τον ξέγραφαν στο λεπτό, έτσι και μάθαιναν πως οι μόνες στιγμές που αισθανόταν παρηγορητικά αποδεκτός στη ζωή του ήταν όταν κοιτούσε τα βαθιά μπλε μάτια της Ρόουζ Γουίζλη, της μάγισσας που του είχε πάρει το μυαλό χρόνια τώρα.
Ο Σκόρπιους ένιωσε έλξη για την κόρη των εχθρών της οικογένειας του από την πρώτη στιγμή που την είχε δει, μόλις έντεκα χρονών παιδί. Φυσικά δεν ήταν ερωτική έλξη, αλλά μία ακατανίκητη και ανεξήγητη δύναμη, σαν τη βαρύτητα, που τον τραβούσε συνεχώς κοντά της. Στην αρχή ο Σκόρπιους δεν ήξερε πώς να αντιμετωπίσει αυτήν την ορμή που τον κατέκλυζε. Από τις ελάχιστες κουβέντες που είχε κάνει με τους γονείς του για αυτό το θέμα είχε καταλάβει πως δεν πρέπει να έχει επαφές μαζί της, ούτε γενικότερα με την οικογένεια της. Και έτσι ο Σκόρπιους έκανε το περισσότερο που μπορούσε να κάνει· την ανταγωνιζόταν μετά μανίας.
Μόνιμος πόθος του σε όλα τα σχολικά του χρόνια ήταν να είναι καλύτερος της και αυτή ήταν η μοναδική αποτυχία που κοσμούσε το κατά τα άλλα αψεγάδιαστο βιογραφικό του. Όσο και αν προσπαθούσε, ό,τι και αν έκανε, ερχόταν πάντα δεύτερος, πάντα μετά τη Ρόουζ. Έβρισκε δικαιολογίες για να καθησυχάζει τον εαυτό του, εκείνη δεν είχε κοινωνική ζωή, δεν ασχολιόταν με τίποτα άλλο, οπότε λογικό να είναι καλύτερη στα μαθήματα. Ωστόσο η Ρόουζ δεν ήταν μόνο καλύτερη στα μαθήματα, ήταν καλύτερη, ή μάλλον η καλύτερη, μάγισσα. Ίσως η καλύτερη μάγισσα που είχε γεννηθεί εδώ και πολλά χρόνια. Είχε την αξεπέραστη ικανότητα να επιτελεί μαγικά μόνο με τη δύναμη του μυαλού της, χωρίς να χρησιμοποιεί το ραβδί της. Ήξερε και επιτύχαινε ξόρκια που κανείς άλλος μαθητής, μπορεί και καθηγητής, του Χόγκουαρτς δε γνώριζε καν.
Αυτό της το χαρακτηριστικό είχε κερδίσει τον αξεπέραστο σεβασμό όλων των παιδιών στο Χόγκουαρτς, ακόμα και των μεγαλύτερων. Κανείς δεν τα έβαζε με τη Ρόουζ Γουίζλη. Έμοιαζε, άλλωστε, πάντα τόσο έξω από τα πράγματα, σαν να μην ανήκε σε αυτόν τον κόσμο, σαν να ήταν ένα αιθέριο πλάσμα αλλόκοτο και ανεπανάληπτο. Ο Σκόρπιους δεν άργησε να την θεοποιήσει. Όμως, όπως όλες οι εκφάνσεις της ζωής του, ο θαυμασμός του είχε κάτι το διαστροφικό. Ήθελε να την καταστρέψει. Ήθελε να την υποδουλώσει και να την κάνει έρμαιο στα χέρια του. Η Γουίζλη, η πιο ισχυρή μάγισσα του Χόγκουαρτς, σκλάβα στις ορέξεις του Σκόρπιους Μάλφοϋ. Αυτό θα έδειχνε σε όλο τον κόσμο ποιος ήταν και πόσο άξιζε. Και τότε όλοι θα λάτρευαν εκείνον, το Σκόρπιους, και όχι αυτήν την ψηλομύτα με τα απείθαρχα μαλλιά και τα θαλασσοταραχώδη μάτια.
Κάπως έτσι ο Σκόρπιους μπήκε σε ένα φαύλο κύκλο πόθου και έχθρας για τη Ρόουζ, χωρίς εννοείται εκείνη να ξέρει τίποτα. Όλα ήταν στην φαντασία του. Από εκείνη τη φορά, στο δεύτερο έτος, όπου ο Σκόρπιους ξύπνησε κάθιδρος με το μποξεράκι του μούσκεμα από ένα πρωτοφανές υγρό. Λίγο πριν είχε το πρώτο του ερωτικό όνειρο. Ήταν ένα όνειρο για τη Ρόουζ. Ήταν αδαές και προσχηματικό, όμως καθόρισε τη μετέπειτα σεξουαλική του ζωή στο έπακρο. Σε κάθε κοπέλα που πλησίαζε από εκείνη τη στιγμή και έπειτα προσπαθούσε να βρει τη Ρόουζ και όλα αυτά τα έντονα συναισθήματα που του δημιουργούσε μόνο με την ύπαρξη της. Δεν τον κοίταζε, δεν του μιλούσε, δεν αναγνώριζε καν την παρουσία του. Ήταν πλήρως αδιάφορη και αυτό τρέλαινε τον Σκόρπιους όσο τίποτα άλλο. Κυρίως, επειδή όσες περισσότερες κοπέλες ξάπλωνε στο κρεβάτι του ή στρίμωχνε σε σκοτεινές γωνιές και άδειες αίθουσες, τόσο περισσότερο σιγουρευόταν πως δε θα έβρισκε ποτέ αυτό που έψαχνε και που κρυβόταν σε μία ανάσα της, ένα χαμόγελο της, έναν ψίθυρο της.
Είχε περάσει άπειρες νύχτες φαντασιωνόμενος την άτιμη πλανεύτρα σε ρόλους και στάσεις που θα έκαναν ακόμα και τους πιο έμπειρους άνδρες να κοκκινίσουν από ντροπή. Ο Σκόρπιους έβρισκε σε αυτά τα παιχνίδια του μυαλού του περισσότερη παρηγοριά από όταν ήταν χωμένος στα απόκρυφα τυχαίων κοριτσιών, αφού ήταν ό,τι εγγύτερο σε εκείνη είχε. Μπορεί κάθε φορά που ερωτοτροπούσε με κάποια εκπρόσωπο του γυναικείου φύλλου να έκλεινε τα μάτια και να σκεφτόταν πως έκανε έρωτα στη Ρόουζ, όμως ποτέ δεν ήταν αληθινό. Πάντα θα έκαναν κάτι, θα έλεγαν κάτι που δεν ήταν αντάξιο της και η ονειροπόληση θα γκρεμιζόταν. Και ο Σκόρπιους έμενε ανικανοποίητος παρά την έξαρση του. Οι προσωπικοί του οργασμοί ήταν πολύ πιο αποδοτικοί από τους αμοιβαίους.
