V.
Ήταν μία μεγάλη ημέρα.
Αυτό σκεφτόταν ο Σκόρπιους, όταν μετά από πολλές ώρες στο τρέξιμο κατάφερε να κλείσει απολαυστικά τα μάτια του και να αφεθεί στις απαλές θωπεύσεις της γυναίκας του που με τα λεπτά της δάχτυλα μάλαζε καταπραϋντικά τους ώμους του.
Ο ξανθός μάγος δεν άργησε να αφήσει έναν αναστεναγμό απόλαυσης και να ρίξει το κεφάλι του προς τα πίσω ακουμπώντας στο στέρνο της. Βρίσκονταν στην μπανιέρα τους και μοιράζονταν ένα χαλαρωτικό αφρόλουτρο πριν από τον ύπνο. Εκείνος είχε χωθεί ανάμεσα στα πόδια της, ενώ η Ρόουζ έτριβε τρυφερά τους πιασμένους του μύες. Είχαν σβήσει τα φώτα αφήνοντας μόνο μερικά κεριά να προσφέρουν την αχνή λάμψη τους.
Αυτές οι στιγμές ήταν που τον έκαναν να μπορεί να αντέχει όλες τις υπόλοιπες. Ό,τι στραβό και ανάποδο και αν του τύχαινε, είχε την παρηγοριά ότι στο σπίτι θα τον περίμενε η πιο όμορφη μάγισσα που τον αγαπούσε όσο την αγαπούσε και εκείνος. Η παρουσία της και μόνο ήταν αρκετή, για να τον κάνει να ξεχάσει κάθε άσχημο που συναντούσε. Τα γλυκά της λόγια, οι περιποιήσεις της, η στοργή της, όλα αυτά τον έκαναν να αισθάνεται σαν σε κουκούλι που τον προστάτευε από την παράνοια που βασίλευε στον έξω κόσμο.
Σήμερα ιδιαίτερα είχε ανάγκη την φροντίδα της περισσότερο από άλλες φορές. Εκτός από μία βαρετή βάρδια στο γραφείο, όπου συνέβη το απόλυτο τίποτα, όταν γύρισε χαρούμενος στο σπίτι βρήκε την γυναίκα του αναστατωμένη. Κάθισαν να φάνε και δεν άργησε να του εξηγήσει την αιτία. Ο Σκόρπιους την άκουγε προβληματισμένος. Τα λεγόμενα της για την συμπεριφορά του πατέρα του ήταν τουλάχιστον περίεργα. Είχε έρθει στα καλά καθούμενα, της είχε ζητήσει βοήθεια, επειδή έβλεπε εφιάλτες, και στο τέλος είχε φύγει σαν κυνηγημένος με το που αντίκρισε την γαμήλια φωτογραφία των πεθερικών του.
«Είσαι σίγουρη πως τα έπαιξε με αυτήν την κορνίζα;» την είχε ρωτήσει απορημένα.
«Ναι, σου λέω. Με το που την είδε έκανε σαν τρελός. Σηκώθηκε και την πλησίασε και την κοιτούσε με τέτοια παραφροσύνη που φοβήθηκα πραγματικά,» απάντησε εκείνη.
«Και μετά έφυγε χωρίς καμία εξήγηση;»
«Καμία. Τον ρώτησα τι είχε συμβεί, του είπα ότι θα ερχόσουν σε λίγο από την δουλειά, αλλά μουρμούρισε ένα ακατάληπτο βιάζομαι και στην κυριολεξία έτρεξε έξω από την πόρτα.»
Ο Σκόρπιους παρέμεινε σκεφτικός, αλλά όσο και αν πάλευε αδυνατούσε να βρει την οποιαδήποτε νουνέχεια σε αυτές τις πράξεις που δεν συνέδεαν σε καμία των περιπτώσεων με τον χαρακτήρα του πατέρα του. Στο τέλος δεν άντεξε. Αποφάσισε να πάει να του μιλήσει. Η Ρόουζ τον συμβούλεψε να είναι όσο πιο διακριτικός γινόταν και ήξερε πως είχε δίκιο. Αν έκρινε από την αποψινή του αντίδραση, τότε η ανοιχτή αντιμετώπιση θα τον έφερνε σε δυσκολότερη θέση. Προφανώς τον απασχολούσε κάτι ιδιαίτερο, κάτι που δεν αισθανόταν άνετα να μοιραστεί με κανέναν.
