Θέλω για ακόμα μια φορά να πω ένα ΜΕΓΑΛΟ ευχαριστώ για όσους με στηρίζουν πραγματικά… Οι 4 φίλες Κέι, Μαρία, Ελένη και Κάτια, οι οποίες κάθε μια σε κάθε κεφάλαιο δίνει την αγάπη και την εμπιστοσύνη της. Μεγάλο ευχαριστώ στην Κάτια η οποία έχει την επιμέλεια και απογειώνει την ιστορία. ΕΠΙΣΗΣ σε όλους εσάς μια δυνατή αγκαλιά έστω και από μακριά γιατί αγαπήσατε τόσο πολύ την ιστορία.

Αυτό το κεφάλαιο είναι αφιερωμένο σε πέντε κορίτσια θαυμάσια που συνεχώς ρωτάν για την εξέλιξη της ιστορίας και την έχουν αγαπήσει πολύ… Δικό σας Eliza Marko, Giwta Xg, Michaela Zp, Katt Perama και Margarita Kintsi!

Κεφάλαιο 4: ΞΑΦΝΙΚΗ ΕΠΙΣΚΕΨΗ

Έξω ξημέρωνε ξανά. Μετά από ένα έντονο βράδυ που περάσαμε με τον Έντουαρντ περιμέναμε τις λιγοστές ώρες που ήθελε για να ξημερώσει βλέποντας παλιές ταινίες. Τα πάντα ήταν κάπως ήσυχα χωρίς τους υπόλοιπους στο σπίτι.

Η Αλήθεια ήταν πως ακόμα δεν είχαμε κάποιο νέο από τους άλλους. Δεν ξέραμε ακόμα ποιους κατάφεραν να εντοπίσουν. Αυτό που ευχόμουν τις τελευταίες ώρες επιστρέφοντας στις παλιές μου ανησυχίες ήταν να ζούσαν όλοι. Όχι μόνο για την προστασία μας αλλά γιατί απλά ήταν βρικόλακες που αν εμείς δεν φταίγαμε καθόλου εκείνοι δεν έφταιξαν ούτε στο ελάχιστο. Ο Έντουαρντ κατάλαβε τι σκεφτόμουν αν και δεν είχα ανοιχτεί την ασπίδα και με πήρε αγκαλιά.

«Δεν μπορείς να χαλαρώσεις χωρίς να πρέπει αναγκαστικά να κάνουμε έρωτα για να γίνει αυτό;» Ο Έντουαρντ γέλασε και με φίλησε απαλά στα χείλια.

«Πάντα εγώ δεν ήμουν αυτή που προσπαθούσε να κλέψει την αγνότητα σου;» Χαμογέλασα σιγανά και άκουσα από πάνω βήματα. «Ξύπνησαν» είπα στον Έντουαρντ και βγήκα από την αγκαλιά του για να υποδεχτώ την κόρη και τον γαμπρό μου.

«Ναι. Ίδη ακούω τις πεινασμένες σκέψεις του Τζέικ».

Μετά από λίγα λεπτά ο Τζέικομπ με την Ρένεσμι κατέβαιναν τις σκάλες χέρι με χέρι. Στα πρόσωπα τους διαγραφόταν ένα αγνό χαμόγελο. Σίγουρα πέρασαν και αυτοί ένα όμορφο βράδυ. Τελικά ήταν κάτι που χρειαζόμασταν όλοι πριν αρχίσει ξανά η αναμονή και όλος αυτός ο φόβος που κυριαρχούσε μέσα μου.

«Μπέλλα, ετοίμασες κάτι για τον γαμπρό σου να φάει;» ο Τζέικομπ πέρασε τον Έντουαρντ δίνοντας του μια μπουνιά στον ώμο και ήρθε έκατσε δίπλα μας. «Θα έπρεπε να με περιποιέσαι» μου έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο και μας κοίταξε. «Κανένα νέο από τους άλλους είχαμε;»

Ο Έντουαρντ ήταν αυτός που με πρόλαβε. «όχι Τζέικομπ κανένας». Γύρισε και κοίταξε το ύφος μου ενώ μου φαινόταν ξανά περίεργο που δεν είχαμε κανένα νέο έστω από τον Κάρλαιλ και την Έσμι που πήγαν στην Βραζιλία. Ευχόμουν συνέχεια να μην πήγε κάτι στραβά.

