A./N: Ειλικρινα περιμενα πως εγραφα μονο για τον εαυτο μου xD μου φαινεται υπεροχο που υπαρχουν κι αλλοι ανθρωποι που διαβαζουν τις χαζομαρες που γραφω, σας ευχαριστω που με διαβαζετε:') χαρη σε ένα ποστ σεντονακι (γιειι!) αποφασισα να κανω δυο παρτ στο α' προσωπο, από τα οποια στο ενα θα αφηγειται η Ερμιονη και θα γραψω και ένα αργοτερα με αφηγητη τον Ντρακο. Το παρακατω παρτ είναι από την οπτικη γωνια της Ερμιονης. Συγνωμη αν βγει ολιγον τι βλακεια, το εγραψα στις 3 τα ξημερωματα!;/ περιμενω την κατανοηση και τα θετικα/αρνητικα σχολια σας!


Μόνο γιατί μ' αγάπησες γεννήθηκα,
γι' αυτό η ζωή μου εδόθη.
Στην άχαρη ζωή την ανεκπλήρωτη
μένα η ζωή πληρώθη.
Μόνο γιατί μ' αγάπησες γεννήθηκα.

-Μαρία Πολυδούρη, Μόνο γιατί μ'αγάπησες


Εκείνο το πρωί, είχα το προαίσθημα πως κάτι θα πήγαινε στραβά. Καθώς ανασηκώθηκα από το κρεβάτι, η σκέψη μου έτρεχε μακριά, τα μάτια μου κοιτούσαν κάτι πέρα από την κοκκινόχρυση ταπετσαρία του δωματίου. Ο Ντράκο ήταν σίγουρος γι'αυτό που ήθελε. Ήθελε εμένα, απόλυτα και αμετάκλητα. Κι εγώ ήθελα εκείνον, με τον ίδιο απόλυτο τρόπο που με ήθελε κι αυτός. Όμως η αμφιβολία και η ανασφάλεια που πάντα είχα ως παιδί είχαν σφηνώσει βαθιά μέσα στο μυαλό μου. Κι αν ήμουν απλά ένα καπρίτσιο; Το καπρίτσιο του πλούσιου αγοριού που οι γονείς του για πρώτη φορά του απαγόρευαν κάτι;

Σηκώθηκα αργά από το στρώμα και κατευθύνθηκα προς το μπάνιο. Το ζεστό νερό που έτρεχε στο σώμα μου χαλάρωνε τους μύες μου και εμένα την ίδια, άρχισα να σκέφτομαι πιο καθαρά. Τα πράγματα ήταν πολύ απλά. Όταν ο Ντράκο ήθελε κάτι, κανείς και τίποτα δε μπορούσε να του αλλάξει γνώμη. Όσο κι αν προσπαθούσα να αντισταθώ, τόσο περισσότερο εκείνος θα με διεκδικούσε. Έτσι αποφάσισα να αφεθώ. Στην πραγματικότητα, ήμουν κι εγώ ερωτευμένη μαζί του.

Η σκέψη μου είχε κολλήσει στο υπέροχο, αλαβάστρινο πρόσωπό του, στα γκρίζα μάτια του, τα χέρια του πάνω στο γυμνό, βρεγμένο μου σώμα και πόσο πολύ τον ήθελα εκείνη τη στιγμή κοντά μου. Ξαφνικά, ένιωσα κάποιο χέρι να αγγίζει απαλά τη βάση της σπονδυλικής μου στήλης. Αναρίγησα ελαφρά, καθώς το χέρι του Ντράκο κουλουριαζόταν γύρω από το σώμα μου. Γύρισα αργά το κεφάλι μου για να τον κοιτάξω, καθώς κολλούσε το γυμνό του σώμα απαλά με το δικό μου.

''Ντράκο;'' αναφώνησα, έκπληκτη. Πως στο καλό είχε βρεθεί εδώ; Πριν λίγα δευτερόλεπτα βρισκόταν μόνο μέσα στο κεφάλι μου!

