Στη μούσα μου, την 815 BrokenPencils.
Τα πρώτα σκιρτήματα
Πέρασε κάμποσος καιρός μέχρι να είναι ο Τόρνακ ικανός να σταθεί στα πόδια του και ν' αναλάβει τις υποχρεώσεις του και πάλι. Ωστόσο, παρ' όλο που δεν ήθελε να γίνεται βάρος στον Μέρταγκ, δεν τα κατάφερνε όλες τις μέρες. Υπήρχανε φορές που η ανάσα του γινότανε κοντή, άλλες δυσκόλευε τόσο, ώστε να αναγκάζεται στη μέση ενός μαθήματος να τον καλεί, για να αναλάβει εκείνος στη συνέχεια την εξάσκηση των μαθητών του. Ο Τόρνακ τότε έπεφτε στο κρεβάτι λαχανιάζοντας, βαριανασαίνοντας και βήχοντας, περιμένοντας με αγωνία στην καρδιά, τη στιγμή που θα ένιωθε καλύτερα και πάλι.
Τις πρώτες βδομάδες μετά την αρρώστια του, έστελνε πάντοτε τον Μέρταγκ να τον αντικαθιστά στα μαθήματα της Ναζουάντα κι έτσι δόθηκε η ευκαιρία στους δύο νέους να γνωριστούν καλύτερα. Η σχέση τους παρέμενε φαινομενικά τυπική, αφιερωμένη στο μάθημα της ξιφασκίας που εκείνος παρέδιδε κι αυτή αφομοίωνε, όπως και στις μεταξύ τους εικονικές αντιπαραθέσεις με το ξίφος, που μέρα τη μέρα, φορά τη φορά γινόντουσαν και περισσότερο ορμητικές, γεμάτες εντυπωσιακή επίδειξη και φλογερό ταμπεραμέντο.
Τον νέο κατέκλυζαν πρωτόγνωρα συναισθήματα, αυθόρμητα κι έντονα, όμως και κάπως μπερδεμένα. Η έλξη που η κοπέλα ασκούσε πάνω του, ώστε να είναι η σκέψη και η προσοχή του στραμμένη αποκλειστικά και μόνο στις συναντήσεις τους για τα μαθήματά της, ήτανε κάτι που ποτέ του ως τώρα δεν είχε ξαναβιώσει. Ήθελε να βρίσκεται κοντά της όσο το δυνατόν περισσότερο, αν γινόταν και όλες της ώρες της ημέρας. Η ψυχή του αγαλλίαζε κάθε που η μυρωδιά φρεσκάδας που απέπνεε το κορμί της χτύπαγε τα ρουθούνια του. Ακόμα και ο ιδρώτας που στάλαζε απ' το μέτωπο και το λαιμό λεκιάζοντας το ρούχο της, για 'κείνον δεν ήταν παρά η ευωδέστερη αρωματική ουσία. Φανταζόταν πώς θα ήταν, αν μπορούσε να την αγγίξει με τα χέρια του και πίστευε ότι δεν θα υπήρχε μεγαλύτερη απόλαυση απ' αυτήν, ούτε κατόπιν πληρέστερη ευτυχία.
Κάποια φορά η φαντασίωσή του πραγματοποιήθηκε τελείως αναπάντεχα. Ένα δυνατό του χτύπημα με τη λεπίδα εξάσκησης έσχισε το γάντι της Ναζουάντα προκαλώντας της μια μικρή αμυχή στο πάνω μέρος της παλάμης. Ο Μέρταγκ φρόντισε αμήχανος να σκουπίσει την πληγή με το δικό του καθαρό μαντήλι, πριν εκείνη προλάβει ν' αποτραβηχτεί συνεσταλμένη, για να δεχτεί τη βοήθεια της κουβερνάντας της, που παρακολουθούσε το μάθημα καθισμένη σε μια γωνιά της αίθουσας. Τις ελάχιστες εκείνες τις στιγμές, που τα δάχτυλά του νέου είχαν αγγίξει το γυμνό της δέρμα, κατάλαβε τις αισθήσεις του να παίρνουνε φωτιά. Εκείνο το παράξενο μυρμήγκιασμα, που συχνά-πυκνά ένιωθε ν' ανεβοκατεβαίνει τη ραχοκοκαλιά του την ώρα της εξάσκησης – και σίγουρα δεν οφειλόταν στην κλαγγή των όπλων – ξεκινώντας απ' το χέρι του, αγκάλιασε όλο του το σώμα φλογίζοντάς το. Απόμεινε ακίνητος, αμίλητος, να τρέμει. Μέχρι που εκείνη γύρισε κοντά του χαμογελαστή, να συνεχίσουνε και πάλι.
Έπειτα ήταν κι οι νύχτες. Όταν οι μέρες με τις πολλές τους υποχρεώσεις και με την αγωνία για το ευμετάβλητο της υγείας του Τόρνακ τελείωναν κι ο Μέρταγκ ξάπλωνε στο κρεβάτι του να ξεκουραστεί, πάντα η δική της η μορφή ερχόταν μπρος του, για να ζεστάνει με τα γλυκά της μάτια την κάμαρα, για να γεμίσει τα όνειρά του. Πότε μετατρεπόταν σε μια ύπαρξη αιθέρια γεμάτη φως ανέσπερο, να του χαμογελά αινιγματικά μέσα από πέπλα ρόδινης ομίχλης και να του γνέφει να πλησιάσει. Κι εκείνος, παρόλο που μ' αγωνία περισσή προσπαθούσε ν' ακολουθήσει τους μυστηριώδεις δρόμους που του έδειχνε, δεν εύρισκε ποτέ τον τρόπο να τη φτάσει. Άλλες φορές παρουσιαζόταν σαν μια εικόνα σκοτεινή αλλά ποθεινή ταυτόχρονα. Σαν ζεσταμένη απ' τον ήλιο γη του σούρουπου, που φέγγιζαν απάνω της τα χρώματα μιας ασημιάς σελήνης· τυλιγμένη μοναχά με σκιές, με τον κόρφο της τον τρυφερό ν' ανοίγει σαν μπουμπούκι τριαντάφυλλου μπροστά του, να τον δεχτεί κοντά της σ' ένα πρωτόγνωρο αγκάλιασμα. Και τότε τρόμαζε με το ίδιο του το πάθος και τον πόθο κι αποτραβιόταν απ' το όνειρο γεμάτος ντροπή για την απήχηση που είχε η σκέψη της αυτή επάνω στο κορμί του. Κατόπιν στριφογύριζε στο στρώμα μέχρι να ξανακοιμηθεί με το δικό της όνειρο κι όλη του η ύπαρξη να γεμίσει πληρότητα απ' την εικόνα της.