«Εγώ λέω να πάρω ένα καλό πρωινό και να πάω να δω την αγέλη». Ο Τζέικομπ σηκώθηκε και γύρισε στην Ρένεσμι. «Ρένεσμι, έχεις μέρες να κυνηγήσεις. Δεν νομίζεις πως είναι ο καιρός να το κάνεις;» Έσκυψε και την φίλησε στην κορυφή του κεφαλιού της. Το ίδιο και σε εμένα.

«Πήγαινε έχω έτοιμα αυγά και κοτόπουλο. Θα πάει ένας με εμάς μαζί με την Ρένεσμι. Δεν πρόκειται να την αφήσω να πάει για κυνήγι μόνη της». Ο Έντουαρντ και ο Τζέικομπ προφανώς συμφωνούσαν μαζί μου ή απλά άκουσαν τον τόνο της φωνής μου που ήταν αμετάπειστος και δεν σχολίασαν τίποτα. Η Ρένεσμι και ο Τζέικομπ πήγαν στην κουζίνα ενώ εγώ με τον Έντουαρντ πιάσαμε ξανά συζήτηση.

«Δεν έχουμε κανένα νέο ακόμα από τους άλλους λοιπόν». Ο Έντουαρντ έδειχνε και αυτός αρκετά προβληματισμένος με αυτό το θέμα.

«Όχι τίποτα ακόμα. Αρχίζω να φοβάμαι πάλι Έντουαρντ. Μήπως τους βρήκαν οι Βολτούρι;» Στην ιδέα και μόνο με διαπέρασε ένα φοβερό ρίγος.

Ο Έντουαρντ με πήρε αγκαλιά και φίλησε την κορφή του κεφαλιού μου. «Τίποτα δεν θα συνέβη αγάπη μου. Απλά θα τρέχουν για να προλάβουν να τους ειδοποιήσουν όλους».

Δεν μπορούσα να πω ότι τα λόγια του Έντουαρντ με καθησύχασαν αλλά είχα ανάγκη να πιστέψω στα λόγια του. Ίσως να ήταν τόσο φορτισμένη η κατάσταση που μπορεί απλά να μην προλάβαιναν να μας ειδοποιήσουν. Έλπιζα τουλάχιστον να έπαιρνε κάποιος ένα τηλέφωνο μέσα στην μέρα να μας πει ότι είναι καλά. Χιλιάδες σκέψεις με έκαναν να αφαιρεθώ. Τις σκέψεις μου διέκοψε η φωνή του Τζέικομπ.

«Λοιπόν, ευχαριστώ πεθερούλα». Έσκυψε και μου έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο χαμογελώντας μου. «Πάω να δω την αγέλη μου». Η Ρένεσμι συνόδεψε μέχρι την πόρτα τον Τζέικομπ. Εκείνος έσκυψε της έδωσε ένα πεταχτό φιλί και βγήκε έξω. Από την τζαμαρία του σπιτιού μας τον είδα που άλλαξε μορφή και άρχισε να τρέχει γρήγορα.

«Λοιπόν» είπε ο Έντουαρντ καθώς μας πλησίαζε η Ρένεσμι. «Ποιος θέλεις να έρθει μαζί σου Νέσι για να κυνηγήσετε;»

«Τι θα λέγατε να πάμε όλοι μαζί;» η ιδέα μου φάνηκε να αρέσει και στους δύο αφού κοιταχτήκανε και μου χαμογέλασαν και οι δύο.