''Σςςς'' ψιθύρισε, βάζοντας τον δείκτη του πάνω στα χείλη μου, διακόπτοντας με. ''Σημασία έχει πως είμαι εδώ που με ήθελες να είμαι''

Σταμάτησα να σκέφτομαι, καθώς τα χείλη του άγγιζαν απαλά το λαιμό μου, τα δόντια του δάγκωναν τους λοβούς των αυτιών μου, τα δυνατά χέρια του ένωναν τα βρεγμένα κορμιά μας με έναν τρόπο που έδειχνε ταιριαστός…

Τα μάτια μου άνοιξαν απότομα και η απογοήτευση φώλιασε στο στομάχι και το στήθος μου, καθώς συνειδητοποίησα πόσο αληθινή ήταν η μικρή μου φαντασίωση. Αναστέναξα και βγήκα από το μπάνιο, αρπάζοντας μια πετσέτα και σκουπίζοντας γρήγορα το σώμα μου, για να ετοιμαστώ για το πρωινό.

Η υπόλοιπη μέρα κύλησε υπερβολικά αργά. Τα πράγματα που ήθελα να αποφύγω, τα έβρισκα διαρκώς εμπρός μου, επιβεβαιώνοντας το άσχημο προαίσθημα που είχα το πρωί. Η συνεχής ρουτίνα των περασμένων μηνών φαινόταν πως θα έπαινε καιρό μέχρι να σπάσει: πρωινό με τους εχθρικούς Γκρίφιντορ, απολογητικά χαμόγελα από τον αγαπημένο μου Σλίθεριν, καθώς ένιωθε ένοχος για την στάση των φίλων μου απέναντί μου. Τον διαβεβαίωσα πως ουδεμία σχέση δεν είχε εκείνος με τη ξεροκεφαλιά των πρώην –όπως φαινόταν- κολλητών μου. Ο Χάρι και ο Ρον έβλεπαν με καχυποψία τον χρόνο που περνούσα με τον Ντράκο.

''Δε μπορώ να καταλάβω τι κάνετε'' πέταξε ένα σαββατιάτικο απόγευμα δήθεν αδιάφορα ο Ρον και κρύφτηκε γρήγορα πίσω από το ογκώδες αντίτυπο του Κουίντις ανά τους αιώνες, που του είχα κάνει δώρο τα Χριστούγεννα, αποφεύγοντας το φαρμακερό βλέμμα μου. Απέφυγα να του απαντήσω. Η Τζίνι με κοίταξε, βγάζοντας τη γλώσσα της κοροϊδευτικά. ''Μην ανυσηχείς για τον Ρόναλντ'' μου είπε χαλαρά, καθησυχάζοντάς με. Ο Χάρι, που καθόταν δίπλα της, απέφευγε να μου ρίξει ένα βλέμμα. Όταν κατά λάθος το βλέμμα του συναντούσε το δικό μου, τα μάτια του σκούραιναν και απέστρεφε γρήγορα τη ματιά του.

Αυτή η κατάσταση με προβλημάτιζε αρκετά. Δε μου άρεσε αυτή η κατάσταση και περισσότερο απ'όλα, μισούσα το γεγονός πως οι Γκρίφιντορ, και σχεδόν όλο το σχολείο, μου είχαν βγάλει το όνομα Η Πριγκίπισσα του Σλίθεριν. Εγώ το έβρισκα εκνευριστικό, όμως ο Ντράκο το έβρισκε εξαιρετικά αστείο και αξιαγάπητο.

''Ο Πρίγκιπας του Σλίθεριν χρειάζεται μια Πριγκίπισσα στο πλάι του'' μου είχε πει, σε μια προσπάθεια να με κάνει να χαμογελάσω. Μετά από λίγο σταμάτησε τη προσπάθεια, όταν είδε πως η έκφρασή μου ήταν ίδια, όσο προσπαθούσε να αστειευτεί για να μου φτιάξει τη διάθεση.

Μέσα σε όλα τα στραβά, όμως, είχα τον Ντράκο στο πλάι μου. Προσπαθούσε να με πείσει να μην περνάω τόσο πολύ χρόνο μαζί του και να προσπαθήσω να αποκαταστήσω τη σχέση μου με τους φίλους μου. Εγώ είχα επιμείνει.

