Μέσα στην αιματοβαμμένη ομίχλη που σκιάζει το παρελθόν του, παραμένει μία εικόνα, που έρχεται από έναν άλλο κόσμο. Τη μία και μόνη εικόνα που η μαύρη μαγεία του βασιλιά δεν κατάφερε να σβήσει. Η εικόνα ενός αγοριού με ξανθά, σγουρά μαλλιά και ζαφειρένια μάτια να σκύβει πάνω του. Λεπτά, απαλά δάχτυλα κι ένα ευγενικό άγγιγμα προκαλεί μια υγρή ενέργεια, που διαχέεται ταυτόχρονα μέσα στα κορμιά τους προκαλώντας την ανάγκη του ενός για την ψυχή του άλλου. Αυτό το αγόρι ακόμα ζει κάπου μέσα του, με την αγνότητα του κορμιού του και την αθωότητα της ψυχής του. Τον κάνει να κουλουριάζεται γύρω απ' αυτή την πολύτιμη εικόνα και να προσπαθεί να μένει ακίνητος για να επιβιώσει.

Ο Αδικημένος και ο Παραβάτης

(Πρώτο μέρος)

Κρύες, ασημένιες φεγγαροακτίνες ξεχύθηκαν για μια στιγμή ανάμεσα απ' τα μαύρα και γεμάτα βροχή απειλητικά σύννεφα, φωτίζοντας την ανεμοδαρμένη, παγωμένη γη. Καλυμμένος με ένα μανδύα με κουκούλα, ο άντρας εμφανίστηκε ξαφνικά μέσα στην κρύα, χειμωνιάτικη νύχτα. Οι παγωμένος δυνατός άνεμος, που ερχόταν από τα βορειοανατολικά και φυσούσε μέσα στα στενά δρομάκια της μικρής πόλης, είχε κάνει τους κατοίκους να ζητήσουν καταφύγιο μέσα στα σπίτια τους από νωρίς. Ο άντρας, που περπατούσε βιαστικά, έσφιξε τον σκουρόχρωμο μανδύα του γύρω απ' το κορμί του προσπαθώντας όσο γινόταν ν' αποφύγει το κρύο και, ρίχνοντας υποψιασμένα βλέμματα πάνω απ' τον ώμο του, κατευθύνθηκε προς την έξοδο της πόλης. Με μακριές δρασκελιές πέρασε μέσα απ' τους σκοτεινούς, άδειους δρόμους οδεύοντας προς τη μεγάλη κατοικία, την χτισμένη πάνω στην ελαφρά κεκλιμένη πλευρά του κοντινού λόφου.

Μπροστά στην είσοδο του υποστατικού κοντοστάθηκε, ανασήκωσε ελαφρά την κουκούλα του παλτού του κι άφησε τον φρουρό της πύλης να δει το πρόσωπό του. Ο φρουρός είχε σηκώσει ενστικτωδώς την ασπίδα και το σπαθί του, αλλά μόλις αναγνώρισε τον άντρα, τον άφησε να περάσει αμέσως. Γνώριζε πολύ καλά, ότι ο μαντατοφόρος του Λόρδου είχε άδεια εισόδου οποιαδήποτε ώρα της μέρας και της νύχτας. Ο άνθρωπος πέρασε τις σιδερένιες πύλες και μέσα από την εσωτερική αυλή βιάστηκε προς τις βαριές, δρύινες πόρτες της κύριας κατοικίας. Δύο σκυλιά του όρμησαν γαβγίζοντας, αλλά μόλις τον μύρισαν σταμάτησαν την επίθεσή τους αφήνοντάς τον να περάσει· ο ένας σκύλος τον ακολούθησε από κάποια απόσταση. Όποιος άλλος φρουρός τον συνάντησε, σήκωσε απλά το χέρι στο κράνος χαιρετώντας τον.

Τα γαυγίσματα των σκυλιών είχαν ήδη ξεσηκώσει τον υπηρέτη και ο νεοφερμένος βρήκε την είσοδο της κατοικίας ανοιχτή και φωτισμένη από ένα καντηλέρι που κρατούσε ο γέροντας.

Ο μαντατοφόρος ξεσκέπασε το κεφάλι και διέσχισε το κατώφλι.

"Οδήγησέ με αμέσως στον αφέντη σου!" παράγγειλε στον υπηρέτη.

"Λυπάμαι, Κύριε, ο αφέντης έχει ήδη αποσυρθεί στο δωμάτιο μαζί με την κυρά" δήλωσε ο υπηρέτης απότομα.

"Πήγαινέ με σ' αυτόν, τώρα αμέσως!" απαίτησε ο μαντατοφόρος βραχνά και, καθώς μπήκε μέσα, κίνησε να βαδίζει με γοργό βήμα κάνοντας τον υπηρέτη να αγωνίζεται να τον φτάσει. "Πρόκειται για ένα θέμα υψίστης σημασίας."

