Η Σουζάνα καθόταν ήσυχη στο δωμάτιό της. Σε λίγη ώρα θα ερχόταν η Κλαρίτα για το συνηθισμένο τους πια μάθημα. Ένας μήνας είχε περάσει από τότε που ξεκίνησαν τα μαθήματα και η μικρή Κλαρίτα σημείωνε σημαντική πρόοδο. Είχε μεγάλη θέληση για να μάθει, αλλά δεν μπορούσε να το κάνει χωρίς καθοδήγηση. Η υπομονή και επιμονή της Σουζάνα είχαν αποδειχτεί μεγάλη βοήθεια για τη μικρή, η οποία ήταν πάντα συνεπής τόσο στην ώρα της, όσο και στο διάβασμά της. Κάθε πρωί πήγαινε σπίτι της Σουζάνα και έκαναν 2 ώρες μάθημα και μετά σπίτι έκανε τις επαναλήψεις της και τις εργασίες της.

Η Κλαρίτα ήταν ένα όμορφο μελαμψό κοριτσάκι. Αδύνατη, με μαύρα μακριά μαλλιά και μεγάλα μαύρα μάτια. Ήταν πολύ ντροπαλή στην αρχή, αλλά στην πορεία και καθώς οι δυο κοπέλες γνωρίστηκαν καλύτερα άρχισαν να μιλούν μετά το μάθημα και για άλλα θέματα εκτός σχολικής ύλης.

Η Κλαρίτα της έλεγε για τις όμορφες παραλίες του Μεξικό με τα βελούδινα τυρκουάζ νερά και τους φίλους της που έτρεχαν ξυπόλητοι όλη μέρα παίζοντας με τη θάλασσα.

Η Σουζάνα της μίλαγε για το θέατρο. Για το πάθος της για την ηθοποιία που ξεκίνησε όταν η ίδια ήταν μικρότερη και από την Κλαρίτα μετά από μια παράσταση που παρακολούθησε η ίδια και η μητέρα της στο θέατρο. Η Σουζάνα της απήγγειλε ποιήματα και σκηνές από ρόλους που είχε η ίδια ερμηνεύει στο παρελθόν. Ένα παρελθόν που τώρα της φαινόταν μακρινό. Πολύ μακρινό.

Η Κλαρίτα έβλεπε πια στα μάτια της Σουζάνα τη μεγαλύτερη όμορφη δασκάλα και αδερφή που δεν είχε ποτέ, ενώ η Σουζάνα είχε βρει μια φίλη. Η Κλαρίτα με την αθωότητα της ηλικίας της βοήθαγε τη Σουζάνα να ξεχαστεί από τα προβλήματά της και ήταν στην πραγματικότητα η μοναδική φίλη που είχε ποτέ.

Η Σόφι έφερνε κάθε μέρα την Κλαρίτα σπίτι της Σουζάνα και την έπαιρνε όταν τελείωναν το μάθημά τους. Είχε ζητήσει πολλές φορές από τη Σουζάνα να δεχτεί ένα μικρό ποσό που μπορούσε να διαθέσει ως δίδακτρα, αλλά η Σουζάνα δεν ήθελε ούτε να το ακούσει. Δεν δέχτηκε καν όταν η Σόφι πρότεινε να μην πληρώνεται για τις δουλειές του σπιτιού. Η Σουζάνα ένιωθε ότι κέρδιζε τόσα πολλά από τη συντροφιά της Κλαρίτα που θα ήταν ανήθικο να δεχτεί χρήματα από τη μητέρα της.

Η κυρία Μάρλοου δεν έβλεπε με καλό μάτι τη σχέση των δύο κοριτσιών. Φοβόταν πως η κόρη της έχοντας κάτι άλλο να ασχολείται θα έχανε τον πρωταρχικό στόχο της. Να καταφέρει τον νεαρό Γκράντσεστερ να την παντρευτεί. Ήταν χρέος του να την αποκαταστήσει και η ίδια ήδη φανταζόταν τη μικρή της ως μελλοντική Δούκισσα του Γκράντσεστερ. Η κόρη της παρά την αναπηρία της, είχε πια ελπίδες να μπει στα σαλόνια της αριστοκρατίας.

Η Κλαρίτα όπως πάντα εμφανίστηκε στην πόρτα ακριβώς στην ώρα της. Έτρεξε προς το δωμάτιο της Σουζάνα και έκλεισε την πόρτα πίσω της:

«Καλημέρα Σουζάνα».

