Ο Μακ Κρήντι στερέωσε το πίσω μέρος του τουφεκιού λίγο χαμηλότερα από τον δεξί του ώμο και πάνω από το στήθος, κρατώντας την κάνη με το αριστερό του χέρι που το είχε ακουμπισμένο στο λυγισμένο του πόδι. Ακούμπησε το μάγουλό του στη ξύλινη λαβή του όπλου, κλείνοντας το ένα του μάτι, ενώ με το άλλο εστίασε το βλέμμα του στον στόχο που έβλεπε μέσα από τον φακό. Κράτησε την ανάσα του. Πάτησε την σκανδάλη και το μπουκάλι της μπύρας, που βρισκόταν περίπου 200 μέτρα μακριά, έγινε κομμάτια. Χωρίς να αλλάξει θέση κι ακουμπώντας την κάνη του όπλου στο γόνατό του, σήκωσε το αριστερό χέρι, τράβηξε μια σφαίρα απ' αυτές που είχε στερεωμένες στο στρατιωτικό του καπέλο και την έχωσε επιδέξια στην ειδική υποδοχή του όπλου. Όπλισε και στόχευσε το επόμενο μπουκάλι που το είχε τοποθετήσει λίγα μέτρα μακριά από το πρώτο. Ακούστηκε ένας ανεπαίσθητος ήχος από γυαλί που σπάει, μέτρα μακριά.

Ήταν ωραίες οι στιγμές που η προσοχή του ήταν συγκεντρωμένη στον στόχο, δεν άκουγε και δεν έβλεπε τίποτα άλλο και το μυαλό του άδειαζε από τις σκέψεις. Η μόνη άλλη στιγμή που το μυαλό του άδειαζε έτσι ήταν όταν είχε πιει πολύ, που κι αυτό ήταν ωραίο, γιατί όταν ερχόταν η ώρα να κάνει σκέψεις, ήταν δυσάρεστες και δεν τις ήθελε. Γι' αυτό προσπαθούσε πάντα ή να πίνει ή να πυροβολεί. Και διάολε, γιατί όχι; Ήταν πολύ καλός και στα δύο, ειδικά στο δεύτερο!

Όλη αυτήν την παράσταση με τα μπουκάλια την είχε στήσει για να δείξει στο κορίτσι την τεχνική του σκοπευτικού τουφεκιού, αν και δεν ήταν σίγουρος πότε είχε σταματήσει να της δείχνει και πότε είχε αρχίσει να επιδεικνύει τις ικανότητές του στο σημάδι.

«Εντυπωσιάστηκες;», γύρισε και ρώτησε με αυταρέσκεια το κορίτσι, που στεκόταν λίγο πιο πίσω. Εκείνη του έγνεψε καταφατικά, με ένα ευγενικό χαμόγελο.

Το κορίτσι παραήταν ευγενικό για τον πάνω κόσμο, σκέφτηκε ενοχλημένος. Είχε περάσει λίγες μέρες μαζί της, σκαλίζοντας μέσα στα απομεινάρια των εγκαταλελειμμένων κτηρίων για προμήθειες, προσπαθώντας να βρουν καμιά μικροδουλειά για να αγοράσουν πυρομαχικά και όπλα, και σε όλες τις συνδιαλλαγές τους με τον υπόλοιπο κόσμο – πλανόδιους εμπόρους, το αλλόκοτο μωσαϊκό των κατοίκων της Καλής Γειτονιάς – το κορίτσι έδινε κάτι γλυκερές απαντήσεις, κούναγε το κεφάλι της με συμπόνια και χαμογελούσε – πάντα χαμογελούσε – ευγενικά. Ήταν κάτι που τον εκνεύριζε αφάνταστα. Ούτε καν προσπαθούσε να παζαρέψει την πληρωμή της για τα θελήματα που την έβαζαν να κάνει οι κάθε λογής αργόσχολοι, για όνομα του θεού! Κάθε φορά, μετά, της έκανε κήρυγμα, προσπαθούσε να της δώσει να καταλάβει ότι δεν έπρεπε να μιλάει έτσι στους βρωμιάρηδες, δεν έπρεπε να τους λυπάται, ούτε να τους χαμογελάει. Της είχε πει πολλές φορές ότι όσοι τους ζητούσαν κάποιο θέλημα – ειδικά ο καλοταϊσμένος κόσμος στο Διαμάντι – είχαν περισσότερα καπάκια απ' όσα ήταν διατεθειμένοι να την πληρώσουν κι έτσι έπρεπε να επιμένει όσο την έπαιρνε στα παζάρια για να βγάλει το μεγαλύτερο δυνατό κέρδος. Της είχε πει ακόμα – κι αυτό το είχε τονίσει – ότι εδώ - σε αντίθεση με ό,τι είχε μάθει απ' τη ζωή της στο καταφύγιο – η συμπόνια, η ευγένεια και η καλοσύνη σήμαιναν ανοησία και αδυναμία· ο κόσμος ήταν αχάριστος και συμφεροντολόγος κι αν συνέχιζε έτσι, αργά ή γρήγορα, αυτός ο ίδιος κόσμος θα την ποδοπατούσε, θα την έκλεβε και θα τη σκότωνε.