Και έφτασε ο τελευταίος χρόνος στο Χόγκουαρτς. Ο Σκόρπιους παρέμενε εγκλωβισμένος στη δυστυχισμένη γήτευση του με τον ερωτικό του πόθο να αγγίζει τα όρια του μίσους. Τότε όμως συνέβη κάτι εξωπραγματικό, κάτι πρωτοσήμαντο, κάτι αφάνταστο. Ο Σκόρπιους Μάλφοϋ αγάπησε τη Ρόουζ Γουίζλη. Ήταν μία αγάπη γλυκιά και απαλή σαν το μέλι και καταπράυνε όλο του τον κόσμο. Δεν το είχε επιδιώξει, δεν το περίμενε καν, όμως είχε συμβεί, τόσο αβίαστα και ορμητικά που ο Σκόρπιους δεν είχε καμία τύχη να το ελέγξει. Αλλά πλέον ανακάλυπτε πως ούτε ήθελε.
Όλα ξεκίνησαν την προτελευταία ημέρα της περσινής χρονιάς. Η διευθύντρια του σχολείου, η κυρία ΜακΓκόναγκαλ, τον είχε φωνάξει στο γραφείο της. Ο Σκόρπιους είχε υποψιαστεί το λόγο. Ήταν ο καλύτερος άρρεν μαθητής του Χόγκουαρτς, οπότε από τη νέα περίοδο θα αναλάμβανε το ρόλο του αριστούχου. Παρέα φυσικά με τη Ρόουζ Γουίζλη. Ο Σκόρπιους δεν εξεπλάγη καθόλου, όταν μπήκε στο δωμάτιο και αντίκρισε τις πύρινες μπούκλες της. Ούτε όταν η ΜακΓκόναγκαλ τούς ανακοίνωσε το αναμενόμενο. Εκείνο που εξέπληξε το Σκόρπιους ήταν η συμπεριφορά της. Τον συγχάρηκε και του χαμογέλασε και ο Σκόρπιους είπε με σιγουριά στον εαυτό του, ότι το χαμόγελο της ήταν το πιο όμορφο χαμόγελο στην ιστορία των χαμόγελων.
Το καλοκαίρι πέρασε με το Σκόρπιους να μη σκέφτεται τίποτα άλλο πέρα από εκείνη. Μιλούσε ώρες ατελείωτες στην Πραμ, την άσπρη κουκουβάγια που του είχαν κάνει δώρο οι γονείς του στα δέκατα πέμπτα γενέθλια του. Μόνο σε εκείνη μπορούσε να εκμυστηρευτεί όλα όσα ένιωθε για τη Ρόουζ. Δε μπορούσε να τα μοιραστεί ούτε με τους γονείς του, που θα τον αποκλήρωναν στο λεπτό, αλλά ούτε καν με τον καλύτερο του φίλο και ξάδερφο, το Φραντσέσκο Ζαμπίνι. Δεν τον εμπιστευόταν πως θα το κράταγε για τον εαυτό του. Μπορεί να μην του είχε δείξει ποτέ πριν δείγματα αφερεγγυότητας, όμως δεν έπαυε να είναι Σλίδεριν.
Ωστόσο ο Φραντσέσκο τον γνώριζε αρκετά καλά, για να υποψιαστεί κάτι. Ήξερε ήδη για την πώρωση που είχε με τη Ρόουζ, αν και ήταν γνώστης μόνο της ανταγωνιστικής της πλευράς. Οπότε, όταν στο τρένο της επιστροφής στο Χόγκουαρτς την πρώτη Σεπτέμβρη, ο Σκόρπιους του είπε πως είχε ανακηρυχτεί αριστούχος και θα πήγαινε στο αντίστοιχο βαγόνι μαζί με τη Ρόουζ Γουίζλη, ο Φραντσέσκο του έριξε ένα βλέμμα όλο νόημα, παρότι δεν είπε τίποτα.
Τα βλέμματα του Φραντσέσκο συνεχίστηκαν και από όταν ξεκίνησε κανονικά το σχολικό έτος, όμως ο Σκόρπιους έκανε πως δεν τα έβλεπε. Ίσως και όντως να μην τα έβλεπε. Από την πρώτη κιόλας στιγμή του τελευταίου του χρόνου στο Χόγκουαρτς, όλη του η ύπαρξη είχε απορροφηθεί από τη Ρόουζ Γουίζλη. Γνώριζε επιτέλους την κοπέλα που κρυβόταν πίσω από τις φαντασιώσεις του και αυτό που ανακάλυπτε με ευχάριστο τρόμο ήταν πως ήταν πολύ πιο ανθρώπινη από ό,τι της είχε επιτρέψει ποτέ να είναι. Σιγά-σιγά η ψυχρή και ανέγγιχτη εικόνα της αντικαταστάθηκε από τη γλυκιά και ευγενική Ρόουζ που συναντούσε κάθε ημέρα στον κοιτώνα του και που τον συνόδευε κάθε βράδυ στις περιπολίες τους.
Την ερωτευόταν μέρα με την ημέρα. Έπιανε τον εαυτό του να την χαζεύει. Έτσι όπως περπατούσε αθόρυβα στους μισοσκότεινους διαδρόμους του Χόγκουαρτς με το μαύρο χιτώνα της να θροΐζει ανεπαίσθητα σε κάθε κίνηση της. Έτσι όπως καθόταν όταν διάβαζε ένα βιβλίο που της άρεσε κουλουριασμένη στο κάθισμα της. Έτσι όπως τον κοιτούσε όταν μιλούσαν και της άνοιγε την καρδιά του όπως δεν είχε ανοίξει σε κανέναν άλλον και το βλέμμα της ήταν γεμάτο αποδοχή και κατανόηση και σεβασμό και, και ίσως αγάπη; Ναι, ο Σκόρπιους ήθελε να το πιστεύει αυτό. Ότι είχε καταφέρει να κερδίσει την αγάπη της, ακόμα και τη φιλική. Εκείνη είχε κερδίσει τη δική του. Τον είχε κάνει να την αγαπήσει μα περισσότερο τον είχε κάνει να αγαπήσει τον εαυτό του.
Μαζί της ο Σκόρπιους ήταν ένας άνθρωπος που δεν ήξερε πως μπορούσε να είναι. Έβλεπε τον παλιό του χαρακτήρα και απορούσε. Τόση ανωριμότητα, τόση ανασφάλεια, τόση θλίψη. Ένα παιδί που έβλεπε τους ήρωες των παιδικών του χρόνων να γκρεμίζονται μαζί με όλη τη σιγουριά της αθωότητας του. Η Ρόουζ πίστεψε στον άνδρα που βγήκε δυνατότερος μέσα από την καταστροφή και ο Σκόρπιους έκανε πραγματικότητα αυτόν τον άνδρα μέσα από τα μάτια της, αυτές τις βαθιές μπλε θάλασσες των ματιών της. Η Ρόουζ, πρώτη και μοναδική, τον είχε αγαπήσει για όλα τα άπιαστα που δε μπορούσε να γίνει και τότε εκείνος βρήκε τη δύναμη να γίνει όλα αυτά τα άπιαστα, να αλλάξει τον κόσμο του και να χτίσει από την αρχή την ύπαρξη του. Πλέον ένιωθε μία πάγια κατάσταση ευδαιμονίας που τον έκανε να αισθάνεται ικανός για το οτιδήποτε. Ακόμα και να παλέψει για τον έρωτα της.