Το πρωί όταν ξυπνούσε, το ίδιο ακαθόριστο συναίσθημα της ανάγκης να βρίσκεται κοντά της ξαναγύριζε. Χρειαζόταν τη Ναζουάντα. Του ήταν απαραίτητες οι δύο εκείνες μέρες, που θα έπαιρνε βιαστικός το δρόμο για το κάστρο, για τη μεγάλη αίθουσα εξάσκησης, τη στολισμένη με τα λάβαρα των Βάρντεν, για την ώρα του μαθήματος της ξιφασκίας, που εκείνος θα δίδασκε κι αυτή θ' ακολουθούσε πειθήνια τις υποδείξεις του. Ονειρευόταν τη στιγμή που θα την στρίμωχνε μια επιδέξια λαβή της λεπίδας του, λαβή που θα του επέτρεπε να φέρει το κορμί του πιο κοντά της, για να την αφοπλίσει. Και πάλι γοργά να τραβηχτεί μακριά της με το κοκκίνισμα στα μάγουλα, που εύκολα μπορούσε να δικαιολογήσει η έντονη άσκηση – χωρίς αυτό να είναι αλήθεια. Μετά μια ελαφρά υπόκλιση, όπου θα σήκωνε ο ίδιος από το δάπεδο το πεσμένο της σπαθί, θα της το πρόσφερε και πάλι, να ξαναρχίσουν. Η Ναζουάντα ήταν πάντοτε ευγενική μαζί του κι όλες οι ενδείξεις του έδειχναν ότι τον συμπαθούσε. Δεν είχε λόγους να μην το κάνει, μιας κι η ανάγκη του για κείνη ήταν θαμμένο μυστικό βαθιά στα μύχια της καρδιάς του. Δεν θα μπορούσε ποτέ να διανοηθεί να της μιλήσει για το μπερδεμένο αυτό κουβάρι, που ήταν ο συναισθηματικός του κόσμος. Όσο για την τυπική απόσταση που εκείνη κρατούσε μεταξύ τους, αυτό ήταν κάτι φυσικό για μια κοπέλα ευγενική, όπου, κάθε ώρα και στιγμή της μέρας της, ερχόταν σ' επαφή με τη βασιλική οικογένεια κι όλη την άλλη τάξη των ευγενών του παλατιού της Σούρντα.
Αυτά είχε στην καρδιά του και τη σκέψη ο Μέρταγκ, όσο ο ίδιος ο Άτζιχαντ παρακολουθούσε με μάτι άγρυπνο τις προκαθορισμένες συναντήσεις των δύο νέων για τα μαθήματα της Ναζουάντα. Ο αρχηγός των Βάρντεν δεν ήταν ιδιαίτερα ευχαριστημένος με τη σταδιακά μεγαλύτερη εξοικείωση που παρατηρούσε ανάμεσά τους. Έβλεπε την όλη παρουσία αυτού του αγοριού κοντά στην κόρη του πιότερο μ' αρνητικά αισθήματα, παρά συμπάθεια. Έπρεπε βέβαια να παραδεχτεί, ότι ποτέ δεν έλειπε η ευγένεια κι η σοβαρότητα απ' τον Μέρταγκ, ούτε είχε δώσει κάποιο δικαίωμα να θεωρηθεί ανέντιμος. Υπήρχε όμως κάτι στον τόνο της φωνής του, στον τρόπο που κινείτο, που ο Άτζιχαντ αποστρεφόταν. Χωρίς κι ο ίδιος να μπορεί να συνειδητοποιήσει τι ήταν αυτό που τόσο τον ενοχλούσε πάνω στο γιο και βοηθό του οπλοδιδασκάλου, μια ορμέμφυτη απώθηση τον έκανε, κάθε φορά που έβλεπε τον Μέρταγκ να έρχεται στο κάστρο, για να αντικαταστήσει στα μαθήματα τον Τόρνακ, να τον αντιμετωπίζει μ' ευγένεια μεν αλλά και περισσή ψυχρότητα.
Όση εκτίμηση έτρεφε για τον πατέρα ο Άτζιχαντ – πράγμα στο οποίο είχε συντελέσει και το γεγονός, ότι κι ο Τόρνακ είχε μεγαλώσει μονάχος το παιδί του, όπως κι αυτός τη Ναζουάντα – τόση αντιπάθεια ένιωθε άθελά του για το γιο. Η πλήρης ανομοιότητα που τα χαρακτηριστικά του είχαν μ' αυτά του πατέρα του, τον άφηνε υποψιασμένο. Ο Τόρνακ, με τα πολύ ανοιχτόχρωμα μαλλιά του, τα γαλανά του μάτια και την τελείως διαφορετική κατατομή σώματος και προσώπου, σε τίποτα δεν έμοιαζε του γιου του. Τα συναισθήματά του αυτά ενοχλούσαν πολύ τον Άτζιχαντ, που πάντα ήταν δίκαιος στις κρίσεις του για τους άλλους. Λίγα όμως μπορούσε να κάνει για ότι ένιωθε. Φερόταν με τυπική ευγένεια στον Μέρταγκ, υιοθετώντας όμως και μια ψυχρή στάση, που τον κρατούσε σε απόσταση. "Δεν είναι παρά ένα παιδί, που μεγάλωσε χωρίς μητέρα" επαναλάμβανε συχνά στον εαυτό του και με τη λογική του αποδεχόταν τη μη βιαστική κρίση για το άτομό του. Συναισθηματικά όμως, λίγη βοήθεια προσέφερε αυτή η σκέψη.
Μόλις ο οπλοδιδάσκαλος συνήλθε, ανέλαβε και πάλι τα μαθήματα στο κάστρο. Όμως μέσα στον χρόνο που ακολούθησε, πολλές ήταν οι φορές που ο Μέρταγκ χρειάστηκε να τον αντικαταστήσει. Ιδίως όταν το καλοκαίρι τέλειωσε κι οι υγρασίες ενός ψυχρού φθινόπωρου έφεραν και πάλι τα ίδια προβλήματα στην υγεία του Τόρνακ. Ένας βήχας επίμονος, που συνοδευόταν πολλές φορές από δύσπνοια και πόνο στο στήθος, τον τυραννούσε και κανένα γιατρικό δεν είχε κατορθώσει να τον ανακουφίσει για πολύ. Καταλάβαινε τις δυνάμεις του συχνά-πυκνά να τον εγκαταλείπουν, όμως ο Τόρνακ δεν ήταν απ' αυτούς που εύκολα θα παραιτούνταν απ' τη ζωή. Παρακολουθούσε το αγόρι που κάποτε απήγαγε απ' τους φρουρούς του Γκαλμπατόριξ να μεγαλώνει, ν' ανδρώνεται σιγά-σιγά, να του χτυπά ένας έρωτας ακόμα άγουρος την πόρτα της καρδιάς του και χαιρόταν. Ο Μέρταγκ ήταν ελεύθερος να ζήσει όπως θέλει, να κάνει ότι περνά απ' το νου του, να ταξιδέψει ακόμα και στα πέρατα του κόσμου. Ο Τόρνακ καταλάβαινε ότι είχε έρθει ο καιρός, που ο μικρός του 'γιος' σε λίγο θα άνοιγε τα φτερά του να πετάξει.
.*.*.*.
Ο Μέρταγκ τριγύριζε συχνά-πυκνά στο κάστρο. Στις πύλες οι φρουροί τον είχανε πια μάθει, ώστε κανείς τους δεν εμπόδιζε τώρα την είσοδό του. Τον άφηναν να περνά μέσα από το πρώτο τείχος, να περιφέρεται τριγύρω μαζί με το πλήθος των στρατιωτών, προμηθευτών κι εμπόρων, χωρίς ποτέ να κάνουν ερωτήσεις. Περνούσε κάποτε-κάποτε ακόμα και τη δεύτερη καστρόπορτα, για να βρεθεί στους εσωτερικούς κήπους και αυλές του Μπορρομέο, μέρη όπου εύκολα μπορούσε ν' ανακατευθεί ανάμεσα στους υπηρέτες, βοηθούς και καμαριέρες, που στριφογύρναγαν εδώ κι εκεί εκτελώντας τις αγγαρείες τους ή τις παραγγελίες των αρχόντων.
