Αφιερωμένο σε όσους μιλούν τη όμορφη γλώσσα του Ομήρου.


Ο άνθρωπος πάνω στο λόφο.

Κεφάλαιο 5.

Κύλησαν οι μέρες σαν το νερό στ' αυλάκι. Κάθε πρωινό οι ευγενείς περίμεναν ουρά έξω απ' την αίθουσα του βασιλικού θρόνου της Ιλίρια να δουν την Κυρά τους. Οι υπηρέτες έτρεχαν πάνω και κάτω στους διαδρόμους βιαστικοί να προλάβουν τα θελήματά τους και οι φρουροί, όπως πάντα, με βήμα αυστηρό περιφέρονταν στους διαδρόμους κοιτάζοντας καχύποπτα γύρω τους.

Οι σύμβουλοι μέσα στην αίθουσα των συνεδρίων μάταια περίμεναν την παρουσία της βασίλισσάς τους, καθώς σοβαρές υποθέσεις του κράτους έπαιρναν να χρονίζουν. Κι η ίδια, δυσθεώρητη. Μονάχα η προσωπική της καμαριέρα έμπαινε στην αίθουσα πια, για να μεταφέρει το ίδιο και το ίδιο μήνυμα.

'Η Μεγαλειοτάτη δεν νιώθει σήμερα καλά, αρχίστε εσείς τη συζήτηση κι εκείνη … ίσως αργότερα …'

Οι σύμβουλοι κοίταζαν ο ένας τον άλλο, άλλοι πανικόβλητοι, άλλοι με σημασία. Η Κυρά τους δεν τους είχε μάθει έτσι. Στο τέλος όμως, ανασήκωναν τους ώμους κι αρχίνιζαν τις ατελείωτες συζητήσεις, φτάνοντας πάντα ως ένα βήμα πριν απ' το τέλος. Εκείνη, η Μεγαλειοτάτη είναι που θα λάβει την τελική απόφαση.

Και η βασίλισσα δεν είχε ζητήσει ακόμα θεραπευτή – η υγεία της έδειχνε καλή όσες φορές την είδαν να περιδιαβαίνει βιαστική τους σκοτεινούς διαδρόμους του κάστρου μαζί με τους φρουρούς της, ή να περιφέρεται άσκοπα στα φιδωτά δρομάκια του κήπου της – μα, οι πιστοί της σύμβουλοι έλαβαν κι άλλα πολλά υπ' όψιν τους πριν να της τον στείλουν. Η Κυρά τους δεν έτρωγε, ούτε έπινε πια όπως πρώτα. Κλεισμένη στο προσωπικό της γραφείο μέρα και νύχτα, έδειχνε να εργάζεται πυρετωδώς, καθισμένη συνεχώς πίσω απ' το τραπέζι της, μ' ένα βάζο κι ένα μοναδικό κόκκινο τριαντάφυλλο μέσα του κι εκείνη να γράφει. Μανιωδώς να σημειώνει πάνω σε κενά χαρτιά παράξενα σύμβολα και λέξεις μιας γλώσσας άγνωστης. Κι όποτε σηκωνόταν, την έβλεπαν να κρατά στο χέρι το βάζο αυτό με το τριαντάφυλλο και να το μεταφέρει όπου πήγαινε κι η ίδια. Στο κομοδίνο πλάι στο κρεβάτι της, στο βασιλικό λουτρό της, στην αίθουσα του θρόνου πάνω στο μπράτσο της πολυθρόνας της, ακόμα και στο τραπέζι των συνεδριάσεων, τις λίγες εκείνες φορές που τους τιμούσε πια με την παρουσία της. Και θα έλεγε κανείς πως η προσοχή της ήταν αποκλειστικά στραμμένη πάνω του, ενώ άκουγε αφηρημένη τις συζητήσεις.. Κι ήταν η ιδέα τους, ή η βασίλισσά τους έμοιαζε ονειροπαρμένη σχεδόν όλες τις ώρες;

Η βασίλισσα δέχτηκε τον γέροντα, έμπειρο θεραπευτή που της έστειλε ο πιστός της Τζόρμανταρ. Και κάθισε ήρεμα να την εξετάσει. Και όταν η ανακοίνωση δεν ήταν άλλη παρά: 'Η Μεγαλειοτάτη είναι πολύ καλά στην υγεία της!' όλοι έδειξαν ξαφνικά να αμφισβητούν την αξία του. Μα και οι δύο νεώτεροι που ακολούθησαν, δεν παράλλαξαν και πολύ την πρώτη διάγνωση. 'Η Μεγαλειοτάτη είναι καλά, μόνο λιγάκι κουρασμένη!' Λίγος παραπάνω ύπνος, πολλά υγρά και φρούτα, περισσότερες ώρες ξεκούρασης σε φυσικό περιβάλλον και η βασίλισσα θα γυρνούσε σε λίγες μέρες στα καθήκοντά της. Όλοι έδειχναν ευχαριστημένοι.