Ο Σκόρπιους γνώριζε πως η Ρόουζ ήταν πολύ ψηλά για να τον ερωτευτεί. Δεν του άξιζε. Είχε σπαταλήσει το κορμί του σε τόσες ανάσες που ένιωθε γέρος. Η Ρόουζ ήταν τόσο αγνή, τόσο αμόλυντη. Θυμάται με στενοχώρια να την χλευάζει μαζί με το Ζαμπίνι για τις φήμες που την ήθελαν παρθένα σε όλα τα σημεία. Πόσο κουτός, πόσο βλάκας! Το φύλλο της Ρόουζ ήταν ένας ναός που μόνο ένας εκλεκτός θα είχε το δικαίωμα να προσκυνήσει και ο Σκόρπιους ήλπιζε πως εκείνος, ο αμαρτωλός, ο διεφθαρμένος, ο φταίχτης, θα γινόταν ο εκλεκτός της καρδιάς της.
Στην αρχή τα πράγματα δεν πήγαιναν και πολύ καλά. Η σχέση τους ήταν γεμάτη στοργή, εκτίμηση και σεβασμό, όμως η ερωτική φλόγα απουσίαζε εκκωφαντικά. Ο Σκόρπιους αδυνατούσε να είναι μπροστά της όπως με όλες τις κοινές γυναίκες. Ένιωθε πως θα παραβίαζε ιερό άσυλο, αν την πλησίαζε με τέτοιους σκοπούς. Και εκείνη έμοιαζε ανήξερα απροσπέλαστη. Ίσως ο Σκόρπιους να έπρεπε να δράσει πρώτος, καθότι η Ρόουζ, ακόμα και αν αισθανόταν το οτιδήποτε για εκείνον, ήταν πολύ άπειρη για να το εκδηλώσει. Όμως όσο και αν καταλάβαινε πως το λογικό ήταν να την προσεγγίσει εκείνος και να κάνει σαφείς τις προθέσεις του, μία ματιά στο αψεγάδιαστο πρόσωπο της και όλο του το σύστημα βραχυκυκλωνόταν. Έτσι, συνέχιζε να βρίσκει παρηγοριά στην πάντα πιστή παλάμη του.
Είχε σταματήσει εδώ και καιρό να ψάχνει ανώδυνες περιπετειούλες με τυχάρπαστες κοπέλες. Από όταν είχε γνωρίσει την αληθινή Ρόουζ, τού ήταν πλέον αδύνατον να προσεγγίσει άλλη γυναίκα. Οι ορμόνες του μπορεί να χτυπούσαν κόκκινο, όμως δεν έβρισκε καμία ικανοποίηση στις ανούσιες ερωτικές περιπτύξεις. Στην πραγματικότητα ούτε καν του σηκωνόταν, αν δε σκεφτόταν τη Ρόουζ. Ίσως και να είχε ανησυχήσει, αν οι στήσεις του δεν τον επισκέπτονταν ντροπιαστικά προφανείς κάθε φορά που συναντούσε την όμορφη μάγισσα.
Και τέσσερις μήνες μετά, εκεί που ο Σκόρπιους είχε απογοητευθεί τελείως, ήρθε ο χορός των Χριστουγέννων. Όλο το απόγευμα ετοιμαζόταν αναστατωμένος, σκεφτόμενος πώς έπρεπε να φερθεί και ποια ήταν τα όρια που δεν έπρεπε να ξεπεράσει. Και μόνο στην ιδέα να την κρατάει στην αγκαλιά του χορεύοντας μαζί της, ο ανδρισμός του ξυπνούσε επίπονα. Και η κατάσταση χειροτέρεψε όσο δεν πήγαινε άλλο, όταν την αντίκρισε στην κορυφή της σκάλας. Φορούσε ένα υπέροχο κόκκινο φόρεμα και ήταν πιο λαμπερή από ποτέ. Ένιωσε λες και είχε νεραϊδοχτυπηθεί.
Χόρεψε μαζί της ονειροπαρμένος, αγνοώντας πλήρως τον υπόλοιπο κόσμο γύρω του. Θα μπορούσε να χορεύει μαζί της όλο το βράδυ και αυτός ακριβώς ήταν ο σκοπός του, αν δεν επενέβαινε ο εξοργιστικός Άλμπους Πότερ. Την τράβηξε από την αγκαλιά του και ύστερα ήταν λες και όλος ο ανδρικός πληθυσμός του σχολείου είχε βάλει στόχο να την κρατήσει μακριά του. Την έβλεπε να στριφογυρίζει με χάρη γύρω από άθλιους παρτενέρ και το αίμα στο κεφάλι του φούντωνε. Έφυγε από το πάρτι καταφουρκισμένος μην περιμένοντας να τελειώσει.
Βγήκε έξω στον κήπο να πάρει αέρα προσπαθώντας να ηρεμήσει την οργή του και να μη μπει στην αίθουσα δολοφονώντας όλους τους άρρενες μαθητές. Όταν πέρασαν τα μεσάνυχτα, επέστρεψε στο κάστρο και ξεκίνησε να κάνει τη νυχτερινή περιπολία του. Δαπάνησε αρκετή ώρα τριγυρνώντας στους ήσυχους πλέον διαδρόμους του Χόγκουαρτς σκεφτόμενος ποια θα ήταν η επόμενη κίνηση του. Δεν ήταν δυνατόν να την αφήσει να χαθεί μέσα από τα χέρια του αμαχητί. Έπρεπε να δράσει, να κάνει σαφείς τις προθέσεις του και ας απογοητευόταν στην πορεία. Καλύτερα να τον αρνιόταν, παρά να ζούσε με την απορία.
Επέστρεψε στον κοιτώνα τους αποφασισμένος. Θα της μιλούσε απόψε κιόλας, πριν φύγουν για τις διακοπές. Έτσι αν του έλεγε όχι, θα είχε κάποιο διάστημα να μείνει μόνος του και να το αποδεχθεί. Ωστόσο, όταν μπήκε στο σαλόνι τους, το θέαμα που αντίκρισε του έκανε άνω κάτω τα σχέδια. Στον καναπέ μπροστά από το τζάκι βρισκόταν ξαπλωμένη σε σκανδαλώδη στάση η αγαπημένη του μάγισσα.
Έτρεξε κοντά της ανήσυχος και διαπίστωσε πως είχε μεθύσει. Την σήκωσε για να την πάει στο δωμάτιο της και έτσι όπως την ένιωθε πάνω του, ζεστή και προκλητική, έπρεπε να συγκεντρώσει όλη του λογική για να μην της επιτεθεί. Αλλά κόντεψε πραγματικά να χάσει τον έλεγχο όταν άκουσε τη φωνή της να τον ικετεύει να την φιλήσει. Δεν υπήρχε κάτι που ο Σκόρπιους ήθελε να κάνει περισσότερο, όμως ήξερε πως ήταν λάθος. Δεν είχε τις αισθήσεις της και δεν ήξερε τι ζητούσε. Και ο Σκόρπιους δεν είχε φανταστεί έτσι το πρώτο τους φιλί και ούτε το ήθελε. Ένιωσε να χάνει το μυαλό του όταν ακούμπησε τα χείλη του στο ελαφρώς ιδρωμένο μέτωπο της και έφυγε από την κρεβατοκάμαρα της αγνοώντας την παράκληση της.