«Καλημέρα και σε σένα Κλαρίτα. Τι κέφια είναι αυτά σήμερα;»

Η μικρή πήγε κοντά της και της απάντησε με χαμηλή φωνή:

«Σήμερα σου έχω μια έκπληξη. Κοίτα τι σου έφερα», είπε η μικρή χαρούμενα και άνοιξε τη χούφτα της που περιείχε μερικές καραμέλες.

«Καραμέλες; Που τις βρήκες;»

«Μου τις φίλεψε η μαμά μου που είμαι τόσο καλή μαθήτρια λέει και τις έφερα να τις μοιραστούμε».

Η Σουζάνα συγκινήθηκε από την κίνηση της μικρής. Η ίδια μπορούσε να έχει όσες καραμέλες ήθελε, το ίδιο όμως δεν ίσχυε και για τη φίλη της που παρόλο που δεν μπορούσε να έχει σχεδόν ποτέ γλυκίσματα, με μεγάλη προθυμία δέχτηκε να μοιραστεί τα λιγοστά καραμελάκια της. Η Σουζάνα αποφάσισε ότι θα έπρεπε να πάρουν ένα μεγάλο βάζο με καραμέλες στο σπίτι και έτσι η Κλαρίτα θα μπορούσε να έχει όσες ήθελε.

Πήρε μία από τα χέρια της μικρής και της είπε:

«Θα πάρω μόνο μία για να γιορτάσω την πρόοδό σου. Ευχαριστώ».

«Μα όχι Σούζυ, πάρε κι άλλες».

«Δεν κάνει να πάρω κι άλλες. Θα παχύνω. Και μετά δεν θα χωράω στο καροτσάκι μου. Πρέπει να προσέχω τη σιλουέτα μου».

«Παχαίνεις εύκολα; Εγώ δεν παχαίνω με 3-4 καραμελίτσες».

«Εγώ όμως δεν εξασκούμαι καθόλου τώρα πια και πρέπει να προσέχω τη διατροφή μου».

«Δεν κάνει να εξασκείσαι;»

«Πως! Κάνει! Αλλά είναι δύσκολο και επίπονο για μένα».

«Μην είσαι τεμπέλα Σούζυ. Έτσι δεν μου λες πάντα κι εσύ; Να μην είμαι τεμπέλα και να μην το βάζω κάτω; Έτσι πρέπει να κάνεις κι εσύ. Να προσπαθείς και να εξασκείσαι κι έτσι θα μπορείς να τρως όσες καραμέλες θέλεις», είπε η Κλαρίτα και έβαλε λαίμαργα μια καραμέλα στο στόμα της.

Η Σουζάνα ωστόσο διέκρινε ένα μεγάλο ποσοστό αλήθειας στα λόγια της μικρής. Όλο αυτό τον καιρό είχε παραιτηθεί από τα πάντα. Μάλλον έπρεπε να αρχίσει να προσπαθεί.

Μόλις τέλειωσε το μάθημα και η μικρή έφυγε η Σουζάνα φώναξε τη μητέρα της. Η κυρία Μάρλοου έμεινε με το στόμα ανοιχτό μόλις άκουσε τι είχε να της ζητήσει η κόρη της:

«Τι είπες;»

«Βοήθησέ με σε παρακαλώ να σηκωθώ και να σταθώ για λίγο».

«Μα τι σε έπιασε κόρη μου;»

«Θέλω για λίγο να σταθώ μητέρα. Που είναι το περίεργο;»

Η κυρία Μάρλοου τη βοήθησε να σηκωθεί και πρόσφερε τον ώμο της για να σταθεί η Σουζάνα. Μόνο μια στιγμή κατάφερε να σταθεί. Το πόδι της αδύναμο δεν είχε τη δύναμη να την κρατήσει κι έτσι βρέθηκε και πάλι καθισμένη στο καροτσάκι.

Η Σουζάνα είπε βουρκωμένη στη μητέρα της:

«Μαμά είναι όλα τόσο όμορφα από αυτό το ύψος! Πρέπει να ξαναπροσπαθήσω».