Σηκώθηκε όρθιος και αφού αποχαιρέτισε την Ρόουζ με ένα απαλό φιλί, κατευθύνθηκε στο τζάκι και μπήκε μέσα. Ύστερα πήρε λίγη από την πράσινη σκόνη και πρόφερε καθαρά Μέγαρο Μάλφοϋ. Μονομιάς τυλίχθηκε στις φλόγες και άφησε το κορμί του να παρασυρθεί στην δίνη της τηλεμεταφοράς. Όταν ο κόσμος σταμάτησε να γυρίζει γύρω του, βρισκόταν στο χολ του πατρικού του.
Γενικά οι γονείς του, όπως και οι ίδιοι, είχαν κλειστό το τζάκι τους για το σύστημα μεταφοράς, ώστε να αποφεύγουν τις απρόσμενες εκπλήξεις. Παρόλα αυτά είχαν μαγέψει την εν λόγω σύνδεση, ώστε να επιτρέπει την μετακίνηση μόνο σε εκείνον και την Ρόουζ. Παρόλα αυτά την χρησιμοποιούσαν σπάνια, επειδή η Ρόουζ δεν ήθελε να εισβάλει έτσι απροειδοποίητα. Ο Σκόρπιους όμως δεν είχε τέτοια θέματα, ειδικά όταν παρίστατο κάποια ανάγκη.
Βγήκε από τη σάλα και προχώρησε κάτω στο διάδρομο, όπου έβγαζε στο γραφείο του πατέρα του. Ήλπιζε να είναι εκεί, ώστε να μη χρειαστεί να τον ψάξει. Αν τον ανακάλυπτε η μητέρα του, θα άρχιζε τις ερωτήσεις και ο Σκόρπιους δεν ήταν σίγουρος τι ήθελε να της πει ή πόσα γνώριζε εκείνη. Μπορούσε να γίνει πολύ πιεστική προσπαθώντας να βοηθήσει, οπότε καλύτερα προς το παρόν να έμενε στην απέξω. Έφτασε στην καφέ ξύλινη πόρτα και χτύπησε απαλά. Αμέσως ακούστηκε η γνωστή αυστηρή φωνή.
«Αστόρια, σου είπα έχω δουλειά. Μην με ενοχλείς, παρακαλώ.»
«Εγώ είμαι,» τον ενημέρωσε ο Σκόρπιους.
Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα πριν τον προσκαλέσει μέσα. Ο Σκόρπιους μπήκε στο δωμάτιο και αντίκρισε την οικεία φυσιογνωμία του πατέρα του πίσω από το γραφείο του. Έμοιαζε κουρασμένος, ωστόσο καθόλα φυσιολογικός. Το πρόσωπο του ήταν χλωμό, αλλά αυτό ήταν ένα κληρονομικό ιδίωμα των Μάλφοϋ που έφερε και ο ίδιος. Κατά τα άλλα η εμφάνιση του ήταν πολύ προσεγμένη ως συνήθως με τα μαλλιά του καλοχτενισμένα και το χιτώνα του κολλαριστό και ατσαλάκωτο.
«Καλησπέρα, Σκόρπιους,» τον χαιρέτισε ήρεμα. «Συγνώμη, αλλά είμαι λίγο απασχολημένος,» προσέθεσε δίχως να σηκώσει το βλέμμα του από τα χαρτιά που είχε μπροστά του.