''Όχι Ντράκο, δεν θέλω'' του είχα πει. ''Στο κάτω κάτω, δεν ήμουν εγώ αυτή που σταμάτησα να τους μιλάω και να είμαι φιλική μαζί τους. Μέχρι να αλλάξουν τη στάση τους, οι προσβολές και η αδιαφορία τους θα βρίσκουν πάντα στον ίδιο, ψυχρό τοίχο.'' Εκείνος είχε στριφογυρίσει τα μάτια, κοροϊδευτικά. ''Έλα τώρα, Ερμιόνη, μην είσαι τόσο πεισματάρα.'' Προσπάθησε να με πείσει, εξαπολύοντας όλη τη γοητεία του και τη μαγεία των γαλαζο-γκρίζων ματιών του. ''Ο Πότερ και ο Ουέσλι ήταν στη ζωή σου πολύ πριν μπω εγώ. Μην βάζεις την περηφάνια σου πάνω απ'όλα!''

Φυσικά, σε αυτή την αντιδικία εγώ βγήκα νικήτρια, καθώς ο Ντράκο δε μπορούσε να καταλάβει πως ένιωθαν ο Χάρι και ο Ρον. Τους ήξερα καλύτερα απ'όσο νόμιζε. Στο κάτω κάτω δεν ήταν οι δικοί του φίλοι που είχαν σταματήσει να του μιλάνε. Σε αντίθεση με τους Γκρίφιντορ, που έβλεπαν τον Ντράκο σαν εχθρό, όλοι οι Σλίθεριν ήταν πολύ φιλικοί απέναντί μου. Όλοι, με μία και μοναδική εξαίρεση. Η Πάνσι Πάρκισον ήταν πάντα εκεί, στο δεξί πλευρό του Ντράκο, να με κοιτάζει βλοσυρά και να μου ρίχνει δολοφονικές ματιές, όσο ο καλός της με κοιτούσε με λαχτάρα και αγάπη.

Το ίδιο βράδυ, ήμουν τόσο κουρασμένη, που τα μάτια μου ήταν έτοιμα να κλείσουν. Ήμουν σχεδόν κοιμισμένη πάνω από το ρολό κιμά που είχαμε για βραδινό και αναρωτιόμουν που στο καλό να ήταν ο Ντράκο, καθώς δεν είχε εμφανιστεί. Ανασηκώθηκα από την καρέκλα μου με θόρυβο, όμως κανένας δε γύρισε να με κοιτάξει. Η Τζίνι μόνο, πιστή σε μένα -ακόμα- γύρισε απότομα προς το μέρος μου, μπουκωμένη με ρολό και με την απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της.

''Είμαι κουρασμένη, Τζιν, αυτό είναι όλο'' απάντησα, ανασηκώνοντας τους ώμους αδιάφορα.

Βγήκα με αργά βήματα, όταν ένα μεγαλόσωμο αγόρι στάθηκε μπροστά μου, κλείνοντάς μου την είσοδο. Ήμουν τόσο κουρασμένη, που δεν μπορούσα να αναγνωρίσω ποιος ήταν.

''Τελείωσες κιόλας το βραδινό σου;'' ρώτησε η ενθουσιώδης φωνή. ''Τέλεια! Σου έχω μια έκπληξη''

Εν-τάξει; είπα από μέσα μου και ακολούθησα την φωνή, η οποία όπως διαπίστωσα είχε και υλική υπόσταση. Το χέρι της φωνής άγγιξε απαλά το χέρι μου. Τα δάχτυλά της μπλέχτηκαν με τα δικά μου. Τότε συνειδητοποίησα ξαφνικά, πως η γνωστή θερμότητα του χεριού και η ακόμα πιο γνωστή φωνή του Ντράκο Μαλφόι μου είχαν μια έκπληξη!

Άνοιξα τα μάτια μου διάπλατα, ξεχνώντας με μιας τη κούρασή μου. Όμως η περιέργεια ήταν τόσο έντονη και δε μπορούσα να περιμένω να δω που ακριβώς με πήγαινε.

