ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6: Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

«Νομίζω πως κάποιος ήρθε να σε δει,» είπε ο πατέρας μου.

Απομακρύνθηκα από την αγκαλιά τους και πράγματι άκουσα και εγώ τα βήματα να πλησιάζουν. Προς στιγμήν η καρδιά μου έχασε έναν χτύπο θεωρώντας πως θα είναι ο Τζέικ, αλλά σύντομα αντιλήφθηκα από την μυρωδιά πως δεν ήταν. Σηκώθηκα και άνοιξα την πόρτα και αντίκρισα τον Νάουελ. Τα μάτια του ήταν κεχριμπαρένια, μιας και τα τελευταία χρόνια είχε σταματήσει να πίνει αίμα ανθρώπων. Επίσης είχε προσλάβει ένα πιο μοντέρνο και δυτικό στιλ. Τα μαλλιά του παρέμεναν μακριά, ωστόσο φορούσε τζιν, μποτάκια και μία κοντομάνικη μπλούζα. Οι θείες μου τον θεωρούσαν πολύ όμορφο, όμως εγώ δεν μπορούσα να τον δω καθόλου έτσι. Για εμένα ήταν μονάχα ένας καλός, παιδικός φίλος.

«Γεια σου, Νάουελ,» τον χαιρέτισα εγκάρδια.

Η αλήθεια ήταν πως θα προτιμούσα να ήταν ο Τζέικομπ, εν τούτοις σε αυτό ο πατέρας μου δεν είχε τελείως άδικο. Ο Νάουελ είχε έρθει όλη την απόσταση μέχρι το Φορκς για τα γενέθλια μου και εγώ δεν είχα περάσει σχεδόν καθόλου χρόνο μαζί του.

«Γεια! Σας ενοχλώ;»

«Όχι, καθόλου,» τον καθησύχασα. «Θέλεις να περάσεις μέσα;»

«Βασικά σκεφτόμουν, αν θα ήθελες να πάμε μία βόλτα να περπατήσουμε. Έχει πολύ ωραίο φεγγάρι απόψε.»

Στράφηκα και κοίταξα τους γονείς μου. Δεν φάνηκαν αρνητικοί.

«Ναι, γιατί όχι; Δώσε μου μόνο μισό λεπτό να αλλάξω.»

Τα ρούχα μου από το πρωί είχαν στραπατσαριστεί. Πήγα στο δωμάτιο μου να ετοιμαστώ. Φόρεσα ένα μαύρο κολάν, μαύρο τιραντάκι και ένα κόκκινο καρό πουκάμισο που κάποτε ήταν του Τζέικομπ, αλλά μου του είχε δώσει γιατί δεν του χωρούσε πια. Άθελα μου τρίφτηκα μέσα στο αγαπημένο ρούχο και εικόνες που με κρατούσε στην αγκαλιά του μου κατέκλυσαν το μυαλό. Πώς μία πράξη που μου φαινόταν τόσο καθημερινή, τόσο φυσική, τόσο δικιά μου, είχε μετατραπεί σε αντικείμενο λατρείας και επιθυμίας;

Και τι δε θα έδινα για να με κρατούσε αυτήν την στιγμή μέσα στα χέρια του, να με κοιτούσε με τα καιόμενα μαύρα μάτια του, να με φιλούσε με τα σαρκώδη χείλη του. Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη και έφερα τα ακροδάχτυλα μου στα χείλη μου. Έκλεισα τα μάτια και τα φίλησα απαλά. Ύστερα άφησα το χέρι μου να κατρακυλήσει από το πηγούνι ως τη βάση του λαιμού μου. Άνοιξα τα μάτια. Το είδωλο μου στον καθρέφτη ήταν μία γυναίκα που δεν ήξερα μέχρι πρότινος ότι υπήρχε. Με κοιτούσε με πλάνα μάτια γεμάτα ερωτική επιθυμία και μισάνοιχτο στόμα έτοιμο για φιλιά. Πλησίασα και άλλο τον καθρέφτη και ακούμπησα τα χείλη μου στην αντανάκλαση τους φιλώντας την ψυχρή επιφάνεια.