Ήταν περήφανος για τον εαυτό του. Απόψε είχε αποδείξει ότι είχε αλλάξει, ότι δεν πήγαινε όπου του έλεγε η μοίρα, αλλά καθόριζε εκείνος την τύχη του. Και μόνο ένας τέτοιος άνδρας άξιζε στη Ρόουζ Γουίζλη. Ίσως η αυτοπεποίθηση του να είχε κλονιστεί, αν ήξερε πως το επόμενο πρωί το αντικείμενο του πόθου του θα τον απέφευγε όπως ο διάβολος το λιβάνι. Στο μυαλό του το είχε πως όταν έμεναν μόνοι στο βαγόνι τους, θα της εξηγούσε την κατάσταση και θα την φιλούσε γλυκά. Εκείνη, ωστόσο, δεν εμφανίστηκε ποτέ. Ο Σκόρπιους βγήκε ανήσυχος στο διάδρομο του τρένου κοιτώντας μέσα από τα τζάμια των πορτών και την εντόπισε να κάθεται με τους υπόλοιπους Πότερ και Γουίζλη. Πληγωμένος επέστρεψε στο βαγόνι του σκεφτόμενος ότι τα είχε κάνει σκατά.
Η κακή του διάθεση συνεχίστηκε το Σαββατοκύριακο. Δεν ήξερε πώς έπρεπε να αντιδράσει τώρα. Δεν περίμενε ότι μία τόσο σωστή συμπεριφορά, όπως την είχε κρίνει εκείνος, θα θύμωνε σε τέτοιο σημείο τη Ρόουζ. Δεν είχε σκεφτεί ότι θα την έπαιρνε σαν απόρριψη, αλλά όταν συνειδητοποίησε πως η Ρόουζ δεν είχε ιδέα για όλα αυτά που συνέβαιναν στο κεφάλι του, του φάνηκε λογικό να προσβλήθηκε από τη στάση του. Έπρεπε να επανορθώσει και σύντομα. Τη Δευτέρα το πρωί έστειλε μήνυμα με την Πραμ στο σπίτι της. Σε λίγο η άσπρη κουκουβάγια επέστρεψε με ένα σημείωμα. Ο Σκόρπιους το άνοιξε ενθουσιασμένος. Αφού του απαντούσε, ήταν κάτι. Ο ενθουσιασμός του μετριάστηκε, όταν ανακάλυψε ότι την απάντηση δεν την είχε στείλει η Ρόουζ, αλλά η ξαδέρφη της, η Λίλι Πότερ. Παρόλα αυτά, ακολούθησε πιστά τη συμβουλή της.
Δε δυσκολεύτηκε καθόλου να βρει ποιο είναι το αγαπημένο μέρος της Ρόουζ. Τού το είχε αναφέρει κάποιες φορές και ο Σκόρπιους μπορούσε να περηφανεύεται πως θυμόταν όποια λέξη έβγαινε από το γλυκό της στοματάκι. Ετοιμάστηκε γρήγορα και αδιαφορώντας για τους κανόνες εμφανίστηκε μαγικώ τω τρόπω έξω από την είσοδο της Εθνικής Πινακοθήκης. Μπήκε μέσα και άρχισε να την ψάχνει μανιωδώς μέσα στις γκαλερί. Την βρήκε να στέκεται μπροστά από έναν πίνακα που ο Σκόρπιους δεν είχε ξαναδεί στη ζωή του, αλλά γνώριζε από τις περιγραφές της, όπως και την ιστορία του με τη σουφραζέτα που τον χαράκωσε. Η αλήθεια ήταν πως δεν τον ενδιέφερε καθόλου ο κόσμος των κοινών ανθρώπων. Αλλά αφού εκείνη την συνάρπαζε, θα μάθαινε να τον χαίρεται μαζί της.
Ούτε στα πιο τρελά του όνειρα δεν πίστευε ότι η συνάντηση τους θα εξελισσόταν έτσι όπως εξελίχθηκε και ότι στο τέλος της ημέρας τα χείλη του θα ήταν πρησμένα από τα φιλιά της. Εκείνος είχε πάει προετοιμασμένος για όλα, να την παρακαλέσει, να την ικετεύσει, να πέσει στα γόνατα μπροστά της. Η Ρόουζ όμως εκπλήσσοντας τον για ακόμα μία φορά τον δέχτηκε αναντίρρητα κοντά της. Ο Σκόρπιους ανακάλυψε τότε πως οι μεγάλοι έρωτες είναι τόσο αβίαστοι όπως όλες οι φυσικές δυνάμεις.
Ο Σκόρπιους ήταν πολύ ερωτευμένος με τη Ρόουζ. Ήταν τόσο ερωτευμένος που ένιωθε την ύπαρξη του εξαϋλώνεται. Είχε μετατραπεί σε μία ρέουσα ουσία που έπαιρνε σχήμα και μορφή μόνο όταν βρισκόταν κοντά της, ενώ όσο ήταν χώρια ο πόνος της απόσχισης ήταν τέτοιος που νόμιζε πως το κορμί του θα τεμαχιστεί σε χίλια κομμάτια. Καθόλη τη διάρκεια των γιορτών είχε καταφέρει να την δει μόνο δύο φορές μετά από το πρώτο τους ραντεβού και αυτό για μερικές ώρες, πάντα με το φόβο μην τους πάρει κανένα μάτι. Μιλούσαν, βέβαια, καθημερινά μέσα από το τσιμπράγκαλο του Τζωρτζ Γουίζλη, όμως δεν ήταν σε καμία περίπτωση το ίδιο. Και τώρα επιτέλους θα την είχε και πάλι δική του, μόνο δική του.
Το χαμόγελο του Σκόρπιους έφτασε μέχρι τα αυτιά του και μόνο στη σκέψη. Ντύθηκε γρήγορα και κατέβηκε στην τραπεζαρία του σπιτιού τους για να πάρει πρωινό. Ήθελε να βρεθεί στο τρένο για το Χόγκουαρτς όσο πιο σύντομα γινόταν.
«Καλημέρα», χαιρέτισε τους γονείς του που κάθονταν ήδη στο τραπέζι.
Ο πατέρας του διάβαζε τη σημερινή έκδοση του Ημερήσιος Προφήτης και η μητέρα του άλειβε φρυγανιές με βούτυρο και μέλι.
«Καλημέρα, γλυκέ μου», ανταπέδωσε η μητέρα του και προέτεινε το μάγουλο της, για να λάβει το καθημερινό φιλί από το γιο της.