«Ωραία τότε θα πάω να ξαπλώσω για λίγο να προσπαθήσω να κοιμηθώ γιατί είναι μέρες που δεν κοιμάμαι καλά και σε λίγες ώρες θα πάμε». Η Ρένεσμι σηκώθηκε και ανέβηκε γρήγορα τις σκάλες. Ήταν αλήθεια μέρες που είχε να κοιμηθεί καλά. Εδώ και τρεις νύχτες με όλα αυτά και αυτή και ο Τζέικομπ είχαν κοιμηθεί ελάχιστες ώρες.

«Η αλήθεια είναι πως το να πάμε όλοι μαζί δεν είναι μόνο για να περάσουμε κάποιες ώρες σαν οικογένεια ε;» ο Έντουαρντ περίμενε ένα σημάδι μου ότι είχε μαντέψει σωστά.

«Ναι δεν είναι μόνο αυτό. Είναι δύο οι βασικοί λόγοι. Πρώτον δε θέλω κανέναν να μήνη εδώ μόνος του και δεύτερον καλό θα ήταν να κυνηγάμε όσο ποιο συχνά μπορούμε για να έχουμε όλη την δύναμή μας μήπως έχουμε κάποια ξαφνική επίσκεψη. Δεν πρέπει να αφήνουμε τον εαυτό μας να πεινάει και να αποδυναμώνει». Ο Έντουαρντ γύρισε το κεφάλι του από την άλλη. Ήταν κάτι που εκείνος δεν σκέφτηκε για την ασφάλειά μας και ήταν φανερά ενοχλημένος για αυτό. Δεν μπορούσα όμως να μην σκέφτομαι την κάθε λεπτομέρεια που θα μας έκανε να είμαστε έστω και λίγο σε καλύτερη κατάσταση όταν έρθουν οι Βολτούρι.

Όλες αυτές τις ώρες είχα δίπλα μου το καινούριο ελαφρύ και μεγάλο κινητό μου. Μου το πήρε ο Εντ στην επέτειο μας. Ήταν από τα μοντέλα που μου άρεσαν τον καιρό που ήμουν ακόμα θνητή. Δεν μου είπε που βρήκε ακόμα αυτό το παλιό μοντέλο αλλά ολοκαίνουριο κινητό. Περίμενα πως και πώς να χτυπήσει και να ακούσω το τραγούδι που μου είχε περάσει ο Έντουαρντ. Το τραγούδι που έγραψε για εμένα και επιβίωσε μετά από τόσους αιώνες. Περίμενα με αγωνία το τηλεφώνημα της Άλις ή του Κάρλαιλ να μου πουν ότι όλα πάνε καλά...

Λίγες ώρες αργότερα…

Εγώ και ο Έντουαρντ ήμασταν αγκαλιασμένοι βλέποντας το δάσος από την τζαμαρία του σπιτιού μας. Ήταν ακόμα μια στιγμή χαλάρωσης στην αγκαλιά του αιωνίως άντρα μου.

Ο Έντουαρντ κάθε τόσο με χάιδευε τα μακριά μαλλιά μου και με φιλούσε τον λαιμό απαλά. Εγώ το απολάμβανα χωρίς να διακόψω την διαδικασία κλείνοντας απλός τα μάτια μου. Ήταν τόσο ασφαλές ακόμα το να βρίσκομαι στην αγκαλιά του… Γύρισα σε εκείνον και του χαμογέλασα ενώ τα χείλια μου έβρισκαν τα δικά του για ακόμα μια φορά. Τα χείλια του πέρασαν από τον λαιμό μου στο αφτί μου.

«Η Ρένεσμι ξύπνησε. Είναι έτοιμη» μου έδωσε ένα φιλί ακόμα στο στόμα και γυρίσαμε στις σκάλες όπου ξεπρόβαλε η Ρένεσμι φορώντας τις φόρμες της.

«Είμαι έτοιμη. Πάμε;» ήρθε κοντά μας και μου κράτησε το χέρι.

