ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

Η συνειδητοποίηση έρχεται αργά το απόγευμα. Δεν είναι ολοκληρωμένη. Ποτέ δεν είναι. Πράγματα συμβαίνουν, πράξεις γίνονται, αποφάσεις παίρνονται και ζωή είναι η προσπάθεια κατανόησης συν κάτι ακόμα. Είμαι στην κουζίνα και φτιάχνω σούπα για την Έμιλι που εξακολουθεί να κοιμάται. Είμαι τόσο κουρασμένη που πονοκέφαλος πάλλεται πίσω από τα μηλίγγια μου, μα την ίδια στιγμή είμαι σε τέτοια υπερένταση που μου είναι αδύνατον να ηρεμήσω. Η χειρονακτική απασχόληση να κόβω καρότα και λοιπά λαχανικά μού επιτρέπει να χαλιναγωγήσω τις σκέψεις μου. Προτίμησα επίτηδες τον μαγκλ τρόπο, είμαι εντελώς ασταθής για μαγεία. Αισθάνομαι την ενέργεια να ρέει στις φλέβες μου σαν ηλεκτρισμός και ξέρω ότι τώρα δεν μπορώ να την τιθασεύσω. Θα ξεχειλίσει από μέσα μου σαν ωστική έκρηξη. Όπως με τον Άλεξ στον γάμο της ξαδέρφης μου.

Ήταν πρωτοφανής έκφανση για εμένα αυτή, τότε. Όλα μου τα χρόνια η μαγεία μου ήταν παρούσα, αλλά διακριτική. Την ήξερα όπως ήξερα τα πόδια και τα χέρια μου. Εκείνη την ημέρα εκδηλώθηκε με τρόπο ανεξέλεγκτο. Η συναισθηματική πίεση στην οποία βρισκόμουν για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα την συσσώρευσε σε ποσότητα αδιαχείριστη. Για αυτό και δεν την αναγνώρισα για δικιά μου, δεν θα μπορούσα. Ήταν άφατη και εγώ δεν είχα επιτελέσει ποτέ άλλοτε άφατα μαγικά. Δεν με θεωρούσα ικανή για αυτά. Ήταν κιόλας πιο ισχυρή από οτιδήποτε είχα καταφέρει. Ήμουν ικανοποιημένη με την μετριότητα, επειδή νόμιζα πως αυτή μου ανήκε. Εξαιτίας του Ίαν, έστω και άθελα του, αντιλήφθηκα πόσο δυνατή είμαι και πόσο πιο δυνατή μπορώ να γίνω, αν εξασκηθώ.

Δεν ήταν τυχαίο, ότι το μυαλό μου έφερε την εικόνα του ως αντιστάθμισμα της παράνοιας που με κυρίευσε, προκειμένου να μην το χάσω εντελώς. Δεν ήμουν ακόμα έτοιμη να αποδεχτώ τον εαυτό μου όπως μου παρουσιαζόταν. Έκανα την επιθυμία πραγματικότητα και αναπαύτηκα σε αυτήν. Έβαλα τον Ίαν να κάνει όλα αυτά που αληθινά έκανα εγώ. Εγώ πέταξα τον Άλεξ από πάνω μου, εγώ τον φίμωσα και τον ακινητοποίησα στον απέναντι τοίχο. Τέλος, εγώ αποφάσισα να του σβήσω τις μνήμες και τον άφησα αναίσθητο στο πάτωμα. Στην αρχή μου ήταν δύσκολο να το πιστέψω. Εγώ; Εγώ τα πέτυχα όλα αυτά; Μόνη μου; Χωρίς βοήθεια; Μα πώς; Εγώ δεν εξασκούσα ποτέ υψηλή μαγεία.

