Κεφάλαιο 5 : Επικίνδυνη συνάντηση

Έκλεισα τα μάτια και βυθίστηκα ολόκληρη στο νερό, αποζητώντας να ξεπλύνω όχι μόνο το γυμνό μου κορμί, μα και την ψυχή μου.

Η ψυχή μου... Δεν είχε περάσει καλά καλά μια μέρα από την υπόσχεση που έδωσα στον πατέρα μου πως θα προσπαθήσω να την κρατήσω καθαρή και οι αντικρουόμενες σκέψεις που βασάνιζαν το μυαλό μου μού έλεγαν πως ήδη είχα αποτύχει.

"Όχι. Δεν απέτυχες. Έκανες αυτό που χρειάστηκε για να προστατέψεις την οικογένειά σου, τους ανθρώπους που κατοικούν στη γη, μα κυρίως τον πατέρα και βασιλιά σου", μου ψιθυρίσε μια φωνή από τα βάθη του μυαλού μου, προσπαθώντας να με βοηθήσει να δω τα πράγματα καθαρά, στις πραγματικές τους διαστάσεις.

"Μα σκότωσα. Σκότωσα χωρίς...", ξεκίνησα να απαντάω νοητά, μα δεν με άφησε να συνεχίσω.

"Και θα ξανασκοτώσεις. Και θα είναι τόσοι αυτοί που θα πέσουν από το χέρι σου, που δεν θα μπορείς να τους μετρήσεις πια. Και όχι μόνο εχθροί, μα και φίλοι. Φίλοι αγαπημένοι. Γιατί καμία νίκη δεν έρχεται χωρίς θυσία ,είτε μικρή, είτε μεγάλη. Πάντα κάπως έτσι ήταν. Πάντα κάπως έτσι θα΄ναι."

"Και τον εαυτό μου; Πως θα καταφέρω να προστατέψω τον εαυτό μου από όλο αυτό;"

"Με το ισχυρότερο όπλο που διαθέτεις. Με το μυαλό σου , Αθηνά. Με το μυαλό σου..." μου απάντησε σαν ψίθυρος και χάθηκε το ίδιο ξαφνικά όπως είχε εμφανιστεί.

Ξαφνικά, όλα είχαν γίνει ξεκάθαρα. Λογικά. Δεν ήμουν τέρας. Οι πράξεις μου δεν με οδήγησαν να κάνω ότι έκανα μήτε από μικροπρέπεια, μήτε από εγωισμό αλλά από κάτι άλλο. Απο καθήκον.Απλά, απο καθήκον.

Νιώθοντας απαλλαγμένη και εξιλεωμένη από ένα τεράστιο βάρος, έβγαλα το κεφάλι μου από το νερό και πήρα μια βαθιά ανάσα. Τώρα, μπορούσα να αντικρύσω τα βλέμματα των άλλων, μα κυρίως μπορούσα να αντικρύσω τον ίδιο μου τον εαυτό. Συμφιλιωμένη πια μαζί του, σηκώθηκα όρθια και έκανα τα λιγοστά βήματα που χρειάζονταν για να φτάσω στην όχθη. Καθώς όμως τα πέλματά μου άγγιξαν το χλοερό έδαφος, με κατέκλισε μια αίσθηση πως κάποιος με παρακολουθεί. Κοίταξα γύρω μου, μα δεν υπήρχε κανείς. Και πάνω που ήμουν έτοιμη να φορτώσω στην φαντασία μου αυτήν την αίσθηση, κυριολεκτικά από το πουθενά, κάνει την εμφανισή του ένας θεός, που παρόλο που δεν τον είχα δει ποτέ, η περιγραφή του από τον πατέρα μου, δεν αφήνε κανένα περιθώριο λάθους για την ταυτότητά του. Ήταν ο Άδης.

" ... Μπορεί εξωτερικά να έχει την τελειότητα ενός θεού, μπορεί τα λογια του να μαγεύουν, μα μην σε ξεγελά. Στο πρόσωπό του, λάμπει κυριολεκτικά η μοχθηρία και στα κατάμαυρα μάτια του, όμοια με την Άβυσσο, υπάρχει μια ανίερη σπίθα. Είναι επικίνδυνος άντρας ο αδερφός μου, Αθηνά. Εξαιρετικά επικίνδυνος! " Και είχε δίκιο.