"Δεν θα μπορούσε, ίσως, να περιμένει ως το πρωί;" Με τα κοντά, γερασμένα του πόδια ο υπηρέτης σχεδόν έτρεχε πίσω του. Ο γέρος φαινόταν απρόθυμος να ενοχλήσει τον αφέντη του τόσο αργά. "Καλύτερα να δεις το γραμματέα. Ευχαρίστως να τον ξυπνήσω και…"

Το αγριοκοίταγμα που του έριξε ο μαντατοφόρος, πάγωσε το αίμα στις φλέβες του γέρου. Ο σκοτεινός τόνος της φωνής του άλλου έδειχνε, ότι δεν έπρεπε να υπάρξει η παραμικρότερη καθυστέρηση.

"Ξύπνα τον αφέντη σου! Τώρα!"

Ο γερο-υπηρέτης έμπασε τον μαντατοφόρο μέσα σ' ένα μικρό, άνετο σαλόνι και του ζήτησε να περιμένει εκεί, καθώς ο ίδιος εξαφανίστηκε μέσα από μια εσωτερική πόρτα, που οδηγούσε προς την κρεβατοκάμαρα του αφέντη του. Τα κάρβουνα στο τζάκι ακόμα θαμπόφεγγαν και ο μαντατοφόρος χρησιμοποίησε τη λίγη αυτή ποσότητα ζέστης, για να θερμάνει τα παγωμένα του χέρια. Ήταν μονάχα λίγα λεπτά αργότερα, όταν ένας ψηλός, σωματώδης άντρας, σαρανταπεντάρης περίπου με ελαφρό γκρίζο στους κροτάφους, μπήκε στο δωμάτιο. Φορούσε ακόμα τη νυκτικιά του έχοντας ρίξει χαλαρά στους ώμους ένα βαρύ, γούνινο παλτό.

"Λόρδε μου Κάντος," ο μαντατοφόρος υποκλίθηκε με σεβασμό στον άρχοντά του "μεταφέρω βαρυσήμαντα νέα."

Ο λόρδος ένευσε στον υπηρέτη του να φύγει και, καθώς ο γέροντας αποτραβήχτηκε, κάρφωσε το ερωτηματικό του βλέμμα στον μαντατοφόρο.

"Πολεμιστές των Βάρντεν κρύβονται μέσα στην πόλη." Η φωνή του μαντατοφόρου ακούστηκε χαμηλή και βραχνή, σαν ψίθυρος.

Ακούγοντας αυτά τα νέα, ο λόρδος στένεψε τα μάτια. Πλησίασε ένα από τα μεγάλα παράθυρα του δωματίου και η ματιά του ξέφυγε προς τα έξω, προς την παγωμένη νύχτα. Το βλέμμα του αργοπόρησε από την εσωτερική αυλή μέχρι τις μακρινές, αχυρένιες σκεπές της πόλης στους πρόποδες του λόφου. Μέσα στο πυκνό σκοτάδι μπορούσε να ξεκρίνει δυο-τρία αναμμένα λυχνάρια εδώ κι εκεί. Κατά τις τελευταίες μέρες, τρεις αυτοκρατορικές εφοδιοπομπές είχαν περάσει από εκεί κοντά, η μία κατευθυνόμενη στην Ουρου'μπαίην και οι δύο άλλες προς το Γκίλ'ιντ. Οι πολεμιστές των Βάρντεν είχαν κατορθώσει να τις καταστρέψουν όλες. Φήμες ήθελαν, ότι οι προαναφερθέντες επαναστάτες είχαν επίσης πολλές απώλειες. Ίσως κάποιοι από τους τραυματίες τους είχαν ζητήσει άσυλο μέσα στην πόλη του. Ο λόρδος γνώριζε ότι το είχαν κάνει και άλλες φορές· είχαν συγγενείς εκεί.

Παραμένοντας σιωπηλός ο λόρδος του Κάντος χτύπησε δύο φορές τα χέρια. Την ερχόμενη στιγμή, ο υπηρέτης ξαναμπήκε στο δωμάτιο.

" Άρχοντά μου, στις προσταγές σου."

"Ξύπνησε το μάγο" διέταξε ο λόρδος. "Πρέπει να αναφέρει στη Μεγαλειότητά του, αμέσως!"

Ο γερο-υπηρέτης υποκλίθηκε και ήδη έβγαινε απ' το δωμάτιο, να κάνει όπως διατάχτηκε, όταν η αποφασιστική φωνή του μαντατοφόρου τον σταμάτησε.

"Περίμενε!"

Και οι δυο τους, λόρδος και υπηρέτης, γύρισαν προς τον άντρα κατάπληκτοι από την ανάρμοστη παρέμβαση.

"Άρχοντά μου, σε ικετεύω…" ξεκίνησε να λέει ο μαντατοφόρος. "Σκέψου τους ανθρώπους σου… την πόλη σου!"