«Πάμε» της είπα και άνοιξα την πόρτα κάνοντας ένα βήμα προς τις σκάλες. Το απαλό αεράκι έφερε στην ευαίσθητη μύτη μου την μυρωδιά του θηράματος μου. Από αυτή την στιγμή είσαι μόνος στην μάχη της επιβίωσης αλλά αυτή την φορά έπρεπε να γίνει η εξαίρεση. «Καλό θα ήταν να μην απομακρυνόμαστε μεταξύ μας». Ο Έντουαρντ και η Ρένεσμι μου έγνεψαν καταφατικά και έτσι αρχίσαμε να τρέχουμε μέσα στο δάσος. Σιγά σιγά αρχίσαμε να αλλάζουμε κατευθύνσεις ωστόσο έβλεπα και τους δύο στα εκατό με διακόσια μέτρα αριστερά και δεξιά μου.

Εγώ είχα φτάσει στον στόχο μου και πήδηξα ψηλά σε ένα δέντρο. Από εκεί σε δευτερόλεπτα είδα την Ρένεσμι λίγο ποιο πάνω να πίνει ήδη το δικό της μικρό θηρίο ενώ εγώ πηδούσα στο δίπλα δέντρο για να προσγειωθώ και να βάλω τα κοφτερά δόντια μου αμέσως στο δέρμα του μεγάλου ελαφιού που με τράβηξε εκεί.

Άκουσα έναν θόρυβο δίπλα μου. Γύρισα απότομα αλλά είδα μόνο τον Έντουαρντ ο οποίος λογικά είχε κουβαλήσει το δικό του θήραμα για να βρίσκεται κοντά μας. Γύρισα και είδα και την Ρένεσμι λίγα μέτρα ποιο πάνω από εμάς η οποία έπινε το δεύτερο ελάφι της.

Σε λίγες ώρες είχαμε τελειώσει το 'γεύμα μας' και τρέχαμε εδώ και εκεί ξεχνώντας έτσι λίγο την παραμονή του κινδύνου. Πήγαμε στην κορυφή του βουνού και από εκεί ακούσαμε κοντά μας το ουρλιαχτό ενός λύκου. Προφανώς ο Τζέικομπ είπε ότι θα βγούμε για κυνήγι και να έχουν τον νου τους. Ο Έντουαρντ μας χαμογέλασε.

«Μέχρι εδώ μας επιτρέπουν να πάμε. Η φρουρά των λύκων σταματάει λίγα μέτρα ποιο πάνω.» μας φίλησε στο μάγουλο και τις δύο και μας σήκωσε με τα χέρια του. «Τι θα λέγατε να πάμε στο ξέφωτο για λίγο και να γυρίσουμε σπίτι;» ο Έντουαρντ μας χαμογέλασε.

Εγώ άρχισα να σκέφτομαι την ιδέα του ξέφωτου. Ο Έντουαρντ με κοίταξε με μάτια απορημένα και άνοιξα την ασπίδα μου. Σκεφτόμουν χωρίς λόγο τις θολές αναμνήσεις που είχα σαν θνητή όταν κατά την απουσία του Έντουαρντ με βρήκε σε εκείνο το ξέφωτο ο Λόρεντ για να με σκοτώσει. Τελικά για λίγο με πρόλαβαν οι λύκοι και με έσωσαν.

«Μπέλλα, δεν υπάρχει λόγος να το σκέφτεσαι αυτό. Τώρα είμαστε όλοι μαζί. Δεν είναι λίγο παράλογο να εμφανιστεί ο Λόρεντ από το πουθενά;» γέλασε για να με κάνει λίγο ποιο ευδιάθετη και το κατάφερε.

«Ωραία πάμε». Άρχισα να τρέχω ξανά. Άφησα την Ρένεσμι να με προσπεράσει για να βρίσκεται ανάμεσα σε εμένα και τον Εντ. Σε λίγα μόλις λεπτά ήμασταν εκεί. Ξαπλώσαμε και οι τρεις κάτω και η Ρένεσμι χάζευε τα γυμνά σημεία του σώματός μας που έλαμπαν σαν διαμάντια κάτω από τον καυτό ήλιο.

«Μερικές φορές σκέφτομαι έντονα τις πρώτες μέρες που ήρθα εδώ. Που μου είπατε την ιστορία σας. Λίγες μέρες μετά την επίθεση των Βολτούρι και λίγες μέρες πριν φύγουμε για το Ντάρντμουθ. Ήταν τόσο όμορφα, ένιωθα τόσο ελεύθερη…» η Ρένεσμι χαμογελούσε με τις σκέψεις της.