Είχε εδώ και καιρό δωροδοκήσει μια βάγια της Ναζουάντα κι εκείνη – καταλαβαίνοντας τον πόθο που βασάνιζε το νέο – πονετικά τον είχε ενημερώσει για κάποια αθώα της, καθημερινά συνήθεια. Η γυναίκα είχε πειστεί και τον οδήγησε σε μια μικρή πλακόστρωτη αυλή, που σχηματιζόταν στην πίσω μεριά του κάστρου ανάμεσα σε δύο οχυρωματικά στηρίγματα και στο αρχαίο εσωτερικό τείχος. Εκεί, ανάμεσα στην κάθετη λιθοδομή του τείχους, ξεχώριζαν ακόμα μπηγμένα μέσα της κάποια κομμάτια από πέτρινα αγκωνάρια, γκρεμίσματα μιας παλιάς σκάλας. Σε χρόνους που χάνονταν πια απ' τη θύμηση, η σκάλα αυτή οδήγαγε σε ξύλινο διάδρομο στερεωμένο στον αέρα με δοκάρια μέσα απ' τις πολεμίστρες. Τυχόν υπερασπιστές μπορούσαν να κινηθούν ολοτρίγυρα του τείχους πάνω σε τούτο τον διάδρομο· τεντώνοντας τα τόξα τους να ρίχνουνε τα βέλη τα σιδεροκέφαλα στους παραέξω εχθρούς τους. Απ' τον καιρό όμως που είχαν χτιστεί τα άλλα τείχη τα εξώτερα, οι κύριες άμυνες για τους εχθρούς είχαν μεταφερθεί σ' αυτά. Οι άρχοντες της Άμπερον είχαν φροντίσει να υψώσουν τούτο δω, το παλιό τείχος, κάπου τρία μέτρα ακόμα, ενισχύοντάς το με νέες πολεμίστρες φτιαγμένες από πέτρα. Το 'χαν ακόμα ισχυροποιήσει με πλήθος χτιστούς πυργίσκους και πέτρινο διάδρομο, ακόμα και βαλλιστικά συστήματα που στόχευαν τους ουρανούς πάνω απ' την πόλη, εξ αιτίας του φόβου για επίθεση των δράκων και καβαλάρηδων που έλεγχε ο Γκαλμπατόριξ. Είχαν προσθέσει ακόμα και μία στενή γέφυρα, που το ένωνε με το κάστρο Μπορρομέο κι απ' την οποία μπορούσαν να βγαίνουν οι μαχητές από το φρούριο στο τείχος κι αν η ανάγκη το καλούσε, να υποχωρήσουν πάλι μέσα. Η παλιά σκάλα αχρηστεύτηκε κι ο ξύλινος διάδρομος είχε αφεθεί μισογκρεμισμένος να σαπίζει, ως που μια μέρα ο πατέρας του βασιλιά Λάρκιν, είχε δώσει την εντολή να κατεδαφιστεί τελείως. Κάποια απ' τα πέτρινα σκαλιά είχαν όμως παραμείνει, για να θυμίζουν εποχές παλιότερες, όταν οι άμυνες του τείχους – κι αυτό το ίδιο το ύψος του – σε τίποτε δεν ομοίαζαν με το σημερνό.
Ανέβαινε εκεί επάνω λοιπόν ο Μέρταγκ μισοκρυμμένος ανάμεσα στους πέτρινους γωνιόλιθους και απ' αυτό το ύψος αφηνόταν να παρακολουθεί τις κάτω αυλές και τις τριγύρω του ταράτσες. Κατά τα λεγόμενα της βάγιας, η Ναζουάντα είχε συνήθειο το ν' ανεβαίνει κάθε σούρουπο στο τείχος. Διέσχιζε τη στενή γέφυρα που το ένωνε με το παλάτι και από εκεί κατευθυνόταν στην αντίπερα απ' τον νέο ταράτσα. Ανάμεσα σε δυο πυργίσκους έμενε ρεμβάζοντας, αναμένοντας τη νύχτα που ερχόταν, ωσότου ανατείλει το φεγγάρι. Τις μέρες αυτές που το φεγγάρι ανέτειλε νωρίς κι οι πύλες του κάστρου δεν είχανε προλάβει ακόμα να κλείσουν για τη νύχτα, ο Μέρταγκ σκαρφάλωνε όσο ψηλότερα επέτρεπαν τα ερείπια της αρχαίας εγκατάστασης κι έμενε εκεί ελπίζοντας στην παρουσία της. Αθέατος από τα μάτια της ανάμενε την αγάπη του, να φανεί πάνω στα τείχη. Από το ύψος που καθόταν μπορούσε περιμένοντας να βλέπει στην κάτω αυλή στρατιώτες κι υπηρέτριες, άλλοτε ορθούς σε απόμερες γωνίες που ήδη σκοτείνιαζαν οι σκιές του σούρουπου, άλλοτε καθισμένους στα λίγα πέτρινα παγκάκια, να σιγοψιθυρίζουν ο ένας στ' αυτί του άλλου πλέκοντας και ξεπλέκοντας τα νήματα του έρωτα. Τότε κι η δική του η καρδιά γέμιζε με περισσή λαχτάρα, ωσότου η Ναζουάντα να φανεί, να γεμίσει η εικόνα της τη ματιά του. Κι όταν εκείνη ερχόταν, ξέμενε να την παρακολουθεί κρυφά από απόσταση με μάτια ονειροπόλα, στραμμένα στη λεπτή φιγούρα της, θαυμάζοντας την τόσο πρώιμα μεστωμένη ομορφιά της.
Απόψε ήταν γλυκό το σούρουπο. Γλυκιά ήταν κι η όψη τη κοπέλας, που τα λυτά μαλλιά της παράσερνε ο ελαφρύς άνεμος αφήνοντάς τα πότε ν' ανεμίζουν, πότε να τυλίγονται τριγύρω από τους ώμους. Η Ναζουάντα είχε ανεβεί στο τείχος διαβαίνοντας με το γοργό, ανάλαφρό της βήμα την πέτρινη γέφυρα, που ένωνε το κάστρο με την ταράτσα ανάμεσα στους δυο πυργίσκους. Με τα χέρια ακουμπισμένα στο χαμηλό μέρος μιας πολεμίστρας αγνάντευε από το προνομιακό αυτό ύψος τα μαβιά χρώματα του ορίζοντα, στο σημείο όπου ο ήλιος είχε λίγο πρωτύτερα βουτήξει μεσ' στην καταχνιά της πεδιάδας, που έμοιαζε σαν να ενώνει γης και ουρανό σε ένα. Ο δυτικός άνεμος, σαν χέρι ανυπόμονο, είχε σαρώσει στη μια μεριά του ουρανού τα πορφυρένια σύννεφα κι ο δίσκος του φεγγαριού είχε προβάλει. Λίγο-λίγο άρχιζαν κι απ' τα χαμηλά, ν' ανάβουν οι πυρσοί του κάστρου.
