Κεφάλαιο 7
Η Σουζάνα μόλις είχε τελειώσει το πρωινό της, όταν χτύπησε η πόρτα. Η Σόφι, μια μεσόκοπη μετανάστρια μεξικάνα, ερχόταν δύο φορές την εβδομάδα και βοήθαγε την κυρία Μάρλοου στις δουλειές του σπιτιού. Έτσι και σήμερα η Σόφι έπιασε πρωί-πρωί δουλειά. Η Σουζάνα πήρε τη θέση της κοντά στο παράθυρο και άρχισε να διαβάζει ένα βιβλίο. Όταν ήρθε η ώρα η Σόφι να καθαρίσει στο σημείο που καθόταν η Σουζάνα, την πλησίασε.
«Σενιορίτα Σουζάνα περδόνα με. Συγνώμα με. Να καθαρίσω».
Η Σουζάνα χαμογέλασε με την Σόφι.
«Βέβαια Σόφι», είπε και μετακινήθηκε.
«Ω Σενιορίτα εσύ διαβάζεις libros… βιβλίος. Η hija μου, η κορίτσι μου, δεν καταφέρνει μάθει γράμματα εύκολα».
Η Σουζάνα έμοιαζε να απολαμβάνει την προφορά της Σόφι. Δεν υπήρχαν και πολλά ερεθίσματα για γέλιο στη ζωή της πια.
«Δεν ήξερα ότι έχεις κόρη Σόφι».
«Σι σενιορίτα. Και κόρη και γιο».
«Αλήθεια; Και πόσο χρονών είναι;»
«Mi hija είναι 11. Mi hijo είναι 23».
«Και η κόρη σου δεν μαθαίνει εύκολα γράμματα;»
«Η κόρη μιλάει, αλλά no γράφει και no διαβάζει. Και γιος τα ίδια. Γιος μεγάλος για να μάθει γράφει, αλλά κόρη κρίμα να μην ξέρει… Σκουόλα πολλά λεφτά».
«Πως τη λένε την κόρη σου Σόφι;»
«Κλαρίτα Σενιορίτα Σουζάνα».
«Λοιπόν Σόφι, αν θες μπορώ να τη βοηθήσω εγώ να μάθει, να γράφει και να διαβάζει».
«Εσύ σενιορίτα;»
Η κυρία Μάρλοου, που παρακολουθούσε αδιάφορα τη συζήτηση, πετάχτηκε αμέσως από τη θέση της για να επέμβει.
«Εσύ; Τι δουλειά έχεις εσύ Σουζάνα με την κόρη της καθαρίστριας;»
Η Σόφι κατέβασε το κεφάλι και βιάστηκε να μιλήσει:
«Σι Σενιορίτα Σουζάνα. Εσύ όχι καλά με κόρη μου».
Η Σουζάνα απευθύνθηκε στη μητέρα της με επιθετικό ύφος:
«Γιατί όχι μητέρα; Τι καλύτερο έχω να κάνω στη ζωή μου; Κάθομαι και περνάω όλη μέρα σε αυτό το καροτσάκι. Τι πειράζει να βοηθήσω ένα παιδάκι να μάθει γράμματα; Να προσφέρω κι εγώ κάτι; Να κάνω κάτι χρήσιμο;»
«Εσύ αυτό που έχεις να κάνεις είναι να πείσεις τον Τέρρυ να ορίσει την ημερομηνία του γάμου σας και να αφήσεις τις αγαθοεργίες. Εσύ έγινες μια σακάτισσα για να του σώσεις τη ζωή κι αυτός ούτε που αναφέρει πότε θα παντρευτείτε. Πρέπει να τον κάνεις να σε δει σαν γυναίκα, να σε αγαπήσει. Όχι να νταντεύεις ξένα παιδιά», είπε υπεροπτικά η κυρία Μάρλοου.
«Αν εσύ, η ίδια μου η μητέρα, με βλέπεις σαν σακάτισσα, πως περιμένεις να με εκτιμήσει ο Τέρρυ μητέρα; Αρκετά πια. Αρκετά. Ο Τέρρυ είναι δικός μου λογαριασμός. Είμαι κλεισμένη όλη μέρα εδώ μέσα και δεν κάνω τίποτε άλλο από το να χτενίζομαι και να περιμένω τον Τέρρυ να έρθει να με δει 2 φορές την εβδομάδα. Ζωή είναι αυτό; Θα βοηθήσω την Κλαρίτα να μάθει γράμματα, είτε σου αρέσει, είτε όχι μητέρα». Η Σουζάνα ακουγόταν αποφασισμένη.