Ένοιωθα τόσο μακριά εκείνες τις μέρες και εγώ η ίδια. Μερικές φορές τις έφερνα στο μυαλό μου. Ειδικά τις τελευταίες μέρες…

Μετά από λίγες συζητήσεις και λίγες ώρες χαλάρωσης με την οικογένεια μου ήταν η στιγμή που έπρεπε να γυρίσουμε πίσω. Ίδη άρχισε ο ήλιος να κρύβεται πίσω από τα δέντρα.

«Τι λέτε πάμε;» του είπα και σηκωθήκαμε ταυτόχρονα όρθιοι και οι τρεις.

«Ναι πάμε. Σε λίγο θα γυρίσει και ο Τζέικομπ. Μου είπε πως θα γυρίσει το βράδυ για να βοηθήσει τους υπόλοιπους να πάνε να κοιμηθούν λίγο» η Ρένεσμι έφτιαχνε τα μαλλιά της ενώ ο Έντουαρντ και εγώ ήμασταν έτυμοι να φύγουμε. Αρχίσαμε να τρέχουμε γρήγορα και φτάσαμε λίγο πριν απ το σπίτι όταν χτύπησε το κινητό μου. Σταμάτησα απότομα και το σήκωσα κατευθείαν. Οι άλλοι σταμάτησαν και αυτοί μαζί μου.

«'Αλις;»

«Μπέλα είστε καλά; Είδα ότι επιτίθεσαι στο σπίτι σε κάποιον…» Το κινητό έπεσε από το χέρι μου χωρίς να αφήσω την 'Αλις να συνεχίσει. Το πήρε γρήγορα η Ρένεσμι και το έβαλε στο αφτί της αλλά ήδη είχε κλίσει το τηλέφωνο η Άλις. Άνοιξα την ασπίδα μου γρήγορα για να καταλάβει και ο Έντουαρντ και άρχισα να τρέχω όσο ποιο γρήγορα μπορούσα στο σπίτι όπου είχε εισβάλει προφανώς κάποιος από τους Βολτούρι. Άκουγα τους άλλους που με ακολουθούσαν. Πήδηξα γρήγορα το ποτάμι χωρίς να σταματήσω φτάνοντας και βλέποντας ότι η πόρτα του σπιτιού είναι ανοιχτεί. Πήδηξα με ένα άλμα όλα τα σκαλιά και μπήκα μέσα. Στον απέναντι τοίχο είδα μόνο έναν όγκο και πήδηξα πάνω του κολλώντας τον στον τοίχο. Ο ήχος από το τραπέζι που έσπασε στα δύο αντήχησε δυνατά στα αφτιά μου. Έπιασα τον βρικόλακα από τον λαιμό και ήμουν έτοιμη να ξεριζώσω το κεφάλι του. Είδα τον Έντουαρντ και την Ρένεσμι να μπαίνουν μέσα και μετά παντού καταρράκτες. Παντού γύρο μου έβλεπα καταρράκτες και ένιωσα από τα χέρια μου να φεύγει αυτό που είχα πιάσει. Είχα χάσει την όραση μου. Σε λίγα δευτερόλεπτα η όρασή μου άρχισε να ξανά επανέρχεται ακούγοντας μια φωνή.

«Μπέλλα τι σε έπιασε; Εγώ είμαι.»

Η όραση μου καθάρισε τελείως και μπροστά μου στεκόταν μια ψιλή, Μελαμψή, άγρια βρικόλακας με κόκκινα μάτια.

«Ζαφρίνα….»

Τέλος 4ου κεφαλαίου

Τι δουλειά έχει η Ζαφρίνα στους Κάλλεν; Ποιος φίλος μπορεί να είναι θύμα των Βολτούρι;

Η συνέχεια στο συναρπαστικό 5ο κεφάλαιο

Η ιστορία συνεχίζεται…