Ο Ντράκο είχε φτάσει στο πόστο του, στην εξωτερική περίβολο του Υπουργείου. Εάν περνούσε κάποιος Μαγκλ, πιθανότατα δεν θα έδινε καμία σημασία. Το μόνο που θα έβλεπε θα ήταν έναν παλιό τηλεφωνικό θάλαμο, εκτός λειτουργίας εδώ και πολύ καιρό. Ο θάλαμος όμως ήταν μια από τις καμουφλαρισμένες εισόδους για τους επισκέπτες του Υπουργείου.

Ο Ντράκο πρόσεχε κάθε κίνηση και είχε έτοιμο το ραβδί που για παν ενδεχόμενο. Αν και αντιμετώπιζε πολύ σοβαρά την εργασία του, ήξερε πολύ καλά ότι το βράδυ θα ήταν πολύ βαρετό για αυτόν. Οι περισσότεροι καλεσμένοι, θα προτιμούσαν την κεντρική είσοδο του Υπουργείου. Βασικά, η παρουσία του οποιουδήποτε ανθρώπου εκεί κοντά θα έπρεπε να του φανεί ύποπτη.

Για αυτόν τον λόγο, εάν έβλεπε οποιοδήποτε να πλησιάζει θα έπρεπε να βγάλει το ραβδί του και να είναι έτοιμος για όλα. Όμως την συγκεκριμένη φιγούρα που τον πλησίασε δεν την εμπόδισε. Δεν υπήρχε περίπτωση να μην αναγνωρίσει την σύζυγο του, ακόμα και μέσα στο μισοσκόταδο. Όταν όμως η Ερμιόνη μπήκε για τα καλά στο οπτικό του πεδίο, θυμήθηκε και έναν από τους πολλούς λόγους που την ερωτεύτηκε.

Η Ερμιόνη δεν συνήθιζε να ντύνετε επίσημα. Όταν όμως το έκανε, κατάφερνε να εντυπωσιάσει με την εμφάνιση της. Για την δεξίωση, είχε επιλέξει ένα μίντι μαύρο φόρεμα. Το μήκος του ήταν λίγο κάτω από το γόνατο, ενώ άφηνε ακάλυπτους τους ώμους της. Πάνω σε αυτούς είχε ρίξει μια κομψή ζακέτα, την οποία προφανώς θα έβγαζε όταν βρισκόταν σε κλειστό χώρο. Το σύνολο συμπλήρωναν ένα ζευγάρι γόβες. Με λίγα λόγια, η Ερμιόνη είχε επιλέξει μια νεανική αλλά όχι ιδιαίτερα προκλητική ενδυμασία.

Χωρίς να πει τίποτα, η Ερμιόνη πλησίασε τον Ντράκο και τον φίλησε. Αυτός με την σειρά του δεν αντέδρασε, αλλά δεν μπόρεσε να κρατηθεί και να την ρωτήσει:

"Τι θες εσύ εδώ;"

"Είπα να σε δω πέντε λεπτά πριν πάω στην δεξίωση."

"Γιατί;"

"Επειδή είδα ότι ήσουν στεναχωρημένος που δεν θα έρθεις. Δεν έκανα καλά που ήρθα;"

"Όχι καλά έκανες."

Η συζήτηση τους όμως διακόπηκε απότομα, όταν δύο φώτα έπεσαν επάνω τους. Ο Ντράκο έβγαλε το ραβδί του αυτή την φορά αλλά σχεδόν αμέσως το έκρυψε ξανά. Τα φώτα ανήκαν στην οικογενειακή λιμουζίνα των Μαλφόι, την οποία φυσικά ο Ντράκο γνώριζε πολύ καλά. Από την πίσω πόρτα βγήκε ο Λούσιους Μαλφόι και τους πλησίασε.

"Καλησπέρα πατέρα", του είπε ο Ντράκο

"Καλησπέρα Ντράκο, τι κάνετε εδώ; Δεν θα έρθετε στην δεξίωση;"

"Μόνο η Ερμιόνη. Εγώ έχω υπηρεσία και δεν πρέπει να φύγω από εδώ."

Ο Λούσιους τον κοίταξε με επικριτικό βλέμμα σαν να του έλεγε "με την δουλειά που διάλεξες, καλά να πάθεις." και του είπε:

"Δηλαδή θα αφήσεις την σύζυγο σου ασυνόδευτη;"

"Δεν θα πάθω τίποτα το κακό." πετάχτηκε η Ερμιόνη.

Ο Λούσιους την κοίταξε και είπε "Όχι."

"Τι εννοείς με το όχι;"

"Ένας τζέντλεμαν δεν αφήνει ποτέ μια κυρία ασυνόδευτη. Οπότε, παρακαλώ κυρία Γκρέιντζερ να με συνοδεύσετε στην δεξίωση." είπε ο Λούσιους και έτεινε τον αγκώνα του.