Δεν γινόταν διαφορετικά. Δεν υπήρχε άλλη εξήγηση. Ο Ίαν δεν το είχε κάνει. Όταν του το ανέφερα για πρώτη φορά, ώρες μετά την επανασύνδεση μας, δεν είχε ιδέα για τι μιλούσα. Ακούγοντας την παραδοχή του, ήταν λες και ένα πέπλο που κάλυπτε την μνήμη μου αποτραβήχτηκε και αποκάλυψε την καθαρή μου αντίληψη. Μία σκηνή επιφοίτησης. Όχι, ο Ίαν δεν είχε εμφανιστεί στον γάμο της ξαδέρφης μου. Δεν με είχε φιλήσει, δεν με είχε βοηθήσει. Μόνη μου. Μόνη μου είχα βοηθήσει τον εαυτό μου σε μία φάση παροξυσμού. Υπαίτιος ήταν εκείνος. Αναγκάζοντας με στην ανημποριά, είχε ξυπνήσει μέσα μου το ληθαργημένο μου κομμάτι που μπορούσε αλλά δεν γνώριζε.

Δεν το είχε πετύχει σκόπιμα, είχε παραδεχτεί, όμως αισθανόταν την ένταση της μαγείας μου σαν υποβόσκοντα πίδακα λάβας που χρειάζεται μία σχισμή για να εκτοξευτεί. Δεν είχε χαράξει ο ίδιος την σχισμή, μα η συναισθηματική φόρτιση στην οποία με διατηρούσε συνιστούσε όλες τις κατάλληλες συγκυρίες για την επίτευξη της. Αυτό ήταν τότε. Τώρα προσπαθώ να υποτάξω αυτήν την ένταση, να μάθω να την ελέγχω και να την χρησιμοποιώ όπως και όποτε θέλω. Δεν μου είναι εύκολο. Πρέπει να σκάψω βαθιά μέσα μου για να την βρω, σαν διαμάντια που καλύπτονται από τόνους λάσπης, βράχους και πετρώματα. Ύστερα, πρέπει να τα απελευθερώσω και να τα φέρω στο φως ήρεμα και κοντρολαρισμένα, ειδάλλως η λάμψη τους θα με τυφλώσει. Κάποιες φορές είναι πιο εύκολες από άλλες. Η τωρινή δεν είναι μία από αυτές.

Η Έμιλι χώρισε με τον Χιούγκο.

Ο αδερφός μου θέλει να πάει στην Αμερική.

Η Λέιλα εξαφανίστηκε όσο αναπάντεχα ήρθε.

Ανεξήγητα, το μυαλό μου κολλάει στην τελευταία παρατήρηση περισσότερο από τις άλλες δύο. Ένα δυσάρεστο συναίσθημα την συνοδεύει, μία μείξη προδοσίας και απογοήτευσης. Χάρηκα πραγματικά που την είδα, αλλά ο ενθουσιασμός μου κάλυψε προσωρινά την κρίση μου. Αν δεν είχα πέσει στην κυριολεξία επάνω της, είμαι βέβαιη πως δεν θα είχε αποπειραθεί να έρθει σε επικοινωνία μαζί μας. Φευ! Μπορεί να μην ήταν καν η πρώτη φορά που ερχόταν στο Λονδίνο και δεν μας είχε πει τίποτα. Δεν την ενδιαφέρουμε, είναι η συνειδητοποίηση μου. Είναι επίπονη τόσο για το γεγονός αυτό καθαυτό όσο και για όλα τα χρόνια που δαπάνησα διατηρώντας την μνήμη της ως φίλη μου. Πίστευα, ότι δεν ήταν δικό της φταίξιμο που έφυγε μακριά. Ότι δεν μας έγγραφε, επειδή για εκείνη ήταν πιο εύκολο να ρίξει εντελώς μαύρη πέτρα πίσω της και να μην μένει κολλημένη στα παλιά, εφόσον δεν μπορούσε να ελέγξει το παρόν της. Αυτό το καταλάβαινα και έτσι την δικαιολογούσα.

