Το αίτημα της Έογουιν (Eowyn'srequest)

Καθώς οι σκιές μαζεύονται, ο Έλφχελμ περιποιείται το άλογό του, ενώ ετοιμάζεται για την πορεία των Ρόχιρριμ στη Μίνας Τίριθ. Τότε τον πλησίασε η Λαίδη Έογουιν με ένα συγκεκριμένο αίτημα.

O Έλφχελμ περιποιούταν το μεγάλο πολεμικό άτι του. Απολάμβανε να φροντίζει τη καφέ γούνα του, από όταν ακόμα ήταν ένα μικρό πουλαράκι, χωρίς μητέρα να τον φροντίζει . O Έλφχελμ επέμεινε στον καλλωπισμό του, κάτι για το οποίο η μητέρα του δεν ήταν και πολύ χαρούμενος: ήταν της άποψης ότι το πουλαράκι θα πέθαινε από στιγμή σε στιγμή. "Μόνο αν είναι τρανός βασιλιάς από τα παλιά, που μετενσαρκώθηκε σε αυτή τη μορφή, θα επιβιώσει " συνήθιζε να λέει. Αλλά το άλογο επέζησε, και έτσι του έδωσε ένα βασιλικό όνομα, Έαρνουρ, απλά και μόνο για να πικάρει τη μητέρα του . O Έλφχελμ γέλασε με την καρδιά του, όταν θυμήθηκε πως αντέδρασε η μακαρίτισσα μητέρα του, όταν έμαθε ποιος ήταν ο Έαρνουρ. Μπορεί να μην ήταν η πιο μορφωμένη γυναίκα στον Μαρκ, αλλά ήταν αρκετά έξυπνη για να ξέρει πότε την ενέπεζαν. Και δεν της άρεσε αυτό, μα καθόλου.

"Γιατί γελάς, άρχοντα Έλφχελμ;" O Έλφχελμ γύρισε πίσω στην πραγματικότητα από μια χαμηλή, απαλή φωνή. Εκείνος γύρισε και έιδε ότι η φωνή άνηκε στην ανιψιά του βασιλιά του, Λαίδη Έογουιν.

«Θυμήθηκα τη μακαρίτισσα τη μητέρα μου, κυρά μου. Ήταν μια τρομακτική γυναίκα που είχε άποψη για τα πάντα».

«Ποια θα ήταν γνώμη της για όλα αυτά;" ρώτησε χαμηλόφωνα και έδειξε με μια πλατιά χειρονομία το στρατόπεδο και τους πολυάσχολους Εορλίγκας γύρω τους.

«Θα μας έδινε μια φάπα στο κεφάλι και θα μας έβαζε να καθαρίσουμε τους στάβλους όσες φορές χρειαζόταν ώστε να ξεχάσουμε τα πάντα σχετικά με τη Μίνας Τίριθ, συμμαχιών, σκοτεινούς άρχοντες, τη συγκέντρωση των Ρόχιρριμ και τον πηγεμό στον πόλεμο». Είχε ελπίσει ότι η απάντησή του θα την έκανε να χαμογελάσει λίγο. Έπρεπε να ανησυχεί πολύ για την ασφάλεια του αδελφού της και του θείου της στην επικείμενη μάχη. Ωστόσο, η νεαρή κοπέλα μπροστά του έσμηξε τα φρύδια της και το ψηλόλιγνο σώμα της σφίχτηκε.

«Δηλαδή, Στρατάρχη Έλφχελμ, δεν νομίζεις ότι είναι συνετό να επιστρατευτούν οι Ρόχιρρριμ και να καλπάσουν προς την ενίσχυση των συμμάχων μας; Τι πρέπει να κάνουμε; Να μείνουμε πίσω και να καθαρίζουμε τους στάβλους, μέχρι ο ίδιος ο Σκοτεινός Άρχοντας να έρθει στο Ρίντερμαρκ και να μας σκοτώνει; Τι ανδρεία υπάρχει στον καθαρισμό και στην αναμον; Είναι πράξεις για τραγούδια ή τιμές;» αποκρίθηκε η γυναίκα σκληρά αλλά χωρίς να υψώσει το τόνο της φωνής της. Ήταν η σειρά του Στρατάρχη να σφιχτεί τώρα. Δεν προσβλήθηκε από τα λόγια της νεαρής κοπέλας, ο ίδιος ήταν πολύ γέρος γι' αυτό, αλλά μια ανησυχία και ένας φόβος τον κατέκλισε. Επειδή είχε μια ιδέα του τι θα μπορούσε να σκέφτεται και λαχτάρα η ψυχή της κυράς του και μάλλον δεν ήτάν μόνο η ασφαλή επιστροφή της οικογένειάς της.

