ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3: Ο ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ΜΟΥ ΦΙΛΟΣ
Την επόμενη ημέρα όταν ξύπνησα, διαπίστωσα πως η καλοκαιρία συνεχιζόταν και αυτό μου έφτιαξε αμέσως την διάθεση. Ετοιμάστηκα γρήγορα και κατέβηκα τις σκάλες για το ισόγειο. Αμέσως ήρθε στα ρουθούνια μου η γλυκιά μυρωδιά από φρεσκοψημένο κέικ, η οποία με οδήγησε στην κουζίνα. Ο μπαμπάς μόλις έβγαζε από το φούρνο ένα ροδοκάστανο αρτοσκεύασμα, ενώ η μαμά έστυβε πορτοκαλάδα.
«Καλημέρα,» τους χαιρέτισα και προσέφερα από ένα φιλί στον καθένα τους.
«Καλημέρα,» ανταπέδωσαν και οι δύο.
«Σου φτιάξαμε φρέσκο κέικ που σου αρέσει,» υπέδειξε ο μπαμπάς.
«Ευχαριστώ!»
Μού έκοψε μερικές φέτες και τις έβαλε σε ένα πιάτο που το ακούμπησε στον πάγκο της κουζίνας, δίπλα σε κάθε λογής μαρμελάδες. Πήρα μία φέτα και της άπλωσα παχιά στρώση μαρμελάδας κάστανο, της αγαπημένης μου. Η σάρκα του κέικ ήταν ακόμα καυτή και έλιωνε στο στόμα μου. Καθαρή απόλαυση!
«Λοιπόν, τι έχει το πρόγραμμα για σήμερα;» με ρώτησε η μαμά σερβίροντας μου τον χυμό.
«Θα έρθει ο Τζέικομπ να με πάρει να πάμε μαζί στην Λα Πους,» τους ενημέρωσα για την πρόταση που μου είχε κάνει χθες το μεσημέρι ο Τζέικομπ και φυσικά είχα δεχτεί.
Δεν μπορούσε να περάσει μία εβδομάδα και να μην πάω στον καταυλισμό. Ήταν η μεγαλύτερη ψυχαγωγία μου, επειδή εκεί ήμουν μακριά από την συνεχή επιτήρηση της οικογένειας μου και διασκέδαζα απίστευτα με τον Τζέικ και τους υπόλοιπους μεταμορφιστές. Είχαμε τόσες πολλές ευχάριστες δραστηριότητες. Παίζαμε βόλεϊ και ρακέτες και πηγαίναμε για κολύμπι και για σέρφινγκ και για βουτιές και τρώγαμε όλοι μαζί ψήνοντας λουκάνικα και ζαχαρωτά γύρω από την φωτιά στην παραλία και μερικές φορές ο Τζέικομπ με έπειθε να τους τραγουδάω με την κιθάρα μου και ένιωθα τόσο όμορφα και οικεία παρουσία της αγέλης και μέσα στην αγκαλιά του.
«Έχεις ακόμα τόσους καλεσμένους εδώ πέρα,» σχολίασε σοβαρά ο πατέρας μου. «Θα τους αφήσεις, για να πας με τον Τζέικομπ που τον βλέπεις κάθε ημέρα;»
«Δεν είναι δικοί μου καλεσμένοι,» εξανέστη. «Εγώ δεν ήθελα να γίνει καν πάρτι.»
«Όπως και να έχει τώρα είναι εδώ,» επέμεινε ο πατέρας μου, «και δεν μπορείς να τους παρατήσεις σύξυλους. Δεν είναι ευγενικό.»
«Μα είναι από τις τελευταίες μου ημέρες στο Φορκς,» τόνισα αποπειρώμενη να μην υψώσω την ένταση της φωνής μου σαν κακομαθημένο νήπιο. «Σύντομα θα αρχίσουμε να τρέχουμε με τις ετοιμασίες για την μετακόμιση και ποιος ξέρει αν θα βρω χρόνο να ξαναπάω να δω τα παιδιά ξέγνοιαστη. Εξάλλου δεν είναι δικοί μου φίλοι οι Ντενάλι, δικοί σας είναι. Και να φύγω δεν θα τους απασχολήσει.»