«Τζέικ,» ψιθύρισα και η γυαλιστερή επιφάνεια θάμπωσε κάτω από τη ζεστή μου ανάσα.

«Ρενέσμε, αργείς;» άκουσα την μητέρα μου να φωνάζει.

Βγήκα βίαια από την έκσταση μου. Βούρτσισα γρήγορα τα μαλλιά μου και έβαλα τις μαύρες μου μπαλαρίνες. Έτρεξα κάτω και έπειτα βγήκαμε μαζί με τον Νάουελ έξω στην καθαρή ατμόσφαιρα. Ξεκινήσαμε να περπατάμε σε ράθυμο ρυθμό προς το δάσος πίσω από το σπίτι μου μιλώντας περί ανέμων και υδάτων. Κάποτε περάσαμε δίπλα από τον τριανταφυλλώνα που φρόντιζε η γιαγιά μου. Ο Νάουελ σταμάτησε και με ευκολία έκοψε ένα ροζ μπουμπούκι.

«Αυτό είναι για εσένα,» μου το προσέφερε.

«Ω, σε ευχαριστώ πολύ!»

Η χειρονομία του με εξέπληξε. Ήταν δυνατόν να είχε αισθήματα για εμένα που υπερέβαιναν αυτά της φιλίας; Και αν ήταν έτσι εμένα ποια ήταν η θέση μου; Δεν ήθελα να τον απομακρύνω, ερωτικά όμως δεν θα μπορούσα ποτέ να τον δω, το γνώριζα. Η καρδιά μου χτυπούσε μόνο για έναν άνθρωπο και πλέον είχα πειστεί πως θα παρέμενε ο ίδιος για πάντα. Είναι κάτι που έχουμε εμείς οι βρικόλακες, έστω και οι μισοί βρικόλακες. Όταν βρούμε το ταίρι μας, τότε μένουμε μαζί του για πάντα. Μονογαμία και αθανασία πράγματα αντικρουόμενα; Ίσως όχι και τόσο. Ποιος μπορεί να εκτιμήσει καλύτερα την συντροφικότητα από ένα άτομο που πρόκειται να ζήσει αιώνια;

«Ρενέσμε, είσαι καλά;»

Γύρισα και τον κοίταξα με αποκαρδιωμένο ύφος. Δεν είχα την δύναμη να προσποιηθώ.

«Είμαι στενοχωρημένη.»

«Το βλέπω, αλλά γιατί;»

Δεν απάντησα. Σταμάτησα μονάχα και κατέβασα το βλέμμα μου.

«Ρενέσμε;» τον άκουσα να λέει.

Τον ένιωσα να σκύβει προς το μέρος μου και με τα δάχτυλα του να ανασηκώνει τρυφερά το πηγούνι μου αναγκάζοντας με να τον κοιτάξω. Η ματιά του είχε μία πρωτοφανή λάμψη.

«Ρενέσμε, χρειάζεται να σου πω κάτι. Πρέπει να στο πω. Ήρθα ως εδώ για αυτόν τον λόγο και δεν γίνεται να φύγω άπρακτος. Ρενέσμε, είμαι ερωτευμένος μαζί σου. Κάτι παραπάνω από ερωτευμένος. Σε αγαπάω. Σε αγαπάω δεν ξέρω και εγώ από πότε. Αγαπάω το χαμόγελο σου, τα μάτια σου, την φωνή σου, τον τρόπο που περπατάς και που κινείσαι. Αγαπώ το κοκκίνισμα στα μάγουλα σου, όταν σου κάνουν κομπλιμέντα. Αγαπώ το γέλιο σου, όταν ακούς κάτι αστείο. Αγαπώ το βλέμμα σου, έτσι όπως με κοιτάς αυτήν την στιγμή. Σε αγαπώ, σε αγαπώ όσο τίποτα άλλο στον κόσμο και θα σε αγαπώ μία ζωή. Άσε με να σε κάνω ευτυχισμένη. Μπορώ να σε κάνω ευτυχισμένη, αλήθεια μπορώ. Ρενέσμε… Αγάπη μου… Καρδιά μου, Ρενέσμε.»

