Μια φορά τον είχε ρωτήσει γιατί εκείνοι οι άνθρωποι της είχαν επιτεθεί όταν είχε πρωτοβγεί από το καταφύγιο κι εκείνος της είχε πει:
«Γιατί ήταν Επιδρομείς. Κι οι Επιδρομείς κάνουν αυτό: σε σκοτώνουν και παίρνουν ό,τι είναι δικό σου. Και ειδικά αν σε είδαν μ' εκείνη την μπλε φόρμα και το ΠΕΠ, τότε είναι που θα θέλανε στα σίγουρα να στην ανάψουν».
«Ποιοι είναι οι Επιδρομείς;»
«Είναι κάθε λογής άχρηστο, τζάνκι πανκιό, πολύ άναρχοι για να ζουν σε οικισμούς, πολύ ατίθασοι για να γίνουν Οπλίτες. Το μόνο που καταλαβαίνουν είναι μια ωραία σφαίρα στο κεφάλι, κι αυτό ήταν – η μόνη συνδιαλλαγή που χρειάζεται να έχεις με τέτοιους σκατιάρ….», σταμάτησε πριν πει τη λέξη, «… με του λόγου τους. Κι είσαι τυχερή, μικρή, που δεν σ' έπιασαν στα βρωμόχερά τους, γιατί το λιγότερο που θα σου έκαναν θα ήταν να σε σκοτώσουν. Αν με πιάνεις».
Μια μέρα είχαν περάσει δίπλα από το ισόγειο μιας πολυκατοικίας που παλιά ήταν ενοικιαζόμενα διαμερίσματα – γιατί υπήρχε μια μισοκαμένη στραβή πινακίδα πάνω ψηλά στον δεύτερο όροφο κι έλεγε 'Εν….ζονται …μερίσματα' – κι όλος ο όροφος ήταν αμπαρωμένος από τοίχους φτιαγμένους από ξύλο και λαμαρίνα και συρματόπλεγμα και λάστιχα αυτοκινήτων, και η Νόρα είδε, με τρόμο, ότι πάνω σ' έναν απ' τους τοίχους ήταν στερεωμένο, με αλυσίδες απ' τα χέρια και τα πόδια που ήταν ορθάνοιχτα, σαν μια φριχτή παρωδία του Βιτρουβιανού ανθρώπου του Ντα Βίντσι, ένα ακέφαλο πτώμα. Ο Μακ Κρήντι τότε την έπιασε απ' το χέρι και την τράβηξε να σκύψει προς τα κάτω για να περάσουν από 'κει στα μουλωχτά, και της ψιθύρισε, «Να, αυτοί είναι οι Επιδρομείς».
Ο Μακ Κρήντι μίλαγε γι' αυτούς και τους αντιμετώπιζε σαν ζώα κι αν τύχαινε να συναντηθούν οι δρόμοι τους και να σκοτώσει μερικούς από δαύτους – και είχε χρειαστεί – δεν ένιωθε στο ελάχιστο κάποιου είδους λύπηση. Κι ίσως, έτσι όπως είχαν τα πράγματα, να είχε δίκιο. Κάποτε όμως, πολύ αργότερα στη ζωή της, η Νόρα θα ανακάλυπτε ότι οι Επιδρομείς δεν ήταν ζώα, αλλά άνθρωποι· μονάχα άνθρωποι που ήταν περισσότερο τσακισμένοι από τους υπόλοιπους, άνθρωποι που πίστευαν ότι ο θάνατος θα έδινε την ευκαιρία στους αγαπημένους τους να ζήσουν, άνθρωποι που έπρεπε να τρυπάνε τις φλέβες τους με Ψυχώ για να αντέξουν εκείνον τον σαραβαλιασμένο κόσμο γύρω τους – μήπως δεν είχαν όλοι τους τα δικά τους 'ναρκωτικά'; Κάποτε η Νόρα θα έβρισκε ένα τερματικό, ενώ τριγύρω της θα κείτονταν τα πτώματα τριών ανθρώπων, και στο τερματικό αυτό κάποιος είχε γράψει σκόρπιες σκέψεις σε σκόρπιες ημερομηνίες που πήγαιναν κάπως έτσι:
12/03/2286: Το μόνο που θέλω είναι η μικρή μου Σούζαν να τα καταφέρει. Ο Μπερτ νομίζει ότι με το να κάνουμε θελήματα από 'δω κι από 'κει θα μαζέψουμε αρκετά καπάκια για να τα ανταλλάξουμε με τρόφιμα στο Διαμάντι. Κάνει λάθος. Έχουν περάσει πέντε μήνες και οι προμήθειές μας τελειώνουν απελπιστικά. Δεν μπορώ να κοιτάω τη Σούζαν στα μάτια και να της λέω ότι δεν έχουμε άλλο φαγητό.