«Καλημέρα, Σκόρπιους», είπε και ο πατέρας του χαμογελώντας και άφησε κάτω την εφημερίδα του. «Έτοιμος για την επιστροφή;»
«Πανέτοιμος», απάντησε εκείνος καθήμενος και πήρε μία φρυγανιά από εκείνες που είχε ετοιμάσει η μητέρα του στο πιάτο του.
«Τελευταίο εξάμηνο στο Χόγκουαρτς», σχολίασε ο Ντράκο Μάλφοϋ. «Πώς νιώθεις;»
Ο Σκόρπιους δάγκωσε τη σκληρή σάρκα της φρυγανιάς. Αλήθεια πώς ένιωθε; Πριν από δύο εβδομάδες θα έλεγε δυστυχισμένος, επειδή το τέλος του Χόγκουαρτς θα σήμαινε και το τέλος της επαφής του με τη Ρόουζ. Πλέον όμως αυτό το πρόβλημα δεν υπήρχε, γιατί η Ρόουζ ήταν δική του και θα ήταν δική του από τώρα και για πάντα.
«Καλά. Ανυπομονώ για την επόμενη σελίδα», απάντησε με ειλικρίνεια.
«Και ποια θα είναι αυτή; Ξέρεις πως δε θέλω να σε πιέσω, αλλά δεν έχουμε συζητήσει διεξοδικά τι σκέφτεσαι να κάνεις αργότερα», μίλησε με σοβαρότητα ο πατέρας του.
Ο Σκόρπιους είχε αποφασίσει ποια καριέρα ήθελε να ακολουθήσει, όμως δεν είχε τολμήσει ακόμα να την αναφέρει στους γονείς του. Δεν ήταν μόνο το επάγγελμα αυτό καθαυτό, αλλά κυρίως με το ποιους θα αναγκαζόταν να μαθητεύσει. Τελευταία, ωστόσο, ένιωθε μία σιγουριά πρωτόγνωρη, λες και ήταν ικανός να κάνει τα πάντα. Κατάπιε σιγά και απάντησε κοιτώντας κατάματα τον πατέρα του.
«Θέλω να γίνω Χρυσούχος»
Σιωπή απλώθηκε στο δωμάτιο. Ο Σκόρπιους μπορούσε να δει τα μηλίγγια του πατέρα του να συσπώνται βίαια, ενώ το βλέμμα της μητέρας του πρόδιδε έκδηλα την κατάπληξη της.
«Μάλιστα», ήταν το πρώτο πράγμα που βγήκε από το στόμα του Ντράκο Μάλφοϋ και η ηρεμία της φωνής του εξέπληξε το γιο του. «Και για ποιο λόγο θέλεις να γίνεις Χρυσούχος; Δεν είχα καταλάβει πως έχαιρες περί πολλού την έννοια του δίκαιου»
Τα λόγια του πατέρα του κέντρισαν με την ορθότητα τους την περηφάνια του Σκόρπιους σαν την πιο ύπουλη σφίγγα. Μέχρι στιγμής δεν τον ενδιέφερε καθόλου η τάξη και η ευνομία. Ταλαιπωρούσε τους συνανθρώπους του και χαιρόταν με τη δυστυχία των αδύναμων. Πώς θα μπορούσε να εξηγήσει στον πατέρα του ότι όλα αυτά είχαν αλλάξει, ότι ο ίδιος είχε αλλάξει ή μάλλον ότι είχε αφήσει τον πραγματικό του εαυτό να αποκαλυφθεί;
«Έτσι είναι. Αλλά πλέον έμαθα ότι σε κανέναν δεν αξίζει να υποφέρει. Και όσοι δε μπορούν να προστατευθούν μόνοι τους, πρέπει να υπάρχει κάποιος που θα το κάνει για αυτούς», απάντησε σε κάπως υπερασπιστικό τόνο.
Ο πρεσβύτερος Μάλφοϋ μειδίασε σκωπτικά, αλλά δε σχολίασε το ρομαντικό ξέσπασμα του γιού του. Προτίμησε να αναφερθεί σε κάτι διαφορετικό.
«Φαντάζομαι ξέρεις, ωστόσο, ποιοι θα είναι οι εκπαιδευτές σου»
«Ναι», απάντησε ο Σκόρπιους με σταθερή φωνή.
«Και είσαι προετοιμασμένος για κάτι τέτοιο; Πας να πολεμήσεις την αδικία, μα θα την αντιμετωπίσεις πρώτος εσύ», είπε ο μεσήλικας μάγος κοιτώντας τον με νόημα.
«Ακόμα και έτσι να είναι, δε θα με αποτρέψει. Την έχω πάρει την απόφαση μου»
«Καλά, θα το συζητήσουμε ξανά σε λίγο καιρό. Τρώγε, όμως τώρα, γιατί θα χάσεις το τρένο», ολοκλήρωσε συγκαταβατικά την κουβέντα τους ο πατέρας του προσδοκώντας ίσως πως ο γιος του θα άλλαζε γνώμη.
Εν τούτοις ο Ντράκο Μάλφοϋ δεν ήξερε ότι ο Σκόρπιους είχε δαπανήσει αρκετά χρόνια από τη ζωή του ορίζοντας τη συμπεριφορά και τις αποφάσεις του φοβούμενος την απειλή της αδικίας. Περνούσε πάντα στην επίθεση, για να μην αναγκαστεί να αμυνθεί ποτέ. Φώναζε από νωρίς τη δύναμη του, για να μην την αμφισβητήσει κανείς. Όμως όλα αυτά ανήκαν πια στο παρελθόν. Ο Σκόρπιους είχε κατακτήσει πλέον την ηρεμία του να είσαι σίγουρος για τον εαυτό σου.
Όταν τελείωσε το πρωινό του, σηκώθηκε μαζί με τους γονείς του από το τραπέζι και κατευθύνθηκαν προς την έξοδο, όπου τους περίμενε η λιμουζίνα των Μάλφοϋ. Τα πράγματα του βρίσκονταν ήδη τακτοποιημένα στο πορτμπαγκάζ. Βολεύτηκε στο δερμάτινο κάθισμα και έμεινε να κοιτάζει έξω από το παράθυρο καθόλη τη διάρκεια της διαδρομής μετρώντας με τους χτύπους της καρδιάς του την απόσταση.
Έφτασαν στο σταθμό του Κινγκς Κρος λίγη ώρα αργότερα, στις έντεκα παρά τέταρτο. Ο οδηγός σταμάτησε το μεγάλο αυτοκίνητο στον ειδικό χώρο σύντομης στάθμευσης και η οικογένεια Μάλφοϋ αποβιβάστηκε ακολουθούμενη από τον Άρνολντ, το μπάτλερ, που έπρεπε αναγκαστικά να μεταφέρει τις αποσκευές του Σκόρπιους με τον κοινό τρόπο του τρόλεϊ. Με το που πέρασαν μέσα από την κολόνα και βρέθηκαν στην πλατφόρμα εννιά και τρία τέταρτα, ο Σκόρπιους άρχισε εναγωνίως να σκανάρει το πλήθος με τα μάτια ψάχνοντας να βρει αυτό το λατρεμένο σγουρό κεφάλι με τη μοναδική απόχρωση του κόκκινου.