«Ο Νάουελ δεν έρχεται για να βλέπει εμάς,» ήταν τελικά ο πατέρας μου εκείνος που ανέβασε τους τόνους.
Ανοιγόκλεισα τα βλέφαρα μου έκθαμβη.
«Τι θέλεις να πεις;»
Ήταν τότε που αποφάσισε να επέμβει η μητέρα μου.
«Τίποτα, χαρά μου,» με εφησύχασε χαϊδεύοντας μου καταπραϋντικά το χέρι. «Μπορείς να πας με τον Τζέικομπ στην Λα Πους. Οι καλεσμένοι μας εδώ θα είναι, όταν επιστρέψεις για να τους αποχαιρετίσεις.»
Παρατήρησα πως έριξε ένα στιγμιαίο, αλλά προφανώς γεμάτο νόημα βλέμμα στον πατέρα μου καθώς μου μιλούσε, επειδή εκείνος σιώπησε χωρίς να φέρει άλλη αντίρρηση.
Αργότερα όταν είχα αποτελειώσει το πρωινό μου και ετοίμαζα την τσάντα μου με τα πράγματα που θα έπαιρνα μαζί μου στον καταυλισμό, η πόρτα του δωματίου μου χτύπησε απαλά και μέσα μπήκε η μητέρα μου χαμογελώντας μου τρυφερά. Ήρθε και έκατσε στην άκρη του κρεβατιού παραμένοντας για μερικά λεπτά σιωπηλή.
«Μην τον παρεξηγείς τον πατέρα σου,» είπε τελικά. «Μερικές φορές οι γονείς αντιμετωπίζουν δυσκολία στο να αποδεχτούν πως τα παιδιά τους έχουν μεγαλώσει, πόσω μάλλον εμείς που είχαμε τόσο λίγο χρόνο μαζί σου. Και τώρα μετακομίζουμε και συμβαίνουν τόσες αλλαγές και…»
Πήγα κοντά της και κάθισα δίπλα της παίρνοντας τα χέρια της στα δικά μου.
«Το ξέρω,» την διαβεβαίωσα. «Αλλά είμαι εδώ, δεν πρόκειται να πάω πουθενά και ούτε μοιράζεστε την αγάπη που αισθάνομαι για εσάς με τον Τζέικομπ.»
Μου χαμογέλασε απαλά περνώντας μία τούφα από τα μαλλιά μου πίσω από τα αυτί μου. Εκείνη την ώρα ακούστηκε το αμάξι του Τζέικομπ να φτάνει μπροστά από το σπίτι μας. Η προσοχή μου αμέσως συγκεντρώθηκε εκεί.
«Έλα, πήγαινε και να περάσεις καλά.»
Της έδωσα ένα φιλί στο μάγουλο και ετοιμάστηκα σαν σίφουνας. Σε ένα λεπτό βρισκόμουν κάτω στον κήπο. Ο Τζέικομπ με περίμενε στεκόμενος έξω από το αυτοκίνητο με τα μπράτσα του τυλιγμένα μπροστά στο στέρνο του. Μόλις με είδε τα μάτια του έλαμψαν. Έτρεξα κοντά του και έπεσα στην αγκαλιά του. Τα χείλη του ακούμπησαν την επιδερμίδα του μετώπου μου. Ηλεκτρισμός μεταφέρθηκε σε όλο το κορμί μου. Τον είχα αγγίξει και φιλήσει τόσες φορές και όμως δεν είχαν αισθανθεί άλλοτε παρόμοια. Δεν ήξερα τι συνέβαινε αλλά ήταν τόσο όμορφη ημέρα για να την χαλαλίσω σε εσωτερικές καταναλώσεις.
«Καλημέρα,» με χαιρέτισε.
«Καλημέρα!» του ανταπέδωσα κεφάτη. «Και τι ωραίος καιρός!»