«Μα δεν μπορώ να δεχτώ ότι θα έρχεται και θα σε επισκέπτεται η κόρη της καθαρίστριας Σουζάνα. Έλα στη θέση μου», διαμαρτυρήθηκε η κυρία Μάρλοου.
«Ευκαιρία λοιπόν να βγαίνεις και λίγο έξω αν δεν σου αρέσει η συντροφιά της», απάντησε η Σουζάνα και απομακρύνθηκε αφήνοντας πίσω τη μητέρα της.
Η κυρία Μάρλοου έμεινε ακίνητη να παρακολουθεί την κόρη της. Δεν μπορούσε να καταλάβει από πού προερχόταν όλο αυτό το ξέσπασμα της Σουζάνα.
«Σόφι, πες στην Κλαρίτα να έρθει αύριο το πρωί. Είναι καλά;»
«Μα Σενιορίτα, no κάνει».
«Άκουσε με Σόφι. Δεν είναι σωστό να στο ζητήσω κι άλλη φορά. Τα πρωινά μου είναι ελεύθερα. Ελπίζω να είναι και της Κλαρίτα», είπε η Σουζάνα με ειλικρίνεια στη φωνή της.
«Σι Σενιορίτα. Φχαριστώ Σενιορίτα».
Η Σουζάνα έπιασε και πάλι το βιβλίο της για να διαβάσει, έχοντας ένα χαμόγελο ικανοποίησης και ευχαρίστησης. Επιτέλους ένιωθε ότι είχε και κάτι άλλο να περιμένει εκτός από τον Τέρρυ να της χτυπήσει την πόρτα.
«Καλημέρα κυρία Πόνυ, Αδελφή Μαρία» είπε ο Τομ κατεβαίνοντας από την άμαξα.
«Καλημέρα Τομ» του απάντησαν.
Ο Τομ είδε την Πάτυ να πλησιάζει μαζί με τα παιδιά.
«Καλημέρα Πάτυ, είστε όλοι έτοιμοι;» ρώτησε ο Τομ.
«Ναιιιιιι» απάντησαν τα παιδιά, πριν καλά καλά προλάβει η Πάτυ να απαντήσει και αμέσως έτρεξαν και μπήκαν στην άμαξα του Τόμ. Ο Τομ τους είχε υποσχεθεί βόλτα για ψάρεμα. Ήταν μία δραστηριότητα, την οποία είχαν καθιερώσει τον τελευταίο καιρό.
Μία δραστηριότητα που στην αρχή άρεσε κυρίως στα παιδιά. Σιγά σιγά όμως είχε αρχίσει να ευχαριστεί και την Πάτυ, η οποία είχε αρχίσει να γίνεται πιο δεκτική στα τρυφερά αισθήματα του Τομ. Ο Τομ τη βοηθούσε πολύ με τα παιδιά και περνούσαν αρκετές ώρες μαζί.
Τα παιδιά έπαιζαν και η Πάτυ με τον Τομ τα επιτηρούσαν από μακριά.
«Πάτυ, είναι καιρός που ήθελα να σου πως μου αρέσει που περνάμε ώρες μαζί. Περνάω πολύ καλά».
Η Πάτυ κοκκίνισε.
«Κι εγώ περνάω καλά Τομ. Δεν ξέρω αν θα τα κατάφερνα με τα παιδιά, αν δεν ερχόσουν τόσο συχνά να μας πηγαίνεις εκδρομές. Τους κάνει καλό που αλλάζουν παραστάσεις».
«Σ' εσένα; Σ' εσένα Πάτυ κάνει καλό;» ρώτησε δειλά ο Τομ και η Πάτυ του έγνεψε καταφατικά χαμηλώνοντας το βλέμμα της .
Η Σουζάνα καθόταν ήσυχη στο δωμάτιό της. Σε λίγη ώρα θα ερχόταν η Κλαρίτα για το συνηθισμένο τους πια μάθημα. Ένας μήνας είχε περάσει από τότε που ξεκίνησαν τα μαθήματα και η μικρή Κλαρίτα σημείωνε σημαντική πρόοδο. Είχε μεγάλη θέληση για να μάθει, αλλά δεν μπορούσε να το κάνει χωρίς καθοδήγηση. Η υπομονή και επιμονή της Σουζάνα, είχαν αποδειχτεί μεγάλη βοήθεια για τη μικρή, η οποία ήταν πάντα συνεπής τόσο στην ώρα της, όσο και στο διάβασμά της. Κάθε πρωί πήγαινε σπίτι της Σουζάνα έκαναν 2 ώρες μάθημα και μετά σπίτι έκανε τις επαναλήψεις της και τις εργασίες της.