Ο Τέρρυ οδήγησε το καροτσάκι της Σουζάνα δίπλα από το παγκάκι κοντά στη λίμνη. Ο ίδιος έκατσε δίπλα της. Άλλη μια απογευματινή τους βόλτα. Αυτό το απόγευμα όμως η Σουζάνα εξέπληξε τον Τέρρυ:

«Τέρρυ, μπορείς να με βοηθήσεις λίγο να σηκωθώ και να σταθώ;»

Ο Τέρρυ την κοίταξε έκπληκτος. Η Σουζάνα είχε καιρό τώρα που είχε παραιτηθεί από όλες τις προσπάθειες να ξανασηκωθεί από την αναπηρική καρέκλα. Ο ίδιος βέβαια δεν επέμενε ιδιαίτερα για να την μεταπείσει. Άλλωστε δεν έκανε ποτέ τίποτα για να παρέμβει στη ζωή της και τις αποφάσεις της, αλλά η παραιτημένη από τη ζωή Σουζάνα, δεν θα έκανε προσπάθεια να σταθεί όρθια. Τι να άλλαξε; Σηκώθηκε αμέσως από τη θέση του και τη βοήθησε να σηκωθεί. Η ίδια στηρίχτηκε πάνω του και έμεινε για λίγα λεπτά όρθια:

«Τέρρυ είναι καλύτερη η θέα από εδώ πάνω, δεν νομίζεις;»

Ο Τέρρυ που διέκρινε αμέσως την αισιοδοξία της, βιάστηκε να της απαντήσει:

«Πράγματι Σουζάνα, είναι».

«Θα σου ήταν κόπος αν λίγο αργότερα προσπαθούσαμε ξανά;»

«Κανένας κόπος Σουζάνα», της απάντησε ο Τέρρυ και την βοήθησε να ξανακάτσει.

Κι έτσι έγινε. Όλες οι βόλτες τους στο εξής είχαν πάντα και εξάσκηση για τη Σουζάνα. Ο Τέρρυ αδιαμαρτύρητα τη βοηθούσε να δυναμώσει το πόδι της. Σύντομα έπαιρναν μαζί και τις πατερίτσες και η Σουζάνα ξεκίνησε να κάνει τα πρώτα της βήματα. Κάθε βήμα που έκανε η Σουζάνα ήταν ένα βάλσαμο στην ψυχή του Τέρρυ. Η θέλησή της να προσπαθήσει να περπατήσει απομάκρυνε υποσυνείδητα ένα κομμάτι από το βαρύ φορτίο των ενοχών και των τύψεων που κουβαλούσε ο Τέρρυ διαρκώς μετά το ατύχημα.


Το αυτοκίνητο πλησίασε επιτέλους στο ορφανοτροφείο. Η Κάντυ πετάχτηκε έξω σαν ελατήριο ψάχνοντας χαρούμενη τους φίλους της. Περίμενε ανυπόμονα να έρθουν οι μέρες των εορτών και τώρα πια που είχαν έρθει, είχε πάρει μια μικρή άδεια από το νοσοκομείο που θα της επέτρεπε να ξεκουραστεί και να επανασυνδεθεί με τους αγαπημένους της.

Έπαιξε χαρούμενη με τα παιδιά, άκουσε τις αμέτρητες ιστορίες τους, μίλησε με την κυρία Πόνυ και την αδερφή Μαρία για τις μέρες της στο νοσοκομείο και όταν πια βράδιασε και τα παιδιά έπεσαν για ύπνο, έκατσε μπροστά από το στολισμένο αναμμένο τζάκι με την Πάτυ με μια κούπα ζεστή σοκολάτα και ξεκίνησαν να μιλούν ασταμάτητα:

«Πως είσαι Πάτυ; Πως τα περνάς;»

«Κάντυ μου αισθάνομαι άλλος άνθρωπος! Ειδικά οι ετοιμασίες για τις γιορτές με έχουν ανανεώσει πολύ. Δεν πίστευα ότι θα ένιωθα και πάλι τόσο ανάλαφρα».

«Ο καιρός Πάτυ μου κάνει θαύματα σε ορισμένες περιπτώσεις. Είναι βέβαια και το πνεύμα των Χριστουγέννων...»

«Είναι και το πνεύμα των Χριστουγέννων...»

«Είναι και το πνεύμα του Τομ...», είπε ναζιάρικα η Κάντυ.

«Κάντυ!;», είπε η Πάτυ και κοκκίνισε.