Το κορίτσι άκουγε προσεκτικά αυτά που της έλεγε και μερικές φορές λογομαχούσαν γιατί εκείνη επέμενε ότι δεν ήταν όλοι οι άνθρωποι έτσι κι ότι τάχα μου κάποιοι την είχαν βοηθήσει και της είχαν συμπαρασταθεί μέχρι τώρα, κι ότι, ακόμα, αν οι άνθρωποι συνεργάζονταν μεταξύ τους σ' αυτόν τον μισοκατεστραμμένο κόσμο, αντί να σκοτώνονται και να κλέβουν ο ένας τον άλλο, θα μπορούσαν να έχουν «αμοιβαίο όφελος». Έτσι ακριβώς το είχε πει. Εκείνος την κοίταγε με απορία τότε γιατί, εκτός του ότι πέταγε κι αυτές τις λέξεις που δυσκολευόταν να τις καταλάβει, του φαινόταν ότι μιλούσε με ένα πεντάχρονο παιδί – όχι, ακόμα χειρότερα: όσα πεντάχρονα είχε γνωρίσει είχαν μεγαλύτερη σοφία από αυτήν εδώ την κοπέλα.

Αλλά σε γενικές γραμμές το κορίτσι προσπαθούσε να κάνει αυτά που της έλεγε, πραγματικά της το αναγνώριζε, αν και πολλές φορές υποπτευόταν ότι άλλαζε τη συμπεριφορά της όταν εκείνος ήταν μπροστά, για να τον ευχαριστήσει, σα να ήταν μαθήτρια μπροστά στο δάσκαλο, κι ότι αν ήταν μόνη της θα κατέφευγε στις γλυκανάλατες ευγένειές της.

Όση προσπάθεια κι αν κατέβαλλε βέβαια, έκανε μπαμ από μακριά ότι ήταν διαφορετική κι αλλόκοτη, κι αυτό εξαιρώντας εκείνο το φαντεζί ρολόι που φόραγε στο χέρι της. Διάολε, ακόμα κι η προφορά της ήταν αλλόκοτη κι όταν την είχε ρωτήσει είχε μουρμουρίσει κάτι του στυλ ότι οι γονείς της ήταν από ένα άλλο μέρος, 'Εβρόπη' του φαίνεται είχε πει, και σκέφτηκε ότι του έλεγε αρλούμπες γιατί πώς οι γονείς της ήταν από άλλο μέρος αφού είχαν γεννηθεί μέσα στο καταφύγιο κι εν πάση περιπτώσει, αν δεχτούμε ότι αναφερόταν στους προ-προ-προ-παππούδες της, μήπως περίμενε να πιστέψει ότι είχε κρατηθεί η γλώσσα του αναθεματισμένου τόπου τους από γενιά σε γενιά; Αλλά ήταν κουρασμένος τότε που του το είχε πει και το άφησε να περάσει. Απλά σκέφτηκε ότι το κορίτσι δεν είχε ταλέντο στο να λέει ψέματα, κάτι που πάλι ήταν εναντίον της.