Η Κλαρίτα ήταν ένα όμορφο μελαψό κοριτσάκι. Αδύνατη, με μαύρα μακριά μαλλιά και μεγάλα μαύρα μάτια. Ήταν πολύ ντροπαλή στην αρχή, αλλά στην πορεία και καθώς οι δυο κοπέλες γνωρίστηκαν καλύτερα, άρχισαν να μιλούν μετά το μάθημα και για άλλα θέματα εκτός της σχολικής ύλης.
Η Κλαρίτα της έλεγε για τις όμορφες παραλίες του Μεξικού, με τα βελούδινα τυρκουάζ νερά και τους φίλους της που έτρεχαν ξυπόλητοι όλη μέρα παίζοντας με τη θάλασσα.
Η Σουζάνα της μιλούσε για το θέατρο. Για το πάθος της για την ηθοποιία, που ξεκίνησε όταν η ίδια ήταν μικρότερη και από την Κλαρίτα, μετά από μια παράσταση που παρακολούθησε η ίδια και η μητέρα της στο θέατρο. Η Σουζάνα της απήγγειλε ποιήματα και σκηνές από ρόλους, που είχε η ίδια ερμηνεύσει στο παρελθόν. Ένα παρελθόν που τώρα της φαινόταν μακρινό. Πολύ μακρινό.
Η Κλαρίτα έβλεπε πια στα μάτια της Σουζάνα τη μεγαλύτερη όμορφη δασκάλα και αδερφή που δεν είχε ποτέ, ενώ η Σουζάνα είχε βρει μια φίλη. Η Κλαρίτα με την αθωότητα της ηλικίας της, βοηθούσε τη Σουζάνα να ξεχαστεί από τα προβλήματά της και ήταν στην πραγματικότητα η μοναδική φίλη που είχε ποτέ.
Η Σόφι έφερνε κάθε μέρα την Κλαρίτα σπίτι της Σουζάνα και την έπαιρνε όταν τελείωναν το μάθημά τους. Είχε ζητήσει πολλές φορές από τη Σουζάνα να δεχτεί ένα μικρό ποσό που μπορούσε να διαθέσει ως δίδακτρα, αλλά η Σουζάνα δεν ήθελε ούτε να το ακούσει. Δεν δέχτηκε καν όταν η Σόφι πρότεινε να μην πληρώνεται για τις δουλειές του σπιτιού. Η Σουζάνα ένιωθε ότι κέρδιζε τόσα πολλά από τη συντροφιά της Κλαρίτα, που θα ήταν ανήθικο να δεχτεί χρήματα από τη μητέρα της.
Η κυρία Μάρλοου δεν έβλεπε με καλό μάτι τη σχέση των δύο κοριτσιών. Φοβόταν πως η κόρη της, έχοντας κάτι άλλο να ασχολείται, θα έχανε τον πρωταρχικό στόχο της. Να καταφέρει τον νεαρό Γκράντσεστερ να την παντρευτεί. Ήταν χρέος του να την αποκαταστήσει και η ίδια ήδη φανταζόταν τη μικρή της ως μελλοντική Δούκισσα του Γκράντσεστερ. Η κόρη της παρά την αναπηρία της, είχε πια ελπίδες να μπει στα σαλόνια της αριστοκρατίας.
Η Κλαρίτα όπως πάντα εμφανίστηκε στην πόρτα ακριβώς στην ώρα της. Έτρεξε προς το δωμάτιο της Σουζάνα και έκλεισε την πόρτα πίσω της:
«Καλημέρα Σουζάνα».
«Καλημέρα και σε σένα Κλαρίτα. Τι κέφια είναι αυτά σήμερα;»
Η μικρή πήγε κοντά της και της απάντησε με χαμηλή φωνή:
«Σήμερα σου έχω μια έκπληξη. Κοίτα τι σου έφερα», είπε η μικρή χαρούμενα και άνοιξε την χούφτα της που περιείχε μερικές καραμέλες.