«Έλα τώρα Πάτυ. Μην προσπαθείς να κρυφτείς από εμένα! Αναφερόσουν συχνά στα γράμματά σου ότι ερχόταν και σας βοήθαγε».

«Μα αυτό ήταν όλο Κάντυ».

«Αν ήταν μόνο αυτό δεν θα το ανέφερες Πάτυ!»

«Ξέρεις Κάντυ, ο Τομ είναι πολύ ευγενικός και καλός μαζί μας...»

«Και μήπως είναι και λίγο ομορφούλης;»

«Εεεε», σάστισε η Πάτυ.

«Και λίγο γλυκούλης ίσως;», την πείραξε η Κάντυ.

«Κάντυ!», διαμαρτυρήθηκε ελαφριά η Πάτυ.

«Έλα Πάτυ μου! Δεν είναι ντροπή. Με μένα μιλάς!»

«Ξέρεις Κάντυ, δεν έχεις πέσει πολύ έξω, αλλά ακόμα δεν μπορώ να βγάλω τον Στήαρ από την καρδιά μου».

«Και ούτε πρόκειται. Το κομμάτι του Στήαρ θα είναι πάντα δικό του. Υπάρχουν κι άλλα κομμάτια όμως Πάτυ και είναι καλό να αρχίσεις να ανοίγεσαι λιγάκι».

«Κι εσύ Κάντυ;»

«Εγώ τι;»

«Τι κάνουν τα δικά σου κομμάτια; Ανοίγονται;...»

Η Κάντυ την κοίταξε ειλικρινά και χαζογέλασε:

«Μάλλον είμαι καλή στο να δίνω συμβουλές, αλλά η ίδια δεν είμαι και πολύ καλή στο να τις τηρώ».

Οι δύο κοπέλες γέλασαν.

«Πως είναι η Άννυ;»

«Είναι καλά. Τρελά ευτυχισμένη με τον Άρτσι και ετοιμάζονται για τους γάμους τους. Όσες φορές είμαστε μαζί μιλάει συνέχεια για αυτό. Η Άννυ μιλάει συνέχεια. Το πιστεύεις; Πιο πολύ κι από εμένα!»

«Αυτό δεν μπορώ να το φανταστώ», είπε η Πάτυ και γέλασαν.

«Ο Άλμπερτ τι κάνει;»

Η Κάντυ κατσούφιασε:

«Ο Άλμπερτ! Πήγε στη Νέα Υόρκη και ξέχασε να γυρίσει. Και από τότε που γύρισε τον είδα μόνο δυο φορές. Έχει πνιγεί μέσα στα χαρτιά του ο καημένος μου! Καμιά φορά σκέφτομαι, αν τα πάρει ο αέρας, θα μείνει καθόλου ήσυχος ή θα πρέπει να τρέξει από πίσω για να τα ξαναμαζέψει;»

«Έλπιζα ότι θα περνάγατε περισσότερο χρόνο μαζί».

«Κι εγώ... Κι αυτός. Όσες φορές βρεθήκαμε ένιωθε πολύ άσχημα που δεν είχε πιο συχνά χρόνο να βλεπόμαστε».

«Θα πρέπει να νιώθεις μόνη σου Κάντυ».

«Μπα! Μην το λες. Κάνω εύκολα γνωριμίες εγώ. Βγαίνω με κάτι κοπέλες από το νοσοκομείο και κάνω και πολύ παρέα με τον Τζων».

«Τον γιατρό;»

«Ναι. Είναι πολύ καλός Πάτυ. Είναι πολύ νέος για γιατρός. Σχεδόν 30 χρονών και είναι πάντα ευδιάθετος, με χιούμορ, ευγενικός...»

«Και εμφανισιακά πως είναι Κάντυ;»

«Είναι πολύ γοητευτικός. Ψηλός, ξανθωπός, με γαλάζια μάτια. Οι περισσότερες νοσοκόμες τον γλυκοκοιτάζουν».

«Κι εσύ Κάντυ; Νοσοκόμα είσαι κι εσύ. Τον γλυκοκοιτάζεις;»

«Τον Τζων; Όχι Πάτυ. Με τον Τζων περνάμε ωραία μαζί, τρώμε στα διαλείμματα, μιλάμε, γελάμε, αλλά ...» η Κάντυ μελαγχόλησε.