Ο Λόρδος Κάντος ρουθούνισε αγριεμένος, σταύρωσε τα χέρια πίσω απ' την πλάτη κι αρχίνησε να βαδίζει πάνω - κάτω στο δωμάτιο. Αυτό που είχε πει ο μαντατοφόρος ήταν λογικό. Ο βασιλιάς θα είχε ήδη πληροφορηθεί για τις απώλειές του. Αν μάθαινε όμως, ότι πολεμιστές των Βάρντεν είχαν συγγένειες μέσα στην πόλη, η οργή του μπορεί να ξεσπούσε πάνω στους κατοίκους. Σταμάτησε το πήγαινε-έλα και στάθηκε μπροστά στον μαντατοφόρο του. Ανεπίσημα, ο άντρας αυτός λειτουργούσε και σαν μυστικός του πληροφοριοδότης.

"Το ξέρει κανείς;"

"Όχι, Άρχοντά μου" απάντησε ο άντρας με ένα ελαφρό διστακτικό τόνο στη φωνή του.

Το πήγαινε-έλα ξανάρχισε.

"Αφέντη, να πάω να φωνάξω το μάγο;" Ρώτησε ο γερο-υπηρέτης.

Ο λόρδος του Κάντος σταμάτησε και πάλι μπροστά στο παράθυρο. Τα προηγουμένως λίγα αναμμένα λυχνάρια είχαν γίνει ακόμα λιγότερα. Αν γινόταν να σπείρουν τη φήμη, ότι ο βασιλιάς γνώριζε για το πού βρίσκονταν οι Βάρντεν, τότε οι επαναστάτες θα φρόντιζαν να εξαφανιστούν την ίδια νύχτα. Αν όμως ο βασιλιάς είχε ήδη πληροφορηθεί για την παρουσία τους μέσα στην πόλη; Ο λόρδος στέναξε και καταράστηκε τους επαναστάτες μέσα απ' την καρδιά του. Για ολόκληρη τη ζωή του είχε προσπαθήσει σκληρά, να παραμείνει δίκαιος στους ανθρώπους του και πιστός στο βασιλιά του. Και τώρα…

"Αφέντη…;" Ρώτησε ο γερο-υπηρέτης με αγωνία.

"Άρχοντά μου…!" παρακάλεσε ο μαντατοφόρος.

"Σύζυγέ μου!" Μια νέα, ταραγμένη φωνή ακούστηκε στο ελάχιστα φωτισμένο δωμάτιο. Ο λόρδος γύρισε προς την εσωτερική πόρτα και είδε τη λαίδη του να στέκει εκεί, μισοκρυμμένη ανάμεσα στις σκιές. "Ο γιος μας… ο πρωτότοκός σου…" η φωνή της έτρεμε. "Να σου τον θυμίσω, αγαπημένε σύζυγε, πριν αποφασίσεις."

Η φιγούρα της γυναίκας παρέμενε στο σκοτάδι, καθώς ένα πνιγμένο κλαψούρισμα ακουγόταν μέσα απ' το πλαϊνό δωμάτιο.

Ο λόρδος του Κάντος κατευθύνθηκε παραπατώντας προς το τζάκι και κάθισε σε μία απ' τις δύο πολυθρόνες. Το μισό του πρόσωπο φωτιζόταν απ' τα μισοσβησμένα κάρβουνα – το αριστερό του μάτι γυάλισε – το άλλο μισό κρυβόταν στις σκιές. Ο μεγαλύτερός του γιος, ένα παλικάρι δεκαεπτά ετών, ζούσε στην Ουρου'μπαίην, στην αυλή του βασιλιά. Ένα εύκολο θήραμα στα βασιλικά χέρια, αν κάτι πήγαινε στραβά… Το πνιγμένο κλαψούρισμα τώρα δυνάμωνε. Ακούστηκε και πάλι μέσα απ' τις σκιές. Ο λόρδος ανατρίχιασε. Δεν ήταν μονάχα αυτός ο γιος, που έπρεπε να σκεφτεί. Ήταν και οι δύο του κόρες, που έφταναν σε ηλικία γάμου, ένα μικρότερο αγόρι…

Ο λόρδος Κάντος έκλεισε τα μάτια κι έσφιξε τις γροθιές του. Η πόλη, μαζί με τις τριγύρω αγροικίες, μετρούσε τετρακόσιες είκοσι οκτώ ψυχές. Ανάμεσά τους γυναίκες, παιδιά, γέροντες…

Σηκώθηκε πλησιάζοντας το παράθυρο και πάλι. Ο δυνατός άνεμος χτυπούσε αλύπητα τα κλαδιά των δέντρων του λόφου. Ο λόρδος δεν ήθελε αυτοκρατορικούς στρατιώτες εκεί γύρω. Δεν ήθελε ούτε τους επαναστάτες. Όφειλε να προστατέψει και την πόλη του και την οικογένειά του. Αποφασισμένος γύρισε προς τη μεριά του μαντατοφόρου και πληροφοριοδότη του.