«Καραμέλες; Που τις βρήκες;»
«Μου τις φίλεψε η μαμά μου που είμαι τόσο καλή μαθήτρια λέει και τις έφερα να τις μοιραστούμε».
Η Σουζάνα συγκινήθηκε από την κίνηση της μικρής. Η ίδια μπορούσε να έχει όσες καραμέλες ήθελε, το ίδιο όμως δεν ίσχυε και για τη μικρή φίλη της που, παρόλο που δεν μπορούσε να έχει σχεδόν ποτέ γλυκίσματα, με μεγάλη προθυμία δέχτηκε να μοιραστεί τα λιγοστά καραμελάκια της. Η Σουζάνα αποφάσισε ότι θα έπρεπε να πάρουν ένα μεγάλο βάζο με καραμέλες στο σπίτι και έτσι η Κλαρίτα θα μπορούσε να έχει όσες ήθελε.
Πήρε μία από τα χέρια της μικρής και της είπε:
«Θα πάρω μόνο μία για να γιορτάσω την πρόοδό σου. Ευχαριστώ».
«Μα όχι Σούζυ, πάρε κι άλλες».
«Δεν κάνει να πάρω κι άλλες. Θα παχύνω. Και μετά δεν θα χωράω στο καροτσάκι μου. Πρέπει να προσέχω τη σιλουέτα μου».
«Παχαίνεις εύκολα; Εγώ δεν παχαίνω με 3-4 καραμελίτσες».
«Εγώ όμως, δεν εξασκούμαι καθόλου τώρα πια και πρέπει να προσέχω τη διατροφή μου».
«Δεν κάνει να εξασκείσαι;»
«Πως; Κάνει. Αλλά είναι δύσκολο και επίπονο για μένα».
«Μην είσαι τεμπέλα Σούζυ. Έτσι δεν μου λες πάντα κι εσύ; Να μην είμαι τεμπέλα και να μην το βάζω κάτω; Έτσι πρέπει να κάνεις κι εσύ. Να προσπαθείς και να εξασκείσαι κι έτσι θα μπορείς να τρως όσες καραμέλες θέλεις», είπε η Κλαρίτα και έβαλε λαίμαργα μια καραμέλα στο στόμα της.
Η Σουζάνα διέκρινε ένα μεγάλο ποσοστό αλήθειας στα λόγια της μικρής. Όλο αυτό τον καιρό είχε παραιτηθεί από τα πάντα. Μάλλον έπρεπε να αρχίσει να προσπαθεί.
Μόλις τέλειωσε το μάθημα και η μικρή έφυγε, η Σουζάνα φώναξε τη μητέρα της. Η κυρία Μάρλοου έμεινε με το στόμα ανοιχτό, μόλις άκουσε τι της ζήτησε η κόρη της.
«Τι είπες;»
«Βοήθησέ με σε παρακαλώ να σηκωθώ και να σταθώ για λίγο».
«Μα τι σε έπιασε κόρη μου;»
«Θέλω για λίγο να σταθώ μητέρα. Που είναι το περίεργο;»
Η κυρία Μάρλοου τη βοήθησε να σηκωθεί και πρόσφερε τον ώμο της για να σταθεί η Σουζάνα. Μόνο μια στιγμή κατάφερε να σταθεί. Το πόδι της αδύναμο, δεν είχε τη δύναμη να την κρατήσει κι έτσι βρέθηκε και πάλι καθισμένη στο καροτσάκι.
Η Σουζάνα είπε βουρκωμένη στη μητέρα της:
«Μαμά είναι όλα τόσο όμορφα από αυτό το ύψος! Πρέπει να ξαναπροσπαθήσω».
Η Κάντυ, κουρασμένη απ' το νοσοκομείο, επέστρεψε στο διαμέρισμά της. 'Δεν βλέπω την ώρα να πέσω να κοιμηθώ' ήταν η πρώτη της σκέψη ώσπου είδε στο πάτωμα έναν φάκελο.
«Είναι από την Πάτυ» φώναξε δυνατά από τη χαρά της και αμέσως άρχισε να διαβάζει το γράμμα.