Χθες, ωστόσο, μας απέδειξε περίτρανα, ότι δεν μας υπολογίζει καθόλου. Ότι η φίλη που είχα στο μυαλό μου ήταν δικό μου κατασκεύασμα και το αστείο είναι εις βάρος μου. Το μόνο που την ένοιαζε ήταν να την κοπανήσει με τον αδερφό μου. Δεν προτίμησε να περάσει χρόνο μαζί μας, δεν ήθελε να μείνει για εμάς. Και όταν ο αδερφός μου τα ξανασκάτωσε, όπως ήμουν σίγουρη πως θα έκανε, αυτή σηκώθηκε και εξαφανίστηκε χωρίς να την ενδιαφέρει, αν θα μας ξαναδεί ποτέ. Έβαλε την προσωπική της καύλα πάνω από την οποιαδήποτε σχέση μας. Ναι, μπορεί η πρώτη φυγή να μην ήταν δική της επιλογή, αλλά η δεύτερη είναι οπωσδήποτε. Δεν έχω άλλη κατανόηση για έναν άνθρωπο που δεν με θέλει στην ζωή του. Το κεφάλαιο Λέιλα τελείωσε για εμένα.

Και μόλις έβαλα φωτιά σε ένα ραπανάκι.

«Δεν είμαι σίγουρος, ότι αυτός είναι ο ενδεδειγμένος τρόπος ψησίματος.»

Ο Ίαν εμφανίζεται πίσω μου.

«Αλλά ξέρεις, ότι πάντα απολαμβάνω όταν αυτοσχεδιάζεις.»

Ακουμπά το χέρι του στο δικό μου και περνάμε τις ενωμένες μας παλάμες επάνω από την φωτιά σβήνοντας την. Στεκόμαστε έτσι, πλεγμένοι, το κεφάλι του να εφάπτεται στο δικό μου.

«Είχες δύσκολη ημέρα,» παρατηρεί.

Καγχάζω χωρίς διάθεση.

«Όσο δεν φαντάζεσαι.»

Από νωρίς είχε την ικανότητα να αντιλαμβάνεται τι μου συμβαίνει χωρίς να χρειάζεται να του εξηγήσω και όσο περισσότερο καιρό μένουμε μαζί τόσο πιο δυνατός γίνεται αυτός ο δεσμός μεταξύ μας. Τόσο που μέχρι και εγώ έχω ξεκινήσει να καταφέρνω κάτι αντίστοιχο μαζί του, αν και σε μικρότερη κλίμακα.

«Η Λέιλα…»

«Μην μου πεις,» τον διακόπτω. «Δεν θέλω να ξέρω τίποτα για αυτήν.»

Απομακρύνομαι από κοντά του και συνεχίζω να μαγειρεύω.

«Πώς πήγε η δουλειά;» αλλάζω θέμα συζήτησης.

«Τυπικά.»

«Στην έπεσαν πολλές;»

«Μόνο ο μισός γυναικείος πληθυσμός.»

Σταματά να μιλά και αντιλαμβάνομαι, πως τρέχει κάτι παραπάνω από την ανόητη κουβεντούλα μας. Τον κοιτάζω επάνω από τον ώμο μου. Στέκεται στον απέναντι τοίχο φορώντας τα ρούχα της δουλειάς, καφέ παντελόνι και μαύρο πουκάμισο, με το ένα του πόδι στερεωμένο πίσω του στην συνηθισμένη του στάση. Τα ξανθοκάστανα μαλλιά του είναι ανακατωμένα και το σκουλαρίκι λαμπυρίζει στο αριστερό του φρύδι, τα χείλη του σουφρωμένα σε περισυλλογή. Κάπως περίπου έτσι τον ερωτεύτηκα.

Καταλαβαίνει το βλέμμα μου και ανασηκώνει το κεφάλι του.