''Θα ήταν αγένεια να ρωτήσω που στο καλό πηγαίνουμε;'' Η φωνή μου ακούστηκε δυνατή στον άδειο διάδρομο. Ο Ντράκο στριφογύρισε τα μάτια, αλλά δεν απάντησε. Καθώς κατεβαίναμε όλο και πιο βαθιά στο κάστρο, αναγνώρισα την γνωστή είσοδο του εντευκτηρίου του Σλίθεριν. Για μια στιγμή σταμάτησα να ακούω, η σκέψη μου πέταξε μακριά, καθώς ο Ντράκο έλεγε το σύνθημα. Με τράβηξε απαλά μέσα και ανεβαίνοντας μια σκάλα, επιτέλους φτάσαμε στον προορισμό μας, μπροστά από μια κλειστή πόρτα. Το δωμάτιό του, φαντάστηκα.

Το δωμάτιό του! Η μικρή αυτή φράση έκανε το στομάχι μου να συσπαστεί από κάτι που αναγνώρισα σαν τρακ ηθοποιού. Ήμουν σίγουρη. Ήθελε να ολοκληρώσουμε.

''Νομίζω κατάλαβες γιατί σε έφερα εδώ…'' είπε, καθώς η φωνή του αργόσβηνε και το πρόσωπό του έπαιρνε ένα απαλό, όμορφο ροζ χρώμα. Είχε κοκκινίσει! Πρώτη φορά έβλεπα τονΝτράκο Μαλφόι να κοκκινίζει!

''Μάλιστα'' πρόφερα απαλά, κοιτάζοντας τα παπούτσια μου. Δεν άντεχα να τον κοιτάξω στα μάτια, ένιωσα πως θα καιγόμουν.

Το κοκκίνισμα συνέχιζε να υπάρχει στα μάγουλα και των δυο μας. Εκείνος άνοιξε τη πόρτα και μου έδειξε το χέρι του, προσκαλώντας με να περάσω. Αυτό που αντίκρισα δε το είχα φανταστεί.

Το δωμάτιό του ήταν μια μεγάλη σουίτα –ένα από τα πλεονεκτήματα του να είσαι ένας Μαλφόι. Ήταν πράσινο και διακοσμημένο με το προσωπικό γούστο του Ντράκο. Παντού ακριβοί πίνακες τέχνης. Κεριά παντού, έδιναν μια ρομαντική ατμόσφαιρα στο χώρο. Κοίταξα στο γραφείο του και πρόσεξα πόσο ακατάστατό και γεμάτο σημειώσεις και χαρτιά ήταν. Ένα βιβλίο τράβηξε τη προσοχή μου. Ήταν Ερωτική Ποίηση. Το πήρα στα χέρια μου για να το περιεργαστώ.

''Δεν ήξερα ότι διάβαζες ποίηση'' του είπα, έκπληκτη. Εκείνος στριφογύρισε τα μάτια του, ειρωνικά. ''Πάντα αυτός ο τόνος έκπληξης''

Γέλασα μαζί του βεβιασμένα. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα, το γέλιο έγινε αδύναμο και χάθηκε. Εκείνος, πιο σίγουρος και έμπειρος, πήρε απαλά το βιβλίο απ'τα χέρια μου και το άφησε στο γραφείο, στη θέση του, ούτε πόντο πιο πέρα. Με πλησίαζε αργά, όπως το λιοντάρι τη λεία του. Με κόλλησε πάνω του και άρχισε να φιλάει το λαιμό μου. Ο πόθος και η λαχτάρα θέριεψαν μέσα μου. Η γυναίκα που κοιμόταν στο κορμί μου ξύπνησε κι αυτή. Άρχισα να τον φιλάω κι εγώ, καθώς παράλληλα τον έγδυνα. Παρατήρησα πως έκανε κι εκείνος το ίδιο. Μετά βίας πρόσεξα το υπέροχο υπέρδιπλο κρεβάτι με τις πράσινες κουρτίνες, τον ουρανό και τα μαύρα σατέν σεντόνια. Πλησιάσαμε αργά το κρεβάτι και ξαπλώσαμε πάνω στα απαλά σεντόνια. Δεν πέρασε ούτε λεπτό και το κρεβάτι είχε ήδη ξεστρωθεί.