Η αλήθεια ήταν το κορίτσι δεν είχε κανένα ταλέντο που μπορούσε να τη βοηθήσει να επιβιώσει στην Κοινοπολιτεία. Όταν την πρωτογνώρισε δεν ήξερε καν να πιάνει το όπλο, πόσο μάλλον να πυροβολεί. Όταν τη ρώτησε πώς τα είχε καταφέρει να φτάσει ως την Καλή Γειτονιά του είχε πει πως έτρεχε και πως κρυβόταν τον περισσότερο καιρό και στα σκούρα την είχε βοηθήσει το ρομπότ κι ο σκύλος. Κι ότι μάλλον ήταν τυχερή. Γι' αυτό το τελευταίο ο Μακ Κρήντι δεν είχε καμιά αμφιβολία, κι εξάλλου πίστευε πολύ στην τύχη – στην τύχη και στα καπάκια - γιατί είχαν υπάρξει άπειρες φορές που η θεά τύχη τον είχε βοηθήσει – και μία φορά που δεν τον βοήθησε. Αλλά επιστρέφοντας στην απόλυτη έλλειψη ταλέντου του κοριτσιού, δεν ήξερε να πολεμά ούτε να πυροβολεί, δεν ήταν καλή στον στόχο, ήταν αργή και απρόσεκτη, επιπόλαιη, φοβητσιάρα και αφελής. Κι έτσι ο Μακ Κρήντι αισθανόταν πάλι ότι συνόδευε μικρό παιδί, που μόλις τώρα έβγαινε στον αληθινό κόσμο και τον κοίταγε σαστισμένο, κι ότι ο ίδιος ήταν ο πατέρας που του εξηγούσε τι πρέπει να κάνει και τι να πει. Γι' αυτό κι από πολύ νωρίς είχε σταματήσει να τη λέει 'αφεντικό' – γιατί άλλωστε ΗΤΑΝ το αφεντικό του, αυτό ήταν αλήθεια – και τη φώναζε 'μικρή' αντ' αυτού, εξαιτίας αυτής της αφέλειας που είχε αλλά και του γεγονότος ότι του φαινόταν πάρα πολύ νέα, παρόλο που όταν την είχε ρωτήσει του είχε πει ότι ήταν 20 χρονών. Σ' αυτό πάντως την πίστεψε λόγω του ύψους της κι επειδή σκέφτηκε ότι μια ζωή χωρίς κακουχίες και ραδιενέργεια μάλλον σε κάνει να δείχνεις μικρότερος – ή μάλλον, το αντίθετο, όλοι τους εκεί έξω, στον από πάνω κόσμο, έδειχναν μεγαλύτεροι απ' ό,τι πραγματικά ήταν. Και σκεφτόταν με περιφρόνηση, αλλά και με λίγο φθόνο, για να είναι ειλικρινής, πόσο άνετα την έβγαζαν όλοι αυτοί οι τύποι στα καταφύγια – δεν ήταν κι άσχημα να μη χρειάζεται να κοιμάσαι με το ένα μάτι ανοιχτό μήπως σου τη φέρει κανένας πισώπλατα.

Αυτό το 'πισώπλατα' σκεφτόταν ο μισθοφόρος Μακ Κρήντι ένα βράδυ που είχαν βρει καταφύγιο μέσα σε ένα ερειπωμένο σπίτι και κάθονταν γύρω από μια πρόχειρη φωτιά κι έτρωγαν φασόλια από κάτι προπολεμικές κονσέρβες που κουβάλαγαν μαζί τους. Ήταν κακόκεφος επειδή ήθελε να πιει και να καπνίσει και δεν είχε ούτε ποτό, ούτε τσιγάρο. Κι έτσι μόλις τέλειωσε το φαΐ του, πέταξε το άδειο κουτί της κονσέρβας παραπέρα με θόρυβο, την κοίταξε συνοφρυωμένος και της είπε:

«Ώρα είναι να μου πεις την αλήθεια, γιατί μέχρι τώρα το μόνο που έχεις κάνει είναι να μου αραδιάζεις ψευτιές και μισόλογα. Και μην κάνεις τον κόπο να το αρνηθείς». Και πρόσθεσε, κάπως πιο μαλακά, «Αν είναι να ταξιδεύουμε μαζί, πρέπει να σε εμπιστεύομαι».

Το κορίτσι ολοφάνερα δεν την περίμενε αυτήν τη συζήτηση και στραβοκατάπιε την ώρα που έτρωγε την μπουκιά από τα φασόλια της και τον κοίταξε με γουρλωμένα μάτια. Ο σκύλος είχε κάτσει παραπέρα και σκάλιζε την άδεια κονσέρβα με τη γλώσσα του, προσπαθώντας να βρει κάτι να φάει.