Δεν άργησε να την εντοπίσει μεταξύ μίας θάλασσας πορτοκαλί μαλλιών και οι σφυγμοί του διπλασιάστηκαν, όταν σήκωσε το βλέμμα της και τον αντίκρισε αφήνοντας να της ξεφύγει ένα ντροπαλό χαμόγελο. Ύστερα χαμήλωσε ξανά τα μάτια της με τη σύσπαση των χειλιών ερεθιστικά επιμένουσα στο πανέμορφο πρόσωπο της.
Ο Σκόρπιους αποχαιρέτισε βιαστικά τους γονείς του και ανέβηκε στο τρένο από τους πρώτους με τη δικαιολογία πως ως αριστούχος έπρεπε να επιβλέπει την επιβίβαση. Δεν ήταν ψέμα, αλλά φυσικά μόνο μυαλό για αυτό δεν είχε. Τακτοποίησε το μπαούλο του πρόχειρα και έτρεξε στο προνομιούχο βαγόνι του περιμένοντας ανυπόμονα. Ήξερε πως η Ρόουζ είχε μεγάλη οικογένεια και θα της έπαιρνε χρόνο μέχρι να τους χαιρετίσει όλους, ωστόσο δεν άντεχε ούτε λεπτό ακόμα μακριά της. Κάθε φορά που άκουγε βήματα έξω στο διάδρομο τιναζόταν στο κάθισμα του και επέστρεφε σταθερά θλιβερά σε αυτό, όταν διαπίστωνε πως δεν ανήκαν στην αγαπημένη του.
Πρέπει να είχε φτάσει κοντά έντεκα η ώρα. Το τρένο είχε σφυρίξει ήδη δύο φορές και στην τρίτη θα σήμαινε η αναχώρηση του. Παρόλα αυτά η Ρόουζ δε φαινόταν πουθενά. Αναπάντεχα μία σκοτεινή σκέψη πλημμύρισε το Σκόρπιους. Και αν δεν ερχόταν; Αν όπως την προηγούμενη φορά καθόταν στο βαγόνι με τα ξαδέρφια της; Όχι, δεν ήταν δυνατόν. Δε θα τον άφηνε να περιμένει μόνο του· η Ρόουζ του δε θα το έκανε ποτέ αυτό. Αλλά αν την είχαν εξαναγκάσει; Αν είχαν υποψιαστεί το οτιδήποτε και την είχαν εκβιάσει να μείνει μαζί τους; Το αίμα του Σκόρπιους κόχλασε και μόνο στην ιδέα του Άλμπους Πότερ να διατάζει με κακόβουλο ύφος τη μικρούλα του να μείνει μακριά του.
Οργισμένος σαν ταύρος σε υαλοπωλείο, σηκώθηκε απότομα από τη θέση του και όρμησε στην πόρτα του βαγονιού. Την άνοιξε με τέτοια δύναμη που αν δεν ήταν μαγική, θα του είχε μείνει στο χέρι, και ετοιμάστηκε να βρει το σιχαμένο Πότερ και να του τρίψει τα μούτρα στο πάτωμα. Όταν ξαφνικά τα μάτια του βυθίστηκαν σε δύο ήρεμες θάλασσες και ξέχασε μονομιάς ποιος ήταν, πού ήταν και τι στο καλό δουλειά είχε με αυτόν τον αναθεματισμένο Πότερ.
«Ρόουζ», ψέλλισε και με μία κίνηση η κοκκινομάλλα μάγισσα τον είχε σπρώξει μέσα στο βαγόνι, τον είχε κολλήσει πάνω στο παράθυρο, είχε κλειδώσει την πόρτα και είχε κατεβάσει το σκίαστρο.
Ο Σκόρπιους δεν πρόλαβε να ξεστομίσει άλλη λέξη, επειδή την αμέσως επόμενη στιγμή τα χείλη του είχαν σφραγιστεί από τα δικά της. Πόσο του είχε λείψει η αίσθηση τους, η απαλότητα τους, η γεύση τους! Την έπιασε σφιχτά από τη μέση και την πίεσε και άλλο πάνω του, ανασηκώνοντας την ελαφρά για να την φέρει πιο κοντά στο ύψος του. Οι γλώσσες τους δεν άργησαν να αναζητήσουν και να βρουν η μία την άλλη μεταφέροντας ηλεκτρικές εκκενώσεις στα δύο έφηβα κορμιά.
«Εξήντα μία ώρες και είκοσι τρία λεπτά μακριά σου. Κόντεψα να τρελαθώ», βόγκηξε ο Σκόρπιους μέσα από διαστήματα παθιασμένων φιλιών και αχόρταγων αγγισμάτων που τσαλάκωναν ήδη τις στολές τους.
«Με το που σε είδα ήθελα να τρέξω να χωθώ στην αγκαλιά σου. Η έλλειψη σου μού προκαλεί σωματικό πόνο», μουρμούρισε η Ρόουζ, ενώ ο Σκόρπιους της σκορπούσε φιλιά στο λαιμό και στο αγαπημένο της σημείο πίσω από το αυτί.
Κατάφεραν να ηρεμήσουν ελαφρώς αρκετή ώρα αργότερα, όταν το τρένο είχε φύγει από το σταθμό και έτρεχε με μαγική ταχύτητα προς τον προορισμό του.
«Πρέπει να φωνάξουμε τους επιμελητές», ψιθύρισε αδύναμα η Ρόουζ καθισμένη στην αγκαλιά του Σκόρπιους και πολιορκούμενη από τα χείλη του.
«Μπορούν να περιμένουν λίγο», γόγγυξε ο νεαρός Σλίδεριν κατακτώντας άλλη μία φορά το στόμα της.
«Δε θέλουμε να κινήσουμε υποψίες», προσπάθησε να τους συνεφέρει η Ρόουζ, αλλά η φωνή της και τα μισόκλειστα μάτια της πρόδιδαν την παράδοση της.
«Και αν θέλουμε;», ρώτησε υποχθόνια ο Σκόρπιους πιπιλίζοντας το δεξί λοβό της.
«Σκορπ, ο Αλ θα με σκοτώσει αν μάθει ότι είμαστε μαζί», αναστέναξε η κοκκινομάλλα κοπέλα με ένα συνδυασμό απόλαυσης και απογοήτευσης. «Και ύστερα η οικογένεια μου θα κάνει διαγωνισμό ποιος θα σκοτώσει πρώτος εσένα», προσέθεσε ραπίζοντας με το στόμα της τη γραμμή του σαγονιού του.
Ο Σκόρπιους την φίλησε βαθιά και ύστερα έμεινε να την κοιτάζει έντονα στα μάτια.
«Δε φοβάμαι κανέναν, Ρόουζ. Εφόσον έχω την αγάπη σου, είμαι ικανός να κάνω τα πάντα»
«Ω, Σκορπ, ξέρεις τόσο καλά τι να λες για να ρίχνεις τα κορίτσια», χαμογέλασε λιγωμένη η νεαρή Γουίζλη και έχωσε ξανά το πρόσωπο της στο λαιμό του εκκινώντας ξανά το αλισβερίσι του έρωτα.