Το διαπεραστικό του βλέμμα, όμοιο με εκείνο ενός αρπακτικού που ετοιμάζεται να κατασπαράξει την λεία του, καρφώθηκε επάνω μου. Και πάνω που αναρωτιώμουν το γιατί συνειδητοποίησα κάτι πολύ σημαντικό. Πως στεκόμουν ολόγυμνη μπροστά του! Ανάθεμα!

Ντροπή και οργή, με χτύπησαν σαν παλιρριακό κύμα κάνοντας το πρόσωπό μου να πάρει φωτιά και το σώμα μου να τρέμει ανεξέλεγκτα.Παρ΄όλα αυτά, κατέφερα να βρω την δύναμη να αρπάξω το πεσμένο μου ρούχο και να το σφίξω επάνω μου , καλύπτοντας τα επίμαχα σημεία του σώματός μου. Ύστερα, τον κοιτάξα τόσο άγρια, που αν τα μάτια μου ήταν μαχαίρια, θα κείτονταν μπροστά μου τα κομμάτια του.

"Απέστρεψε το βλέμμα σου από πάνω μου, άθλιε σκλάβε της λαγνείας και εξαφνίσου από μπροστά μου!", τον διέταξα με φωνή, που ακόμη και μένα την ίδια σχεδόν με τρόμαξε.

Εκείνος, όχι μόνο δεν τρόμαξε, αντίθετα, έδειξε να το διασκεδάζει.

"Απο σήμερα, είμαι δικός σου σκλάβος", αποκρίθηκε χωρίς να χάσει ούτε στιγμή το χαμόγελό του και μου έκανε μια θεατρινίστικη υπόκλιση. " Και σαν σκλάβος σου, θα ήταν απαράδεκτο να εξαφανιστώ χωρίς να σου προσφέρω τις υπηρεσίες μου", συμπλήρωσε.

"Δεν χρειάζομαι κανενός είδους υπηρεσίες από σένα" του πέταξα.

"Και όμως, τις χρειάζεσαι και άμεσα. Είναι σχεδόν απαράδεκτο να θες να καλύψεις ένα τέτοιο σώμα με αυτό το κουρέλι" είπε και άρχισε να περπατάει αργά και αποφασιστικά προς το μέρος μου.

Χωρίς να μπορώ να εξηγήσω το γιατί, άρχισα να νιώθω παγιδευμένη. Η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελλή και το μυαλό μου προσπαθούσε να βρει τρόπο διαφυγής. Μα τον Δία, ήμουν πανικόβλητη!

Για μια στιγμή, σταμάτησε να περπατά.

"Με φοβάσαι.", δεν ήταν ερώτηση, ήταν διαπίστωση.

"Δεν φοβάμαι κανέναν", του απάντησα τινάζοντας ψηλά το κεφάλι μου, σε μια προσπάθεια να φανώ γενναία. Ήμουν σίγουρη όμως πως η φωνή μου με πρόδιδε.

"Με φοβάσαι", ξαναείπε χαμογελώντας χαιρέκακα και σε τρία βήματα, βρέθηκε ακριβώς μπροστά μου. " Πολύ συνετό, από την στιγμή που εισέβαλλες με δόλο απρόσκλητη στο βασίλειό μου. Και ξαφνικά, τα χαρακτηριστικά του προσώπου του μαλάκωσαν. " Όμως δεν είμαι εδώ για να σε τιμωρήσω. Τουλάχιστον όχι πια. Αυτό που θέλω τώρα, είναι να σε φροντίσω", είπε απαλά καιτο πρόσωπό του μαλάκωσε, γλύκανε, κάνοντας με να νιώσω μπερδεμένη. Ύστερα, με μια κίνηση, αφαίρεσε τον μαύρο μανδύα που κάλυπτε τις φαρδιές του πλάτες και τον πέρασε πάνω από τους ώμους μου.