«Για να δούμε τι ξέρουμε μέχρι τώρα λοιπόν: ότι ζούσες σε ένα απ' αυτά τα υπόγεια καταφύγια - αυτό το κατάλαβα από μόνος μου κι εσύ το παραδέχτηκες - κι ότι δεν έχεις ιδέα πώς να χρησιμοποιείς όπλο και θέλεις να σε διδάξω. Ως εδώ καλά, αλλά υπάρχουν διάφορες τρύπες και η πρώτη και καλύτερη είναι πώς στο καλό αποφάσισες να βγεις από το καταφύγιο χωρίς να έχεις τον παραμικρό εξοπλισμό ή έστω κάποια ιδέα του πώς θα επιβιώσεις στον πάνω κόσμο. Δηλαδή, δεν είναι ότι αυτοί οι φλώροι από κάτω δεν έχουν ιδέα τι γίνεται πάνω. Είχα γνωρίσει άλλον έναν σαν κι εσένα, ένα πλουσιόπαιδο που ζούσε σε καταφύγιο και, πίστεψέ με, δεν είχε καμία σχέση με του λόγου σου. Μάλιστα ήταν πολύ καπάτσος και στα λόγια και στο πιστόλι». Ο Μακ Κρήντι έσκυψε λίγο μπροστά, κοιτάζοντάς την με καχυποψία πίσω από τη μικρή φωτιά, με το δείκτη του δεξιού του χεριού στραμμένο πάνω της καθώς μίλαγε. «Το δεύτερο είναι, είχα δει τη χρυσή σου βέρα όταν με προσέλαβες, για την ακρίβεια, λίγο προτού με προσλάβεις, κι επειδή δε μου φαίνεσαι ο τύπος που κλέβει βέρες, θέλω να μου πεις τώρα, ειλικρινά, αν περιμένεις να ξεφυτρώσει από κάπου κανένας οργισμένος σύζυγος, γιατί αν είναι έτσι, μπορείς να πάρεις πίσω τα μισά καπάκια σου και δρόμο – σε τέτοιες ιστορίες δεν μπλέκω κι επιπλέον θέλω να κοιμάμαι ήσυχος».

Το κορίτσι τον κοίταξε σκυθρωπό, έσκυψε για λίγο και σκάλισε τη μισοφαγωμένη της κονσέρβα και μετά σήκωσε το κεφάλι και του είπε:

«Το περίμενα ότι αργά ή γρήγορα θα κάναμε αυτή τη συζήτηση – δεν έχεις άδικο».

«Φυσικά και δεν έχω», έκανε αυθάδικα.

«Για σύζυγο δε χρειάζεται να φοβάσαι», έκανε, με ένα πικρό χαμόγελο. «Έχει σκοτωθεί».

'Τι γάιδαρος', σκέφτηκε τότε ο Μακ Κρήντι για τον εαυτό του, αλλά πριν προλάβει να μουρμουρίσει συγνώμη το κορίτσι τον πρόλαβε και του είπε, «Δεν πειράζει, δεν μπορούσες να το ξέρεις». Ανακάθισε κι έκανε μια παύση, κοιτάζοντας τον διερευνητικά και φάνηκε ότι δυσκολευόταν να συνεχίσει. Αλλά συνέχισε.

Τον ρώτησε τότε αν μπορούσε να τον εμπιστευτεί και η ίδια κι εκείνος της απάντησε ότι ναι, μπορούσε, αλλά η ερώτηση ήταν μάταιη ούτως ή άλλως, σωστά; Δεν είχε κι άλλη επιλογή εκείνη τη στιγμή.

«Έχω όντως έρθει από καταφύγιο – αλλά δεν έχω ζήσει καθόλου μέσα. Μας βάλανε σε κρυοθαλάμους αμέσως μόλις μπήκαμε. Ξύπνησα περίπου πριν ένα μήνα. Ξύπνησα 210 χρόνια μετά. Είμαι η μοναδική επιζήσασα από το καταφύγιο – όλοι οι υπόλοιποι είναι νεκροί».

Ο Μακ Κρήντι δυσκολεύτηκε ιδιαίτερα να βρει κάτι να πει. Καθόταν και την κοίταγε ακίνητος, με το στόμα μισάνοιχτο, προσπαθώντας να κατανοήσει αυτά που του έλεγε, που τα επαναλάμβανε λέξη-λέξη μέσα στο μυαλό του. Είχε απλωμένα τα χέρια του, με ακουμπισμένους τους αγκώνες στα γόνατά του, και στο ένα χέρι κρατούσε το πιρούνι, με το οποίο είχε φάει τα φασόλια. Τελικά είπε, κατάπληκτος, «Κοίτα να δεις…»

Και μετά:

«Θες να μου πεις ότι είδες τον Μεγάλο Πόλεμο; Είδες το μεγάλο μπουμ;»

«Ναι – θέλω να πω, λίγο. Είδαμε τη λάμψη της έκρηξης καθώς το ασανσέρ μάς κατέβαζε στο καταφύγιο».

Η νύχτα απ' έξω από το πρόχειρο καταφύγιό τους ήταν ήσυχη και μόνο λίγα τριξίματα από τα κλαριά των νεκρών δέντρων ακούγονταν. Πού και πού κανένα αγριόσκυλο να αλυχτάει.