«Εξάλλου», παρατήρησε ο Σκόρπιους μεφιστοφελικά λίγο αργότερα, «έχουμε ήδη ένα σύμμαχο. Τη Λίλι», επεξήγησε στο παραξενεμένο βλέμμα της αγαπημένης του.
Εκείνη την ώρα σαν επιβεβαίωση των λεγομένων του, η φωνή της μικρής Πότερ ήχησε αφύσικα βροντερή στο διάδρομο πάνω από το θόρυβο του τρένου.
«Αλ, περίμενε να μπούμε μαζί στο βαγόνι του Σκόρπιους και της Ρόουζ»
Ο νεαρός Γκρίφιντορ γύρισε εκνευρισμένος προς την αδερφή του.
«Τι κάνεις ακριβώς;», την επέπληξε χαμηλόφωνα. «Τώρα θα σε άκουσαν! Και από πότε ο Μάλφοϋ έγινε Σκόρπιους για εσένα;»
Η Λίλι χαμογέλασε δειλά σε μία προσπάθεια να εξευμενίσει την οργή του αδερφού της. Ευτυχώς τότε ακούστηκε να ανοίγει η πόρτα του βαγονιού στα δεξιά και ο Άλμπους στράφηκε προς τα εκεί ξεχνώντας προσωρινά τη Λίλι. Στο διάδρομο φάνηκε η ξαδέρφη τους που αν και αναψοκοκκινισμένη, έμοιαζε ικανοποιητικά αυτοκυριαρχούμενη.
«Α, ήρθατε; Και τώρα ετοιμαζόμασταν να σας φωνάξουμε», είπε με ελεγχόμενο βιμπράτο.
Ο Άλμπους παρατήρησε εξεταστικά τη συνομήλικη του κοπέλα με μία καχύποπτη έκφραση.
«Πού είναι ο Μάλφοϋ;», έγρουξε.
«Τι είναι, Πότερ; Σού έλειψα;»
O ξανθός μάγος εμφανίστηκε στο κατώφλι του βαγονιού με το πάντα χαλαρό και ειρωνικό στυλάκι του. Ο Άλμπους γρύλισε στην κυριολεξία και η Ρόουζ επενέβη βιαστικά πριν ο ξάδερφος της καταπιεί με μία χαψιά τον αγαπημένο της.
«Πάμε; Πρέπει να ενημερώσουμε και τους υπόλοιπους επιμελητές», είπε με έντονη φωνή.
Ο Άλμπους γύρισε και την αντίκρισε λες και είχε μόλις συνειδητοποιήσει την παρουσία της. Ύστερα φάνηκε να ξαναβρίσκει τον αυτοέλεγχο του και ακολούθησε τις δύο κοπέλες προς το χολ των επιμελητών, όχι πριν ρίξει άλλο ένα αιμοβόρο βλέμμα στο νεαρό Σλίδεριν.
Όση ώρα η Ρόουζ μιλούσε στους επιμελητές εξηγώντας τους το καινούργιο πλάνο περιπολιών για το εαρινό εξάμηνο, ένιωθε το βλέμμα του Άλμπους επίπονα κολλημένο μεταξύ εκείνης και του Σκόρπιους. Ο ξάδερφος της παρατηρούσε εξονυχιστικά όλες τις κινήσεις τους και όλες τις αντιδράσεις τους, προσπαθώντας να πιαστεί από κάπου, για να επιβεβαιώσει τις υποψίες του. Σε αντίθεση με τη Λίλι, ο Άλμπους ήταν βέβαιος πως ο Σκόρπιους θα έβρισκε ευκαιρία τώρα που συγκατοικούσε με τη Ρόουζ, για να τρυπώσει κάτω από τα φουστάνια της, και αυτό ο Άλμπους δε θα το επέτρεπε ποτέ. Αρχικά οι φόβοι του είχαν καθησυχαστεί, αλλά επανήλθαν πολλαπλασιαστικά δριμύτεροι στο πάρτι των Χριστουγέννων, κυρίως λόγω της συμπεριφοράς της Ρόουζ μετά από αυτό.
Όλη τη διάρκεια των διακοπών την είχε από κοντά και καμιά-δυο φορές ήταν βέβαιος πως την είχε πιάσει να μιλά με κάποιον μέσα από τον καθρέφτη του θείου Τζωρτζ, αλλά δεν κατάφερε ποτέ να την ξεμπροστιάσει. Παρότι του είχε ξεφύγει, δε σήμαινε ωστόσο ότι ο Άλμπους θα σταματούσε να καιροφυλακτεί. Σήμερα ήταν σίγουρος πως αν εισέβαλε απροειδοποίητα στο βαγόνι τους, θα τούς έπιανε στο πράσσειν, αλλά η Λίλι τον είχε ακολουθήσει χαζά και του είχε χαλάσει τελείως τα σχέδια με τις φωνές της. Προς το παρόν δε μπορούσε να κάνει τίποτα περισσότερο από το να περιμένει μία άλλη ευκαιρία προσευχόμενος παράλληλα να είναι όλα παιχνίδια της φαντασίας του. Προτιμούσε να αποδειχθεί τρελός, παρά η πολυαγαπημένη του ξαδέρφη να τα έχει μπλέξει με αυτή τη νυφίτσα για άνθρωπο.
Η συνάντηση των επιμελητών τελείωσε και ο Άλμπους σηκώθηκε γρήγορα από τη θέση του πλησιάζοντας τη Ρόουζ.
«Ρόουζ, θα έρθεις στο βαγόνι μας τώρα», της είπε διατάζοντας και όχι ρωτώντας.
«Λυπάμαι, Πότερ, αλλά χρειάζομαι τη Ρόουζ μαζί μου. Είναι για κάτι που μας ζήτησε η ΜακΓκόναγκαλ. Δουλειά των αριστούχων, καταλαβαίνεις»
Ο Άλμπους σήκωσε τα μάτια του και είδε το σιχαμένο πρόσωπο του ξανθού Σλίδεριν να του χαμογελά με αυτόν τον αποκρουστικά σκωπτικό τρόπο του. Όπως κάθε φορά, τον κατέκλυσε η επιθυμία να σβήσει αυτό το χαμόγελο με τη γροθιά του, αλλά προς το παρόν ο Μάλφοϋ δεν του είχε δώσει κανένα πάτημα. Ο Άλμπους έμεινε κοκαλωμένος στη θέση του παρακολουθώντας με απέχθεια την ξαδέρφη του να απομακρύνεται με τον ύπουλο μάγο.
«Σκορπ, πρέπει αλήθεια να πάω»
Η Ρόουζ Γουίζλη καθόταν κουλουριασμένη στα γόνατα του Σκόρπιους Μάλφοϋ απολαμβάνοντας τις τελευταίες δύο ώρες τα φιλιά και τα χάδια του. Και σίγουρα αυτό το αγόρι με τα σπινθηροβόλα μάτια που της είχαν κλέψει την καρδιά κατείχε πλήρως τον τρόπο του να ξελογιάζει μία γυναίκα, κυρίως όταν ήταν τόσο άπειρη και τρελά ερωτευμένη μαζί του όπως εκείνη. Για αυτό οι προσπάθειες της μέχρι στιγμής να απομακρυνθεί από κοντά του είχαν στεφθεί με παταγώδη αποτυχία.