"Δεν είναι ανάγκη."

"Επιμένω και δεν δέχομαι αρνήσεις."

"Έλα αγάπη μου πήγαινε." την παρότρυνε ο Ντράκο "Να είμαι και εγώ ήσυχος."

"Τι εννοείς, να είσαι ήσυχος;" είπε η Ερμιόνη.

"Είσαι πολύ όμορφη σήμερα και φοβάμαι ότι αρκετοί θα σε φλερτάρουν."

"Δηλαδή τις άλλες μέρες είμαι άσχημη και δεν με φλερτάρουν." είπε κοφτά η Ερμιόνη.

Ο Ντράκο έμεινε άφωνος. Φυσικά και δεν εννοούσε αυτό. Η Ερμιόνη, τον κοίταξε άγρια, γύρισε προς τον Λούσιους και έκανε μια κομψή υπόκλιση λέγοντας:

"Τιμή μου." και έπιασε τον αγκώνα του.

Ο Λούσιους την οδήγησε την λιμουζίνα του και με αυτή διέσχισαν την μικρή απόσταση ως την κεντρική είσοδο. Εκεί βρισκόταν ο Χάρι, ο οποίος αφού έκανε τον τυπικό έλεγχο στην λίστα των καλεσμένων τους ανήγγειλε.

Δεν πέρασε πολύ ώρα και στον χώρο της δεξίωσης έφτασε η Σουζάνα Μπουρνέ, συνοδευόμενη από τον Ρον. Σύντομα, έγινε το κέντρο του ενδιαφέροντος. Κάθε καλεσμένος πάσχιζε να αλλάξει έστω και δύο τυπικές κουβέντες με την Σουζάνα. Από την μεριά της, η Σουζάνα μιλούσε με όλους αλλά ταυτόχρονα κρατούσε τον Ρον σαν να ήθελε να τονίσει ότι συνοδεύεται.

Ο Λούσιους και η Ερμιόνη ήταν μάλλον οι μόνοι που δεν έκαναν καμία προσπάθεια να της μιλήσουν. Αλλά δεν μπορούσαν να αποφύγουν την συνάντηση. Άλλωστε, η δεξίωση ήταν προς τιμήν της Σουζάνας και έπρεπε να ανταλλάξουν έστω και έναν χαιρετισμό. Μέχρι να βρεθούν, απλά απολάμβαναν το ποτό τους και παρατηρούσαν τον κόσμο γύρω τους.

Η Ερμιόνη φυσιολογικά παρατήρησε ότι η Σουζάνα είχε κολλήσει σαν στρείδι πάνω στον Ρον. Μόνο ο Υπουργός κατάφερε για λίγα λεπτά να τον αποσπάσει, και μάλλον να του δώσει κάποιες βιαστικές συμβουλές. Την υπόλοιπη ώρα η Σουζάνα του κρατούσε το χέρι και πότε - πότε έγερνε πάνω στον ώμο του.

Όταν άρχισε να τους πλησιάζει η Σουζάνα, ο Λούσιους έπιασε ασυναίσθητα το χέρι της Ερμιόνης. Η Ερμιόνη εξεπλάγη, αλλά όταν είδε την Σουζάνα κατάλαβε τον λόγο της κίνησης του Λούσιους. Άλλωστε δεν της ήταν και αποκρουστικό σαν αίσθηση, το αντίθετο μάλιστα.

"Καλησπέρα κυρία Μπουρνέ", είπε με μια μικρή υπόκλιση ο Λούσιους.

"Καλησπέρα Λούσιους" είπε ανάλαφρα η Σουζάνα. Ο Λούσιους έδειξε ότι δεν ενέκρινε τον ενικό αλλά δεν είπε τίποτα. Έτσι η Σουζάνα συνέχισε:

"Να σου συστήσω τον φύλακα - άγγελό μου που μου παραχώρησε ο Υπουργός, τον Ρον Ουέσλι."

"Γνωριζόμαστε με τον κύριο Ουέσλι." απάντησε κοφτά ο Λούσιους.

"Υπέροχα! Αλλά και εσείς από ότι βλέπω και εσείς συνοδεύεστε. Η σύζυγος σας το γνωρίζει;"

"Δεν έχουμε μυστικά με την σύζυγο μου κυρία Μπουρνέ."

"Αλλά δεν ήρθε μαζί σου από ότι βλέπω."

"Αυτή την περίοδο, βρίσκεται σε κρουαζιέρα στην Μεσόγειο. Λογικά θα απολαμβάνει το καλοκαίρι σε κάποιο Ελληνικό νησί."