Εκείνη τη στιγμή, δε σκεφτόμουν τίποτα πέρα από εκείνον κι εμένα. Τα σώματά μας να έχουν γίνει ένα, μπλεγμένα μαζί, σαν δυο κομμάτια που ήταν φτιαγμένα για να ενωθούν. Ήθελα να ουρλιάξω, να φωνάξω το όνομά του, αλλά δε μπορούσα να βρω τη φωνή μου. Τα μάτια μου παρέμειναν ανοιχτά, κοιτώντας το υπέροχο σώμα του να δουλεύει μαζί με το δικό μου. Ένιωθα τόσο υπέροχα εκείνη τη στιγμή, ένιωθα πως τίποτα δε θα μπορούσε να τη χαλάσει. Ο ιδρώτας μας μπλεκόταν με τα σατέν σεντόνια και μας έκανε να γλιστράμε. Ο Ντράκο ξέσπασε σε γέλια, άκουγα το γλυκό ήχο του γέλιου του δίπλα στ'αυτί μου.

Δεν μπορούσα να συνειδητοποιήσω πόση ευτυχία ένιωθα. Είχα πετάξει ψηλά στον ουρανό και δεν ήθελα να ξανακατέβω ποτέ ξανά στη γη. Ήθελα να πετάμε μαζί, σφιχταγκαλιασμένοι και να μην αφήσουμε ποτέ ο ένας τον άλλο…

Το επόμενο πρωί, όταν έφτασα στη γη, ένιωθα ακόμα σαν να πετούσα.

Η μελωδική φωνή του Ντράκο Μαλφόι ψιθύριζε στο αυτί μου.

''Καλημέρα'' είπε και μου χάρισε το πιο λαμπερό χαμόγελο που είχα δει ποτέ στη ζωή μου. Χαμογέλασα κι εγώ. Ήταν όλα τόσο όμορφα! Κάνεις δε θα μου χαλούσε τη διάθεση σήμερα.

Καθίσαμε για πολύ ώρα ακόμα στο κρεβάτι, μιλώντας, ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Τα σατέν μαύρα σεντόνια του ήταν το μόνο πράγμα που έκρυβε τη γύμνια μας. Άλλα εγώ ένιωθα άνετα, είτε με ρούχα είτε χωρίς. Πλέον δεν υπήρχε τίποτα να με κάνει να νιώσω ντροπή μπροστά του. Τον είχα εμπιστευτεί απόλυτα, του είχα φανερώσει κάθε ατέλεια του κορμιού μου.

Εκείνο που μου έκανε εντύπωση δεν ήταν η ευχαρίστηση, αλλά η αγάπη που ένιωσα γι'αυτόν όταν όλα τελείωσαν. Τώρα, τον κοιτούσα και δε μπορούσα να πιστέψω πως αυτό το πλάσμα που είχε κλείσει τα μάτια και απολάμβανε την υφή του στέρνου μου ήταν δικό μου, απόλυτα δικό μου. Ήθελα να πετάξω τα σκεπάσματα από πάνω μου και να αρχίζω να ουρλιάζω με όση δύναμη μου είχε απομείνει από το χθεσινό βράδυ. Η αδρεναλίνη έτρεχε αδιάλυτη στο αίμα μου.

Και καθώς οι σκέψεις μου πετούσαν μακριά, πολύ μακριά από το μικρό, ρομαντικό μας σκηνικό, ο Ντράκο έσπασε τη σιωπή.

''Πρέπει να φύγεις'' ψιθύρισε, με μια επίπεδη φωνή. Η καρδιά μου ξεφούσκωσε στο στήθος μου. Όλα ήταν ένα όνειρο λοιπόν. Ένα όνειρο και είχε έρθει η ώρα να ξυπνήσω. Ο Ντράκο πρόσεξε την έκφρασή μου και τα μάτια του πήραν φωτιά από την οργή που φώλιαζε μέσα του και ήταν έτοιμη να ξεσπάσει. Αυτό το είδος οργής ήταν τόσο χαρακτηριστικό για τον Ντράκο. Πάντα οργιζόταν για τα λάθος πράγματα. Δε του άρεσε να με στεναχωρεί, δε του άρεσε να με ακούει να υποτιμώ τον εαυτό μου -μαζί του είχα σχεδόν ξεχάσει να αυτοσαρκάζομαι. Πάνω απ'όλα, έπρεπε να είμαι εγώ καλά. Όπως είπα, λάθος πράγματα.