«Ήρθε και με βρήκε η γιαγιά μου στο μαγαζί.»

«Τι λες τώρα!» τα παίζω. «Καταδέχτηκε η Αντουανέτα Πάρκινσον να πατήσει το πόδι της σε μαγκλ καφετέρια;»

«Φαντάζομαι αναγκάστηκε, εφόσον δεν απαντούσα στα γράμματα της.»

«Και τι σου είπε;»

«Τα ίδια που μου έγραφε. Ο παππούς μου είναι βαριά άρρωστος και ζητά να μας δει πριν πεθάνει.»

Ο Περσέας Πάρκινσον είναι ο πατέρας-φαμίλιας του Οίκου των Πάρκινσον, της πανάρχαιας πουριτανικής οικογένειας γόνος της οποίας είναι ο αγαπημένος μου. Ποτέ, ωστόσο, δεν ήταν παρών στην ζωή του Ίαν ούτε των αδερφών του. Εξαιτίας της ελεύθερης ζωής της μητέρας τους, ο Περσέας είχε αποκληρώσει την κόρη του και δεν είχε καμία σχέση μαζί της ή με τα παιδιά της. Ούτε καν στην κηδεία της δεν παραβρέθηκε – ούτε εκείνος ούτε η γυναίκα του. Το τελευταίο διάστημα, παρόλα αυτά, ο Ίαν ξεκίνησε να λαμβάνει επιστολές από την γιαγιά του που του ζητούσαν να επισκεφτεί το μέγαρο των Πάρκινσον στο Νόρφολκ. Στην αρχή οι λόγοι ήταν ομιχλώδεις μα σύντομα αποκαλύφτηκε, ότι ο Περσέας ήταν στα τελευταία του και μάλλον ήθελε την συγχώρεση και την συμφιλίωση πριν τα κακαρώσει. Ο Ίαν είχε αρνηθεί να τον δει, συγκεκριμένα δεν είχε απαντήσει καν στα γράμματα της γιαγιάς του. Την ίδια στάση είχαν κρατήσει και τα αδέρφια του.

«Ο Βέρτζιλ και ο Ντέιμον θέλουν να πάμε.»

Μέχρι στιγμής.

«Γιατί;» εκπλήσσομαι.

«Φαντάζομαι συναισθηματικοί λόγοι. Είναι η μόνη οικογένεια που μας έχει απομείνει.»

Ο Ίαν δεν μιλάει συχνά για την μητέρα του, σχεδόν καθόλου. Γνωρίζω, ότι δεν του λείπει. Τουλάχιστον, όσο θα περίμενε κανείς να έλειπε από ένα παιδί η μητέρα του που δολοφονήθηκε με παραμένοντα άγνωστα τρόπο και αιτία. Εν τούτοις, μπορώ να νιώσω την αδιόρατη θλίψη που ακολουθεί κάθε αναφορά στο όνομα της ή στην απουσία αυτής. Ήταν απαίσια μητέρα, αλλά για τον Ίαν, που οι άνθρωποι που τον αγαπάμε είμαστε λιγότεροι από τα δάχτυλα του ενός χεριού, ο χαμός της παραμένει επίπονος, έστω και κατευνασμένα. Είμαστε, άλλωστε, προγραμματισμένοι να αγαπάμε τους γονείς μας. Πώς αλλιώς; Είναι σαν να μην αγαπάμε τον εαυτό μας, τα γονίδια μας. Η σύσταση μας είναι δικιά τους σύσταση. Μόνο έτσι συγχώρησα, κάπως, την Πάνσυ Πάρκινσον για την αδιαφορία που έδειξε στον Ίαν. Ό,τι και αν ήταν, αποτελούσε μέρος του ανθρώπου που αγαπώ.

«Εσύ τι θέλεις να κάνεις;» ρωτάω.

«Εφόσον επιμένουν… Πού ξέρεις, συναναστρεφόμενος τους μπορεί να καταλάβω καλύτερα γιατί η μάνα μου ήταν έτσι όπως ήταν.»