Εκείνη την στιγμή συνέβησαν δύο πράγματα. Ο Νάουελ έσκυψε προς το μέρος μου προσπαθώντας να με φιλήσει. Ταυτόχρονα αισθάνθηκα μία σκιά στα δεξιά μου και στράφηκα αυθόρμητα να δω τι ήταν. Ίσα που πρόλαβα να δω την φιγούρα του Τζέικομπ να χάνεται μέσα στα δέντρα. Τραβήχτηκα απότομα μακριά από τον Νάουελ.

«Με, με συγχωρείς,» ψέλλισα βεβιασμένα.

Άρχισα να τρέχω πίσω από τον Τζέικ φωνάζοντας το όνομα του. Τον πρόλαβα λίγα μέτρα πιο πέρα.

«Τζέικ, Τζέικ,» φώναξα και τον έπιασα από το χέρι σταματώντας τον. «Πού πας;»

«Ρενέσμε, άσε με να φύγω.»

«Μα γιατί; Τι έγινε;»

«Συγνώμη, δεν ήθελα να σας διακόψω. Ήρθα ως εδώ να δω τι κάνεις και η μητέρα σου μου είπε πως είχες πάει βόλτα με τον Νάουελ στο δάσος. Δεν φαντάστηκα ότι θα σας έβρισκα έτσι.»

«Τζέικ, τι λες; Εγώ…»

«Μην ανησυχείς, δεν σε κατηγορώ,» με διέκοψε. «Έχεις το δικαίωμα να είσαι με όποιον θέλεις.»

Εκείνη την στιγμή νευρίασα.

«Εννοείται δεν με κατηγορείς! Με ποιο δικαίωμα, ε; Εμείς φίλοι δεν είμαστε;»

Δεν αποκρίθηκε κάτι και μάνισα ακόμα περισσότερο. Ξεκίνησα να τον χτυπάω στο στέρνο με τις γροθιές μου.

«Φίλοι δεν είμαστε; Έτσι δεν είναι; Αυτό δεν θέλεις; Να μην με χάσεις ποτέ από φίλη σου; Να είμαι πάντα η γλυκιά σου η Ρενέσμε; Ε, λοιπόν ξέρεις κάτι; Μην λες πως έχω κάθε δικαίωμα να είμαι με όποιον θέλω, γιατί αυτός που θέλω δεν δίνει δεκάρα για το πώς νιώθω!»

Μέσα στον χαμό που προκαλούσα εκείνος κατάφερε να μου ακινητοποιήσει τα χέρια και να σκύψει πελώριος από πάνω μου.

«Τι εννοείς; Τι θες να πεις;» ανοιγόκλεισε με έκπληξη τα βλέφαρα του.

«Είμαι ερωτευμένη μαζί σου, Τζέικ! Είμαι τώρα και θα είμαι για πάντα! Είσαι ο έρωτας της ζωής μου!»

«Μωρό μου…»

Οι λέξεις του βγήκαν ένας ψίθυρος και δεν πρόλαβα καλά-καλά να τις καταλάβω. Την αμέσως επόμενη στιγμή με άρπαξε από την μέση, με τράβηξε κοντά του και σκέπασε το στόμα μου με το δικό του. Ξεκίνησε να με φιλά απαλά, ίσα που ακουμπούσε τα χείλη μου. Βαθμιαία όμως το φιλί μας έγινε όλο και πιο παθιασμένο, όλο και πιο απαιτητικό. Τύλιξα τα χέρια μου γύρω από το λαιμό του και εκείνος κόλλησε το σώμα του πάνω στο δικό μου. Ένιωθα τη δύναμη του να με συνθλίβει και την γλώσσα του να γλύφει τα χείλη μου διψώντας για περισσότερο. Άνοιξα το στόμα μου και την ένιωσα να επελαύνει και να γίνεται ένα με τη δική μου.