"Γιατί, δεν την ακολούθησες;"

"Το καλοκαίρι στην Μεσόγειο είναι πολύ ζεστό για τα γούστα μου. Προσπαθώ να το αποφύγω."

"Δεν έχεις δίκιο, είναι το καλύτερο μέρος για διακοπές."

Μην παίρνοντας άλλη απάντηση εκτός από σιωπή η Σουζάνα συνέχισε:

"Πάντως έχετε μια υπέροχη συνοδό. Εσύ τι λες Ρον;"

Ο Ρον έκανε να απαντήσει μα δεν βγήκε λέξη από το στόμα του. Από την αμηχανία του, τον έσωσε η Ερμιόνη που είπε:

"Ο Ρον και εγώ είμαστε πολύ καλοί φίλοι και αναγνωρίζουμε ο ένας την αξία του άλλου. Μπορώ να σας βεβαιώσω ότι είστε τυχερή που τον έχετε για συνοδό."

"Μα φυσικά και νιώθω τυχερή Ερμιόνη!" είπε η Σουζάνα περνώντας το χέρι της πάνω από την μέση του Ρον και συνέχισε "Εσύ πως νιώθεις;"

Σε αυτή την ερώτηση η Ερμιόνη διαισθάνθηκε την παγίδα. Προφανώς, η Σουζάνα ήξερε ή κατάλαβε ότι είχαν παρελθόν με τον Ρον. Από την υποχρέωση να απαντήσει την έσωσε η μουσική που ξεκίνησε και ο Λούσιους που επενέβη αποφασιστικά λέγοντας:

"Μα συγχωρείτε για λίγο" και γυρνώντας προς την Ερμιόνη συνέχισε "Θα μου χαρίσετε αυτό το βαλς;"

Η Ερμιόνη δεν είχε καμία όρεξη για χορό, πόσο μάλλον με τον πεθερό της αλλά δεν ήθελε και να μείνει άλλο με την επίσημη καλεσμένη οπότε δέχτηκε. Πλησιάζοντας στην πίστα ο Λούσιους της ψιθύρισε:

"Μου χρωστάς χάρη."

"Και εσύ το ίδιο." απάντησε ψιθυριστά η Ερμιόνη.

"Τώρα όμως πρέπει να χορέψεις."

"Δεν ξέρω όμως από χορό."

"Μην ανησυχείς. Απλά χαλάρωσε και θα σε οδηγώ εγώ."

Όντως ο Λούσιους ήταν έμπειρος χορευτής. Η Σουζάνα, τους παρακολουθούσε να χορεύουν με μια έκφραση θαυμασμού. Ο Ρον, σε μια έκλαμψη, κατάλαβε από το βλέμμα της ότι ήθελε να τους ακολουθήσουν και της πρότεινε να χορέψουν. Η Σουζάνα τον κοίταξε με ένα χαμόγελο έκπληξης και δέχτηκε αμέσως. Έτσι σύντομα ήταν και αυτοί στην πίστα.

Πολύ σύντομα η πίστα είχε γεμίσει. Στην μια πλευρά η Ερμιόνη αισθανόταν περίεργα. Συνήθως απέφευγε να χορέψει αλλά σήμερα απολάμβανε τον χορό. Αν και δεν συμπαθούσε ακριβώς τον πεθερό της, όφειλε να παραδεχτεί ότι ήταν καλός χορευτής και κυρίως ότι ήξερε πως να φέρεται σε μια γυναίκα.

Στην άλλη άκρη της πίστα, ο Ρον δεν αισθανόταν ακριβώς άνετα. Ο λόγος δεν ήταν τόσο ο χορός αλλά κυρίως ότι κάποιες στιγμές η Σουζάνα κολλούσε επάνω του πιο πολύ από όσο συνηθιζόταν. Έτσι όταν τελείωσε το κομμάτι και σταμάτησαν να χορεύουν ένιωσε μια μικρή ανακούφιση.

Σε λίγο τους πλησίασε μια παρέα και πέρασαν μερικά λεπτά τυπικής κουβέντας. Ύστερα από αυτό η Σουζάνα έσκυψε του είπε:

"Θέλω μια χάρη από εσένα."

"Σε ακούω."

"Βαρέθηκα και θέλω λίγο ησυχία. Μπορούμε να φύγουμε για λίγο;."

"Όπου και να πας πρέπει να σε ακολουθήσω.. Αλλά πως δικαιολογήσεις την απουσία σου;"

"Σιγά που θα δώσω και λόγο. Αλλά δεν είναι κάτι δύσκολο. Κοίτα να μαθαίνεις."

Εκείνη την στιγμή περνούσε από κοντά τους ο Υπουργός και τους μίλησε.

"Είστε ευχαριστημένη κυρία Μπουρνέ."

"Όλα είναι υπέροχα. Ευχαριστώ για την τιμή που μου κάνετε."