Δεν λέω τίποτα πάνω σε αυτό.

«Και πότε θα πάτε;»

«Θα έρθουν το Σάββατο, αυθημερόν.»

Τα ετεροθαλή αδέρφια του Ίαν κατοικούν και τα δύο εκτός Αγγλίας. Ο Βέρτζιλ δουλεύει σε εταιρεία εξόρυξης μαγικών πετρωμάτων και για αυτό μετακινείται αρκετά. Στην αρχή ήταν στο Μεξικό, μετά πήγε στην Κούβα και τώρα είναι στην Κίνα. Ο Ντέιμον εργάζεται για το Υπουργείο Μαγείας ως γραμματέας του Τμήματος Εσωτερικών Υποθέσεων, αλλά τον έχουν στείλει στο παράρτημα της Μάλτας, οπότε και διαμένει τα τελευταία χρόνια. Τους έχω δει ελάχιστες φορές, συγκεκριμένα από όταν τα φτιάξαμε με τον Ίαν μονάχα μία, επομένως δεν έχω εμπεριστατωμένη γνώμη για αυτούς. Εφόσον αγαπάνε τον Ίαν μου και του φέρονται καλά, είμαι και εγώ καλή μαζί τους.

«Θέλεις να έρθω και εγώ;»

Καμία όρεξη δεν έχω να δω τα μούτρα των Πάρκινσον, ειδικά μετά τον τρόπο που φέρθηκαν στον Ίαν, αλλά αν εκείνος μου ζητήσει να είμαι εκεί, εκεί θα είμαι.

«Καλύτερα όχι. Όσο πιο γρήγορη είναι αυτή η επίσκεψη τόσο το καλύτερο.»

Κατανοώ πώς αισθάνεται και δεν επιμένω. Πιο παλιά είχα την αντίληψη, ότι ένα ερωτευμένο ζευγάρι έχει την υποχρέωση να κάνει τα πάντα μαζί. Ότι αυτή είναι η απόδειξη του έρωτα τους. Πλέον, έχω την σιγουριά να είμαι η αυτόνομη προσωπικότητα μου και να επιτρέπω στον Ίαν να είναι η δική του. Είμαστε μαζί σε όλα ως οι εαυτοί μας και όχι ως αλλοιωμένα συμπλέγματα χωρίς συνείδηση.

«Εδώ πώς τα πάτε;»

Αναστενάζω δύσθυμα.

«Το ήξερες, έτσι; Ότι ο Χιούγκο…»

«Ήταν πολύ έντονα τα συναισθήματα του εδώ και καιρό. Το κατάλαβα χθες γιατί.»

«Δεν σε πειράζει να υιοθετήσουμε για λίγες ημέρες την Έμιλι; Εκείνη θα μας πει να πάει στους γονείς της, αλλά ξέρω ότι δεν το θέλει. Ξέρεις, είναι πιο αισθητή η απώλεια έτσι, όταν γυρίζεις πίσω.»

Δεν φέρνει αντίρρηση.

Ρίχνω τα λαχανικά στο νερό που βράζει και κλείνω το καπάκι. Απομένω έτσι, να κοιτάζω και να μην βλέπω.

«Είναι τρομακτικό. Οι ανθρώπινες σχέσεις είναι τρομακτικές.»

«Ό,τι σε γεμίζει με δέος είναι.»

Δεν θέλω να γεμίσω με ανασφάλεια. Έχω δουλέψει πολύ μέσα μου για να την αποβάλω και σίγουρα με έχει βοηθήσει και ο Ίαν πολύ σε αυτό με την σταθερή παρουσία του. Όπως τώρα, που χωρίς να το καταλάβω έχω χωθεί στην αγκαλιά του και εισπνέω βαθιά την μυρωδιά του. Δεν μιλάμε. Δεν υπάρχουν λέξεις για όλα.