Τα αισθήματα με είχαν κατακλύσει. Η χαρά, η ευτυχία, ο έρωτας, ο πόθος· αισθήματα που πριν από ένα λεπτό δεν ήξερα πως μπορούν να εκδηλωθούν τόσο έντονα. Τον φιλούσα, τον άγγιζα και όμως δε μου έφτανε. Ήθελα και άλλο και άλλο και άλλο. Μία χιλιετία να τον φιλούσα και να τον άγγιζα και πάλι δεν θα μου έφτανε. Ακούμπησα το χέρι μου στο πρόσωπο του για να του μεταφέρω όλα τα συναισθήματα με τα οποία είχα πλημμυρίσει. Εκείνος με πίεσε ακόμα περισσότερο πάνω του με το ένα χέρι και με το άλλο ακινητοποίησε το κεφάλι μου περνώντας ακόμα πιο βαθιά την γλώσσα του μέσα στο στόμα μου.

Αν δεν με κρατούσε, θα είχα καταρρεύσει. Τα πόδια μου δεν τα ένιωθα πλέον· ούτε οποιοδήποτε άλλο σημείο του κορμιού μου. Όλο μου το είναι είχε συγκεντρωθεί στο φιλί του· στα χείλη του τα βελούδινα και στη γλώσσα του την τρυκιμίζουσα. Όταν απομακρυνθήκαμε ελάχιστα για να πάρουμε ανάσα, δεν ήξερα πού βρισκόμουν και τι συνέβαινε γύρω μου. Το μόνο ερέθισμα στο οποίο άφηνα τον εαυτό μου να εκτεθεί ήταν η φωνή του και το στόμα του που μου σκορπούσε φιλιά σε όλο το πρόσωπο και το λαιμό.

«Αγάπη μου, αγάπη μου. Είσαι δική μου. Δική μου. Πώς είναι δυνατόν να σε κέρδισα εγώ; Πώς είναι δυνατόν να μου αξίζεις εμένα; Ρενέσμε, ομορφιά μου, άγγελε μου, έρωτα μου, αγαπημένη μου, Ρενέσμε.»

Έλεγε το όνομα μου και ήταν σαν να μην είχα ακούσει ωραιότερη μουσική στην ζωή μου.

«Σε αγαπώ, σε αγαπώ τόσο πολύ, τόσο πολύ!»

Και εγώ, ήθελα να πω, αλλά δεν πρόλαβα, γιατί τα χείλη μου σφραγίστηκαν πάλι από τα δικά του. Μείναμε να φιλιόμαστε για πολλή ώρα και θα μπορούσαμε να μείνουμε μέχρι το ξημέρωμα, αν δεν χτυπούσε το κινητό του Τζέικ. Ήταν ο πατέρας μου που φώναζε εν εξάλλω πως κόντευε να ξημερώσει και αν δεν επιστρέψουμε σε πέντε λεπτά, θα έρθει να μας βρει ο ίδιος.

«Εντάξει, θα είμαστε εκεί,» αποδέχθηκε ο Τζέικ και μόλις το έκλεισε έσκυψε και με φίλησε πάλι.

Αυτή την φορά το φιλί μας κράτησε λιγότερο.

«Πρέπει να πάμε. Δε θέλουμε να νευριάσουμε και άλλο τον πατέρα σου. Ειδικά τώρα,» μου χαμογέλασε γλυκά.

«Μμμμ,» μουρμούρισα ακατάληπτα συμφωνώντας, αλλά τρεις φορές πήγα να φύγω από την αγκαλιά του και τρεις φορές με ξανατράβηξε πάνω του φιλώντας με.

Την τέταρτη καταφέραμε να απομακρυνθούμε. Μόνο τότε θυμήθηκα τον Νάουελ. Επιστρέψαμε μαζί με τον Τζέικ στο σημείο που τον είχα αφήσει, αλλά δεν ήταν πια στην ίδια θέση. Στενοχωρήθηκα προς στιγμήν για τον τρόπο που είχαν εξελιχθεί μεταξύ μας τα πράγματα, αλλά εκείνη την στιγμή δεν είχα μυαλό για οτιδήποτε δεν ήταν ο Τζέικομπ. Ξεκινήσαμε για το σπίτι. Σε όλη τη διαδρομή φιλιόμασταν αδιάλειπτα, λες και μέσα σε λίγα λεπτά έπρεπε να χωρέσουμε οκτώ χρόνια αναμονής.