Πήρε το πρόσωπό μου στα χέρια του και με κοίταξε με ένταση, κατευθείαν μέσα στα μάτια. Τα μάτια του είχαν το χρώμα του ουρανού πριν τη καταιγίδα.

''Τι σκέφτηκες, ανόητο κορίτσι; Πως δε σε θέλω πια, αφού πήρα αυτό που ήθελα από σένα;'' Κούνησα αδύναμα το κεφάλι. Εκείνος συνέχισε, ορμητικός σαν ξεχειλισμένο ποτάμι, λες και δεν είχε προσέξει την κατάφασή μου. ''Πρέπει να καταλάβεις πως είμαστε κάτι παραπάνω από…'' δίστασε, δείχνοντας τα γυμνά κορμιά μας. Κατάλαβα αμέσως σε τι αναφερόταν. ''Αν ήθελα σεξ, θα μπορούσα να το βρω εύκολα ξέρεις.'' συνέχισε, κλείνοντας μου το μάτι. ''Όμως αυτό που νιώθω για σένα… Δεν έχει να κάνει με το σεξ. Με κάνεις ευτυχισμένο, Ερμιόνη. Για πρώτη φορά νιώθω πως δε βρίσκομαι εγκλωβισμένος σε μια σκοτεινή σήραγγα'' χαμογέλασε αδύναμα, καθώς το είπε αυτό. Χαμογέλασα κι εγώ μαζί του, δίνοντάς του κουράγιο να συνεχίσει. ''Μέχρι τώρα καμιά δεν ήταν σαν εσένα. Όλες ήταν ίδιες, η μία μετά την άλλη. Αν ήθελα να πάω με κάποια, απλά της το ανακοίνωνα. Κι εκείνη δεχόταν, χωρίς αντίρρηση. Ακόμα κι όταν περνούσαν περίοδοι, τις οποίες σιχαινόμουν τις γυναίκες, συνέχεια κάποια θα με έκανε να λυγίσω. Όμως εσύ…'' Τα μάτια του έπεσαν στα χέρια μας, πάνω στο κρεβάτι, το ένα χέρι μέσα στο άλλο. Δεν είχα προσέξει πως τα χέρια μας ήταν μπλεγμένα, με είχαν μαγέψει τα λόγια του. ''Θέλω να πω… καμία ποτέ δεν έψαξε αυτό που είμαι. Καμιά ποτέ και κανείς δε πίστεψε σε μένα, πως έχω κάτι καλό μέσα μου, θέλω να πω. Όμως εσύ, Ερμιόνη, εσύ με κάνεις να θέλω να γίνομαι καλύτερος.''

Δε μπορούσα να αρθρώσω λέξη. Βρισκόμουν εκεί, τυλιγμένη με το σεντόνι, να τον κοιτάζω, χάσκοντας. Ο Ντράκο συνέχισε να με κοιτάζει, με τα χαρακτηριστικά του να ακτινοβολούν. Έμοιαζε ολόκληρος σαν τον Θεό Ήλιο. Με βοήθησε να ντυθώ και ύστερα, όταν βρισκόμασταν και οι δυο σε ευπρεπή κατάσταση, κατεβήκαμε αργά στο εντευκτήριο του Σλίθεριν. Η ανάσα μου πάγωσε. Όταν συνειδητοποίησα πως το εντευκτήριο ήταν άδειο, η ανάσα μου βρήκε τους κανονικούς της ρυθμούς.

''Ακόμα κι έτσι'' είπε, δείχνοντας το άδειο εντευκτήριο ''Πάω στοίχημα πως όλοι θα μάθουν πως δε κοιμήθηκες στον κοιτώνα σου χθες βράδυ. Μάλιστα, στοιχηματίζω 10 γαλέρες πως θα το συζητάνε μόλις κατεβούμε τώρα στη τραπεζαρία.''

Και είχε απόλυτο δίκιο. Γρρ του χρωστούσα 10 γαλέρες!