«Έι.»

Η Έμιλι μπαίνει σιγανά στην κουζίνα και τραβιόμαστε απότομα.

«Ξύπνησες; Πώς νιώθεις;»

«Καλύτερα,» μου απαντάει.

Δεν το δείχνει.

Κάθεται με κόπο σε μία καρέκλα, αδύναμη και χλωμή.

«Θα, θα πάω στους γονείς μου απόψε,» αναφέρει όταν πια ο Ίαν έχει φύγει για μπάνιο και έχουμε απομείνει οι δυο μας.

«Δεν υπάρχει λόγος. Θα κάτσεις εδώ όσο χρειαστεί.»

«Δεν έχω τίποτα εδώ πέρα. Όλα τα πράγματα μου είναι στο σπίτι με τον Χιούγκο.»

«Θα πάμε να πάρεις ό,τι θέλεις. Ή αν δεν θες, θα πάω εγώ. Θα μου τα πεις και θα πάω να τα πάρω.»

«Και εγκαταλελειμμένη και άστεγη,» σχολιάζει πικρόχολα. «Ήμουν πολύ αξιοθρήνητη στο στούντιο;»

Η έκφραση της είναι παντελώς απελπισμένη.

«Εμ, είσαι άνθρωπος. Έχεις αισθήματα που πληγώθηκαν. Λογικό να πονάς. Αν δεν πονούσες, θα ήσουν ψυχασθενής.»

Σιωπή. Και ξαφνικά κλάματα, δυνατά. Παρατάω την σούπα και τρέχω και γονατίζω μπροστά της.

«Τους είδες; Τους είδες πώς γελούσαν; Γελούσαν, το διανοείσαι;»

Με το ζόρι ξεχωρίζω τι λέει μέσα από τα αναφιλητά της. Τα μάτια της είναι τόσο πρησμένα και κόκκινα που κοντεύουν να εξαφανιστούν. Η υποφορά της τόσο μεγάλη που μπορώ να την ψηλαφήσω. Αν ήθελα, θα μπορούσα να την πλάσω και να την κάνω μαγεία.

«Δεν την θέλω την αγάπη, Λιλς. Αν πονάει τόσο πολύ, δεν την θέλω.»

«Θα περάσει, θα περάσει,» είναι το μοναδικό που βρίσκω να της πω χαϊδεύοντας την.


Και σε αυτό το κεφάλαιο αποκαλύπτεται και η όλη φάση με τον γάμο της Μόλυ. Την είχατε την κοπέλα μας ικανή για κάτι τέτοιο; Σχολιάστε!

Προς Μαριλένα: Αααχ, άβυσσος η ψυχή των ανθρώπων, επομένως τίποτα δεν είναι βέβαιο για Άλμπους-Λέιλα ούτε για Έμιλι-Χιούγκο.

Προς Κωστή: Το τούμπανο φέρεται περίεργα!

Προς Νέλι: Στο μπαρ η Λίλι δεν πήγε, αλλά Ίαν είδαμε!

Προς dorina16able: Καλώς το κορίτσι! Μας έλειψες! Ζαμπίνι, ε; Μμμμ... (δεν μιλάω, δεν μιλάω) Ε, αφού διάβασες και το Πιο Άσχετη, άφησε τις συνολικές εντυπώσεις σου, έχω μεγάλη περιέργεια! Δεν ζητάμε ποτέ συγγνώμη για μεγάλα σχόλια, τρελαίνομαι να διαβάζω τις αναλύσεις σας! Δεν μας λέτε και το ονοματάκι σας, κυρία μου; Το dorina16able μου πέφτει λίγο μακρύ, χαχα!

Μέχρι την επόμενη φορά,

ΧΧΧ

και καλό τριήμερο!

Υ.Γ. Τι θα ντυθείτε, αν ντυθείτε;