Όταν φτάσαμε έξω από το σπίτι μου, φιληθήκαμε μία τελευταία φορά πριν πούμε καληνύχτα. Υπήρχε πάντα η περίπτωση να πεταχτεί κάποιος από την οικογένεια μου σαν φάντης μπαστούνης από το πουθενά και να μας πιάσει στο πράσσειν, πράγμα εξαιρετικά κακό. Όταν μπήκα μέσα, ο πατέρας μου με σταμάτησε για να με επιπλήξει που είχα αργήσει. Ήμουν τόσο χαρούμενη που ούτε η κατσάδα του δεν με επηρέασε. Την υπέμεινα καρτερικά προσπαθώντας να μην χαμογελάω σαν χαζή, κάτι που θα του κινούσε σίγουρα υποψίες. Ευτυχώς δεν ρώτησε τίποτα για τον Νάουελ ή τι κάναμε τόση ώρα με τον Τζέικομπ. Νομίζω ούτε εκείνος ήθελε να ξέρει. Όταν είπε όλα όσα είχε να πει και ξεθύμανε, με άφησε να πάω στο δωμάτιο μου.

Ανέβηκα στην κρεβατοκάμαρα μου και πήγα στο μπάνιο. Έμεινα να κοιτάζομαι στον καθρέφτη με μία χαζοχαρούμενη φάτσα. Τα χείλη μου ήταν κόκκινα και πρησμένα από τα φιλιά του Τζέικομπ αλλά δεν με ένοιαζε καθόλου. Έκλεισα τα μάτια φέρνοντας ξανά τις λάγνες εικόνες στο μυαλό μου και ένιωσα ένα πετάρισμα στο στήθος μου. Ηδονή. Σκέφτηκα τη λέξη χωρίς ντροπή και φόβο, γιατί όλα όσα προκαλούνταν από τον Τζέικομπ ήταν απολύτως φυσικά, δεν υπήρχε τίποτα το μιαρό και βρώμικο. Ήταν το ταίρι μου για την υπόλοιπη ζωή μου. Με αυτήν την ευχάριστη παραδοχή, που πλέον είχε γίνει πραγματικότητα, ετοιμάστηκα για ύπνο και ξάπλωσα στο κρεβάτι μου.

Ήμουν ωστόσο σε υπερένταση και δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Σκέψεις και θύμησες που με αναστάτωναν με επισκέπτονταν συνέχεια. Αλλά δεν με ενδιέφερε. Μακάρι να μην κοιμόμουν ποτέ ξανά, για να έχω την εικόνα του σε κάθε λεπτό συνείδησης της ύπαρξης μου.

Όταν χτύπησε το κινητό μου και είδα το όνομα του στην οθόνη αναπήδησα από την χαρά μου. Το σήκωσα αμέσως.

«Κοιμάσαι;»

«Δεν μπορώ.»

«Ωραία, γιατί είμαι από κάτω.»

Πρώτη φορά στην ζωή μου έκανα κάτι τόσο ενάντια στην θέληση των γονιών μου. Φόρεσα πρόχειρα ρούχα και νυχοπατώντας, άνοιξα το παράθυρο μου και πήδηξα με άνεση στο έδαφος. Εκεί με περίμενε εκείνος. Ούτε μία ώρα δεν ήμασταν χωριστά και υπέφερα μακριά του. Έπεσα ξέφρενα στην αγκαλιά του.

«Οι γονείς μου θα με σκοτώσουν!» του ψιθύρισα.

«Μην ανησυχείς. Έστησα καραούλι και τους είδα να φεύγουν για κυνήγι με την Ρόζαλι και τον Έμετ. Είπαν δεν θα γυρίσουν πριν από το ξημέρωμα.»

«Δεν πήγες σπίτι σου;» απόρησα.

«Δεν μπορούσα να απομακρυνθώ από κοντά σου. Σκεφτόμουν να μείνω κάτω από το παράθυρο σου, αλλά ευτυχώς οι γονείς σου μας έκαναν την χάρη.»