Από νωρίτερα σκαρφαλωμένος στο αγκωνάρι που ήταν κάποτε το τελευταίο σκαλί της σκάλας, ο Μέρταγκ δεν έπαιρνε στιγμή τα μάτια του από την ομορφιά της. Μισοκρυμμένος στη σκιά των γωνιόλιθων του νεώτερου, πρόσθετου στηρίγματος του οχυρωματικού πυργίσκου, ο νέος ένιωθε την καρδιά του να πάλλεται ταχύτερα εξ αιτίας της θωριάς της. Οι μπούκλες απ' τα εβένινα μαλλιά της που ανέμιζαν, τον έκαναν να λαχταρά να τα τυλίξει τριγύρω από τα δάχτυλά του. Να ποθεί να φέρει το πρόσωπό του σιμά στο δικό της, για να κοιτάξει με στοργή μέσα στα βάθη των ματιών της. Αχ, ας γινόταν να ρουφήξει με μια ανάσα το νέκταρ των γλυκών αυτών χειλιών… Εκλεισε τα μάτια ελπίζοντας ότι δεν ονειρευόταν κι ότι η εικόνα της δεν θα είχε αλλάξει όταν θα τ' άνοιγε. Μέσα του ευχήθηκε να σταμάταγε για λίγο ο χρόνος, για να χαρεί πιότερη ώρα τις στιγμές αυτές.
Ρουφώντας μια βαθιά ανάσα απ' τον γλυκερό αγέρα προσπάθησε να καταλαγιάσει την ανάγκη που ένιωθε γι' αυτήν. Το γεμάτο ελαφοφέγγαρο* πλησίαζε, έφτανε γοργά και ο καιρός που θα συμπλήρωνε τα δεκαπέντε του χρόνια. Στον χρόνο που είχε περάσει απ' την πρώτη γνωριμία τους, ο έρωτας μέσα του είχε μεστώσει και το μπερδεμένο κουβάρι των συναισθημάτων του γι' αυτήν είχε ξεμπλέξει. Αγαπούσε τη Ναζουάντα και ήταν πια παραπάνω από βέβαιος γι' αυτή του την αγάπη. Σίγουρος ήτανε επίσης, ότι θα συνέχιζε να την αγαπά για όσα χρόνια ζούσε. Να γινόταν μονάχα να το πει και στην ίδια! Να εύρισκε το θάρρος να της μιλήσει για τα αισθήματά του!
Τη στιγμή που ο νους του νέου ανάδευε τα βαθιά αισθήματα της καρδιάς του, εκείνη ξαφνικά έχασε έναν κτύπο. Αντίκρυ του ακριβώς επάνω στον στενό δρόμο του τείχους, που χρησίμευε για να κινούνται οι μαχητές, το μάτι του συνέλαβε ύποπτη κίνηση. Ένας άντρας βάδιζε σκυφτός, όσο να κρύβουν τη μορφή του οι πολεμίστρες. Το κοφτερό μάτι του Μέρταγκ ξέκρινε για μια στιγμή στο χέρι του τη λάμψη ενός στιλέτου, καθώς αυτός πλησίαζε ύπουλα τον φρουρό, που φύλαγε σκοπιά μπρος στον πυργίσκο. Ο νέος τινάχτηκε ολόρθος. Τη μια στιγμή ο φύλακας ήταν στο πόστο του, την άλλη χάθηκε η οπτική επαφή μαζί του. Χωρίς να μπορεί πια να δει τον άγνωστο άντρα απ' το σημείο που βρισκόταν, ο Μέρταγκ κατάλαβε ότι αυτός κινείται προς τη μεριά της Ναζουάντα.
… Ναζουάντα! …
Κάποιος είχε μόλις εξουδετερώσει έναν φρουρό και βάδιζε προς τη μεριά της κρατώντας στο χέρι του στιλέτο. Η αγαπημένη του κινδύνευε! Χωρίς ούτε στιγμή να χάσει, χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς να δειλιάσει ή φοβηθεί, αρχίνησε σαν αίλουρος να σκαρφαλώνει τα τρία μέτρα απόσταση απ' το σημείο που βρισκόταν προς τα πάνω. Αυτά τα τρία μέτρα που τον χώριζαν από την κορυφή της νεώτερης προσθήκης του παλιού τείχους και τον διάδρομο που θα μπορούσε να κινηθεί επάνω του. Στηρίζοντας τα πόδια του στα εξογκώματα των ογκόλιθων και χώνοντας τα χέρια σ' όποια χαλαρή εγκοπή ανάμεσά τους μπορούσε να ξεκρίνει στο φως του σούρουπου που όλο κι έσβηνε, σε λίγο βρέθηκε στην κορυφή. Με σβέλτες κινήσεις του γυμνασμένου του κορμιού τινάχτηκε πάνω στον στενό διάδρομο κι αρχίνισε να τρέχει προς το μέρος της ταράτσας. Το γοργό ποδοβολητό του πάνω στις πλάκες θα πρέπει να είχε ήδη ξεσηκώσει τον άλλο φρουρό, που φύλαγε στον πρώτο τον πυργίσκο κι ο Μέρταγκ ευχήθηκε μέσα του να είχε αυτός προλάβει, να υπερασπιστεί τη Ναζουάντα. Ο ίδιος δεν είχε μαζί του το σπαθί, ούτε καν το κυνηγετικό μαχαίρι του, που συνήθιζε να περνά μέσα στη δεξιά του μπότα αφήνοντας να εξέχει η λαβή. Σαν έφτασε όμως στον μικρό πυργίσκο, είδε με μάτια γεμάτα φρίκη το σώμα και του άλλου φρουρού, να είναι σωριασμένο σε μια λίμνη από αίμα επάνω στο διάδρομο, μπρος στη σκοπιά του. Πότε πρόλαβε ο δολοφόνος να φτάσει μέχρι εδώ; Χωρίς να τα χάσει λεπτό ο Μέρταγκ, τράβηξε απ' το θηκάρι του νεκρού το ξίφος, δρασκέλισε το πεσμένο σώμα κι έτρεξε σαν να είχανε τα πόδια του φτερά ως την ταράτσα, που ήξερε ότι βρισκότανε η Ναζουάντα.
Είδε το δολοφόνο να έχει πλησιάσει την κοπέλα επικίνδυνα, εκείνη να κρατά και με τα δύο χέρια μπροστά της προτεταμένο ένα μαχαίρι. Μ' ένα πήδημα ο Μέρταγκ τινάχτηκε στο κέντρο της ταράτσας.
"Άτιμε!" φώναξε. "Εδώ… σ' εμένα!" Ταυτόχρονα επετέθη με όλη του την ορμή στον άντρα.
Ο άγνωστος στράφηκε ξαφνιασμένος. Πίστευε ότι είχε εξολοθρεύσει τους δύο φρουρούς σ' αυτή τη μεριά του τείχους κι ότι το θύμα του – παρά το μαχαίρι που κρατούσε αποφασιστικά προτεταμένο – ήταν στο έλεός του. Με το στιλέτο που κρατούσε δεν ήταν προετοιμασμένος ν' αντιμετωπίσει κάποιον με σπαθί, έριξε όμως ένα ύπουλο βλέμμα πίσω απ' τον νέο κι από την κίνησή του αυτή ο Μέρταγκ κατάλαβε, ότι ο δολοφόνος δεν δρούσε μονάχος. Ο σύντροφός του πρόβαλε τότε στην ταράτσα απ' τα ριζά του μικρού πυργίσκου κι επιτέθηκε στον νέο. Η παρουσία του εξηγούσε τον δεύτερο νεκρό φρουρό. Φαίνεται πως οι δύο άθλιοι συνεταίροι είχαν κινηθεί ταχύτατα, είχαν επιτεθεί ταυτόχρονα, συνεννοημένοι να εξοντώσουν τους σκοπούς των δύο πυργίσκων. Κανένας δεν τους είχε αντιληφθεί, ώστε η παρουσία τους να σημάνει συναγερμό. Ο Μέρταγκ ετοιμάστηκε να αμυνθεί, ταυτόχρονα να υπερασπιστεί τη Ναζουάντα. Αυτός ο καινούριος δολοφόνος κρατούσε στο χέρι του σπαθί.