Χαμογέλασε πλατιά και μου άνοιξε την πόρτα. Πήρα την θέση μου στο κάθισμα του συνοδηγού και εκείνος κατέλαβε εκείνη πίσω από το τιμόνι. Ξεκινήσαμε με προορισμό την Λα Πους. Μόλις βγήκαμε στον εθνικό, άνοιξα το ραδιόφωνο. Έπαιζε το You are my sunshine από την Doris Day. Το λάτρευα αυτό το τραγούδι. Άρχισα να το τραγουδάω στον Τζέικομπ και εκείνος με κοιτούσε και χαμογελούσε ακτινοβολώντας.
«Το ξέρεις ότι είσαι πανέμορφη, όταν τραγουδάς;»
«Ευχαριστώ,» αποκρίθηκα κοκκινίζοντας ελαφρά.
Δεν ήταν η πρώτη φορά που άκουγα από κάποιον να λέει ότι είμαι όμορφη. Ακόμα και ίδιος ο Τζέικομπ μου το είχε ξαναπεί. Σήμερα όμως μού ακούστηκε τελείως διαφορετικό. Σήμερα ακούστηκε τελείως αληθινό. Η διάθεση μου πήγαινε από το καλό στο καλύτερο και το ραδιόφωνο συνέχιζε να βάζει πολύ χαρούμενα τραγούδια. Μέχρι να φτάσουμε στον καταυλισμό, είχα έρθει στο κέφι. Ήμουν σίγουρη ότι όλα σήμερα θα ήταν όμορφα.
«Λοιπόν, θέλεις να κάνουμε κάτι συγκεκριμένο;»
«Ναι, θέλω να πάμε στη θάλασσα!»
«Οκ! Πάμε.»
Ξεκινήσαμε για την ιδιωτική μας παραλία, περίπου ένα χιλιόμετρο μακριά από την Φερστ Μπιτς. Ήταν ένα μέρος που είχαμε ανακαλύψει μαζί και κανείς άλλος δεν ερχόταν εκεί, καθώς ήταν ιδιαίτερα δύσβατο. Παρκάραμε το αμάξι στο τέλος του δρόμου και κατεβήκαμε στον αιγιαλό από τα απόκρημνα βράχια χωρίς καμία δυσκολία. Φτάσαμε στην αμμουδιά και αρχίσαμε να περπατάμε προς την θάλασσα. Σήμερα ήταν ήρεμη, δεν είχε σχεδόν καθόλου κύμα. Στάθηκα μπροστά στην ακρογιαλιά και έκλεισα τα μάτια για να απολαύσω τον ήλιο, τον ήχο των κυματισμών, την μυρωδιά του Τζέικ που στεκόταν δίπλα μου.
«Λάμπεις κάτω από τον ήλιο.»
Είχα ξεχάσει το απαλό χρύσισμα μου, όταν είχε λιακάδα.
Αγκάλιασε τους ώμους μου με το αριστερό του χέρι και μείναμε έτσι να κοιτάμε την απεραντοσύνη του νερού. Κάποια στιγμή, ένιωσα να κρυώνω λίγο και τον αγκάλιασα και εγώ ακουμπώντας το κεφάλι μου στο στέρνο του. Εκείνος με έσφιξε πιο κοντά του.
«Τζέικ, να σε ρωτήσω κάτι;»
«Ό,τι θες»
«Έχεις ερωτευτεί ποτέ;»
Δεν απάντησε αμέσως και γύρισα προς το μέρος του, για να τον κοιτάξω στα μάτια. Η ερώτηση μου φάνηκε να τον ταράζει. Τα μηλίγγια του ανεβοκατέβαιναν και αν και με κρατούσε ακόμα στην αγκαλιά του δεν με κοιτούσε, κοιτούσε πίσω μου, στο κενό. Έμεινε αρκετή ώρα αμίλητος, ώστε νόμιζα δεν θα απαντήσει.
«Ναι, μία φορά,» είπε μόνο.