Οι ερωτήσεις που ακολούθησαν ήταν αναμενόμενες για το κορίτσι και τις απαντούσε με ευγενική υπομονή. Ο Μακ Κρήντι ήταν ξαναμμένος τώρα με τον ενθουσιασμό της νέας αποκάλυψης, ήθελε να τη ρωτήσει πώς ήταν οι δρόμοι με τα αυτοκίνητα στον παλιό κόσμο (μιας και τώρα είχαν απομείνει μονάχα τα κουφάρια των αυτοκινήτων σκορπισμένα εδώ κι εκεί στην ραγισμένη άσφαλτο), πώς ήταν οι πόλεις, τι δουλειές έκαναν οι άνθρωποι κι αν έβγαζαν πολλά καπάκια.

«Ξέρεις», του έκανε το κορίτσι, χαμογελώντας, «τότε δεν χρησιμοποιούσαμε καπάκια από Νούκα-Κόλα για χρήμα – αυτό είναι μεταπολεμική καινοτομία.»

«Ναι, ξέχασα, χρησιμοποιούσατε αυτά τα χάρτινα που τα μαζεύουμε για να γεμίζουμε στρώματα», απάντησε με ένα ειρωνικό χαμόγελο.

Όχι ότι ο Μακ Κρήντι δεν είχε κάποια ιδέα για το πώς ήταν ο κόσμος πριν τη μεγάλη έκρηξη, από τα ψήγματα πληροφοριών που υπήρχαν εδώ κι εκεί στον μεταπολεμικό κόσμο, κάτι ολοταινίες προπολεμικές, μισοκαμένα βιβλία, φωτογραφίες και, φυσικά, τις κάθε λογής αντίκες που είχαν σωθεί, σκορπισμένες σαν δυστυχισμένα κουφάρια στα ερείπια. Αλλά δεν του συνέβαινε και κάθε μέρα να μιλάει με ένα ζωντανό λείψανο!

Από τις απαντήσεις που του έδινε το κορίτσι, εκείνη που του είχε αρέσει περισσότερο ήταν όταν τη ρώτησε πώς της φαινόταν ο κόσμος στον οποίο είχε ξυπνήσει μετά τη χειμερία νάρκη της κι εκείνη, εν ολίγοις, του είχε πει ότι ήταν για γέλια και σκατένιος. Το κορίτσι δεν είχε χρησιμοποιήσει αυτές ακριβώς τις εκφράσεις, για να λέμε την αλήθεια, αλλά του είχε πετάξει μια από εκείνες τις ακαταλαβίστικες λέξεις που συνήθιζε να χρησιμοποιεί – δεν το έκανε για επίδειξη, το καταλάβαινε τώρα πια – και μετά του το εξήγησε, στη γλώσσα του, και τέλος πάντων αυτό ήθελε να πει, ίσως χρησιμοποιώντας πιο κομψές εκφράσεις. Αισθάνθηκε απέραντη ικανοποίηση που είτε επρόκειτο για τους φαντασμένους στο Διαμάντι, ή τους λεχρίτες στην Καλή Γειτονιά, για το κορίτσι ήταν ένα και το αυτό – μια βρωμερή αθλιότητα. Χάρηκε επειδή αυτό ακριβώς πίστευε κι αυτός, γιατί ήταν πραγματιστής κι απαισιόδοξος κι έβλεπε τον κόσμο όπως πραγματικά ήταν, χωρίς ψευδαισθήσεις. 'Ας το άκουγαν τώρα αυτό οι βλάκες στο Διαμάντι' – το 'Κόσμημα της Κοινοπολιτείας', έτσι το ονόμαζαν.

'Μη χέσω'.

Η ώρα είχε περάσει όμως κι αποφάσισε ν' αφήσει το κορίτσι στην ησυχία του – θα είχαν χρόνο να του λύσει τις απορίες του για τον παλιό κόσμο αργότερα. Εκείνη σκαρφάλωσε κουρασμένη στον φθαρμένο καναπέ που βρισκόταν στο δωμάτιο και μετά από λίγο αποκοιμήθηκε. Ο σκύλος κουλουριάστηκε στο πάτωμα, δίπλα στα πόδια της, κι έμεινε έτσι, ήσυχος. Εκείνος θα κράταγε για λίγο τσίλιες, και μετά θα έπαιρνε έναν υπνάκο καθιστός στο ξύλινο πάτωμα. Ήταν συνηθισμένος άλλωστε.