Ο γιος του τον κοίταξε εξεταστικά. Σύμφωνα με τα λεγόμενα της Ρόουζ θα περίμενε να είναι περισσότερο ταραγμένος. Ήξερε εν τούτοις πως ο πατέρας του ήταν πολύ καλός στο να κρύβει αυτό που πραγματικά αισθανόταν. Έκλεισε απαλά την πόρτα και τον πλησίασε με αργά βήματα βολιδοσκοπώντας την κατάσταση. Στάθηκε για λίγο όρθιος και όταν διαπίστωσε, πως ο Ντράκο δεν θα έκανε καμία νύξη μόνος του, κάθισε σε μία καρέκλα απέναντι του σε χαλαρή στάση. Γνώριζε και ο ίδιος πώς να το παίζει αυτό το παιχνίδι. Δεν είχαν περάσει άλλωστε πολλά χρόνια από όταν είχε αναγορευθεί άτυπα πρίγκιπας των Σλίδεριν.
«Δεν θα με ρωτήσεις γιατί ήρθα εδώ;» είπε χωρίς στόμφο.
«Ξέρω γιατί είσαι εδώ,» απάντησε απαθώς ο πατέρας του συνεχίζοντας να μην τον κοιτάζει. «Σου μίλησε η Ρόουζ.»
«Ναι,» παραδέχθηκε απερίφραστα ο Σκόρπιους. «Αλλά φαντάζομαι δεν θα σου κάνει κόπο να μου πεις και εσύ τι συνέβη.»
Ο μεσήλικας μάγος έπαιξε νευρικά τα μηλίγγια του. Είχε προετοιμαστεί για την εν λόγω ερώτηση. Από όταν έφυγε σαν κυνηγημένος από το σπίτι του γιου του, γνώριζε ότι ο Σκόρπιους θα τον αναζητούσε ψάχνοντας την αιτία για αυτήν του την συμπεριφορά. Εννοείται πως η Ρόουζ του είχε μιλήσει. Τα μοιράζονταν όλα μεταξύ τους και σίγουρα η σημερινή του επίσκεψη δεν ήταν κάτι που δεν έκανε εντύπωση.
Φέρθηκε πολύ παρορμητικά και κατάφερε αυτό που δεν ήθελε σε καμία των περιπτώσεων· να κινήσει υποψίες. Ωστόσο, όταν αντίκρισε την συγκεκριμένη φωτογραφία ήταν αδύνατο να ελέγξει τον εαυτό του και τις αντιδράσεις του. Ειδικά από όταν έμαθε το πρόσωπο κάτω από το αραχνοΰφαντο πέπλο, το πέπλο που είχε στοιχειώσει τα όνειρα του.
«Τίποτα διαφορετικό από ό,τι σου είπε η γυναίκα σου,» προσπάθησε να απαντήσει όσο πιο αδιάφορα γινόταν. «Έχω άσχημα όνειρα και πήγα να την ρωτήσω, αν γνωρίζει κάποιο ξόρκι για να σταματήσουν.»
Απέφυγε την ματιά του όσο του μιλούσε. Φοβόταν πως ο εκπαιδευμένος Χρυσούχος θα διάβαζε το μυστικό πίσω από τις λέξεις του· ένα μυστικό που δεν ήξερε ούτε ακριβώς και ο ίδιος τι σήμαινε. Η ανακάλυψη ότι το νυφικό που κυριαρχούσε τόσο έντονα στο θυμικό του ανήκε στη μητέρα της νύφης του και όχι στην ίδια την Ρόουζ, έκανε τα πράγματα ακόμα πιο περίπλοκα.
Ερμιόνη Γκρέιντζερ. Πλέον Γουίζλη. Τι δουλειά είχε η μικροκαμωμένη καστανομάλλα μάγισσα μέσα στο υποσυνείδητο του; Δεν την είχε ονειρευτεί άλλοτε. Τουλάχιστον όχι εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Προς τι λοιπόν αυτές οι ξαφνικές και πέρα για πέρα ακατανόητες εμφανίσεις; Ένα ήταν το βέβαιο. Το μυαλό του δεν πήγαινε καθόλου καλά.