«Μμμμμ», μουρμούρισε παραπονεμένα ο Σκόρπιους σαν εξάχρονο παιδάκι. «Είναι άδικο! Εκείνοι σε είχαν δική τους όλες τις διακοπές. Τώρα είναι η σειρά μου», είπε αισθησιακά καταλαμβάνοντας ξανά το στόμα της.
«Μωρό μου, θα είμαστε μαζί κάθε βράδυ για τους επόμενους έξι μήνες!», κατάφερε να ψελλίσει η Ρόουζ, όταν ο Σκόρπιους την άφησε αναγκαστικά για να πάρει ανάσα. «Αν δεν πάω να τους δω, ο Αλ θα έρθει να με πάρει σηκωτή. Και αυτή τη φορά ίσως να μην καταφέρει να μας προειδοποιήσει η Λίλι», τον κοίταξε με νόημα.
«Έχουμε κλειδώσει την πόρτα», ανταπάντησε ο πονηρός μάγος παίζοντας ερεθιστικά με τα χείλη της, προσποιούμενος πως θα τα φιλήσει και αποτραβώμενος χιλιοστά πριν.
«Αυτό και αν θα κορυφώσει τις υποψίες του», είπε μακρόσυρτα η Ρόουζ παρακολουθώντας σαν υπνωτισμένη τα παιχνιδίσματα του με μισόκλειστα μάτια και μιμούμενη τις παλινδρομικές κινήσεις του.
«Εντάξει, λοιπόν, αφού θέλεις να με εγκαταλείψεις και να πας με τα ξαδέρφια σου, εγώ δεν πρόκειται να σε εμποδίσω», αντέδρασε ξαφνικά απομακρυνόμενος από το στόμα της και κοιτώντας την ψευτοθιγμένα.
Η Ρόουζ χαμογέλασε συγκαταβατικά.
«Μα, βρε μωρό μου … »
Έσκυψε για να τον ξαναφιλήσει, αλλά εκείνος έστρεψε το πρόσωπο του, ώστε το φιλί της τον βρήκε στο μάγουλο.
«Να πας να φιλήσεις τον χαζό-Πότερ», μούτρωσε. «Ή μάλλον τώρα που το σκέφτομαι να μην πας να φιλήσεις κανέναν», την κοίταξε προς στιγμή πριν ξαναγυρίσει πεισματικά το κεφάλι του μακριά της.
Η Ρόουζ δεν κρατήθηκε να μη γελάσει ελαφρά με το παιδιάστικο φέρσιμο του.
«Είσαι τόσο κακομαθημένος», είπε ευδιάθετα και φιλώντας τον άλλη μία φορά στο μάγουλο σηκώθηκε από την αγκαλιά του.
«Α, τώρα ξεκινήσαμε και τις κατηγόριες;», ρώτησε πιο επιθετικά ο Σκόρπιους, καθώς η έλλειψη του ζεστού κορμιού της είχε μεγαλώσει τη φούρια του.
Η Ρόουζ κούνησε με πάρεση το κεφάλι της ισιώνοντας τη στολή της και κουμπώνοντας το γιακά του πουκαμίσου της· τον είχε ξεκουμπώσει ο Σκόρπιους για να έχει καλύτερη πρόσβαση στο λαιμό της με την απαράβατη προϋπόθεση να μην της αφήσει σημάδια. Ο ξανθός Σλίδεριν σταύρωσε θυμωμένα τα χέρια του στο στέρνο του και έμεινε να κοιτάζει μανισμένα έξω από το παράθυρο.
«Λοιπόν, πάω», είπε η Ρόουζ, όταν είχε φτιαχτεί ευπαρουσίαστα.
Ο Σκόρπιους πίεσε τα χείλη του και δεν απάντησε. Η Ρόουζ έπαιξε παραιτημένα τα μάτια της και σκύβοντας του ψιθύρισε γλυκά στο αυτί:
«Σε λατρεύω»
Ύστερα του έδωσε ένα γρήγορο φιλί στο μάγουλο και έφυγε από το βαγόνι τους.
Ο Σκόρπιους απόμεινε μόνος βλαστημώντας την τύχη του που από όλες τις μάγισσες του Χόγκουαρτς, εκείνος είχε πάει και είχε ερωτευτεί αυτή με τη μεγαλύτερη οικογένεια.
Αχ, μα δεν είναι τόσο γλυκό αυτό το εφηβικό ζευγαράκι! Περιμένω τη γνώμη σας! Επίσης, μπορείτε να κάνετε και μία μαντεψιά για το ποιος τελικά θα κερδίσει την καρδιά της Ρόουζ, η οικογένεια της ή ο έρωτας της;
at Helen: Ευχαριστώ πάρα πολύ για το σχόλιο σου! Τώρα με έβαλες σε σκέψεις! Με ποιον έχεις ζευγαρωμένη τη Λίλι στο μυαλό σου; Με κανέναν από τους αδερφούς Σκαμάντερ; Με κανέναν άλλο γιο πρώην συμμαθητή των Πότερ/Γουίζλη; Μη μου πεις με κανέναν συμμαθητή σκέτο των Πότερ/Γουίζλη! Με έχει φάει η περιέργεια :) Έχω διαβάσει διάφορα βιβλία, αλλά κανένα άλλο δε με έχει εξιτάρει τόσο πολύ, ώστε να γράψω fanfic. Τώρα διαβάζω τα Mortal Instruments. Τα ξέρεις; Μπορεί, όταν τα τελειώσω, να μου έρθει έμπνευση. Εσύ γράφεις καθόλου; Αναμένω τις απαντήσεις σου!
at rainlover: Ευχαριστώ! Ελπίζω τα σχόλια σου να γίνουν παράδοση :) Όταν ρωτάς αν παίρνω βοήθεια, εννοείς αν τα έχω κλέψει από κάπου; Συνειδητά σίγουρα όχι. Αλλά όπως συμβαίνει γενικότερα, τα προϊόντα της δικής μου διανόησης είναι ένα συνονθύλευμα όλων των άλλων προϊόντων διανόησης στα οποία έχω εκτεθεί κατά καιρούς. Είναι άλλωστε γνωστό πως οι καλύτεροι συγγραφείς είναι οι μεγαλύτεροι αναγνώστες. Και αν κρίνω από το πόσο διαβάζω, πρέπει κάποια στιγμή να γίνω πολύ καλή συγγραφέας :) Τουλάχιστον σε αυτό προσδοκώ!
Καλή χρονιά με υγεία και ευημερία σε όλους τους αναγνώστες μου!
Συμβουλή: Για να σας πάει καλά ο χρόνος, την παραμονή να φορέσετε ένα κόκκινο βρακί :)
Πολλά φιλιά!
ΧΧΧ