Τώρα που το κορίτσι είχε αποκοιμηθεί, το πρόσωπό της προς το μέρος του, κουλουριασμένη πάνω στο καναπέ με τις δυο της παλάμες κάτω από το μάγουλό της, σαν μαξιλάρι, έμεινε λίγο να την κοιτάζει σκεφτικός. Ήταν δύσκολο να χωνέψει αυτά που του είχε πει κι ακόμα πιο δύσκολο να αποφασίσει τι να κάνει. Έβγαλε για λίγο το καπέλο του και ανακάτεψε τα μαλλιά του και μετά έτριψε τα μάτια του και σηκώθηκε και πήγε προς το παράθυρο. Καταράστηκε για άλλη μια φορά την τύχη του που δεν του είχε μείνει ούτε ένα τσιγάρο και γύρισε και ξανακοίταξε το κορίτσι που κοιμόταν τώρα βαθειά.

Αισθάνθηκε το βάρος μιας απέραντης ευθύνης τότε. Στα 23 χρόνια που ζούσε στον κόσμο αυτό, δεν είχε ποτέ ακούσει για κάποιον που να έχει έρθει, ολοζώντανος και άθικτος, από το παρελθόν. Ήταν ασύλληπτο σχεδόν, ένας ταξιδιώτης στο χρόνο. Αυτό σήμαινε ότι αν το μυστικό του κοριτσιού μαθευόταν – και αργά ή γρήγορα θα γινόταν κι αυτό – η ίδια θα αποτελούσε ένα από τα πολυτιμότερα αγαθά της Κοινοπολιτείας. Όλοι, για κάποιο λόγο, θα ήθελαν ένα κομμάτι της. Κι εκείνος θα έπρεπε να μπει ανάμεσα για να μην την κατασπαράξουν.

Σκέφτηκε προς στιγμή να της αφήσει τα καπάκια – όχι όλα, θα κράταγε κι ο ίδιος μια μικρή προμήθεια – και να φύγει σαν κλέφτης μέσα στη νύχτα. Τα είχε καταφέρει μέχρι τώρα, θα έβρισκε κάποιον άλλο. Αισθάνθηκε γρήγορα άσχημα για τις σκέψεις του αυτές κι αναλογίστηκε πως αν δεν επιζούσε εκείνη, θα χανόταν κάτι αξιοθαύμαστο – μια ζωντανή ανάμνηση ενός φωτεινού παρελθόντος. Αν δεν την προστάτευε εκείνος, τότε ποιος;

Εξάλλου, η αλήθεια ήταν ότι δεν ήθελε να επιστρέψει στην Τρίτη Ράγα και να αρχίσει να ξοδεύει τα καπάκια του στο ποτό, άπραγος πάλι και χωρίς δουλειά. Η αλήθεια ήταν ότι δεν είχε κάτι καλύτερο να κάνει. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Τώρα που είχε μάθει ποια ήταν στ' αλήθεια, του άρεσε που το κορίτσι είχε επιλέξει εκείνον για να τη βοηθήσει – του άρεσε η ιδέα να σουλατσάρει στα ρυπαρά σοκάκια της Καλής Γειτονιάς μ' εκείνη πλάι του και όλοι να βλέπουν πόσο διαφορετική ήταν κι ότι, το κυριότερο, ήταν μαζί μ' εκείνον, τον Μακ Κρήντι, και με κανέναν άλλο.

Ακουμπούσε τώρα με τον ένα του ώμο στο ξύλινο πλαίσιο του παραθύρου και την κοιτούσε, τα πλευρά της να ανεβοκατεβαίνουν ρυθμικά, ακολουθώντας την αναπνοή της. Δεν ήταν καμιά εντυπωσιακή ομορφιά (όπως η Λούσι, η γυναίκα του, με τα γαλάζια μάτια της και το χαριτωμένο της πρόσωπο), αλλά είχε ευγενικά χαρακτηριστικά και, παραδέχτηκε, ένα φωτεινό χαμόγελο που, όσο κι αν της γκρίνιαζε ότι το χρησιμοποιούσε τη λάθος στιγμή και στους λάθους ανθρώπους, τον έκανε να αισθάνεται μια χαρούμενη ξεγνοιασιά, ένα αίσθημα χωμένο πια βαθειά, πνιγμένο από τον κυνισμό και την απαισιοδοξία και την πίκρα, κάτι που του θύμιζε τα χρόνια που ήταν παιδί, μαζί με όλα εκείνα τα άλλα παιδιά, τους φίλους του, μακριά από τη βρωμιά των μεγάλων.