Η απάντηση του με έκανε να νιώσω ένα τσίμπημα στην καρδιά. Ήθελα όμως να μάθω περισσότερα.
«Ήσασταν μαζί;»
«Όχι. Ήταν περίπλοκο»
«Ήταν με άλλον;»
«Ας πούμε πως ναι.»
Ώστε είχε υπάρξει ερωτευμένος. Μα είναι δυνατόν να περίμενα κάτι άλλο; Ήταν απολύτως φυσιολογικό. Γιατί με πειράζει; Δεν θα έπρεπε. Δεν μπορούσα όμως να το ελέγξω. Μόνο η σκέψη πως είχε ερωτευτεί κάποια άλλη με πλήγωνε. Παρόλα αυτά, σαν από κάποια μαζοχιστική τάση, συνέχισα την ανάκριση.
«Και μετά από εκεί; Δεν ξαναερωτεύτηκες;»
Επιτέλους, κατάφερα να κερδίσω το βλέμμα του, αλλά ήταν βλέμμα εκνευρισμού.
«Τι είναι όλα αυτά τώρα; Πώς σου ήρθε να κάνεις τέτοιες ερωτήσεις;»
«Θέλω να μάθω το παρελθόν σου. Τόσο κακό είναι;» πήρα αθώο ύφος.
«Δεν υπάρχει κάτι να μάθεις,» κατέληξε ξανακοιτώντας την θάλασσα.
«Δηλαδή, δεν ήσουν ποτέ με καμία;»
«Ποτέ,» απάντησε τόσο κατηγορηματικά που τον πίστεψα.
Έμεινα για λίγα λεπτά σιωπηλή, μα τα δαιμόνια δεν είχαν καταλαγιάσει μέσα μου.
«Αυτήν την άλλη την κοπέλα την σκέφτεσαι ακόμα;»
«Έτσι όπως το ρωτάς όχι.»
Η απόκριση του μου προκάλεσε αντανακλαστική αντίδραση.
«Άρα την σκέφτεσαι!» τον κατηγόρησα και τραβήχτηκα από κοντά του.
Η ξαφνική μου απομάκρυνση τον έπιασε εξ απήνης.
«Ναι, επειδή την αγαπώ πολύ σαν άνθρωπο,» απολογήθηκε. «Ερωτικά, όμως, όχι. Άλλωστε, πλέον έχω καταλάβει ότι ποτέ δεν ήμουν ερωτευμένος μαζί της. Μπερδεμένος ήμουν.»
«Υπάρχει δηλαδή περίπτωση να μπερδέψει κανείς τον έρωτα;»
«Τον αληθινό ποτέ,» απάντησε και το βλέμμα του ήταν τόσο ηλεκτροφόρο που νόμιζα ότι βραχυκύκλωσε όλο μου τον εγκέφαλο. «Δεν καταλαβαίνω, όμως, γιατί μού τα ρωτάς όλα αυτά,» προσέθεσε μετά από λίγο.
Ανασήκωσα τους ώμους μου αδιάφορα.
«Πάμε; Πείνασα λιγάκι,» άλλαξα απότομα κουβέντα για να βγω από τη δύσκολη θέση.
«Ναι, πάμε,» συγκατένευσε και μου χαμογέλασε.
Διασχίσαμε πάλι την αμμουδιά μέχρι το δρόμο.
«Πριν γυρίσουμε στο αμάξι θέλω να σου δείξω κάτι,» κοντοστάθηκε.
«Τι είναι;» ρώτησα παραξενευμένη.
«Ακολούθα με.»
Με οδήγησε βαθιά μέσα στο δάσος.
«Τι θέλεις να μου δείξεις;» τον ρώτησα γεμάτη περιέργεια.
«Σου έφτιαξα κάτι.»
Χάθηκε πίσω από ένα δέντρο και ξαναεμφανίστηκε κρατώντας ένα μεγάλο τόξο και μία φαρέτρα με βέλη.
«Πλάκα κάνεις!» αναφώνησα.