«Είναι ο Τέρρυ Κάντυ;»

«Ναι Πάτυ. Δεν μπορώ να βγάλω τη μορφή του από το μυαλό μου. Είναι άδικο, αλλά... πάνω στον Τζων βλέπω όσα δεν είναι ο Τέρρυ κι εγώ αναζητώ τα υπόλοιπα».

Η Κάντυ ξαναβρήκε το χαμόγελό της:

«Αλλά βέβαια ο Τέρρυ είναι πιο κοντός. Ποια γυναίκα θα προτιμούσε τον πιο κοντό άντρα;»

«Μάλλον εσύ Κάντυ».

Και οι δύο γέλασαν και συγκρατήθηκαν για να μην ξυπνήσουν τα παιδιά.


«5... 4... 3... 2... 1... Καλή χρονιάαααααα!», ευχήθηκαν όλοι και η μουσική άρχισε να παίζει στο δωμάτιο. Άνθρωποι αγκαλιάζονταν μεταξύ τους και εύχονταν χαρούμενοι. Όλοι διασκέδαζαν και αντάλλαζαν ευχές.

Η Έλενορ Μπέικερ πλησίασε τον γιο της που καθόταν μόνος, όρθιος μπροστά στο αναμμένο τζάκι, μη συμμετέχοντας στις ευχές και τον γενικότερο ενθουσιασμό, με δύο ποτήρια σαμπάνια στα χέρια:

«Καλή Χρονιά αγόρι μου», είπε και έδωσε το ένα ποτήρι στον Τέρρυ.

Ο Τέρρυ το πήρε και χαμογέλασε ελαφριά στη μητέρα του:

«Εύχομαι το 1916 να σου φέρει πολλές επιτυχίες μητέρα».

«Κι εσένα αγόρι μου. Σου εύχομαι ολόψυχα να είσαι ευτυχισμένος».

Ο Τέρρυ χαμογέλασε ειρωνικά! 'Ευτυχισμένος! Καλό κι αυτό!'

«Σε ευχαριστώ που ήρθες απόψε. Σημαίνει πολλά για μένα που είσαι εδώ».

«Μην κλείνεσαι όμως μητέρα. Βλέπω ότι πολλοί περιμένουν στην ουρά για να χορέψουν μαζί σου».

«Άφησέ τους να περιμένουν Τέρρυ. Εγώ είμαι με τον μόνο άνθρωπο που θα ήθελα να είμαι».

Ο Τέρρυ όμως είχε το μυαλό του αλλού. Πριν τρία χρόνια είχε συναντήσει την Κάντυ τέτοια μέρα στο πλοίο για την Αγγλία. Ποιος να φανταζόταν εκείνη την ημέρα πόσο θα σημάδευε τη ζωή του εκείνο το γεμάτο φακίδες πρόσωπο!

«Τέρρυ, πλησιάζουν τα γενέθλιά σου. Θα τα περάσεις με το… κορίτσι σου;»

Το βλέμμα του Τέρρυ σκοτείνιασε:

«Δεν είναι κορίτσι μου μητέρα», της είπε απότομα.

«Συγνώμη αγόρι μου, δεν ήθελα να σε αναστατώσω», προσπάθησε να δικαιολογηθεί η ηθοποιός.

Ο Τέρρυ μετάνιωσε που της μίλησε απότομα. Πως θα μπορούσε άλλωστε εκείνη να ξέρει τις δικές του σκέψεις κι αγωνίες;

«Θα λείπω. Ξεκινάμε περιοδεία την επόμενη εβδομάδα».

«Θαυμάσια μωρό μου! Ο Ρόμπερτ βλέπει μεγάλη βελτίωση στην ανταπόκριση του κοινού».

«Ναι. Θέλει να αποκαταστήσει το όνομά μου και στην υπόλοιπη χώρα», είπε σαρκαστικά ο Τέρρυ.

«Μην είσαι σκληρός μαζί του Τέρρυ. Προσπαθεί για το καλό σου».

«Το καλό μου!», μονολόγησε ο Τέρρυ και χάθηκε και πάλι στις σκέψεις του 'Ποιο είναι αυτό το καλό μου και γιατί όλοι νοιάζονται τόσο γι'αυτό; Γιατί να μην μπορώ να το φωνάξω σε όλους: Η καλή μου νεράιδα είναι το καλό μου, αλλά η κάθε μέρα που περνάει μας χωρίζει όλο και περισσότερο...'