«Λυπάμαι αν σε προσέβαλα, κυρά μου» απάντησε προσεκτικά. «Σου είπα μόνο ό,τι θα μας είχε πει η μητέρα μου αν βρισκόταν στο Ντανχαρόου αυτή τη στιγμή. Πάντα θα υποστηρίζω τις αποφάσεις του βασιλιά Θέοντεν και θα έδινα μέχρι και τη ζωή μου για να εκτελέσω τις διαταγές του».

«Λυπάμαι αν σας προσέβαλα, κύριέ μου».

«Κανένας λόγος ανυσηχίας, κυρά μου». Τώρα στέκοταν δίπλα-δίπλα και κανένας τους δεν μιλούσε. Ο Έλφχελμ αποφάσισε να συνεχίσει το βούρτσισμα του Έαρνουρ. Ήταν πάντα εκνευρισμένο με τον κύριό του, όταν δεν είχε την πλήρη προσοχή του.

Αλλά το μυαλό του έμεινε στη νεαρή γυναίκα δίπλα του, την οποία είχε δει να μεγαλώνει στο Μέντουσελντ, να τρέχει πίσω από τον Έομερ και να κλέβει τα ξύλινα σπαθιά του για να ασκηθεί στην ξιφασκία. Ωστόσο, είχε μεγαλώσει για να γίνει μια καθωσπρέπει κυρία που αναγκάστηκε να φροντίζει τον άρρωστο και γέρο θείο της. Και όλο αυτό το διάστημα ο αδελφός της περιπλανιώταν στις πεδιάδες κυνηγώντας ορκ. Τώρα όμως ήταν νευρική, καθώς προσπαθούσε να βρει τον τρόπο για να του πει τι ήθελε να του πει, του θύμιζε τη μητέρα του. Σίγουρα ήταν πιο όμορφη και πιο ευγενής από τη μητέρα του, αλλά και οι δύο γυναίκες είχαν ένα είδος δύναμης μέσα τους, από αυτή που περνά απαρατήρητη από πολλούς, αλλά ήταν βαθύτερη από ό,τι οι περισσότεροι Καβαλάρηδες θα μπορούσαν να ισχυριστούν ότι κατέχουν.

«Μπορώ να σας βοηθήσω με οτιδήποτε άλλο, κυρά μου;» είπε τελικά ο στρατάρχης.

«Εγώ...να...Έχω την πρόθεση για πάω στον πόλεμο». Δεν είπε τίποτα, ένιωθε ότι δεν είχε τελειώσει ακόμα η κυρά. «Μπορώ να έρθω μαζί σου; Θα είμαι μεταμφιεσμένη σε νεαρό καβαλάρη, ως Ντέρνχελμ, και κανένας από την Έορεντ σας, δεν θα καταλάβει τίποτα. Ούτε ο Θείος μου και ο αδερφός μου».

Ο Έλφχελμ αναστέναξε. Ώστε αυτό ήταν εξαρχής πίσω από όλη τη συζήτηση. Εκείνος την κοίταξε, αναποφάσιστος για μια στιγμή. Θα ήταν πολύ κακό να πάει ενάντια στις επιθυμίες του βασιλιά του και σίγουρα η κυρά θα μπορούσε να είναι πιο χρήσιμη ως ηγέτης εδώ, στο Μαρκ. Αλλά το βλέμμα στο χλωμό πρόσωπο της πρόδιδε ότι θα το έκανε όποια και αν ήταν η απάντησή του.

«Υποθέτω ότι δεν υπάρχει τίποτα που μπορώ να πω για να αλλάξετε το μυαλό σας; Ακόμα κι αν σας απειλήσω, ότι θα εκθέσω τα σχέδιά σας για το βασιλιά;»

«Θα ακολουθήσω τον στρατό με οποιονδήποτε τρόπο».

«Τότε μπορώ να το δεχτώ μόνο. Πρώτιστος για την ασφάλειά σας, κυρά μου. Να είστε έτοιμη όταν έρθει η ώρα».

"Θα είμαι». Εκείνη κούνησε το κεφάλι της και απομακρύνθηκε. Ο Έλφχελμ δεν μπορούσε να φανταστεί τι σκεφτόταν η κοπέλα, αλλά μπορούσε να φανταστεί τι θα του έκαναν ο Έομερ ή ο Βασιλιάς Θέοντεν αν ανακαλύπταν τη μικρή πλεκτάνη τους.

A/N: Πάντα είχα την άποψη ότι ο Έλφχελμ ήξερε από την αρχή της πορείας των Ρόχιρριμ την αληθινή ταυτότητα του Ντέρνχελμ, καθώς ήξερε επίσης για τον Μέριαντοκ. Μου έβγαζε μόνο νόημα να τον είχε πείσει με κάποιο τρόπο να την αφήσει να ενταχθούν στην έορεντ του και να πάνε στο πόλεμο στα κρυφά.