Περιεργαζόμουν το δώρο μου και δεν μπορούσα να πιστέψω στα μάτια μου. Πέρα από το ότι ήταν σωστό δημιούργημα τέχνης, σκαλιστό και όλο φτιαγμένο στο χέρι, ήταν το καλύτερο δώρο που μου είχαν κάνει ποτέ. Από πάντα ήθελα ένα τόξο για να κάνω τοξοβολία ή μάλλον από όταν έμαθα για τις θρυλικές αμαζόνες που ήταν άριστες τοξοβολίστριες και έκοβαν μάλιστα το δεξί τους στήθος, για να χτυπούν με μεγαλύτερη ακρίβεια. Φυσικά, ο πατέρας μου ούτε να το ακούσει. Για κάποιο περίεργο λόγο, αν και ήμουν ίσως το ανθεκτικότερο παιδί που είχε γεννηθεί ποτέ σε αυτόν τον κόσμο, μού φερόταν λες και ήμουν από πορσελάνη.
«Ο Έντουαρντ θα με σκοτώσει, αλλά δεν πειράζει. Συμφωνώ και εγώ μαζί σου, ότι πρέπει να σου δείχνουμε μεγαλύτερη εμπιστοσύνη. Ορίστε, λοιπόν!»
«Σε ευχαριστώ, σε ευχαριστώ πάρα πολύ! Δεν πιστεύω ότι έκατσες και το έφτιαξες για εμένα! Πόσο καιρό σου πήρε;»
«Αρκετό,» γέλασε. «Άρχισα να το φτιάχνω από όταν μου είπες ότι ήθελες ένα, αλλά αποδείχτηκε πολύ πιο δύσκολο από ό,τι περίμενα. Είναι όμως τελείως αυθεντικό. Το έφτιαξα με την παραδοσιακή τεχνική των Κιγιέτ.»
«Είναι απλά υπέροχο!»
«Έλα, πάμε να σου μάθω πώς να ρίχνεις.»
Πήρα την φαρέτρα με τα βέλη και εκείνος πήρε το τόξο. Πήγαμε λίγο πιο πέρα, σε ένα άνοιγμα του δάσους. Με πήρε από το χέρι και με οδήγησε ακριβώς στη μέση του ξέφωτου να κοιτάω προς τον βορρά. Απέναντι μου στα πενήντα μέτρα υπήρχε ένα δέντρο με ζωγραφισμένο στόχο.
«Τα είχες όλα έτοιμα, έτσι;»
Χαμογέλασε συνεσταλμένα. Πήρε ένα βέλος από την φαρέτρα και το τοποθέτησε πάνω στο τόξο.
«Θα το κάνω πρώτος για να δεις.»
Σήκωσε το τόξο, τέντωσε το βέλος, σημάδεψε κλείνοντας με το ένα μάτι και το άφησε να φύγει με δύναμη προς τα εμπρός. Χτύπησε κατευθείαν στο κέντρο του στόχου.
«Δεν φαίνεται και τόσο δύσκολο.»
Έτεινα το χέρι μου για να μου δώσει το τόξο. Πήρα ένα βέλος από την φαρέτρα και προσπάθησα να μιμηθώ τις κινήσεις του. Δεν μπορούσα όμως με τίποτα να στερεώσω το βέλος στην θέση του και να το τραβήξω. Ο Τζέικομπ γελούσε με το πάθημα μου.
«Όχι, τόσο δύσκολο, ε;»
«Είμαι μισή βρικόλακας και δεν μπορώ. Δηλαδή οι κανονικοί άνθρωποι πώς τα καταφέρνουν;» δυσανασχέτησα πιεζόμενη να ακινητοποιήσω το βέλος.
«Ποιος σου είπε ότι οι Κιγιέτ είναι κανονικοί άνθρωποι,» χασκογέλασε.
«Α, ωραία, ώστε μου έφτιαξες τόξο για λυκανθρώπους!»
«Ας το θέσουμε καλύτερα για υπερφυσικά όντα. Έλα, έλα, άσε να σε βοηθήσω μην βγάλεις κανένα μάτι.»