2/04/2286: Ο Σταν και ο Φίνλοου ήρθαν σήμερα με μια κούτα κονσέρβες και 5 μπουκάλια νερό. Όταν τους ρωτήσαμε πού τα βρήκαν μας είπαν ότι ήταν 'δωρεά' ενός καραβανιού. Είχαν στον ώμο τα τουφέκια τους, οπότε καταλάβαμε τι είδους δωρεά ήταν. Ο Μπερτ έγινε έξαλλος, αλλά εγώ του είπα ότι δεν είχαμε άλλη επιλογή. Πεινάμε. Η Σούζαν δεν θ' αντέξει πολύ ακόμα. Ήταν ανένδοτος και τους έδιωξε, τους είπε να μην ξαναπατήσουν στον οικισμό. Του είπα ότι αν περιμένει ότι θα ζήσουμε απ' τα ψίχουλα που μας δίνουν οι μαλάκες στο Διαμάντι είναι πολύ ηλίθιος και τσακωθήκαμε άσχημα.
30/04/2286: Σήμερα θάψαμε τη Σούζι μου. Δίπλα της θάψαμε τον Μπερτ. Τον σκότωσα με τα ίδια μου τα χέρια.
28/05/2286: Ο Σταν κι ο Φίνλοου είναι πάλι μαζί μας. Τα πράγματα πάνε καλά. Οι υπόλοιποι με ακούνε κι αν κάποιος διαφωνεί, στ' αρχίδια μου, μπορεί να φύγει ή να φάει μια σφαίρα στο κεφάλι, δική του επιλογή. Ο Σταν μου είπε ότι μας λένε 'επιδρομείς' τώρα. Δεν ξέρω τι σημαίνει αυτό, αλλά μακάρι να τα είχαμε κάνει όλα αυτά νωρίτερα. Ίσως η Σούζι μου να ζούσε.
Είχαν περάσει καμιά δεκαριά μέρες από τότε που τον είχε προσλάβει κι είχαν φτάσει σε μια γέφυρα από τις λίγες που δεν ήταν γκρεμισμένες, με παρατημένα αυτοκίνητα πάνω, στοιβαγμένα το ένα πάνω και δίπλα στο άλλο άναρχα, αναμνηστικό της μάταιης προσπάθειάς των ανθρώπων να ξεφύγουν προτού πέσουν οι βόμβες. Καθώς προχωρούσαν ανάμεσα από τα παρατημένα οχήματα πάνω στην κομματιασμένη άσφαλτο, εκεί που ο δρόμος είχε ρωγμές και είχε σπάσει, τους είδαν, μερικά μέτρα πιο μακριά, κοντά στην άλλη άκρη της γέφυρας, εκεί που τα αυτοκίνητα ήταν λιγότερα, και ήταν τρεις και ήταν οπλισμένοι. Φορούσαν κάτι πρόχειρες πανοπλίες από κομμάτια λάστιχο και κατσαρολικά και εξαρτήματα μηχανών, κολλημένα πάνω στο γυμνό τους δέρμα με λουριά ή με κολλητική ταινία, κι ο ένας τούς φώναξε, «Ή μας δίνετε τα καπάκια σας κι ό,τι άλλο έχετε πάνω σας ή διακοπές στα θυμαράκια. Μην κάνετε χαζομάρες τώρα», και τους σημάδεψαν τότε και οι τρεις.