Μια ζέστη τόσο λυτρωτική και ένα άρωμα τόσο μεθυστικό με κατέκλυσε ολόκληρη αδειάζοντας το μυαλό μου αυτοστιγμή και ασυναίσθητα έκλεισα τα μάτια, αφήνοντας το ρούχο που έσφιγγα πάνω μου να πέσει από τα άνευρα πλέον χέρια μου. Τώρα μόνο ένιωθα. Ένιωσα τα χέρια του να γλιστρούν απαλά στον αυχένα μου και να απελευθερώνουν τα μαλλιά μου απο το εσωτερικό του χιτώνα.Και η ζέστη έγινε φωτιά. Μετά, τα ένιωσα να κατηφορίζουν αργά από την πλάτη μέχρι την μέση και να με σφίγγουν πάνω του. Και η φωτιά έγινε πυρκαγιά. Ύστερα, ένιωσα τα δάχτυλα του ενός του χεριού, στο πρόσωπό μου και αφού το χάιδεψαν για λίγο το μάγουλό μου, ο αντίχειράς του άγγιξε τα χείλη μου πιέζοντας απαλά το κάτω, ενώ η καυτή του ανάσα μου έκαιγε το πρόσωπο. Και καθώς τα χείλη του απαίτησαν τα δικά μου, η πυρκαγιά έγινε λάβα, πυρακτώνοντας το στομάχι και το σημείο κάτω ακριβώς από την κοιλία μου.

Οι πρωτόγνωρες αυτές αντιδράσεις του σώματός σαν να με ξύπνησαν από λήθαργο και έντρομη, άνοιξα τα μάτια. Το μυαλό μου απαίτησε να ανακτήσω την χαμένη αυτοκυριαρχία μου και αφού μετακίνησα το κεφάλι μου για να διακόψω το φιλί του, άρχισα να τον σπρώχνω με τα χέρια μου για να ελευθερωθώ από το κράτημά του.

" Μην το παλεύεις. Πλάγιασε μαζί μου", είπε με βραχνή φωνή και προσπάθησε να με ξαναφιλήσει.

" Άσε με", του είπα προσπαθώντας να κρατήσω σταθερή την αναπνοή μου και έσπρωξα πιο δυνατά, με περισσότερη ορμή και κατάφερα να ελευθερωθώ, πισωπατώντας ένα βήμα. Κάτι πήγε να πει, μα δεν τον άφησα.

"Μην ξαναδιανοηθείς να με ακουμπήσεις, ούτε καν να ξαναβρεθείς στον δρόμο μου. Ποτέ." , πρόφερα κατακόκκινη απο ντροπή για τα όσα είχα επιτρέψει να συμβούν λίγο πριν.

" Γιατί; Τι φοβάσαι, Αθηνά; Ότι την επόμενη φορά δεν θα έχεις την θέληση να με σταματήσεις;", είπε κάνοντας ένα βήμα προς το μέρος μου.

"Μην πλησιάζεις άλλο!", τον προειδοποίησα και εκείνος σταμάτησε.

"Μην ανησυχείς. Δεν πρόκειται να σ΄αναγκάσω να σμίξεις μαζί μου με την βία. Όταν αφήνεσαι, έχεις τέτοια φλόγα, τέτοιο πάθος που είσαι ικανή να κάψεις ακόμη και τον Πυριφλεγέθωντα. Και μόνο γι΄αυτό, θα περιμένω, Αθηνά. Θα περιμένω να μου δοθείς με την θέλησή σου".

"Αυτό δεν πρόκειται να γίνει ποτέ! Μ΄ακούς; Ποτέ!", του φώναξα περισσότερο για να το ακούσω εγώ και όχι εκείνος. Ύστερα, γύρισα την πλάτη μου για να τον εμποδίσω να δει τα δάκρυα που απειλούσαν να δραπετεύσουν από τα μάτια μου, άρπαξα τα όπλα μου και χάθηκα μέσα σε ένα λευκό σύννεφο.

Όταν το σύννεφο διαλύθηκε, βρέθηκα μπροστά στο εσωτερικό του παλατιού μου, στον Όλυμπο. Ήμουν τόσο αναστατωμένη, μπερδεμένη και κυρίως θυμωμένη με τον εαυτό μου που του είχα επιτρέψει να παρασυρθεί, έστω και για λίγο που μου ερχόταν να ουλιάξω. Και το μόνο που επιθυμούσα περισσότερο απ΄όλα, ήταν να ξεφορτωθώ όσο το δυνατόν γρηγορότερα αυτόν τον καταραμένο μανδύα που μου θύμιζε την αδυναμία μου.