"Φρόντισε η παρακάτω φήμη να εξαπλωθεί: ότι ο βασιλιάς έχει ενημερωθεί και ότι στρατιώτες του έρχονται προς τα δω, να ερευνήσουν. Κάν' το απόψε! Μέχρι το πρωί, δεν θέλω κανέναν επαναστάτη τριγύρω. Όσο για σένα," γύρισε προς τον υπηρέτη του "βεβαιώσου ότι ο μάγος δεν θα πάρει μυρωδιά το παραμικρό. Δεν τον εμπιστεύομαι."

Και οι δύο άντρες υποκλίθηκαν κι έφυγαν. Καθώς ο λόρδος του Κάντος έκλεισε τη σύζυγό του στα μπράτσα του, η γυναίκα έκρυψε το ανήσυχο πρόσωπό της στο στήθος του. "Δεν τον εμπιστεύομαι αυτόν το μάγο καθόλου" ψιθύρισε αυτός ξανά, πριν και οι δύο τους εξαφανιστούν μέσα στο άσυλο του υπνοδωματίου τους.

Καθώς ο μαντατοφόρος κατευθυνόταν γοργά προς την έξοδο της κατοικίας, η κοκαλιάρικη φιγούρα ενός άντρα, ντυμένου με σκουρόχρωμες ρόμπες, τον παρακολουθούσε κρυμμένη ανάμεσα στις σκιές του σκοτεινού διαδρόμου, ρίχνοντάς του ματιές γεμάτες κακία. Προδοσία, απιστία, δολιότητα μαγειρεύονταν εδώ μέσα. Η Μεγαλειότητά του έπρεπε να προειδοποιηθεί πάραυτα.

Μέσα στην ίδια εκείνη νύχτα, η αυτού Μεγαλειότης, ο βασιλέας της Αλαγαισίας Γκαλμπατόριξ, πληροφορήθηκε από τον πιστό του μάγο τα αδικήματα που λάβαιναν χώρα στο Κάντος.

~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~

Ο ηλικιωμένος υπηρέτης έγειρε πάνω από το σώμα του κοιμισμένου νέου και τον σκούντησε ελαφρά στον ώμο.

"Αφέντη… Ξύπνα, αφέντη!"

Ο Μέρταγκ πετάχτηκε απότομα ξυπνητός κι ανακάθισε στο κρεβάτι. Η ματιά του έπεσε στο παράθυρο και πρόσεξε τα σκοτάδια έξω. Αίφνης, ένας δυνατός πόνος στην πλάτη του υπενθύμισε, με έναν μάλλον δυσάρεστο τρόπο, την σκληρή προπόνηση της προηγούμενης μέρας. Ο νέος είχε υπερβεί τις δυνάμεις του μαχόμενος δυνατά κι αποφασιστικά στην αυλή, μέχρι αργά το απόγευμα. Το πονεμένο κορμί και οι μύες του είχαν πάρει την εκδίκησή τους πάνω του όλο το προηγούμενο βράδυ. Παρ' όλα αυτά, ο Μέρταγκ ήταν ευχαριστημένος, γιατί είχε κατορθώσει να υπερνικήσει τον Τόρνακ στην ξιφομαχία για τρεις συνεχόμενες μέρες. Προσπαθώντας να ανακουφίσει το κουρασμένο του σώμα, είχε κάνει μια έρευνα στη βιβλιοθήκη και αφού βρήκε ένα ιστορικό χειρόγραφο των Δρακοκαβαλάρηδων, είχε χαλαρώσει στην πολυθρόνα του πλάι στο τζάκι διαβάζοντας. Το χειρόγραφο είχε αποδειχτεί πολύ ενδιαφέρον και το διάβασμα τον είχε κρατήσει ξύπνιο για το μεγαλύτερο μέρος της νύχτας.

Ο νέος κατσούφιασε, κατέρρευσε εξαντλημένος στα μαξιλάρια του και, αναστενάζοντας έκλεισε τα μάτια, έτοιμος να κοιμηθεί ξανά.

"Αφέντη, σήκω!" επέμενε ο υπηρέτης.

Ο Μέρταγκ γύρισε στο πλάι.

"Τι τρέχει;" γκρίνιαξε με σφιχτοκλεισμένα μάτια. "Δεν είναι ακόμα μαύρα μεσάνυχτα; Πριν από λίγο έπεσα να κοιμηθώ… γιατί με ξυπνάς;"

"Όχι, Άρχοντά μου," δικαιολογήθηκε ο υπηρέτης. "Είναι πολύ νωρίς το πρωί!" Είχε ήδη ξημερώσει έξω, όμως τα σκοτεινά σύννεφα εμπόδιζαν το αδύναμο φως να διαπεράσει την παχιά κουρτίνα τους και να πέσει στη γη.

"Δεν πειράζει, Γιόακουμ. Μπορώ να κάνω ένα χατίρι στον εαυτό μου και να παρακοιμηθώ μια φορά" μουρμούρισε ο νέος και άλλαξε πλευρό.