Το ότι ήταν δύο οι αντίπαλοι κι ο ένας τους καλύτερα οπλισμένος, καθόλου δεν τον πτόησε. Διάλεξε πρώτα να επιτεθεί σ' αυτόν που έφερε το ξίφος εξουδετερώνοντας τον πιο επικίνδυνο αντίπαλο. Δεν του χρειάστηκαν πολλές κινήσεις για να διαπιστώσει, ότι, παρά το θράσος του, ο δολοφόνος δεν ήταν άξιος ξιφομάχος. Η σκέψη όμως της ύπαρξης του άλλου, που απειλούσε τη Ναζουάντα με το στιλέτο, έκανε τον νέο να βάλει όλη του την ορμή στη μάχη και τον καλύτερο εαυτό του. Με την άκρη του ματιού του είδε την κοπέλα να αμύνεται επιδέξια κρατώντας σε απόσταση με το μαχαίρι της το δολοφόνο και να ξεφεύγει, ευέλικτη καθώς ήταν, μία από τις επιθέσεις του.
Με την προσποίηση ότι θα επιτιθόταν απ' τη δεξιά μεριά του άντρα, μετά με μια γοργή στροφή γύρω απ' τον εαυτό του, ο Μέρταγκ στράφηκε προς την άλλη και προσπάθησε ν' αφοπλίσει το δολοφόνο. Όμως απέτυχε. Ο άντρας κατάλαβε την προσποίησή του και μ' ένα σαρδόνιο χαμόγελο στα χείλη τον προκάλεσε κάνοντας με το χέρι μια χυδαία χειρονομία. Ξιφομάχος καλός δεν ήταν σίγουρα, όμως είχε ίσως διακρίνει το δισταγμό του νέου να σκοτώσει. Για τον Μέρταγκ η αντιπαράθεση αυτή δεν έμοιαζε σε τίποτε με τις πολλές ώρες εξάσκησης που είχε περάσει στη σχολή ξιφομαχώντας με τον Τόρνακ. Ούτε καν πλησίαζε με τα μαθήματα, που συχνά αναλάμβανε, να προγυμνάσει τους νεώτερους απ' τους αριστοκράτες μαθητές του. Ο Μέρταγκ ποτέ δεν είχε πάρει μια ζωή, παρά μονάχα αυτές των ζώων στο κυνήγι. Η σκέψη πως έπρεπε τώρα να το κάνει, γιατί αλλιώς ήταν η ζωή της Ναζουάντα που κινδύνευε, τον έκανε να καταλάβει πως όφειλε να τελειώνει μ' αυτόν τον αντίπαλο. Η αγαπημένη του μπορεί να κρατούσε τον άλλον για λίγο ακόμη, όμως ο Μέρταγκ δεν έπρεπε να ρισκάρει τη ζωή της καθυστερώντας με τις προσπάθειες να αφοπλίσει ή να πληγώσει τον δολοφόνο. Η λεπίδα του στρατιώτη που είχε στο χέρι ήταν κοφτερή. Έπρεπε να σκοτώσει! Με ορμή ακράτητη επιτέθηκε στον αντίπαλο βάζοντας όση δύναμη και μαεστρία κάτεχε απ' την ως τώρα εκπαίδευσή του. Τούτος εδώ δεν ήταν παρά ένας δολοφόνος! Έπρεπε να πεθάνει! Και οι δυο τους έπρεπε να χαθούν από τον κόσμο ετούτο. Δεν είχαν μόνο σκοτώσει τους δύο φρουρούς, ο στόχος τους ο πραγματικός ήταν η Ναζουάντα.
…Η Ναζουάντα!...
Φαντάστηκε την αγαπημένη του νεκρή, με το λαιμό ανοιγμένο απ' το στιλέτο, όπως του στρατιώτη… το λεπτό της σώμα να πλέει μέσα σε μια λίμνη από το ίδιο της το αίμα… τα όμορφά της μάτια να κοιτάζουν τον κόσμο, χωρίς να τον βλέπουν… όπως κι ο στρατιώτης…
…Ποτέ αυτό! Ποτέ!...
Με μια άγρια κραυγή θυμού και μίσος για το φονιά που ξεχείλιζε την ψυχή του, διαπέρασε με το ξίφος τον έναν δολοφόνο. Κατόπιν, χωρίς να χρονοτριβήσει, στράφηκε προς τον άλλο. Ο άντρας είχε στριμώξει την κοπέλα ανάμεσα στις πολεμίστρες. Η άξια Ναζουάντα είχε κατορθώσει όχι μονάχα να τον κρατήσει μακριά της, αλλά του είχε ανοίξει με την κοφτερή λεπίδα της πληγή στο μπράτσο. Το μανίκι απ' το ξεσχισμένο του πουκάμισο έσταζε αίμα πάνω στις πέτρες της ταράτσας. Ο Μέρταγκ του επετέθη με θυμό περίσσιο πληγώνοντας τον άλλο ώμο του, αυτόν του χεριού όπου κρατούσε το μαχαίρι. Ο δυνατός πόνος έκανε τον άντρα να φωνάξει, ν' αφήσει το όπλο του να πέσει και να στραφεί προς τη μεριά του Μέρταγκ ικετεύοντας μισοκακόμοιρα για τη ζωή του. Η οργή του νέου τον πλημμύριζε, η μυρωδιά απ' το αίμα τον είχε εξαγριώσει. Καμιά ικεσία δεν θα ήταν ικανή να σταματήσει το χέρι και τη λεπίδα του, όταν πιο πριν είχε κινδυνεύσει η Ναζουάντα. Με μια γερή κλωτσιά έριξε τον άντρα κάτω κι ετοιμάστηκε με το σπαθί να διαπεράσει το λαιμό του κρατώντας τη λαβή και με τα δύο του χέρια.
"Μη! Τον χρειαζόμαστε ζωντανό!" Ήταν η φωνή της Ναζουάντα που σταμάτησε τη λεπίδα του, στιγμές πριν αυτή εκτοξευτεί με δύναμη προς το λαιμό του δολοφόνου. Η κοπέλα τον πλησίασε και με μια αποτρεπτική κίνηση του χεριού της κατέβασε τα δικά του. "Αυτός ο άντρας δεν αντιστέκεται. Θα πρέπει να τον παραδώσουμε στους φρουρούς, για να τον ανακρίνουν" του ψιθύρισε με φωνή ήπια.