Πήρε το τόξο από τα χέρια μου και μού έδειξε πού ακριβώς να το τοποθετώ, για να στέκεται στη θέση του. Ύστερα μου το έδωσε πίσω και ήρθε από πίσω μου, για να με βοηθήσει να μάθω να στοχεύω. Με το σώμα του να ακουμπάει το δικό μου με το ζόρι μπορούσα να συγκεντρωθώ για να μην ξεχάσω να αναπνέω, όχι και να σημαδέψω. Η αλήθεια είναι ότι την περισσότερη δουλειά την έκανε εκείνος. Εγώ απλά είχα στραφεί ολόκληρη προς την αριστερή μου πλευρά και τον κοιτούσα να μιλάει, χωρίς να καταλαβαίνω τι λέει.
«Τεντώνουμε το τόξο με τα δύο μας δάχτυλα, τον δείκτη και τον μέσο. Κρατάμε όσο πιο σταθερά μπορούμε. Κλείνουμε το ένα μάτι, για να κεντράρουμε καλύτερα, και αφήνουμε απαλά.»
Εκτόξευσε το βέλος. Παραδόξως, βρήκε πάλι στόχο, αλλά εγώ εκείνη την στιγμή δεν το είδα. Τα μάτια μου έμειναν καρφωμένα πάνω του, σαν μαγεμένα. Γύρισε και με κοίταξε και η απόσταση μεταξύ μας ήταν μικρότερη από δέκα εκατοστά. Στην αρχή το βλέμμα του έπεσε στα μάτια μου και στην συνέχεια κατηφόρισε στα χείλη μου. Έβλεπα τα δικά του να πάλλονται ανεπαίσθητα και ήξερα ότι αν ανασηκωνόμουν στις μύτες των ποδιών μου θα μπορούσα να τα ακινητοποιήσω με τα δικά μου. Τι θα γινόταν όμως μετά; Θα το ήθελε; Θα αποτραβιόταν; Και η σχέση μας; Πού θα πήγαινε μετά από εκεί;
Όλα αυτά τα σκεφτόμουν σε διάστημα δεκάτων του δευτερολέπτου, τα οποία όμως αποδείχθηκαν ικανά, για να προλάβει η στιγμή να εκπνεύσει. Το κινητό του χτύπησε απότομα και απομακρυνθήκαμε. Αμέσως η επαφή μας έσπασε σε χίλια κομμάτια. Εκείνος κατέβασε τα χέρια του από τους ώμους μου για να απαντήσει και εγώ έστρεψα το κεφάλι μου και κοιτούσα τα παπούτσια μου. Ήταν ο Έμπρυ και τον ρωτούσε αν θα αργήσουμε και άλλο για το φαγητό, επειδή οι υπόλοιποι είχαν πεθάνει της πείνας. Ο Τζέικομπ του αποκρίθηκε ότι ερχόμαστε και το έκλεισε. Μαζέψαμε γρήγορα το τόξο και τα βέλη και επιστρέψαμε στο αμάξι.
Σε λιγότερο από δέκα λεπτά βρισκόμασταν έξω από το σπίτι του Σαμ. Ο Σαμ ήταν ο αρχηγός της δεύτερης αγέλης των λύκων και η Έμιλι ήταν η γυναίκα του. Την πρώτη φορά που την είχα δει, είχα τρομάξει με το σημαδεμένο πρόσωπο της, αλλά μέσα σε πολύ λίγο διάστημα η ζεστασιά και η γλυκύτητα της με έκαναν να ξεχάσω το οτιδήποτε άσχημο υπήρχε πάνω της. Την είχε χτυπήσει ο Σαμ μία φορά που δεν μπόρεσε να ελέγξει τα νεύρα του και της είχε παραμορφώσει το πρόσωπο. Το έχουν αυτό οι λύκοι. Όταν εκνευρίζονται μπορεί να γίνουν επικίνδυνοι. Όχι, όμως ο Τζέικ μου. Ο Τζέικ δεν θα μου έκανε ποτέ κακό και ήμουν απόλυτα βέβαιη για αυτό.