Το πρωινό πέρασε όπως και τις προηγούμενες μέρες. Τα μαθήματα ήταν ανιαρά. Ήμουν έτοιμη να με πάρει ο ύπνος στην Ιστορία της Μαγείας. Οι φίλοι μου, αν ήταν μια φορά απόμακροι, τώρα ήταν δέκα. Δεν μπορούσαν να μου συγχωρήσουν το γεγονός ότι είχα κοιμηθεί με τον Μαλφόι. Και φυσικά, η φήμη πως η Ερμιόνη Γκρέιντζερ ήταν μια μεγάλη τσούλα έκανε το γύρο του Χόγκουαρτς. Τριγυρνούσαμε στο κάστρο με τον Ντράκο, όμως κανείς δε τολμούσε να πει τίποτα μπροστά μας. Ήταν εξωφρενικό! Θα πήγαινα να μιλήσω στον Ντάμπλντορ! Το πράγμα είχε ξεφύγει από τα όρια!

Και καθώς σκεφτόμουν αυτά, διασχίζοντας τη Μεγάλη Τραπεζαρία –χωρίς τον Ντράκο- έπεσα πάνω σε κάποιον. Ήμουν έτοιμη να ζητήσω συγνώμη όταν είδα το θυμωμένο πρόσωπο το οποίο άνηκε στο άτομο που είχα πέσει πάνω του.

Η τύχη σου δεν έχει όρια, Γκρέιντζερ! ψιθύρισε μια θυμωμένη φωνούλα στο κεφάλι μου. Μπροστά μου, με όλη της τη μεγαλειότητα, συνοδευόμενη από την βασιλική της Αυλή, βρισκόταν η Πάνσι Πάρκινσον.

''Βρε, βρε'' είπε η ειρωνικά η Πάνσι, βάζοντας τα χέρια της στους γοφούς της. ''Ποιαν έχουμε εδώ; Την αυτοκρατορική τσούλα του Χόγκουαρτς, με όλη της την μεγαλοπρέπεια''. Την κοίταξα, παίζοντας με τις κόρες των ματιών μου, ψάχνοντας στο μυαλό μου κάτι τσουχτερό για να της απαντήσω. ''Καμιά που κοιμήθηκε με τον Ντράκο Μαλφόι δεν χαρακτηρίστηκετσούλα, Πάνσι.'' την ενημέρωσα ήρεμα. ''Λέγεται απλώς πολύ τυχερή. Φαντάζομαι εσύ δε θα αποκτήσεις σύντομα αυτό τον τίτλο''. Κάποια κορίτσια στην τραπεζαρία γέλασαν, βρίσκοντας έξυπνη και αστεία την απάντησή μου. Η Πάνσι γέλασε κι αυτή μαζί τους, σμίγοντας τα φρύδια της πάνω από τα μάτια της. Φαινόταν πράγματι απειλητική. Εγώ όμως δε τη φοβόμουν.

''Οι εξυπνάδες δε θα σου χρησιμεύσουν σε τίποτα στο γραφείο του Ντάμπλντορ, Γκρέιντζερ'' επισήμανε. ''Πάω στοίχημα πως ο κύριος διευθυντής δε θα ευχαριστηθεί πολύ αν μάθει πως εξέθεσες την ερωτική σου ζωή στη φόρα''

Όταν εγώ δεν απάντησα, εκείνη συνέχισε. ''Απορώ τι σου βρίσκει ο Ντράκο. Έγινε τόσο κακόγουστος ξαφνικά;''

''Εγώ απορώ τι έβρισκε σε σένα τόσα χρόνια, Πάνσι'' της απάντησα, με τα δόντια μου να τρίζουν.

Τα μάτια της Πάνσι έγιναν δυο μικρές σχισμές, καθώς έψαχνε μέσα στο μανδύα της για να βρει το ραβδί της. Όταν το βρήκε, το έστρεψε προς το μέρος μου. Μια ομαδική κραυγή έκπληξης διέτρεξε τη τραπεζαρία.

''Βρωμερή Λασποαίματη!'' κραύγασε. ''Θα το μετανιώσεις! Βάσανους!''

Πριν καν βάλω το χέρι μου μέσα στο δικό μου μανδύα, το σώμα μου έπεσε στο πάτωμα, σφαδάζοντας. Πονούσα. Στο μυαλό μου κυριαρχούσε ο πόνος. Όλο μου το σώμα πονούσε.Συγκεντρώσου, Ερμιόνη, συγκεντρώσου, σκεφτόμουν. Είναι απλώς μια παραίσθηση, δε πονάς αληθινά! Αυτό όμως δε με βοήθησε και συνέχισα να σφαδάζω, ανήμπορη. Η Πάνσι, συνέχιζε, απτόητη.