«Εντάξει,» φάνηκε να αποδέχεται ο Σκόρπιους την εξήγηση. «Αυτό όμως δε διαφωτίζει γιατί ταράχτηκες τόσο με την φωτογραφία των πεθερικών μου.»
Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα ήταν πιο περίπλοκη. Δεν υπήρχε τρόπος να ξεφύγει αλώβητα μετά το ηλιθιώδες φέρσιμο του, οπότε είχε αποφασίσει να αποκαλύψει μέρος μόνο της αλήθειας, όσο χρειαζόταν για να θολώσει τα νερά. Γνώριζε το χαρακτήρα του γιού του όπως και την ευστροφία του και αν αρνιόταν να του αποκαλύψει το οτιδήποτε, το πιθανότερο θα ήταν να του προκαλούσε περισσότερο την περιέργεια κάνοντας τον να φτάσει σε συμπεράσματα που δεν ήθελε να ξέρει πόσο σωστά ή άβολα θα ήταν. Για αυτό έπρεπε να του διασκεδάσει τις ανησυχίες.
«Δεν ταράχτηκα, εξεπλάγην,» τον διόρθωσε εμμένοντας να κρατά την προσοχή του αυστηρά προσηλωμένη στα χαρτιά του. «Έτσι όπως φαινόταν από πίσω η νύφη έμοιαζε με τη μητέρα σου και ως γνωστόν δεν θυμάμαι να είχα ποτέ πορτοκαλί μαλλιά, οπότε απόρησα για το ποια να ήταν αυτή η γυναίκα.»
Ο Ντράκο ξεφούρνισε το ψέμα του όσο πιο πιστευτά μπορούσε. Η σύζυγος του ήταν πράγματι και εκείνη καστανή, ωστόσο δεν έφερνε σε οτιδήποτε περαιτέρω στην Ερμιόνη Γουίζλη. Τραγελαφική αιτιολόγηση το δίχως άλλο, εν τούτοις ήταν η μοναδική παραπλάνηση που κατάφερε να σκαρφιστεί δικαιολογώντας την ερώτηση του για τον ποιον απεικόνιζε η φωτογραφία. Έψεγε τον εαυτό του για το πόσο βλάκας ήταν. Πόσο είχε καταληφθεί από τα συναισθήματα του και κυρίως πόσο τα είχε αφήσει να βγουν απροκάλυπτα στην επιφάνεια.
«Τότε γιατί στην συνέχεια έφυγες έτσι αναπάντεχα;» πίεσε ο γιος του εκφράζοντας την λογική παρατήρηση του.
«Είχα υποχρεώσεις. Προέκυψε ένα θέμα με τις εισαγωγές βοτάνων από την Νότια Αμερική και έπρεπε να το κοιτάξω άμεσα, αλλά το είχα ξεχάσει. Κοιτάζοντας την φωτογραφία, θυμήθηκα την μητέρα σου και ύστερα θυμήθηκα τις δουλειές που είχα αφήσει πίσω. Περίεργο πράγμα πως λειτουργεί η μνήμη, ε;» μειδίασε αχνά.
Μόνο τότε αποτόλμησε να ρίξει μία κρυφή ματιά στον γιο του. Ο Σκόρπιους έμοιαζε σκεφτικός διερωτώμενος προφανώς, αν μπορούσαν να ισχύουν όλα αυτά που έλεγε ο πατέρας του ή σε ποιο βαθμό τον κορόιδευε. Κύλησαν μερικά λεπτά πλήρους σιωπής, όπου ακουγόταν μόνο το μεγάλο ρολόι στον τοίχο και το σύρσιμο της πένας επάνω στην επιφάνεια του παπύρου, έτσι όπως ο Ντράκο προσποιούταν ότι σημείωνε σημαντικά πράγματα. Στο τέλος ο νεαρός μάγος πλησίασε και άλλο προς το γραφείο στηρίζοντας τους αγκώνες του στην ξύλινη επιφάνεια σε μία συνωμοτική στάση.