Οι περίπατοι στον κήπο πρώτα αυξήθηκαν σε αριθμό και χρόνο και κατόπιν πολλαπλασιάστηκαν. Τα βασιλικά κοσμήματα μπήκαν στο συρτάρι κι η Κυρά τους προτίμησε κάποια συγκεκριμένα κόκκινα τριαντάφυλλα του κήπου της, για να στολίζει μ' αυτά τα μαλλιά, τη ζώνη και το μπούστο της. Ένα ανάκλιντρο μεταφέρθηκε ανάμεσα στους ροδώνες, να ξαπλώνει εκεί η Ρήγισσα, να ευφραίνεται ο νους και η καρδιά της. Και ήταν τότε και εκεί οι μόνες φορές που αν της έδιναν, θα έτρωγε κάτι κι αυτό με το ζόρι. Ως φαίνεται, η ευωδία των ρόδων αρκούσε για να χορταίνει.

Οι γιατροί της δεν το βρήκαν κακό, θετικό μάλλον, αφού η βασίλισσα στον κήπο ανακτούσε την όρεξή της. Οι μάγοι τριγύρισαν τις κάμαρες του παλατιού και τους κήπους, χωρίς να βρουν κάτι το παράξενα επιλήψιμο εκεί. Κι οι σύμβουλοι, οι ευγενείς, οι υπηρέτες, καθησύχασαν τις συνειδήσεις τους. Περαστική αδιαθεσία θα ήταν, θα έκανε τον κύκλο της και θα περνούσε. Οι φρουροί σαν κέρβεροι τη φύλαγαν, κανείς ξένος δεν τολμούσε να την πλησιάσει και εκείνο το μικρό κορίτσι, η συνοδός της με το σημάδι των δράκων στο μέτωπο, τους καθησύχαζε όλους. Η Μεγαλειοτάτη ένιωθε πραγματικά ευτυχισμένη.

~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~

Η Ναζουάντα τεντώθηκε νωχελικά πάνω στο ανάκλιντρο, πλάι στη μυστική τριανταφυλλιά της. Οι τελευταίες ακτίνες του απογευματινού ήλιου έπεσαν πλάγια ανάμεσα απ' τα δέντρα και φώτισαν τους κατακόκκινους καρπούς. Η ανάμειξή τους με την υγρασία που άρχισε να σηκώνεται απ' το χώμα, έγιναν η αιτία να πλημμυρίσει ο κήπος άρωμα. Η ευωδία που σκόρπισαν οι ολάνθιστοι ανθοί γέμισαν τα πνευμόνια της νεαρής βασίλισσας, προκαλώντας ταυτόχρονα μία γενική πληρότητα στο κορμί της. Αίσθηση κορεσμού από πείνα, δίψα, νύστα. Τα ρουθούνια της πετάρισαν ευχάριστα και η γλώσσα της πλατάγισε στον ουρανίσκο. Η Κυρά της Αλαγαισίας σηκώθηκε, πλησίασε τη μάνα ρίζα και με τις άκρες των δακτύλων χάιδεψε τρυφερά τα πέταλα των παιδιών της. Η 'καρδιά του εραστή' αστραποβολούσε ομορφιά και χάρη και η μυρωδιά της προκαλούσε ζαλάδα. Το φυτό ήταν πάντα καλο-ποτισμένο, καλο-φροντισμένο, μα ο 'μικρός κηπουρός' που της το πρωτοέδειξε δεν είχε ξαναφανεί ποτέ μέσα στον κήπο. Κι όσο κι αν είχε ψάξει η βασίλισσα, δεν είχε καταφέρει να ξετρυπώσει το μεταμφιεσμένο κορίτσι. Ούτε η ίδια, ούτε άλλος κανείς.