«Αγαπημένη μου Κάντυ
Έχουν περάσει κιόλας τέσσερις μήνες από την τελευταία φορά που συναντηθήκαμε. Η αλήθεια είναι ότι αφιερώνω πολύ χρόνο στα παιδιά κι έτσι δεν μπόρεσα να σου γράψω νωρίτερα. Εδώ όλοι είμαστε καλά. Τα παιδιά έχουν αρχίσει να διαβάζουν περισσότερο, απ' ότι τα θυμάσαι. Λογικό, αφού λείπει ο αρχιταραξίας… Και σ' αυτό συνέβαλε και ο Τομ. Και αυτό γιατί μπορεί να μην είσαι εδώ να φτιάχνουμε παιχνίδια για να τα πείσουμε, αλλά τους είπε ο Τομ πως αν με στεναχωρούν, δεν θα μας πηγαίνει εκδρομές. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο φρόνημα κάθονται. Περνάμε όμως όλοι πολύ καλά. Στις εκδρομές λίγο δεν μαζεύονται αλλά να' ναι καλά ο Τομ, τον ακούνε αμέσως όταν τα μαλώνει λίγο.
Κάντυ , νιώθω λίγο άσχημα γι' αυτό αλλά ο Τομ μου φέρεται πολύ καλά. Μας έχει φέρει πολύ κοντά το γεγονός ότι περνάμε αρκετές ώρες μαζί και δεν ξέρω αν είναι σωστό. Δεν έχει περάσει ούτε ένας χρόνος που έφυγε ο Στήαρ από κοντά μας και δεν ξέρω αν πρέπει να είμαι πιο φιλική μαζί του.
Ας μη σε κουράζω όμως με τα δικά μου. Η κυρία Πόνυ και η Αδελφή Μαρία σου στέλνουν την αγάπη τους. Ελπίζουμε να είσαι καλά.
Μας λείπεις
Πάτυ»
'Τι καλά. Η Πάτυ και ο Τομ' σκέφτηκε όλο χαρά με τα νέα της φίλης της και παρά την κούρασή της, κάθισε στο τραπέζι και αμέσως άρχισα να γράφει στην Πάτυ.
Ο Τέρρυ οδήγησε το καροτσάκι της Σουζάνα δίπλα από το παγκάκι κοντά στη λίμνη. Ο ίδιος έκατσε δίπλα της. Άλλη μια απογευματινή τους βόλτα. Αυτό το απόγευμα όμως η Σουζάνα εξέπληξε τον Τέρρυ:
«Τέρρυ, μπορείς να με βοηθήσεις λίγο να σηκωθώ και να σταθώ;»
Ο Τέρρυ την κοίταξε έκπληκτος. Η Σουζάνα καιρό τώρα είχε παραιτηθεί από όλες τις προσπάθειες να ξανασηκωθεί από την αναπηρική καρέκλα. Ο ίδιος βέβαια δεν επέμενε ιδιαίτερα για να την μεταπείσει. Άλλωστε δεν έκανε ποτέ τίποτα για να παρέμβει στη ζωή της και τις αποφάσεις της, αλλά η παραιτημένη από τη ζωή Σουζάνα, δεν θα έκανε προσπάθεια να σταθεί όρθια. Τι να άλλαξε; Σηκώθηκε αμέσως από τη θέση του και τη βοήθησε να σηκωθεί. Η ίδια στηρίχτηκε πάνω του και έμεινε για λίγα λεπτά όρθια.
«Τέρρυ, είναι καλύτερη η θέα από εδώ πάνω, δεν νομίζεις;»
Ο Τέρρυ που διέκρινε αμέσως την αισιοδοξία της, βιάστηκε να της απαντήσει:
«Πράγματι Σουζάνα, είναι».
«Θα σου ήταν κόπος αν λίγο αργότερα προσπαθούσαμε ξανά;»
«Κανένας κόπος Σουζάνα», της απάντησε ο Τέρρυ και τη βοήθησε να ξανακάτσει.
Κι έτσι έγινε. Όλες οι βόλτες τους στο εξής είχαν πάντα και εξάσκηση για τη Σουζάνα. Ο Τέρρυ αδιαμαρτύρητα, τη βοηθούσε να δυναμώσει το πόδι της. Σύντομα έπαιρναν μαζί και τις πατερίτσες και η Σουζάνα ξεκίνησε να κάνει τα πρώτα της βήματα. Κάθε βήμα που έκανε η Σουζάνα ήταν ένα βάλσαμο στην ψυχή του Τέρρυ. Η θέλησή της να προσπαθήσει να περπατήσει, απομάκρυνε υποσυνείδητα ένα κομμάτι από το βαρύ φορτίο των ενοχών και των τύψεων, που κουβαλούσε ο Τέρρυ διαρκώς μετά το ατύχημα.