Πλησιάσαμε την αυλή του σπιτιού. Όλοι οι λύκοι ήταν εκεί, εκτός από την Λία, την αδερφή του Σεθ. Η Λία ήταν το μοναδικό κορίτσι της αγέλης που είχε μετατραπεί σε λύκος, αλλά σε αντίθεση με τον αδερφό της ήταν πολύ απόμακρη και ψυχρή με όλους. Είχα ρωτήσει τον Τζέικ γιατί και μου είχε πει χωρίς λόγο, αλλά δεν το δέχτηκα. Όλοι έχουν ένα λόγο να φέρονται με πικρία.
Μερικοί από τους λύκους κάθονταν σε έναν τεράστιο ξύλινο πάγκο έξω από την μονοκατοικία και άλλοι έψηναν μπάρμπεκιου λίγο πιο πέρα. Μόλις μας είδαν παράτησαν όλοι τις ασχολίες τους και έτρεξαν να μας χαιρετήσουν. Φαίνονταν πολύ χαρούμενοι που μας έβλεπαν και εμένα και τον Τζέικομπ. Πρώτος και καλύτερος έτρεξε να μας χαιρετίσει ο Σεθ και ύστερα όλοι οι υπόλοιποι. Τους χαιρέτησα με την σειρά μου και μετά προσφέρθηκα να πάω μέσα στην κουζίνα για να βοηθήσω.
Εκεί με υποδέχθηκε η Έμιλι και μερικά άλλα κορίτσια, κοπέλες κάποιων λύκων. Ρώτησα τι μπορώ να κάνω και η Έμιλι μου έδωσε ένα λάχανο και μου είπε να το κόψω για σαλάτα. Πήρα τον τρίφτη και άρχισα να τρίβω το λάχανο μέσα σε μία μεγάλη λεκάνη. Εκείνη ήταν δίπλα μου και καθάριζε καρότα και πιπεριές.
«Μεγάλωσες πολύ, Ρενέσμε,» μου είπε σε κάποια στιγμή. «Έγινες πια μία όμορφη γυναίκα.»
«Ευχαριστώ πολύ,» χαμογέλασα.
«Συνεχίζεις να αγαπάς τον Τζέικ με τον ίδιο τρόπο;»
Με έπιασε τρόμος και αναταραχή. Τι σήμαινε η ερώτηση της;
«Τι εννοείς;» κατάφερα να ψελλίσω.
«Να, θυμάμαι ότι όταν ήσουν μικρή ήσασταν αχώριστοι. Είστε ακόμα έτσι;» εξήγησε με μία έκφραση στο πρόσωπο της που άφηνε να ειπωθούν πολλά περισσότερα από όσα εξέφραζε το στόμα της.
«Ναι, είναι…»
Πήγα να πω ο καλύτερος μου φίλος, αλλά σταμάτησα. Πλέον κάτι δεν μου κόλλαγε σε αυτήν την ετικέτα. Η Έμιλι μου έριξε ένα βλέμμα που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί συνωμοτικό.
«Είναι πολύ σημαντικός για εμένα», είπα τελικά.
Εκείνη χαμογέλασε σκωπτικά, αλλά δεν σχολίασε. Ασυναίσθητα σήκωσα την ματιά μου και κοίταξα έξω. Ο Τζέικ φαινόταν μέσα από το άνοιγμα της πόρτας να μιλάει με τον Έμπρυ και τον Κουίλ. Ψηλός, γεροδεμένος, με καλοσχηματισμένο πρόσωπο και υπέροχο στόμα. Μου φαινόταν απλά πανέμορφος. Ξαφνικά, γύρισε το κεφάλι του και με έπιασε να τον παρατηρώ. Μου χαμογέλασε με αυτό το υπέροχο χαμόγελο του, αλλά εγώ ντράπηκα πολύ και κατέβασα αμέσως το κεφάλι κοκκινίζοντας. Εστίασα όλη μου την προσοχή στο λάχανο και τον τρίφτη, για να ηρεμήσω. Έτριβα τόσο δυνατά που χωρίς να το καταλάβω άσκησα υπερβολική πίεση και ο τρίφτης έγινε κομμάτια στα χέρια μου.