Γέλασα χαρούμενα. Μου φαινόταν τόσο όμορφος, τόσο υπέροχος, ένα δώρο της φύσης σε εμένα την ημιτελή. Το δυνατό του κορμί, η ψηλή του κορμοστασιά, τα πλούσια μαλλιά του, τα εβένινα μάτια του, τα σαρκώδη χείλη του. Αααχ, αυτά τα χείλη του! Χείλη φτιαγμένα για φίλημα, για φίλημα και δάγκωμα. Ήθελα να τα νιώσω παντού πάνω μου· δεν μπορούσα πλέον να κρατηθώ. Έσκυψα και τον φίλησα ζεστά. Τον αγαπούσα. Όχι, δεν τον αγαπούσα απλά, τον λάτρευα.

«Και εγώ το ίδιο,» μουρμούρισε σκεπάζοντας το στόμα μου με το δικό του.

Αποφασίσαμε να απομακρυνθούμε από το σπίτι προς την αντίθετη κατεύθυνση που είχαν πάρει οι δικοί μου. Ο Τζέικομπ με οδήγησε προς την Λα Πους και εν τέλει βρεθήκαμε στην λίμνη, όπου παραλίγο να μου ραγίσει την καρδιά. Ευτυχώς, αποδείχθηκε πιο ανθεκτική από ότι περίμενα. Και σήμερα την ένιωσα να πεταρίζει ανάμεσα στα στήθη μου στη θέα της μαγευτικής εικόνας. Μέσα στο νερό υπήρχαν μυριάδες λουλούδια κάθε είδους και χρωμάτων καθώς και πλήθος πυγολαμπίδες που έμοιαζαν με αναμμένα κεράκια. Θαρρούσα πως ήμουν στον παράδεισο. Ήμουν στον παράδεισο, αφού ποτέ δεν θα γνώριζα κάτι που να ξεπερνούσε αυτό που έβλεπα εκείνη την στιγμή.

«Ω, Τζέικ! Είναι τόσο όμορφα!»

«Εσύ είσαι τόσο όμορφη και κάνεις τα πάντα γύρω σου όμορφα. Σε αγαπώ.»

«Και εγώ σε αγαπώ, τόσο μα τόσο πολύ.»

Φιληθήκαμε απαλά. Ύστερα απομακρυνθήκαμε ελάχιστα και ο Τζέικομπ με κοίταξε έντονα στα μάτια.

«Θα ήθελες να βουτήξουμε;» με ρώτησε.

«Ναι,» απάντησα χωρίς κανέναν δισταγμό.

Εκείνη την στιγμή είχα πάρει όλες τις αποφάσεις μου.

Άρχισε να γδύνεται με αργές αλλά σταθερές κινήσεις. Ανυπομονούσα να δω την γυμνή του επιδερμίδα. Τον είχα ξαναδεί γυμνόστηθο, αλλά τελείως γυμνό ποτέ. Όταν αποκαλύφθηκε σε όλη του την εξαίσια γύμνια νόμιζα θα τυφλωθώ από την τόση ομορφιά. Ήταν σαν να κοιτούσες τον ήλιο κατάματα. Το κορμί του ήταν δυνατό και σφριγηλό με μία γλυκιά σταρένια απόχρωση, ίδιο το χρώμα του μελιού. Δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από πάνω του. Είχα εκστασιαστεί. Τον κοιτούσα και μου ήταν αδιανόητο πως αυτός ο υπέροχος άνδρας ήταν δικός μου. Με αγαπούσε και ήθελε να μου χαρίσει τον έρωτα του, για τώρα και για πάντα. Είχα περιέλθει τόσο πολύ σε κατάσταση ονείρου, που εξεπλάγην όταν ένιωσα το χέρι του πάνω στο δικό μου, λες και ήταν αδύνατον αυτό το όραμα να είναι ποτέ αληθινό. Όμως ήταν. Ο Τζέικ ήταν αληθινός και ήταν μόνο για εμένα.