Ακολουθώντας την κίνηση του τρυφερού χεριού της, η λεπίδα του Μέρταγκ κατέβηκε λιγάκι, χωρίς να πάψει όμως στιγμή να απειλεί το λαιμό του δολοφόνου. Κοίταζε τον πεσμένο που μυξόκλαιγε με αγριάδα περισσή και αηδία, ενώ η ανάστατη καρδιά του σφυροκοπούσε μεσ' στο στήθος. Από το μέτωπό του στάλαζε ποτάμι ο ιδρώτας μπαίνοντας μεσ' στα μάτια του, κάνοντάς τα να τσούζουν. Είχε μόλις πάρει μια ζωή και το ρούχο του ήταν πιτσιλισμένο με το αίμα του σκοτωμένου εχθρού του. Στεκόταν σαν το αγρίμι με γυμνωμένα δόντια πάνω απ' το θήραμα, με μάτια ατσάλινα, με τα ρουθούνια του ν' ανοιγοκλείνουν γοργά ρουφώντας τη μυρωδιά του αίματος απ' τον χλιαρό αέρα, μια φλέβα γαλανή να πάλλεται στο πλάι του μετώπου. Όλα τα ένστικτά του απαιτούσαν να χτυπήσει. Είχε σκοτώσει στιγμές πριν και ήταν πανέτοιμος να επαναλάβει αυτή την πράξη. Τούτος εδώ ο φονιάς απείλησε τη ζωή της Ναζουάντα. Ο άθλιος όμως, καταλαβαίνοντας ότι μονάχα απ' την κοπέλα θα εύρισκε οίκτο και όχι απ' αυτόν τον ίδιο, ικέτευε πεσμένος μπρος στα πόδια αυτής που είχε δοκιμάσει να σκοτώσει. Κι η Ναζουάντα, η αρχοντοπούλα της Άμπερον, η κόρη του αρχηγού των Βάρντεν, η αγαπημένη του, είχε λυπηθεί το φονιά της σταματώντας τη λεπίδα του τιμωρού του.
Η κοπέλα έπιασε τον Μέρταγκ απ' το μπράτσο σταθερά, τραβώντας τον ένα βήμα πίσω. "Μη! Δεν αξίζει τον κόπο." Ο τόνος της ήταν πιο ήπιος από πριν. Τόσο γλυκιά η φωνή της, όσο ποτέ δεν είχε ακουστεί στ' αυτιά του. Το χέρι της έκλεισε περισσότερο επάνω στους σφιγμένους μύες του μπράτσου του. "Άκου! Έρχονται οι φρουροί. Σ' αυτούς πρέπει να τον παραδώσουμε, ν' ανακριθεί όπως πρέπει."
Ο Μέρταγκ άκουσε τις βαριές μπότες των στρατιωτών να ποδοκροτούν πάνω στον πέτρινο διάδρομο. Οι αγριεμένες φωνές της μάχη του λίγο πιο πριν κι η κλαγγή των όπλων είχαν ξεσηκώσει ως φαίνεται τους φρουρούς και σήμαναν συναγερμό στο κάστρο. Μπορεί και κάποιος να είχε δει, ότι κάτι γινόταν πάνω στο τείχος. Ο νέος κατέβασε το χέρι που βαστούσε τη λεπίδα και στράφηκε προς το κορίτσι. Το πρόσωπό της του φάνηκε γαλήνιο, το μέτωπο περήφανο κι οι ώμοι στητοί όσο πάντα. Μα κάτω απ' τις ακτίνες του φεγγαριού και μέσα στα βάθη των ματιών της διέκρινε μια λάμψη, που θα ορκιζόταν, ότι ποτέ πριν δεν είχε υπάρξει.
"Έσωσες τη ζωή μου" του είπε η κοπέλα ακουμπώντας τρυφερά το χέρι της στο μάγουλό του. "Σ' ευχαριστώ γι' αυτό και υπόσχομαι, ότι δεν θα το ξεχάσω ποτέ μου."
.*.*.*.
"Ο ένας τους ήταν από τους υπηρέτες του παλατιού, πολλοί τον ξέρουν" έλεγε ο Τζόρμανταρ με φωνή γεμάτη περιφρόνηση για τον επίδοξο φονιά της Ναζουάντα. "Ο άλλος, απ' ότι ο άντρας αποκάλυψε, ήτανε πράκτορας σταλμένος κατ' ευθείαν απ' τον Γκαλμπατόριξ. Ο βασιλιάς τους πλήρωσε με χρυσάφι για να πλήξουνε τον αρχηγό των Βάρντεν." Ο αξιωματικός του Άτζιχαντ έσφιξε τον ώμο του Μέρταγκ επιδοκιμαστικά. "Σου είμαστε υπόχρεοι, παλικάρι μου. Αν δεν ήσουν εσύ…"
"Η δεσποσύνη Ναζουάντα είναι άξια να υπερασπίζεται τον εαυτό της" απάντησε ο Μέρταγκ. "Εγώ απλά… έτυχε να βρίσκομαι κοντά και είδα τον ένα φρουρό να πέφτει απ' το μαχαίρι του δολοφόνου."
Μόλις οι φρουροί του Μπορρομέο είχαν φτάσει στην ταράτσα κι η Ναζουάντα με λίγα λόγια περιγράψει το τι είχε συμβεί, τους είχαν όλους οδηγήσει μέσα στο κάστρο, μπροστά στον ίδιο το βασιλιά Λάρκιν. Ενώ ο φρούραρχος και οι στρατιώτες έσερναν τον πληγωμένο αιχμάλωτό τους στα μπουντρούμια για να τον ανακρίνουν, ο Τζόρμανταρ τους είχε ακολουθήσει. Ο Άτζιχαντ, με πρόσωπο σοβαρό και φωνή γεμάτη εξουσία, είχε ζητήσει από τη Ναζουάντα ν' αποσυρθεί στα διαμερίσματά της μαζί με την κουβερνάντα της· κι εκείνη, χωρίς κουβέντα, είχε υπακούσει. Ο αρχηγός των Βάρντεν παρέμεινε να συνομιλεί για ώρα μυστικά με τον βασιλιά της Σούρντα και τον διάδοχό του. Όλο αυτό το διάστημα είχε ζητηθεί από τον Μέρταγκ να περιμένει σε μια άκρη της αίθουσας. Ο νέος δεν ήταν πληγωμένος, μόνο πασίδηλα ανάστατος. Κρατούσε ακόμα ασυναίσθητα σφιχτά στο χέρι τη ματωμένη λεπίδα, που μ' αυτή είχε σκοτώσει τον αντίπαλο. Το πρόσωπό του και τα ρούχα του ήσαν λερωμένα με αίμα κι η ταραχή του ολοφάνερη. Ο γιατρός του παλατιού που κλήθηκε να έρθει, μόλις ανακάλυψε ότι το αίμα που τον λέκιαζε δεν ήτανε δικό του, βιάστηκε προς στα δωμάτια της Ναζουάντα. Οι υπηρέτες του Λάρκιν είχαν φέρει μπροστά στον Μέρταγκ μία λεκάνη με νερό, για να πλυθεί κι εκείνος ακολούθησε τις παραινέσεις τους, αφού πρώτα παρέδωσε σ' αυτούς το σπαθί του νεκρού στρατιώτη. Κατόπιν ο γεροντότερος από τους υπηρέτες του είχε προσφέρει μια κούπα με νερωμένο κρασί κι είχε επιμείνει να την στραγγίσει όλη. Ο Μέρταγκ ήπιε πειθήνια. Ένιωσε μέσα του την αναστάτωση από τη μάχη με το δολοφόνο να καταλαγιάζει. Την οργή του σταδιακά να καταπέφτει. Ξαφνικά ένιωσε μία κούραση αβάσταχτη, αλλά και χαρά μεγάλη. Η Ναζουάντα ζούσε! Ήταν γερή και δυνατή όπως πάντα και οι επίδοξοι φονιάδες της, ο ένας νεκρός, ο άλλος στο μπουντρούμι. Η σκέψη ότι είχε μόλις πάρει μια ζωή δεν έπρεπε να σκιάζει τη χαρά του για τη σωτηρία της αγαπημένης. Ο άνθρωπος αυτός θα είχε σκοτώσει χωρίς οίκτο τη νεαρή κοπέλα. Τι είχε κάνει αλήθεια η Ναζουάντα, για να αξίζει μια τέτοια τύχη;