«Ω, Έμιλι με συγχωρείς πολύ!»
Εκείνη έριξε μία γρήγορη ματιά έξω από την πόρτα και ύστερα γύρισε προς τα εμένα με ένα γλυκό χαμόγελο.
«Μην ανησυχείς. Δεν είναι τίποτα»
«Σου έσπασα τον τρίφτη. Δεν κατάλαβα πώς έγινε!»
«Τα πράγματα είναι για να σπάνε και οι άνθρωποι για να γλεντούν, μου έλεγε η γιαγιά μου,» αντέκρουσε εκείνη γελαστά και μου πείραξε καλοσυνάτα την άκρη της μύτης με τον δείκτη της. «Πήγαινε έξω με τα παιδιά. Νομίζω εκεί είσαι περισσότερο απαραίτητη,» προσέθεσε χαμογελώντας με νόημα και άρχισε να μαζεύει τα κομμάτια του τρίφτη.
Καταντροπιασμένη βγήκα από το σπίτι και πλησίασα τον Τζέικομπ.
«Τι έγινε;» ρώτησε μόλις με είδε αναστατωμένη.
«Έσπασα τον τρίφτη της Έμιλι,» απάντησα παραπονιάρικα.
«Τον τρίφτη της Έμιλι;» επανέλαβε τα λόγια μου με το ίδιο παραπονιάρικο ύφος και με πήρε στην αγκαλιά του. «Δεν πειράζει, καρδούλα μου. Όλοι ξέρουμε πόσο δυνατή είσαι,» με πείραξε καλοσυνάτα.
Η αγκαλιά του με έκανε να ηρεμήσω ξανά. Τότε όμως ξαφνικά μου ήρθε στο μυαλό η συζήτηση που είχαμε στην παραλία για εκείνη την κοπέλα, εκείνη που αγαπούσε και που δεν ήμουν εγώ. Μόνο και μόνο αυτή η συνειδητοποίηση μου προξένησε αβάσταχτο πόνο. Τα μάτια μου υγράνθηκαν επικίνδυνα, αλλά ευτυχώς εκείνη την ώρα ο Σαμ φώναξε πως το φαγητό είναι έτοιμο και ο Τζέικ με πήρε από το χέρι και πήγαμε και κάτσαμε δίπλα-δίπλα στον φαρδύ πάγκο.
Το φαγητό ήταν νοστιμότατο και με την κουβέντα σύντομα βρήκα ξανά το κέφι μου. Συμμετείχα ενεργά στην παρέα και πραγματικά περνούσα πολύ καλά. Ο Τζέικ με κρατούσε συνεχώς από το χέρι, ώστε αναγκαζόμουν να τρώω με το αριστερό. Δεν με πείραζε καθόλου. Ούτε οι ηλεκτρικές εκκενώσεις που με επισκέπτονταν συνέχεια με πείραζαν. Ό,τι και αν συσχετιζόταν με εκείνον μετατρεπόταν εξ ορισμού σε αντικείμενο αγάπης. Τον κοιτούσα και τον θαύμαζα πραγματικά. Ήταν λες και όλος μου ο κόσμος, όλη μου η ευτυχία και η χαρά και η θαλπωρή συγκεντρώνονταν στο πρόσωπο του. Τον αγαπούσα με απυθμοσύνη.
«Σε αγαπάω,» του ψιθύρισα γλυκά στο αυτί.
Γύρισε και με κοίταξε και το βλέμμα του ήταν απαλό σαν χάδι.
«Και εγώ, πολύ.»
Έσκυψε και με φίλησε στο δεξί μάγουλο, στέλνοντας μικρές ηλεκτροφόρες ανατριχίλες σε όλο μου το κορμί. Ήμουν τόσο ευτυχισμένη!