Το χέρι του Μακ Κρήντι ήταν πάνω στο περίστροφο. Της έριξε μια λοξή ματιά και της ψιθύρισε, «Μέτρα μέχρι το τρία και κρύψου πίσω απ' το αυτοκίνητο», κι έτσι έκανε – γιατί στεκόταν δίπλα από ένα αναποδογυρισμένο Κορβέγκα - και τότε άρχισαν οι πυροβολισμοί, κι είδε τον Μακ Κρήντι να δίνει ένα άλμα στα δεξιά και να προσγειώνεται φαρδύς-πλατύς πίσω από ένα γαλάζιο φορτηγάκι. Ήξερε το σχέδιο πολύ καλά, της το είχε επαναλάβει δεκάδες φορές προτού βγουν έξω στον δρόμο κι είχε ακόμα τα λόγια του στο μυαλό της, 'Εσύ θα βρεις κάπου κρυψώνα και θα προσέχεις τα νώτα μου με το σκοπευτικό, κι άσε με εμένα να κάνω τη βαριά δουλειά', και τώρα είχε ξαπλώσει ανάσκελα, το δεξί της μάτι στον φακό, κι από 'κει έβλεπε τον έναν Επιδρομέα να γεμίζει το τουφέκι για να ξαναρίξει. Μια καθαρή βολή. Αυτό χρειαζόταν μόνο. Μια απαλή κίνηση του δαχτύλου που ακουμπούσε τη σκανδάλη. Ο άνδρας είχε το μισό κεφάλι ξυρισμένο και μια μαύρη χαίτη λιγδιασμένων μαλλιών έπεφτε στην αριστερή μεριά κι έφτανε ως τον ώμο του. Ήταν κοκκαλιάρης και ηλιοκαμένος. Φορούσε μια αρβύλα στο ένα πόδι κι ένα καφετί παπούτσι στο άλλο. Η Νόρα προσπαθούσε να αναπνεύσει αλλά πνιγόταν κι ο αέρας της φαινόταν ζεστός παρόλο που ήταν χειμώνας.
Γύρισε το κεφάλι της δεξιά και είδε τον μισθοφόρο να γεμίζει το περίστροφο, να ξεπροβάλλει ο μισός από το κάλυμμα του φορτηγού και να πυροβολεί, και μετά πάλι πίσω. Είχε βάλει καλά σκοπευτικά στο περίστροφο – 'πρέπει να φροντίζεις το όπλο σου για να σε φροντίσει κι αυτό' – κι είχε καλό σημάδι. Ο μεσαίος άνδρας έπεσε κάτω. Γύρισε και την κοίταξε κι είδε τα χείλη του να κινούνται και άκουσε κάτι σαν, 'Ρίξε του, γαμώτο!', λέξεις υπόκωφες ανάμεσα από το σφύριγμα των σφαιρών καθώς κινούνταν στον αέρα και μετά τον κρότο απ' τη σύγκρουση στη λαμαρίνα. Ο σκύλος, που όλη αυτήν την ώρα ήταν δίπλα της και γρύλιζε, αποφάσισε να βγει απ' την κρυψώνα του Κορβέγκα και να ορμήσει στο πόδι του άνδρα που στεκόταν δεξιά. Εκείνος τον βάρεσε δυνατά με τη λαβή του τουφεκιού κι ο σκύλος απομακρύνθηκε, κλαψουρίζοντας, αλλά έδωσε την ευκαιρία στον Μακ Κρήντι να του ρίξει μια σφαίρα στην κοιλιά και τότε ο άνδρας δίπλωσε στα δύο σφαδάζοντας και ξαπλώθηκε στη ραγισμένη άσφαλτο. Ο άνδρας με τη μαύρη χαίτη είχε πλησιάσει πιο κοντά τώρα κι είχε βρει κάλυμμα πίσω από ένα κόκκινο Τσέρι Μπομ. Ανασηκώθηκε την ίδια στιγμή που ξεπρόβαλε ο Μακ Κρήντι από τα πλάγια του φορτηγού και η σφαίρα του τουφεκιού τον βρήκε στον αριστερό ώμο. Ο Μακ Κρήντι σύρθηκε γρήγορα πίσω από το φορτηγό, τα μάτια του κλειστά, τα μισοκατεστραμμένα του δόντια σφιγμένα, σε μια προσπάθεια να αντέξει τον πόνο.