"Είναι η Μεγαλειότητά του, ο βασιλιάς, που σε ζητά, αμέσως!"

Αυτή η τελευταία φράση έκανε τον νέο να πεταχτεί και πάλι. Ακούγοντας το όνομα του βασιλιά, πέταξε στο πλάι τα σκεπάσματα, με τον ύπνο να έχει ήδη εγκαταλείψει το κουρασμένο του σώμα. Τη φορά αυτή, παρά τον πόνο στην πλάτη, σηκώθηκε στη στιγμή κι αρπάζοντας τα ρούχα που είχε προμηθεύσει ήδη ο υπηρέτης, άρχισε να τα φορά βιαστικά.

"Τι είναι; Συμβαίνει κάτι; Άκουσες τίποτε;" Έλουσε τον γέρο-υπηρέτη του με ερωτήσεις. Η Μεγαλειότητά του ο βασιλιάς να τον ζητά; Πρωινιάτικα; Ήξερε καλά ότι ο βασιλιάς είχε το συνήθειο να ξυπνά πριν την αυγή, αλλά… να ζητήσει αυτόν τέτοια ώρα; Δεν είχε ξανασυμβεί.

"Εκτός από το ότι ο δράκος ήταν αναστατωμένος και μούγκριζε… όχι. Όχι, Άρχοντά μου. Δεν γνωρίζω το παραμικρό." Ο γέρος ανατρίχιασε. Ο τεράστιος δράκος είχε το κακό συνήθειο να ξεσχίζει σε κομματάκια όποιον ήταν αρκετά ανόητος, ώστε να διακόψει τον ύπνο του. Το γεγονός ότι μούγκριζε τόσο νωρίς το πρωί, ήταν οπωσδήποτε κακός οιωνός. "Απορώ, Άρχοντά μου, που οι βρυχηθμοί του δεν κατάφεραν να σε ξυπνήσουν ως τώρα."

Ο Μέρταγκ θηκάρωσε το σπαθί του, έτοιμος να φύγει.

"Υπάρχουν δύο φρουροί που σε περιμένουν έξω, για να σε συνοδέψουν στο δωμάτιο του θρόνου, αφέντη" τον προειδοποίησε ο γέροντας, φροντίζοντας μερικές μικρολεπτομέρειες της ενδυμασίας του.

Τα μάτια του Μέρταγκ στένεψαν. Βασιλικοί φρουροί έξω απ' τα διαμερίσματά του, που περίμεναν να τον συνοδέψουν; Δεν μπόρεσε παρά να απορήσει για το τι μπορεί να σήμαινε κάτι τέτοιο. Βάζοντας στο νου, ότι δεν θα ήταν συνετό να αργοπορήσει κι άλλο, βιάστηκε προς την έξοδο.

Βαδίζοντας γοργά κατευθύνθηκε προς την αίθουσα του θρόνου, με τους δύο στρατιώτες να ακολουθούν με ταχύ βηματισμό πίσω του. Καθώς πλησίαζε στον μακρύ διάδρομο, στα αμυδρό φως του πυρσού ξεχώρισε τέσσερις πάνοπλους φρουρούς της Μεγαλειότητάς του, να μεταφέρουν κάτι που έμοιαζε με ανθρώπινο σώμα έξω από την αίθουσα. Καθώς η περιέργειά του άναψε, τους φώναξε.

"Περιμένετε!"

Παραξενεμένοι από την αναπάντεχη παρέμβαση, οι φρουροί σταμάτησαν. Ο Μέρταγκ διέσχισε σχεδόν τρέχοντας τα τελευταία μέτρα που τον χώριζαν από την ειδεχθή σκηνή έξω απ' τις πόρτες της αίθουσας του θρόνου και, αποφασιστικά τράβηξε το κουρέλι που σκέπαζε το σώμα. Ένιωσε το αίμα να παγώνει μέσα στις φλέβες του και να του κόβεται η ανάσα. Το αιματοβαμμένο κουρέλι – στην πραγματικότητα ο μανδύας του νεκρού – κάλυπτε το σώμα ενός νέου άντρα. Τα σφιχτοκλεισμένα του μάτια και το πρόσωπο ήταν πασαλειμμένα με αίμα. Η μπλούζα του ξεσχισμένη κι μια βαθιά, αποκρουστική τομή χώριζε το στήθος του σχεδόν στα δύο, αφήνοντας να κρέμονται η κατακρεουργημένη σάρκα και τα σπασμένα πλευρά.

Με ορθάνοιχτα μάτια ο Μέρταγκ κοίταξε τους φρουρούς, που τα διακριτικά της στολής του ενός τον έδειχναν αξιωματικό των υπολοίπων. Τι είδους όπλο θα μπορούσε να προκαλέσει αυτό το τρομερό τραύμα;

"Ποιος το 'κανε αυτό;" Η φωνή του νέου ήταν γεμάτη αποτροπιασμό για το απωθητικό θέαμα.