"Ιάνθη! ΙΑΝΘΗ!", άρχισα να φωνάζω, καθώς άνοιγα με μανία την πόρτα της κάμαράς μου.

Σχεδόν αμέσως, εμφανίστηκε μπροστά μου.

"Αθηνά, τι έπαθες παιδί μου; Γιατί είσαι έτσι; Τι σου κάνανε; " με ρώτησε γεμάτη αγωνία βλέποντάς με σε αυτή την κατάσταση.

Τράβηξα απότομα τον μανδύα απο πάνω μου και τον πέταξα στα πόδια της.

"Παράτα τις ερωτήσεις και πάρε αυτό το το πράγμα από μπροστά μου να μην το βλέπω! Πάρ΄το και κάφ΄το! ", την διέταξα.

Έδειξε να τα χάνει. Πρώτη φορά μιλούσα έτσι στην γυναίκα που ήταν ότι κοντινότερο είχα σε μάνα, μιας και όχι μόνο ήταν η αγαπημένη αδερφή της μητέρας μου, αλλά και που με φρόντιζε σαν να ήμουν δικό της παιδί.

Φανερά πληγωμένη απο την συμπεριφορά μου, έσπευσε να υπακούσει, παίρνοντας το πεσμένο ρούχο στα χέρια της. Και τότε κατάλαβα πόσο φρικτά της είχα φερθεί., χωρίς να μου φταίει σε τίποτε.

Την πλησίασα γεμάτη τύψεις.

" Ιάνθη...", ήταν το μόνο που βρήκα να πω πριν αναλυθώ σε λυγμούς, αναζητώντας καταφύγιο στην αγκαλιά της.

Όταν ηρέμησα και ζήτησε να μάθει την αιτία της αναστάτωσής μου, απέφυγα να της αποκαλύψω την αλήθεια. Δικαιολόγησα τον εαυτό μου λέγοντας πως είχα επιρρεαστεί από τα όσα είχαν γίνει κατά την διάρκεια της Γιγαντομαχίας και ευτυχώς, έγινα πιστευτή. Το ίδιο πιστευτή έγινα και για το πως βρέθηκε ο μανδύας στα χέρια μου. Της είπα πως τον πήρα από το πεδίο της μάχης για να προστατευτώ από τα αδηφάγα μάτια τόσο των εχθρών μου, όσο και των συμπολεμιστών μου, μιας και το δικό μου ρούχο είχε καταστραφεί και το οτι η απαίτησή μου να τον κάψω, ήταν μια παρόρμηση της στιγμής.

"Πάντως, αν θες την γνώμη μου, φύλαξέ τον. Του αξίζει καλύτερη αντιμετώπιση μιας και προστάτεψε την τιμή σου. Μην ξεχνάς, πως αν παρασυρθείς και την χάσεις, αν επιτρέψεις τον πόθο να πάρει την θέση της λογικής όπως συνέβη και με την μητέρα σου..." Έκλεισε τα μάτια, σημάδι πως προσπαθούσε να διώξει αυτή την δυσάρρεστη σκέψη από το μυαλό της. Πήρε μια βαθιά ανάσα και τα ξανάνοιξε κοιτάζοντάς με. " Εκείνη την έχασα, δεν θα αντέξω να χάσω και σένα."

Πίεσα τον εαυτό μου και κατάφερα να χαμογελάσω για να την καθησυχάσω.

"Μη φοβάσαι, δεν θα με χάσεις. Δεν πρόκειται να το επιτρέψω. Σε κανέναν!", την διαβεβαίωσα και την παρατήρησα να χαλαρώνει.

"Ξεκουράσου τώρα. Τα λέμε το πρωί. Καληνύχτα" ειπε και με φίλησε στο μέτωπο.

Της ανταπέδωσα και μόλις βγήκε από την κάμαρα κλείνοντας απαλά την πόρτα πίσω της , το βλέμμα μου έπεσε πάνω στον μαύρο μανδύα. Και πλέον δεν ήμουν σίγουρη για την υπόσχεση που είχα μόλις δώσει.