Η Νόρα κοίταξε μέσα από τον φακό. Έβλεπε στο στόχαστρο το κόκκινο Τσέρι Μπομ αρκετά καθαρά. Ο άνδρας που ήταν από πίσω δεν ασχολιόταν μαζί της, είχε ξεχάσει καν ότι υπήρχε. Μόλις το κεφάλι του ξεπρόβαλλε, η Νόρα τράβηξε την σκανδάλη και το κρανίο του κομματιάστηκε, σε μια έκρηξη σάρκας και αίματος και μυαλών. Ησυχία.
Όταν ο Μακ Κρήντι την πλησίασε τελικά, εκείνη καθόταν με ακουμπισμένη την πλάτη στο παράθυρο του Κορβέγκα, τα πόδια λυγισμένα να ακουμπάνε στο στήθος της και τα χέρια της κουλουριασμένα γύρω απ' τα γόνατα, κι είχε δακρύσει, αλλά προσπαθούσε να μην το δείχνει πολύ. Ο Μακ Κρήντι κράταγε σφιχτά με το ένα χέρι τον αριστερό του ώμο, που ήταν τώρα γεμάτος αίμα που κυλούσε προς τα κάτω, λεκιάζοντας το πράσινό του μανίκι, εκείνο που ήταν ραμμένο στην καμπαρντίνα. Ανάμεσα από τα βογγητά του κατάφερε να της πει, «Ευχαριστώ για το τίποτα, ρε αφεντικό. Τι σκατά;» Εκείνη έβαλε το κεφάλι κάτω και δεν είπε κάτι. Σκέφτηκε ότι θα πρέπει να ήταν θυμωμένος μαζί της, πολύ θυμωμένος, γιατί τώρα τα είχε σκατώσει περισσότερο από κάθε άλλη φορά.
«Τέλος πάντων. Σήκω τώρα να με βοηθήσεις να δέσω το τραύμα».
Για καλή τους τύχη η σφαίρα είχε περάσει ξυστά από τον ώμο του και δεν τον είχε τρυπήσει.
Καθώς του έκανε μια ένεση με Τονωσύριγγα για τον πόνο και του τύλιγε ένα κομμάτι ύφασμα που το είχαν για επίδεσμο γύρω από το γυμνό του ώμο, κοίταξε το πρόσωπό του, τις μικρές γραμμές στις άκρες των ματιών του, τη σμιλευτή του μύτη, τα αραιά, ξανθά του γένια γύρω από το στόμα και το σαγόνι, και της φάνηκε περισσότερο κουρασμένος παρά θυμωμένος, έτσι όπως ήταν σκυμμένος τώρα και δεχόταν υπομονετικά τις φροντίδες της. Έβγαλε ένα τσιγάρο από την τσέπη στην καμπαρντίνα του, το έκοψε στα δύο και το άναψε. Όποτε η Νόρα του έδινε τσιγάρα που έβρισκε παρατημένα, εκείνος χαμογελούσε και το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να τα κόψει στα δύο. Ήταν έτσι, πρακτικός, και του άρεσε ο καπνός. Καμιά φορά τα έβαζε στην τσέπη του ολόκληρα, αλλά οπωσδήποτε τα έκοβε μετά, όταν πήγαινε να τα καπνίσει.
«Δεν μπορούσα να τραβήξω την σκανδάλη», του είπε ξαφνικά κι αισθάνθηκε ντροπή, για κάτι που πριν τον πόλεμο θα ακουγόταν απολύτως φυσιολογικό.
«Πρέπει όμως», της είπε και της φάνηκε λυπημένος. Σήκωσε το κεφάλι του και την κοίταξε, και στα γαλάζια μάτια του διέκρινε κάτι, αλλά δεν ήταν θυμός – της φάνηκε πιο πολύ σαν κατανόηση.
Όταν τελικά πέρασαν τη γέφυρα, η Νόρα είχε το κεφάλι κάτω και περπατούσε γρήγορα, για να μη βλέπει τα πτώματα, ούτε τον μισθοφόρο που ήταν σκυμμένος κι έψαχνε τις τσέπες τους, ούτε να ακούει τον σκύλο που μασούλαγε - αλλά κυρίως για να μη βλέπει προς τα εκεί που ήταν το κόκκινο Τσέρι Μπομ.