Σε λίγο ο Άτζιχαντ του είχε γνέψει να πλησιάσει κι ο Μέρταγκ υποκλίθηκε μπροστά στο θρόνο. Με επίσημη φωνή ο Λάρκιν του είχε ζητήσει να ιστορίσει όλα όσα συνέβησαν. Ο νέος είχε ανταποκριθεί με ζήλο, χωρίς να παραλείψει καμία λεπτομέρεια της περιπέτειάς του. Εκούσια δεν περιέλαβε σ' αυτή του την ιστόρηση τον λόγο της παρουσίας του κοντά στο αρχαίο τείχος, αλλά ευτυχώς ούτε ο βασιλιάς, ούτε ο Άτζιχαντ είχαν ρωτήσει. Μόλις όλα όσα έπρεπε να ειπωθούν ειπώθηκαν, ο Άτζιχαντ ζήτησε από ένα φρουρό των Βάρντεν να οδηγήσει τον Μέρταγκ σε κάποια από τις αίθουσες που είχαν διατεθεί για τους επαναστάτες λέγοντας ότι θα τον επισκεπτόταν αργότερα ο ίδιος. Ο Μέρταγκ είχε υπακούσει. Ο λόγος ήταν, ότι περισσότερο επιθυμούσε να μάθει τα νεώτερα γι' αυτή την παράξενη επίθεση εναντίων της Ναζουάντα, παρά η εντολή του Άτζιχαντ. Αργότερα είχαν κι άλλοι άντρες και γυναίκες των Βάρντεν μαζευτεί σ' αυτή την αίθουσα συζητώντας για το γεγονός. Πολλοί απ' αυτούς τον είχαν πλησιάσει, να τον ευχαριστήσουν. Η συμμετοχή του στη σωτηρία της κόρης του αρχηγού τους είχε γίνει γνωστή και ο καθένας αντιδρούσε με τον τρόπο του. Μια σιωπηλή υπόκλιση, ένας καλός λόγος να συνοδεύει μια χειραψία, ένα φιλικό σφίξιμο στο μπράτσο ή ένα χτύπημα στον ώμο ήταν η ανταμοιβή του για το ρόλο που είχε παίξει. Ο Μέρταγκ έβλεπε γύρω του να τον κοιτάζουν – ακόμα κι όσοι δεν τον πλησίασαν – με μάτια γεμάτα θαυμασμό, ευγνωμοσύνη, ίσως και προσδοκία. Έτσι κατάλαβε, ότι όχι μονάχα ο Άτζιχαντ, αλλά και η ίδια η Ναζουάντα έχαιρε μεγάλης εκτίμησης κι αποδοχής ανάμεσα στους Βάρντεν. Όταν αργότερα ο Τζόρμανταρ επέστρεψε απ' την ανάκριση του δολοφόνου, όλοι τους τον περιτριγύρισαν ανυπόμονοι να μάθουν λεπτομέρειες. Ο Τζόρμανταρ τους είπε όλα τα νέα της ανάκρισης. Συνέχιζε τώρα να σφίγγει επιδοκιμαστικά τον ώμο του Μέρταγκ.
"Η Ναζουάντα είναι άξια κοπέλα, πανάξιοι και οι δάσκαλοι στα όπλα που την έχουν προγυμνάσει" απάντησε στην γεμάτη μετριοφροσύνη απόκριση του νέου. "Η αλήθεια όμως είναι, πως ενάντια σε δύο δολοφόνους… κι εκείνη ολομόναχη…"
Ο Μέρταγκ έτριψε αμήχανα την άκρη της μύτης του με τα δάχτυλα του ενός χεριού του. Αυτό που υπονοούσε ο Τζόρμανταρ δεν το άντεχε ούτε σαν σκέψη στο μυαλό του, αλλιώς θα τρελαινόταν.
"Γιατί τη Ναζουάντα;" τόλμησε να ρωτήσει. "Είπες πιο πριν, υπασπιστή, ότι οι φονιάδες πληρώθηκαν με χρυσάφι, για να πλήξουνε τους Βάρντεν. Αλλά… τη Ναζουάντα;"
Ο Τζόρμανταρ στράβωσε σ' ένα σκληρό χαμόγελο τα χείλη. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου του πέτρωσαν. "Ο Γκαλμπατόριξ ήθελε να πλήξει τον Άτζιχαντ τον ίδιο. Σκέφτηκε προφανώς με το μιαρό μυαλό του, ότι θα έπληττε τους Βάρντεν, αν έπληττε τον αρχηγό τους εκεί όπου θα πονέσει περισσότερο. Δεν έστειλε τους δολοφόνους του για να επιτεθούν στον αρχηγό, πράγμα που ξέρει ότι είναι δύσκολο – έως εντελώς αδύνατο – παρά τους έστειλε να πάρουν τη ζωή του ίδιου του παιδιού του."
Ακούγοντας τα λόγια αυτά ο Μέρταγκ κοκάλωσε στη θέση του με φρίκη. Ποιο τέρας, ποια μαύρη ψυχή ήταν δυνατόν να έκανε τέτοιου είδους σκέψεις; Να έπαιρνε τέτοιες αποφάσεις; Η σκέψη του πέταξε γοργά στο δικό του παρελθόν και ένιωσε – για ακόμα μια φορά – ευγνωμοσύνη να κατακλύζει την καρδιά του για τον Τόρνακ. Χρόνους πριν κάποια βραδιά, ο Τόρνακ είχε τολμήσει τη ριψοκίνδυνη πράξη, να φύγουν κρυφά και μόνοι απ' τους φρουρούς του Γκαλμπατόριξ. Ο Μέρταγκ γνώριζε από τι είχε σωθεί τη νύχτα εκείνη… μπορεί να ήτανε μικρό παιδί, όμως… θυμόταν. Ποια θα είχε υπάρξει η ζωή του μέσα στο παλάτι της Ουρου'μπαίην, κοντά σε έναν τέτοιο βασιλιά, αν ο Τόρνακ δεν είχε ρισκάρει τη νύχτα εκείνη τη ζωή του; Ο νέος σήκωσε περήφανα το μέτωπο και ίσιωσε τους ώμους. Ήταν καιρός που είχε πάρει όρκο να ξεχάσει την καταγωγή και τ' όνομά του. Να μην θυμάται. Ο Τόρνακ ήταν ο 'μοναδικός' πατέρας του κι αυτή που ζούσε τώρα η 'αληθινή' ζωή του.
Ο Τζόρμανταρ συνέχισε ακάθεκτος.
"Ο δολοφόνος ανακρίθηκε. Ο άνθρωπος ομολόγησε τα πάντα. Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω ποια θα είναι η μοίρα του, είναι δουλειά του βασιλιά της Σούρντα να τον κρίνει. Ότι όμως και να του επιφυλάσσεται, του αξίζει. Απ' ότι κατάλαβα, κανείς δεν θα ήθελε να βρίσκεται στη θέση του. Ίσως τελικά να ήταν άτυχος, που αποφάσισες να σπλαχνιστείς την ελεεινή ζωή του."