Είχε βρει κάποτε, όταν ήταν 16 χρονών κι έπρεπε να τα βγάλει πέρα μόνος του στην Έρημη Γη, με μοναδικό σύντροφο το τουφέκι του και την καπατσοσύνη του, κάτι μισοκατεστραμμένα προπολεμικά περιοδικά με ημίγυμνες γυναίκες, κι είχε κάτσει και τις χάζευε, κάτι ζουμερές καμπύλες και λευκά καθαρά δέρματα και λαμπερά μαλλιά, βρωμισμένες τώρα κι αυτές, από χώμα και καπνό και στάχτη, αλλά σίγουρα ό,τι πιο εντυπωσιακό είχε δει ποτέ του σε σχέση με τους άπλυτους, κακομοιριασμένους ανθρώπους γύρω του. Αν του έλεγε λοιπόν κάποιος ότι θα συναντούσε κάποτε στη ζωή του μια προπολεμική γυναίκα, αυτήν την εικόνα θα είχε ο Μακ Κρήντι στο μυαλό του, λες και όλες οι προπολεμικές γυναίκες έπρεπε σώνει και καλά να είναι ίδιες κι απαράλλαχτες μ' εκείνες τις μισοντυμένες σεξοβόμβες στα περιοδικά. Ευτυχώς λοιπόν που δεν είχε τέτοιες προσδοκίες εξαρχής, μιας και το κορίτσι απείχε παρασάγγας από τις όμορφες στις προπολεμικές φυλλάδες – τα μαλλιά της ήταν ίσια και αχτένιστα, ήταν αδύνατη και το στήθος της σχεδόν ανύπαρκτο. Ο Μακ Κρήντι τα σκέφτηκε όλα αυτά γελώντας από μέσα του και κουνώντας το κεφάλι.

Αισθάνθηκε μια θλίψη όμως τότε, κοιτάζοντας ακόμα το κορίτσι, κι αναρωτήθηκε γιατί. Ήταν άραγε το ότι τελικά ανακάλυψε πως δεν ήταν όλα και τόσο ρόδινα στη ζωή της, όπως εκείνος τα είχε φανταστεί; Ήταν άδικος, αυτό ήταν αλήθεια, να την κρίνει τόσο αυστηρά στην αρχή κι ένιωσε άσχημα μετά που την ανάγκασε να θυσιάσει τη μικρή, πολύτιμη ανάμνηση που είχε απ' την παλιά της ζωή, εκείνη που φόραγε στο δάχτυλό της, για να τον πληρώσει. Είχε και το κορίτσι χάσει κάποιον που αγαπούσε κι όχι μόνο αυτό, αλλά είχε χάσει ολόκληρο τον κόσμο της, τη ζωή της, κι είχε προσγειωθεί απότομα σ' ετούτον εδώ, που μάλλον έμοιαζε με κόλαση μπροστά σε ό,τι είχε αφήσει πίσω.

Αλλά δεν ήταν αυτό που του προκαλούσε θλίψη, δεν ήταν η δυστυχία της, που δεν ήταν ούτε μεγαλύτερη, ούτε και μικρότερη από οποιουδήποτε άλλου που γνώριζε – ήταν κάτι άλλο. Ήταν το άθροισμα της όψης της, της ευγένειας και της αφέλειάς της, της άγνοιας και του χαμόγελου της, όλων εκείνων των πραγμάτων που την έκαναν αυτό που είναι. Ήταν κάτι που μόνο στα μάτια του γιου του το είχε δει τελευταία φορά, λίγο πριν τον αφήσει και φύγει. Ήταν η αθωότητά της.

Αυτό σκέφτηκε ο Μακ Κρήντι καθώς βημάτιζε σιγανά, πάνω κάτω, στο σκονισμένο ξύλινο πάτωμα, με τα χέρια διπλωμένα στο στήθος μπροστά του.

Κοίταξε το πρόσωπό της, ακόμα σχετικά λευκό και καθαρό, αλλά λίγο πιο κουρασμένο, λίγο πιο οστεώδες από τότε που την είχε πρωτοδεί. Τα λεπτεπίλεπτα χέρια της, τώρα λίγο μαυρισμένα από τη σκόνη και το χώμα και την απλυσιά, ακόμα χωρίς κάλλους και σημάδια από τις μάχες και τις κακουχίες. Τα δανεικά της ρούχα, που μέρα με τη μέρα σκίζονταν ένα κομματάκι παραπάνω, βρόμιζαν με μια πιτσιλιά λάσπης περισσότερη. Ήξερε ότι το τίμημα αυτού του ραδιενεργού κόσμου, που δεν συγχωρούσε, θα ήταν βαρύ για το κορίτσι: το πρόσωπό της θα μουτζουρωνόταν από χώμα και ιδρώτα κι από αίμα, τα λευκά της δόντια θα μαύριζαν και θα 'πεφταν, τα χέρια της θα γέμιζαν αμυχές και ρόζους, τα μάγουλα της θα χώνονταν ολοένα και πιο βαθειά. Δεν είχε κλέψει ποτέ, αλλά θα 'πρεπε να κλέψει, δεν έλεγε ψέματα, αλλά θα 'πρεπε να πει – δεν είχε σκοτώσει, αλλά θα 'πρεπε να σκοτώσει. Στο τέλος, ο μύλος αυτού του αμείλικτου κόσμου θα την άλεθε και θα την έκανε όπως και όλους τους υπόλοιπους - όπως και τον ίδιο. Άλλωστε, αυτό δεν της μάθαινε τόσο καιρό; Πώς να είναι ίδια μ' εκείνον;