"Ήταν ο δράκος… που τον χτύπησε στο στήθος." Εξήγησε ο αξιωματικός χαμηλόφωνα.

Η μανία του Σρούικαν είχε προκαλέσει αυτή την τρομερή και βαθιά πληγή. Προφανώς ο άντρας μπροστά του θα είχε πέσει νεκρός την ίδια στιγμή. Οπισθοχωρώντας μπροστά στη θέα αυτής της κατακρεουργημένης σάρκας με τρόμο, ο Μέρταγκ κάλυψε το ξεσχισμένο στήθος με τον κουρελιασμένο, ματωμένο μανδύα και η προσοχή του στράφηκε στο πρόσωπο του νεκρού. Παρά τα παραμορφωμένα χαρακτηριστικά και τα κολλημένα με αίμα μαλλιά, κατάφερε να τον αναγνωρίσει.

"Κάντος!"

Αυτός ο νεαρός λόρδος ήταν μία από τις πιο πρόσφατες γνωριμίες του. Είχαν κάνει και λίγο παρέα. Ο Μέρταγκ κατάπιε δύσκολα.

"Αν θες, Άρχοντά μου, σε παρακαλώ μην αγγίζεις αυτό το σώμα…" πρόσθεσε ο φρουρός διστακτικά.

"Γιατί;" Κατάφερε μονάχα να ρωτήσει με βραχνή φωνή. Κι αυτό που εννοούσε ήταν γιατί αυτό; Για ποιο λόγο είχε συμβεί κάτι τέτοιο; Ένας κόμπος του είχε σταθεί στο λαιμό πνίγοντάς τον.

Ο φρουρός ανασήκωσε τους ώμους κι έγνεψε στους συντρόφους του να συνεχίσουν. Ο Μέρταγκ στήθηκε ακίνητος, παγωμένος έξω από τις βαριές, δρύινες πόρτες, να κοιτάζει προς τη μακάβρια εικόνα, που έσβηνε στο βάθος του ελάχιστα φωτισμένου διαδρόμου, μέχρι που οι σκιές κάλυψαν το δυσβάσταχτο θέαμα απ' τα μάτια του. Θα πρέπει να υπήρχε κάποια εξήγηση γι' αυτό το τρομερό γεγονός, στο οποίο είχε σχεδόν γίνει μάρτυρας. Ήταν σίγουρος γι' αυτό και ήλπιζε ότι η δικαιολογία θα ήταν καλή.

"Άρχοντά μου! Ο βασιλιάς περιμένει." Οι φρουροί που τον συνόδεψαν ως εδώ, είχαν ήδη ανοίξει την πόρτα και τον προέτρεψαν να περάσει μέσα. Έσφιξε τις γροθιές παίρνοντας βαθιά ανάσα. Σοκαρισμένος όπως ήταν, συμμάζεψε τον εαυτό του και μπήκε με όση περισσότερη αξιοπρέπεια μπορούσε.

Η αίθουσα ήταν ελάχιστα φωτισμένη και ο θρόνος μπροστά του άδειος. Μέσα απ' τις σκιές ξεχώριζε η μία μαύρη φτερούγα του δράκου σαν μια βελουδένια κουρτίνα πίσω από την πέτρινη βάση. Ένα χαμηλό γρύλισμα αντηχούσε στους τοίχους γύρω του. Ο βασιλιάς στεκόταν ολόρθος μπροστά σε ένα από τα μεγάλα παράθυρα και κοίταζε έξω, με τα χέρια ενωμένα πίσω απ' την πλάτη. Ο Μέρταγκ έπεσε στο ένα γόνατο κι έσκυψε το κεφάλι περιμένοντας τη Μεγαλειότητά του να του απευθύνει το λόγο. Μέσα στο στήθος ένιωθε την καρδιά του να πάλλεται με ένταση. Η σκηνή που είχε δει λίγες στιγμές πριν ήταν ακόμα ολοζώντανη μπροστά στα μάτια του. Το βαθύ γρύλισμα του δράκου τον έκανε να νοιώθει λες και το κορμί του δονούνταν.

Ο βασιλιάς απομακρύνθηκε απ' το παράθυρο στενάζοντας και, πλησιάζοντας τον γονατισμένο νέο, τον έπιασε σταθερά απ' τον ώμο.

"Ω, γιε του καλύτερου φίλου μου, φαίνεται ότι περιβάλλομαι από προδότες!"

Ο Μέρταγκ κοίταξε ψηλά και αντίκρισε το πρόσωπο της Μεγαλειότητάς του. Τα σκούρα μάτια του βασιλιά – μάτια που πάντοτε του προκαλούσαν ένα ρίγος όσες φορές είχαν συναντηθεί και μιλήσει – έλαμπαν με διασταλμένες τις κόρες, σαν να κάλυπταν όλη την ίριδα. Τα χείλη του ήταν πεισματικά πιεσμένα, μια στενή, ίσια γραμμή. Ο βασιλιάς τον σήκωσε στα πόδια του και με απλό τόνο συνέχισε.