Ο Μέρταγκ κατάπιε τον κόμπο που του είχε σταθεί στο λαιμό από τις αναμνήσεις και τις προηγούμενές του σκέψεις. Προσπάθησε να πει στον Τζόρμανταρ, ότι δεν ήταν η δική του θέληση, να λυπηθεί τη ζωή αυτού του άτιμου, παρά της Ναζουάντα. Ο Τζόρμανταρ όμως τον έπιασε κι από τους δύο ώμους κοιτώντας τον βαθιά στα μάτια.
" Για ένα πάντως εσύ να είσαι σίγουρος. Η πράξη σου αυτή να βοηθήσεις τη Ναζουάντα δεν πρόκειται να ξεχαστεί, ούτε απ' τον Άτζιχαντ, ούτε κι από κανέναν απ' τους Βάρντεν."
Την ώρα εκείνη οι πλατιές, δίφυλλες πόρτες άνοιξαν και στο άνοιγμά τους εμφανίστηκε ο Άτζιχαντ. Έγνεψε καθησυχαστικά σε όσους τον περιτριγύρισαν κι ανοίγοντας αποφασισμένος δρόμο ανάμεσά τους πλησίασε τον Μέρταγκ. Με μάτια που έλαμπαν γεμάτα επιβολή και ύφος επίσημο ο αρχηγός των Βάρντεν στάθηκε αντίκρυ του, για ν' απευθυνθεί σ' αυτόν με φωνή, που έγινε ακουστή απ' όλους.
"Οφείλω να παραδεχτώ, Μέρταγκ γιε του Τόρνακ, ότι σε σένα χρεωστώ το μέγιστο χρέος που ένας άνθρωπος μπορεί να έχει. Έσωσες το παιδί μου, τη μοναχοθυγατέρα μου, κι αυτό είναι κάτι, που ποτέ όσο ζω δεν θα ξεχάσω. Γι' αυτή σου την πράξη είμαι υπόχρεος." Ο Άτζιχαντ ακούμπησε πάνω στο στήθος τη δεξιά παλάμη κι έγειρε λίγο το κεφάλι μπροστά στον νέο, σαν έκφραση ευγνωμοσύνης κι ευχαριστίας.
Ο Μέρταγκ τον κοίταξε θαρρετά στα μάτια. Κάτι στον τόνο της φωνής του έδειχνε ότι ο Άτζιχαντ, που συνήθως ήταν ψυχρός απέναντί του, τον είχε αποδεχτεί. Μπροστά σ' αυτόν τον άντρα όμως, το ένστικτό του έλεγε, ότι καλύτερα θα ήταν να μετρά προσεκτικά τα λόγια.
"Δεν έκανα τίποτε περισσότερο απ' όσα όφειλε να κάνει ο καθένας, που τυχόν έβλεπε κάποιον να κινδυνεύει. Η Ναζουάντα αμύνθηκε επιδέξια με το μαχαίρι της. Ακόμα και χωρίς τη συμβολή μου θα είχε επιβιώσει ωσότου έρθουν οι φρουροί."
Ο αρχηγός των Βάρντεν αξιολόγησε για λίγο τον νεαρό κρίνοντας τα λεγόμενά του. Η περηφάνια του γιου του Τόρνακ ήτανε πάντοτε ολοφάνερη κι, όπως ο Άτζιχαντ πίστευε, όχι μονάχα για τη δεξιότητά του στα όπλα. Τα λόγια του όμως και το μετρημένο του ύφος έδειχναν ότι ούτε η πράξη του, ούτε και η μεγάλη αποδοχή της από τους άλλους, είχαν κεντρίσει μέσα του το παραμικρό ίχνος ξιπασιάς. Ο Άτζιχαντ γι' αυτό τον εξετίμησε.
"Έστω και έτσι, δεν παύω να σου είμαι ευγνώμων κι υπόχρεος" του είπε. "Ίσως μια μέρα να κατορθώσω ν' ανταποδώσω αυτό το χρέος." Κατόπιν έγνεψε σε δύο φρουρούς που τον ακολουθούσαν, να πλησιάσουν. "Μπορείς να γυρίσεις τώρα στο σπίτι σου, γιε του Τόρνακ. Επειδή η ώρα έχει περάσει, οι δύο φρουροί μου θα σε συνοδέψουν μέχρι εκεί. Δώσε τα χαιρετίσματά μου στον πατέρα σου και πες του, ότι πρέπει να είναι περήφανος για το γιο του. Πες του επίσης, πως τον συγχαίρω για τη δουλειά που έκανε διδάσκοντας την κόρη μου και του εύχομαι καλή υγεία."
Ο Μέρταγκ υποκλίθηκε κι έφυγε ακολουθούμενος από τους δύο φρουρούς κι ο Άτζιχαντ απόμεινε να τον κοιτά καθώς βάδιζε προς την έξοδο της αίθουσας. Παρά την ευγνωμοσύνη που λίγο πριν είχε εκφράσει σ' αυτό το αγόρι, παρά την αιώνια υποχρέωση που θα έπρεπε να του έχει, η ίδια εκείνη απέχθεια που πάντοτε συνόδευε την παρουσία του, χτύπησε απρόσμενα και πάλι. Το ύφος το περήφανο του Μέρταγκ κι ο τρόπος που κοιτάζανε τα μάτια του το συνομιλητή του, η όλη κίνηση του σώματος κι η ίδια η φωνή του, έφερναν στη μνήμη του αρχηγού των Βάρντεν δυσάρεστες αναμνήσεις από το παρελθόν του. Ιδίως αυτή του η φωνή, που πάντοτε του έδινε την εντύπωση ότι την είχε ξανακούσει. Απέφευγε μάλιστα να θυμάται καν το πού, ούτε ήθελε να συσχετίσει αυτό το αγόρι μ' εκείνο το πρόσωπο, στο οποίο η ανάμνηση της φωνής αυτής παρέπεμπε.
Ο Άτζιχαντ ανάσανε βαθιά κι έγνεψε στον Τζόρμανταρ και κάποιους απ' το συμβούλιο των Βάρντεν να πλησιάσουν. Η σκέψη ότι, ακόμα και ύστερα απ' το καλό που του είχε κάνει ο Μέρταγκ, η υποσυνείδητη αντιπάθεια που ένιωθε γι' αυτόν διαρκούσε, τον ενόχλησε. Τα ανόμοια χαρακτηριστικά αυτού του νέου με του πατέρα του, τίποτε δεν μπορούσαν να σημαίνουν. Σίγουρα θα έμοιαζε σ' εκείνη… την άγνωστη… που πιθανών οι στάχτες και τα κόκαλά της να είχαν μείνει εκεί πίσω… στα αιματοβαμμένα εδάφη της αυτοκρατορίας… όπως και της δικής του της λατρεμένης της γυναίκας. Ο Μέρταγκ άλλωστε δεν ήταν άλλος, παρά ένα παιδί που μεγάλωσε χωρίς μητέρα. Κάποιος, που τώρα πια ο Άτζιχαντ του χρεωστούσε την υπέρτατη χάρη.
* Μια απ τις ονομασίες για την πανσέληνο του Ιουλίου, όπου τα κέρατα των ελαφιών μεγαλώνουν.
Σας ευχαριστώ για την ανάγνωση.