Οι υπηρέτες και οι φρουροί της το είχαν αναζητήσει ανάμεσα στους κηπουρούς. Είχαν εντοπίσει το γέρο – παππούς, πατέρας ήταν; – αλλά να τους δώσει κάποια πληροφορία δεν ήξερε. Ναι, το 'αγόρι' κάπου τριγυρνούσε. Αν δεν ήταν μέσα στο παλάτι ή στους κήπους, θα ήταν κάπου μέσα στην πόλη. Συχνά το έσκαγε κι ο γέρος απασχολημένος με τη δουλειά του στον κήπο, δεν μπορούσε να το ελέγξει. Τέλος, η Ναζουάντα ξέχασε το παράξενο αυτό πλάσμα και τον ισχυρισμό του, πως αυτό ήταν η αιτία της ύπαρξης της τριανταφυλλιάς. Η προσοχή της στράφηκε αποκλειστικά και μόνο στο θάμνο. Κάθε φορά που κατέβαινε στο περιβόλι είχε δώσει διαταγή να της στήνουν ένα ανάκλιντρο εκεί δίπλα στη ρίζα της τριανταφυλλιάς και δεν έκοβε ποτέ τα λουλούδια, παρά μόνο όταν πλησίαζαν αυτά να μαραθούν. Παρά καθόταν όση περισσότερη ώρα μπορούσε να πίνει το μεθυστικό χυμό τους από κει, απ' τον ίδιο το θάμνο τους. Εξ άλλου, τα κομμένα άνθη είχαν αποδειχθεί πολύ ανθεκτικά. Ένα μονάχα κατάφερνε να διατηρεί το μεθυστικό άρωμά του και τη ζωντάνια του για μέρες.

Η Ναζουάντα αναστέναξε και ξεκίνησε να γυρίσει πίσω στο γραφείο της ακολουθούμενη από την Έλβα και τους φρουρούς της. Η προσωπική της καμαριέρα βάλθηκε να τη βοηθήσει να αλλάξει τα βαριά βασιλικά ενδύματα, καθώς το δείπνο της την περίμενε πάνω στο τραπέζι.

'Δεν πεινώ, είμαι χορτάτη' δήλωσε η βασίλισσα, απαξιώνοντας το γεμάτο δίσκο. 'Γευμάτισα νωρίτερα, στον κήπο. Τώρα, θέλω να εργαστώ μόνη.'

Όλοι οι υπηρέτες, καθώς και η ίδια η Φάρικα έχουν παρατηρήσει μαζί με τις αλλαγές στην συμπεριφορά και στη διάθεσή της, πως παραμελεί όλα τα γεύματά της, ισχυριζόμενη ότι δεν πεινά. Η Μεγαλειοτάτη έχει αρχίσει ν' αδυνατίζει και καθώς τα πλούσια ενδύματα πέφτουν από πάνω της, η λεπτή της σιλουέτα φαντάζει ακόμα λεπτότερη. Η Φάρικα αποσύρεται υπάκουα, 'ξεχνώντας' το δίσκο με τις λιχουδιές πάνω στο τραπέζι. Ίσως, αργότερα, η βασίλισσα αλλάξει γνώμη ...

Η Ναζουάντα κάθεται και πάλι πίσω απ' το γραφείο της, φέρνοντας μπροστά της το βάζο με το κομμένο τριαντάφυλλο. Οι σκιές μέσα στην κάμαρα πυκνώνουν, μα εκείνο σκορπά τη λάμψη και την ευωδία του. Τριγύρω της ρέουν κόκκινες νεφέλες, καθώς και μαγεμένοι ψίθυροι. Φωνές από τα παλιά, που καλούν διαρκώς τ' όνομά της. Λευκές σελίδες μπροστά της γεμίζουν με παράξενα σχήματα κι ιδεογράμματα κι αργότερα, όταν το σκοτάδι έχει πέσει και το μοναδικό φως που έχει μείνει να φωτίζει τη βασιλική κάμαρη προέρχεται από τη φωτιά στο παραγώνι, ένα μικροσκοπικό πλάσμα υλοποιείται ανάμεσα στις φλόγες. Ένας μικρός, κατακόκκινος δράκος, που ξεφεύγει απ' τα στενά πλαίσια του τζακιού κι αρχίσει να περιίπταται ένα γύρω στο δωμάτιο. Οι φολίδες του γυαλίζουν σαν αστραφτερά ρουμπίνια, ενώ τα κάτασπρα καρφιά της πλάτης και της ουράς του αστραποβολούν σαν λευκός όνυχας μέσα στο μισοσκόταδο. Η βασίλισσα έχει ήδη πέσει στο κρεβάτι, το βάζο, με τη μοναδική 'καρδιά του εραστή' μέσα του, βρίσκεται ακουμπισμένο πλάι της, όσο πιο κοντά της γίνεται και καθώς η ύπαρξή της όλη έχει γεμίσει από το άρωμά του, με τα νυσταγμένα της μάτια παρατηρεί το μικροσκοπικό κόκκινο πλάσμα να πεταρίζει πάνω της, κοντά στις ανοιγμένες κουρτίνες του κρεβατιού.