Με αγκάλιασε και με φίλησε ξανά, πιο έντονα και για περισσότερη ώρα αυτή τη φορά. Άρχισε να με γδύνει. Τα αγγίσματα των δαχτύλων του έκαναν την επιδερμίδα μου να αναριγεί και να τρέμει. Μου έβγαλε τα ρούχα, τα παπούτσια, τα εσώρουχα και τέλος έλυσε το δέσιμο των μαλλιών μου χτενίζοντας τα με τα χέρια του. Με κοίταξε με μάτια γεμάτα πόθο και με φίλησε ξανά, βαθιά και ερωτικά. Με πήρε από το χέρι και με οδήγησε μέσα στην λίμνη. Το νερό ήταν ζεστό και το σώμα του Τζέικομπ το έκανε ακόμα πιο ζεστό. Παντού γύρω μας επέπλεαν ροδοπέταλα, νούφαρα, άσπρες ορχιδέες και φωτίτσες. Κολυμπήσαμε μέχρι το κέντρο. Ήταν βαθιά, αλλά στον Τζέικομπ η στάθμη έφτανε λίγο πιο κάτω από το στήθος. Με πήρε αγκαλιά και εγώ τύλιξα τα πόδια μου γύρω από τη μέση του και τα χέρια μου γύρω από το λαιμό του. Τα μάτια μας κλείδωσαν σε ένα ηλεκτροφόρο βλέμμα.

«Σε θέλω,» μου ψιθύρισε.

«Και εγώ.»

«Είσαι σίγουρη;»

Τον αισθάνθηκα σκληρό από κάτω μου. Έγνεψα καταφατικά.

Με μία κίνηση γλίστρησε μέσα μου. Ένιωσα έναν διαπεραστικό πόνο, λες και με έκοβαν στα δύο. Σφίχτηκα πάνω του βγάζοντας ένα σιγανό βογγητό, για να μην τον τρομάξω. Εκείνος κατάλαβε την αντίδραση μου και παρέμεινε ακίνητος μέχρι να καταλαγιάσει η οδύνη. Σιγά-σιγά ο πόνος έφυγε αφήνοντας ένα μικρό αχνάρι πάνω στο οποίο πάτησε η ηδονή. Έσκυψα και τον φίλησα προσπαθώντας να του δείξω πόσο πολύ τον ήθελα. Με φίλησε και αυτός, ενώ ταυτόχρονα άρχισε να με κουνά ρυθμικά πάνω του. Στην αρχή απαλά, σχεδόν ανεπαίσθητα ύστερα πιο γρήγορα, όλο και πιο γρήγορα με αυξημένη διάρκεια και ένταση.

Ένιωθα να παραλύω από την έκσταση και την ευχαρίστηση. Τα μαλλιά μου είχαν βραχεί και κολλούσαν πάνω στην πλάτη, τους ώμους και τα στήθη μου, αλλά δε με ένοιαζε. Όλο μου το είναι είχε συγκεντρωθεί στην παλινδρομική κίνηση του κορμιού μου πάνω στον Τζέικομπ, σε αυτήν την τέλεια ισορροπία που κάθε στιγμή με έφερνε και πιο κοντά στην πιο ολοκληρωμένη απόλαυση που είχα δοκιμάσει ποτέ. Ο ρυθμός μας τώρα είχε γίνει πολύ γρήγορος, πολύ έντονος, αλλά εξίσου ομαλός. Ξαφνικά, μία γλυκιά ζέστη με πλημμύρισε, η οποία ξεκίνησε από την επιφάνεια του σώματος μου και σιγά-σιγά συγκεντρωνόταν όλο και πιο βαθιά, όλο και πιο μέσα μου· την αισθανόμουν να κυλάει μαζί με το αίμα στις φλέβες μου με μία πυρετώδη ταχύτητα και να κατευθύνεται προς το κέντρο του σώματος μου, εκεί που χτύπαγε ο παλμός του έρωτα μου για εκείνον.