"Παιδιά! Όλοι τους. Δεν είναι τίποτε περισσότερο από παιδιά. Απερίσκεπτα παιδιά, που δεν γνωρίζουν τι είναι το καλύτερο γι' αυτά – παιδιά, που χρειάζονται καθοδήγηση απ' τους μεγαλύτερους και σοφότερους. Απερίσκεπτα, απρόσεκτα και άμυαλα παιδιά, που στρέφονται εναντίων του προστατευτικού πατέρα τους, εναντίων του Κυρίου τους, του Βασιλιά τους!"

Η φωνή του ήχησε δυνατότερη τώρα, ανεβασμένη μερικούς τόνους ψηλότερα και το γρύλισμα του δράκου βάθυνε απειλητικά. Ο βασιλιάς ένωσε τα χέρια πίσω απ' την πλάτη ξανά κι άρχισε να περπατά πάνω-κάτω μέσα στην αίθουσα του θρόνου. Η ματιά του Μέρταγκ ακολούθησε το βασιλιά, αλλά δεν τόλμησε να κινηθεί, ή να διακόψει την τεταμένη σιωπή του. Το γρύλισμα του δράκου έπαψε και ο βασιλιάς στάθηκε άλλη μια φορά μπροστά του. Φαινόταν πιο ήρεμος τώρα, σα να είχε ησυχάσει.

"Και τι απομένει σ' εμένα να κάνω;" τον ρώτησε. Ήταν προφανές ότι δεν περίμενε μια απάντηση στην ερώτησή του, γιατί αμέσως συνέχισε. "Να τους φέρω και πάλι κάτω από τη φροντίδα, την καθοδήγηση και την αγκαλιά μου." Σε μία στιγμή, τα ήρεμα χαρακτηριστικά του πρόσωπου του διαταράχτηκαν. Τα μάτια του έλαμψαν και η φωνή πήρε ένα σκληρότερο τόνο.

"Αφού πρώτα τους τιμωρήσω!"

Ο δράκος βρυχήθηκε και ο νέος το βρήκε δύσκολο να μην πισωπατήσει δειλιάζοντας. Παρ' όλα αυτά, προσπάθησε και παρέμεινε ευθυτενής και ακίνητος. Ο βασιλιάς τον άρπαξε απ' τον ώμο· σαν νύχια αρπακτικού, τα δάχτυλά του βάθυναν μέσα στη σάρκα του νέου.

"Αν ο πατέρας σου ζούσε, θα έδινα σ' αυτόν τη διαταγή. Τώρα, θα πάρεις εσύ τη θέση του." Και με τρομερή φωνή συνέχισε. "Αφού έχεις τόσο ένθερμα δεσμευτεί στην υπηρεσία μου, σε διατάζω, γιε του Μόρζαν, να πάρεις ένα απόσπασμα στρατευμάτων και να καταστρέψεις το Κάντος."

Ο Μέρταγκ ξεροκατάπιε. Ήξερε ότι δεν μπορούσε να αρνηθεί. Δεν τολμούσε να αρνηθεί. Κανένας δεν θα το είχε τολμήσει. Ο βασιλιάς τον κοιτούσε στα μάτια μηχανορραφώντας εγωιστικά, περιμένοντας για την αντίδρασή του.

να καταστρέψει το Κάντος! …ω θεοί του πάνω κόσμου…

Να καταστρέψει ολόκληρη την πόλη; Και τι θ' απογίνονταν οι κάτοικοι;

"Μεγαλειότατε, πώς θα μπορέσω να ξεχωρίσω τους αθώους απ' τους ενόχους;" διαμαρτυρήθηκε ο νέος.

Ο βασιλιάς τον αγριοκοίταξε. Οργή άρχισε ν' αναδεύεται μέσα του και γούρλωσε τα μάτια θυμωμένος.

"Τους αθώους; Ποιοι μπορεί να είναι οι αθώοι εκεί; Όλοι τους είναι προδότες! Κάψε τους όλους στα παλούκια και θάψε τις στάχτες τους στις κοπριές!"

Ο Μέρταγκ απόμεινε εμβρόντητος. Είχε μόλις λάβει διαταγή να σκοτώσει αθώους άντρες; Γέροντες, γυναίκες και παιδιά; Να του κάψει… ζωντανούς; Προσπάθησε να παραμείνει ορθός, να μην πέσει στα γόνατά.