… Η Ναζουάντα απλώνει το χέρι, προσπαθώντας να φτάσει το μικρό κόκκινο δράκο, μα εκείνος πετά τόσο ψηλά μέσα στην κάμαρα … Ταυτόχρονα νιώθει μια ζεστή ανάσα να πλησιάζει τ' αυτί της και να ψιθυρίζει γλυκά … σαγηνευτικά …

'… Ναζουάντα … έλα σ' εμένα …'

… Ο μικρός δράκος κάθεται πάνω στον ένα στύλο του κρεβατιού, ενώ τυλίγει γύρω απ' αυτόν την αγκαθωτή ουρά του ... Κόκκινες ομίχλες πυκνώνουν γύρω της, καθώς μέσα απ' τις σκιές δυνατά χέρια ξεπροβάλουν και την ακινητοποιούν πάνω στο κρεβάτι ... Δύο υγρά χείλη σέρνονται στο εβένινο λαιμό της και σταματούν πάνω στο αριστερό στήθος της … κοντά στο μέρος της καρδιάς της …

'… Ναζουάντα … δώσε μου την ψυχή σου …'

Και η Κυρά της Αλαγαισίας, για πρώτη φορά θα νιώσει ένα κενό μέσα στο στομάχι.

~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~

Η μαύρη νύχτα έχει πέσει στον κήπο και το φεγγάρι κρύβεται κι αυτό ανάμεσα στα φυλλώματα των πυκνών δέντρων. Μέσα στη μικρή καλύβα με τα εργαλεία, η κόρη του κηπουρού ξεφορτώνεται τα χοντρά, τριμμένα ενδύματα που ντύνουν το ντελικάτο, καλλίγραμμο κορμί της. Φόρεμα κίτρινο, μακρύ, μεταξωτό, στολισμένο με χρυσές δαντέλες και διαμάντια ξεθάβεται από μυστική κασέλα, για να σκεπάσει το λεπτό κοριτσίστικο σώμα. Και χτένα σκαλισμένη πάνω σε κόκκινο κοράλλι χτενίζει τα ξέπλεκα, τα πυκνά, κατακόκκινα μαλλιά, που το τριμμένο ψάθινο καπέλο αποστερεί τις μέρες από την ομορφιά τους. Δώρα βασιλικά, που η κόρη έχει κρύψει, παραχωμένα ανάμεσα στα χώματα και τις βρωμιές της έρημης καλύβας. Δώρα εκείνου …

Μα το καλύτερο, το μεγαλύτερο, το ακριβότερο δώρο, το πιο πολύτιμο, είναι κρυμμένο σε πλήρη θέα πίσω απ' την καλύβα. Η κόρη βγαίνει από την πίσω πόρτα και πλησιάζει τη ρίζα της τριανταφυλλιάς της. Τη στιγμή που οι χλωμές ακτίνες του φεγγαριού περνούν το ασημένιο φως τους ανάμεσα απ' τα φυλλώματα, με λεπτή, αιχμηρή βελόνα τρυπά αποφασιστικά τη φλέβα του χεριού της. Πορφυρές σταγόνες ραντίζουν τους ανθούς και τη ρίζα, καθώς το χώμα πίνει λαίμαργα την προσφορά.

'Αγαπημένε μου … άρχοντά μου …' ψελλίζει η κόρη και το κορμί της ολάκερο καίγεται απ' τη θύμηση του αγγίγματος εκείνου … 'Το πολύτιμο το δώρο σου ποτίζω με το αίμα της καρδιάς μου! Διπλά πολύτιμο για μένα, γιατί αυτό θε να 'ναι το μέσο της εκδίκησης για το χαμό σου.'

Κι η κόρη του κηπουρού γονατίζοντας μπροστά στη ρίζα, απλώνει τα λεπτά της χέρια, χαϊδεύει τρυφερά και φιλά τα πέταλα απ' την ΄καρδιά του εραστή' της, του βασιλιά.


Σας ευχαριστώ που διαβάσατε αυτή την ιστορία.