Όταν σταμάτησε επιτέλους το ξόρκι, σηκώθηκα τρεκλίζοντας και έβγαλα γρήγορα το ραβδί από το εσωτερικό του μανδύα μου. Πρόφερα το πρώτο ξόρκι που μου ήρθε στο μυαλό.

''Μαρμαρώσιους!''

Εκείνη όμως με πρόλαβε. Είδα τα χείλη της να προφέρουν γρήγορα το προστατευτικό ξόρκι. Μια γυαλιστερή, γαλάζια διαφανής μπάλα την τύλιξε και το ξόρκι μου σκόρπισε μακριά. Ήταν μια πολύ δυνατή μάγισσα η Πάνσι Πάρκινσον, όμως όχι ανίκητη. Θεωρούσα τον εαυτό μου ικανό να τη νικήσει.

Εξαπολύαμε κατάρες η μια στην άλλη, προσπαθώντας να αφοπλίσουμε –από μεριά μου- ή να σκοτώσουμε –από μεριά της. Όταν μια Αβάντα Κεντάβρα άγγιξε την ασπίδα μου, προσευχήθηκα μέσα μου κάποιος καθηγητής να έρθει και να τη σταματήσει Τι θα γινόταν αν κάποια από μας τραυματιζόταν σοβαρά;

''Σταματήστε!''

Μια φωνή, γνωστή με περισσότερους τρόπους από ότι ήταν δυνατόν, ερχόταν προς το μέρος μας, βρίζοντας και εκτελώντας προστατευτικά ξόρκια, για χάρη μου. Η μορφή του Ντράκο Μαλφόι, θυμωμένος όσο δεν πήγαινε και βασανιστικά όμορφος, ερχόταν προς το μέρος μας. Τα μάτια του είχαν τώρα ένα σκούρο γκρίζο. Προμηνυόταν καταιγίδα, το ένιωθα, καθώς έβλεπα τα μάτια του να κοιτάζουν όλο μίσος την Πάνσι. Πίσω του, βρισκόταν η καθηγήτρια ΜακΓκόναγκαλ.

''Κύριε Μαλφόι, οδηγήστε σας παρακαλώ τη δεσποινίδα Πάρκινσον στο γραφείου του κυρίου Σνέιπ. Όσο για σένα, δεσποινίς Γκρέιντζερ'' είπε αυστηρά η καθηγήτρια ΜακΓκόναγκαλ ''Θα έρθεις μαζί μου.''

Κοίταξα για μια τελευταία φορά πίσω μου, πριν απομακρυνθώ στην έξοδο της τραπεζαρίας μαζί με τη καθηγήτρια. Χωρίς να μπορώ να καταλάβω πως, οι Ουέσλι μαζί με τον Χάρι βρίσκοταν μπροστά από το πλήθος, μπορούσα να τους διακρίνω. Στο βλέμμα τους έβλεπα την ανυσηχία. Μπροστά τους βρισκόταν ο Ντράκο. Τους μιλούσε. Με κοίταξε, με ένα θυμωμένο και συνάμα απολογητικό βλέμμα. Άρπαξε την Πάνσι άγρια από το μπράτσο και την έσυρε σχεδόν στα μπουντρούμια, που βρισκόταν το γραφείο του καθηγητή Σνέιπ. Αναστέναξα και με βαριά βήματα, εξαντλημένη από τη Βασανιστική Κατάρα, ακολούθησα την υπεύθυνη του κοιτώνα μου στο γραφείο της.


Α/Ν: έκανα ότι καλυτερο μπορουσα, να ειστε σιγουροι!;) λοιπον ελπιζω να το απολαυσατε οσοι το ζητησατε! Σκεφτομαι το επομενο παρτ να είναι Draco's POV ώστε να δουμε τι ειπε στους Ουεσλι και τον Ποτερ και τι εγινε με την Πανσι! Περιμενω τη γνωμη σας! Σας αγαπω ολους, υπεροχοι Haunters (ελπιζω να σας αρεσει το νειμ χδ) φιλιαααα θα τα ξαναπουμε συντομααα