Γι΄αυτό, σκέφτηκε, σκουπίζοντας τα μάτια του με την παλάμη του χεριού του, θα έπρεπε να μείνει μαζί της. Όχι για την απίστευτή της ιστορία, ούτε για το μέρος - ή μάλλον το χρόνο - απ' το οποίο ερχόταν, ούτε για τη δυστυχία και τα βάσανά της. Έπρεπε να μείνει μαζί της για να κρατήσει ζωντανή την τελευταία, ίσως, αθωότητα που είχε απομείνει στον κόσμο, κι είχε συγκεντρωθεί σ' αυτό το νεαρό κορίτσι που κοιμόταν τώρα μπροστά του.

«Αυτό νομίζεις πως είσαι λοιπόν; Ο προστάτης της αθωότητας;» κάγχασε εκείνη η φωνή μέσα του, που την άκουγε όταν ήταν ξεμέθυστος κι έμενε μόνος με τις σκέψεις του, εκείνη η φωνή που ήταν ένας άλλος Μακ Κρήντι, αλλά ο ίδιος ταυτόχρονα, κάποιος που ήθελε να τον ξεχάσει και να τον σκοτώσει, αλλά δεν μπορούσε. Ήταν ο Μακ Κρήντι που είχε γίνει αρχηγός εκείνων των παιδιών, μ' ένα τουφέκι στον ώμο, μόλις δέκα χρονών, εκείνος που είχε ρίξει την πέτρα στον γέρο και του είχε πάρει όλα τα καπάκια και το νερό, εκείνος που τον είχε βοηθήσει να τα βγάλει πέρα στην Έρημη Γη και μετά στην Κοινοπολιτεία, εκείνος που τον έβαζε να σκοτώνει και να ληστεύει όταν ήταν στους Οπλίτες, εκείνος που ήταν κυνικός και αμείλικτος. Που επιβίωνε.

«Εσύ, που δεν μπόρεσες ούτε την οικογένειά σου να σώσεις; Εκείνοι δεν ήταν αθώοι; Αθώο δεν ήταν κι εκείνο το άλλο κορίτσι, που σε εκλιπαρούσε να τη βοηθήσεις – ποιος ξέρει γιατί εσένα – αλλά εσύ είχες ήδη τα χέρια σου λερωμένα με το αίμα των δικών της, που τους είχατε σφάξει με τους Οπλίτες και μετά βάλατε φωτιά στο σπίτι τους και το κάψατε, μαζί με τους πεθαμένους; Τις ακούς ακόμα τις φωνές του κοριτσιού που το έσερναν ο Φιντς και ο Κρας σ'εκείνες τις σκηνές, απ' όπου πέρναγαν διάφορα κορίτσια, κατά καιρούς; Τη θυμάσαι;»

'Σκάσε. Σταμάτα'.

«Ή μήπως είχε περάσει κι απ' το δικό σου μυαλό, Μακ Κρήντι, να μπεις σ' εκείνες τις σκηνές, μετά από το αίμα και το μακελειό; Χαχαχα…»

'Σκάσε! Ποτέ δεν μου πέρασε απ' το μυαλό – ποτέ! Ακούς;'

«Και τώρα παριστάνεις τον προστάτη της αθωότητας; Είναι αργά, Μακ Κρήντι. Είναι αργά…»

Ο Μακ Κρήντι βγήκε έξω τώρα, στη νύχτα. Ήθελε να σταματήσει η φωνή και βρήκε τον ξερό κορμό ενός δέντρου και τον χτύπησε με τη γροθιά του, και μετά ξανά και ξανά, μέχρι που το δέρμα του σκίστηκε και μάτωσε, κι εκείνος κάθισε κάτω, μισολυπόθημος, ακουμπώντας την πλάτη του στο δέντρο. Η φωνή σταμάτησε. Ήταν ωραίος ο πόνος, γιατί τον έκανε να μη σκέφτεται. Να μη θυμάται.