Κυλούσε και μαζευόταν όλο και περισσότερη, όλο και περισσότερη, σε ποσότητα που ποτέ ως τότε δε γνώριζα ότι μπορεί να υπάρξει· πλέον την ένιωθα να καίει το κορμί μου. Τα πόδια και τα χέρια μου άρχισαν να τρέμουν, τα μάτια μου έκαιγαν και η αναπνοή μου έγινε κοφτή και ασθμαίνουσα. Και εκεί που νόμιζα πως δεν θα άντεχα άλλο και πως θα καιγόμουν ζωντανή από την συσσωρευμένη ενέργεια, ένιωσα να σκάει μέσα μου ένα ηφαίστειο που δεν ήξερα ότι υπάρχει χύνοντας ποτάμια ηδονής σε όλο μου το σώμα που έσβησαν τις ερωτικές πυρκαγιές.

«Τζέικομπ,» ψιθύρισα κατάκοπη νιώθοντας μία γλυκιά παραλυτική ευτυχία να με κατακλύζει.

Αφέθηκα στα χέρια του ανίκανη να ελέγξω το οποιοδήποτε μέρος του κορμιού μου. Εκείνος συνέχισε την εκκρεμούσα κίνηση μας για μερικά λεπτά ακόμα, ώσπου η αναπνοή του έγινε πολύ γρήγορη και ξαφνικά σφίχτηκε ίδια πέτρα πάνω μου κρύβοντας το πρόσωπο του στα μαλλιά μου και βγάζοντας έναν άναρθρο, απόκοσμο ήχο.

«Ήταν ό,τι καλύτερο έχω νιώσει ποτέ στη ζωή μου,» είπε, όταν κατάφερε να ανακτήσει πάλι τον φυσιολογικό ρυθμό της αναπνοής του.

Τον φίλησα απαλά στα χείλη.

«Και για εμένα το ίδιο.»

Μου χαμογέλασε γλυκά και με αγκάλιασε. Μείναμε στην ίδια θέση για αρκετή ώρα. Ο απαλός κυματισμός του νερού και η ζεστή αγκαλιά του Τζέικομπ μου προκάλεσαν μία βαθιά χαλάρωση. Ακούμπησα στον δεξί ώμο του και έκλεισα απαλά τα μάτια μου.

«Τζέικ;»

«Ομορφιά μου.»

«Σε αγαπώ.»

«Και εγώ σε αγαπώ. Για τώρα και για πάντα.»

Λίγο πριν χαράξει ο ήλιος, επιστρέψαμε στο σπίτι μου. Ήμασταν τυχεροί και οι γονείς μου δεν είχαν γυρίσει ακόμα. Φιληθήκαμε για μία τελευταία φορά και χωριστήκαμε στο πλατύσκαλο μου. Μπήκα μέσα στο σπίτι και ανέβηκα στο δωμάτιο μου. Στάθηκα μπροστά στον καθρέφτη του μπάνιου βγάζοντας όλα μου τα ρούχα. Πλέον δε ντρεπόμουνα για το κορμί μου. Κοιτούσα με θαυμασμό τις καμπύλες μου, τις κοιλότητες μου, τους σχηματισμούς μου. Τις αγαπούσα γιατί τις αγαπούσε ο Τζέικομπ και εγώ αγαπούσα ό,τι αγαπούσε ο Τζέικομπ. Με έβλεπα μέσα από το φίλτρο της αγάπης του και για πρώτη φορά στην ζωή μου αισθάνθηκα πραγματικά όμορφη. Ξάπλωσα στο κρεβάτι μου γυμνή χωρίς να κάνω μπάνιο. Ήθελα να κρατήσω λίγο ακόμα πάνω μου τα σημάδια από τα χείλη και τα χέρια του, από τα φιλιά και τα χάδια του, από τα δαγκώματα και τα σφιξίματα. Έκλεισα απαλά τα μάτια μου και αποκοιμήθηκα με τις εικόνες τις ηδονικής μας ένωσης να με συντροφεύουν.


Δύο ακόμα κεφάλαια! Χαίρομαι που διαβάζετε και αυτήν την ιστορία, παρότι έχει πολλές αδυναμίες. Πείτε μου στα σχόλια αν παρατηρείτε και εσείς την διαφορά με πιο πρόσφατα γραπτά μου ή είναι μόνο στην φαντασία μου :)

Μέχρι την επόμενη φορά,

ΧΧΧ