«Ξέρω ότι έχεις κάποιο πρόβλημα που δεν θέλεις να μοιραστείς μαζί μου,» είπε σοβαρά και ο Ντράκο δεν μπόρεσε παρά να σταματήσει ό,τι άλλο έκανε και να τον κοιτάξει ευθεία στα μάτια. «Καταλαβαίνω ότι ορισμένα πράγματα είναι δύσκολο να ειπωθούν, οπότε δεν θα επιμείνω. Ωστόσο υποσχέσου μου πως θα μιλήσεις σε κάποιον. Δεν με ενδιαφέρει αν θα είμαι εγώ αυτός, όμως είναι εμφανές πως κάτι σε τρώει και πρέπει να το βγάλεις από μέσα σου.»
Ξαφνικά ο γιος του τού φάνηκε να έχει μεγαλώσει πάρα πολύ. Πού ήταν το ξανθό αγόρι με τα κοντά παντελονάκια που αποχαιρετούσε με την Αστόρια στο σταθμό του Κινγκς Κρος δεκαπέντε χρόνια πριν; Μπροστά του δεν έβλεπε παρά έναν ώριμο και σίγουρο για τον εαυτό του άντρα. Δεν ήταν δυνατό παρά να του προκαλέσει θαυμασμό και ενδεχομένως και κάποιο δέος. Άφησε την πένα να πέσει από τα χέρια του και ίσιωσε το κορμί του φέρνοντας τα βλέμματα τους στο ίδιο ύψος, ίσος προς ίσο.
«Σου μιλάω από πείρα,» συνέχισε ο Σκόρπιους. «Όταν έφυγε η Ρόουζ, νόμιζα θα τρελαθώ. Είχα κλειστεί τόσο πολύ στον εαυτό μου που πλέον ένιωθα σαν η συνείδηση μου να ήταν ξεχωριστή οντότητα. Δεν ήθελα να βλέπω άνθρωπο, επειδή πίστευα πως κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει τι περνούσα. Όμως αφού με ξετρύπωσε η Λίλι, συνειδητοποίησα ότι δεν έχει σημασία να καταλαβαίνει ο άλλος. Σημασία έχει να καταλαβαίνουμε εμείς, αλλά πολλές φορές χρειάζεται να εξωτερικεύουμε τις σκέψεις μας για να το επιτύχουμε. Επειδή στο κάτω-κάτω όλοι άνθρωποι είμαστε και όλοι τις ίδιες καταστάσεις βιώνουμε. Αυτή είναι η μόνη παρηγοριά που μπορούμε να έχουμε.»
Ο Ντράκο δεν είπε τίποτα, μα ούτε ο Σκόρπιους προσδοκούσε πως θα έλεγε κάτι. Περίμενε μερικά λεπτά να καταλαγιάσουν τα λεγόμενα του και ύστερα σηκώθηκε όρθιος. Ο πατέρας του τον μιμήθηκε και κάνοντας τον γύρο του γραφείου τον πλησίασε και τον άγγιξε απαλά στον ώμο. Ο Σκόρπιους κάλυψε το χέρι του με το δικό του και του το πίεσε συγκαταβατικά. Ύστερα το κατέβασε και χαμογέλασε απαλά.
«Λοιπόν πάω να σε αφήσω στις δουλειές σου,» τον αποχαιρέτισε. «Θα περάσω να καληνυχτίσω την μαμά. Αν μάθει ότι ήρθα και δεν την ειδοποίησα, θα με αποκληρώσει. Μην ανησυχείς, θα βρω κάποια άλλη αιτία να αναφέρω.»
Ο Ντράκο συγκατένευσε ανακουφισμένος. Λίγο πριν ο γιος του βγει από την πόρτα, πρόλαβε να τον σταματήσει.
«Σκόρπιους, σε ευχαριστώ.»
Ο νεαρός μάγος κούνησε αποδεκτικά το κεφάλι του και μετά χάθηκε στο διάδρομο κλείνοντας την πόρτα πίσω του.