"Η τιμή είναι δική μας κυρία Μπουρνέ"

"Θέλω να ζητήσω μια χάρη."

"Σας ακούω."

"Χρειάζομαι λίγο φρεσκάρισμα. Υπάρχει κάποιος ιδιαίτερος χώρος;"

"Φυσικά, μπορείτε να χρησιμοποιήσετε το γραφείο μου." και έδωσε στον Ρον τα κλειδιά.

Πριν φύγουν, ο Υπουργός έπιασε τον Ρον από το μπράτσο και του είπε ψιθυριστά "Όπως είπαμε, να την έχεις από κοντά". Ύστερα ο Ρον και η Σουζάνα πήγαν στο γραφείο του Υπουργού.

"Στο είπα ότι είναι εύκολο." είπε χαμογελαστά η Σουζάνα και για μια ακόμα φορά έγειρε επάνω του.

Όταν έφτασαν ο Ρον ξεκλείδωσε και της είπε "Θα περιμένω από έξω. Έχεις όσο χρόνο θες."

Όμως η Σουζάνα είχε άλλα σχέδια και τράβηξε τον Ρον μαζί της στο γραφείο και έκλεισε την πόρτα. Πριν προλάβει να αντιδράσει ο Ρον, τον αγκάλιασε και του έδωσε ένα αισθησιακό φιλί. Από την εξέλιξη αυτή ο Ρον τα έχασε εντελώς. Δεν είχε ακριβώς και πολύ εμπειρία με τις γυναίκες αλλά καταλάβαινε ότι δεν θα κατάφερνε να αντισταθεί.

Έτσι παραδόθηκε στο φιλί της Σουζάνας. Τα χέρια του σχεδόν από μόνα τους κινήθηκαν και έπιασαν την πλάτη και την μέση της Σουζάνας. Αυτή με την σειρά της του άφησε τον ελάχιστο χώρο, για να του δώσει μια καλή εικόνα από το μπούστο της. Ο Ρον θα ορκιζόταν ότι το ήδη αποκαλυπτικό ντεκολτέ είχε ανοίξει και άλλο. Τότε συνειδητοποίησε ότι μέσα από το φόρεμα η Σουζάνα δεν φορούσε σουτιέν, και οι ρώγες της άρχισαν να διαγράφονται επικίνδυνα.

Η Σουζάνα από την πλευρά της είδε το σάστισμα του Ρον, στην θέα του στήθους της. Με μια αποφασιστική κίνηση έπιασε το χέρι του, που βρισκόταν στην μέση της και το κατέβασε πάνω στους καλοσχηματισμένους γλουτούς της. Σχεδόν ταυτόχρονα, πριν προλάβει να αντιδράσει ο Ρον, με το άλλο χέρι άρχισε να τον χαϊδεύει πάνω από τον μανδύα στον ανδρισμό του.

Με μια αισθησιακή φωνή η Σουζάνα ψιθύρισε στο αυτί του Ρον, "Το ραβδί σου είναι αυτό ή χαίρεσαι που είσαι δίπλα μου;" και ύστερα άρχισε να του φιλάει τον λαιμό.

Ο Ρον αναστέναξε από την καύλα και έγειρε επάνω στο στήθος της Σουζάνας. Αυτή τότε το αποκάλυψε μπροστά του και γύρισε έτσι ώστε η ρόγα της να βρεθεί στο στόμα του Ρον. Με επιδέξιες κινήσεις, ξεκούμπωσε τον μανδύα του Ρον και έκλεισε την χούφτα της γύρω από το όργανο του.

Φυσικά ο Ρον δεν θα μπορούσε να αντέξει για πολύ. Τα χέρια του θώπευαν τους γλουτούς της Σουζάνας, ενώ η γλώσσα του έπαιζε με την ρώγα της. Την ίδια ώρα τα επιδέξια χέρια της Σουζάνας τον είχαν φέρει στα άκρα. Με τρεμάμενη φωνή ψέλλισε:

"Σε παρακαλώ σταμάτα."

"Γιατί; Δεν σου αρέσει;" είπε ναζιάρικα η Σουζάνα.

"Μου αρέσει αλλά δεν μπορώ να κρατηθώ άλλο."

"Μην κρατηθείς τότε."

Σαν να πήρε έγκριση, ο Ρον άδειασε τον εαυτό του μέσα στα χέρια της Σουζάνας. Μετά από λίγο κατάφερε να ανοίξει τα μάτια του και την είδε να καθαρίζει τα χέρια της με την γλώσσα της. Πριν προλάβει να πει λέξη, η Σουζάνα του έριξε το πιο πονηρό χαμόγελο και του είπε:

"Μεγάλε, ντύσου και πάμε μέσα. Μην δώσουμε στόχο. Σωστά;"