Τώρα τον βασιλιά τον είχε καταλάβει ανεξέλεγκτη οργή. Η μανία του έβγαινε με πλήρη ισχύ. Βημάτιζε πάνω και κάτω κομπάζοντας, λέγοντας ασυναρτησίες και κατάρες κατά των εχθρών του. Περιέγραφε τους φρικτούς τρόπους, με τους οποίους θα ξεκαθάριζε τη χώρα, απ' όσους ήθελαν το κακό του. Ο νέος δεν τον είχε δει ποτέ σ' αυτή την κατάσταση. Ξαφνικά κατάλαβε ότι αυτός ο άνθρωπος μπροστά του, δεν κατείχε το έλεος ή τη σύνεση, για να κερδίσει την πίστη και αφοσίωση του λαού του, αλλά κυβερνούσε μέσα από τη βίαιη δύναμη, καθοδηγούμενη απ' τα δικά του πάθη.

Την επόμενη φορά που ο βασιλιάς απευθύνθηκε σ' αυτόν, τα χείλη του ήταν καλυμμένα σάλιο και τα μάτια του γυάλιζαν από την τρέλα. Πάνω σ' αυτό το πρόσωπο ήταν γραμμένη η θανατική καταδίκη τόσων πολλών…

"Έχω δώσει ήδη τις διαταγές για να ετοιμάζεται το απόσπασμα των στρατιωτών κι εσύ, γιε του Μόρζαν, θα τους οδηγήσεις. Φεύγεις αύριο, πριν την αυγή. Και μακάρι το Κάντος να γίνει παράδειγμα προς αποφυγή."

Γνέφοντάς του ο βασιλιάς τον απόπεμψε και ο Μέρταγκ τυπικά υποκλίθηκε και βιάστηκε να φύγει από την αίθουσα του θρόνου. Ο δρόμος πίσω στα διαμερίσματά του, του φάνηκε σαν ένα ταξίδι μέσα απ' την κόλαση. Το κατακρεουργημένο κορμί του νεαρού λόρδου του Κάντος… η τρομερή διαταγή, που είχε δοθεί τόσο εύκολα…

Με τα μάτια της ψυχής του μπορούσε να δει την πόλη να καίγεται κατεστραμμένη… τους κατοίκους νεκρούς, σφαγμένους… Μπορούσε ν' ακούσει τα παρακάλια για έλεος και τις κραυγές των γυναικών… τα κλάματα των παιδιών. Να νοιώσει την απελπισία των σκληρά εργαζόμενων αντρών, για την αδυναμία τους να σώσουν τις οικογένειές τους… Την αηδία και το μίσος εναντίων του γραμμένη στα πρόσωπά τους, την απέχθεια στα μάτια τους … γι' αυτόν. Αυτόν! Το γιο του Μόρζαν, το γιο του σφαγέα…

Μπορούσε ακόμα να δει τον εαυτό του πάνω στ' άλογο, να δίνει τη διαταγή. Να προσπαθεί να δώσει την τρομερή διαταγή…

Όχι! … Δεν μπορώ!...

Ήξερε καλά, ότι θα του ήταν αδύνατο να κάνει κάτι τέτοιο. Απλά, δεν μπορούσε να το κάνει. Η νεανική του καρδιά δεν μπορούσε να αποδεχτεί όλη αυτή τη αδικαιολόγητη βία.

Όχι εγώ! …Ποτέ! …

Έφτασε στα δωμάτιά του και ζήτησε από τους υπηρέτες, τους αγγαρεμένους να καθαρίσουν το χώρο, να φύγουν και να τον αφήσουν μονάχο. Κάθισε μπροστά στο τραπέζι κι έκρυψε το πρόσωπο στις παλάμες του. Μπορούσε να καταλάβει τώρα, ότι όλα όσα είχαν λεχθεί από τη βασιλιά, κατά την τελευταία τους συνάντηση τη μέρα των γενεθλίων του, όλα εκείνα τα όμορφα λόγια, ήταν όλα ψέματα.

Σαν το φίδι ο Γκαλμπατόριξ είχε ψιθυρίσει τα επιχρυσωμένα του ψέματα στο νεαρό αυτί του Μέρταγκ. Είχε μιλήσει για όμορφες πόλεις χτισμένες στα μήκη και τα πλάτη της αυτοκρατορίας· γεμάτες με τους καλύτερους πολεμιστές, καλλιτέχνες, μουσικούς και φιλοσόφους. Η ειρήνη και η ευημερία θα άνθιζαν. Πού βρίσκονταν όλα τούτα τώρα; Θα χτίζονταν πάνω στα νεκρά κορμιά των πολιτών; Των γερόντων, που είχαν δουλέψει σκληρά για μια ζωή, να πληρώνουν φόρους στο θρόνο; Των γυναικών, που κρατούσαν μωρά στις αγκαλιές τους, γεννημένα να προσφερθούν ως στρατιώτες, για τη δόξα της 'Μεγαλειότητάς' του; Των αθώων παιδιών, που ποτέ δεν θα έφταναν στην ενηλικίωση, για να γίνουν οι πιστοί του υπήκοοι; Όλοι τους θα πέθαιναν με μία ερώτηση στα χείλη. 'Γιατί;' Και θα πέθαιναν καταρώμενοι το δικό του όνομα.

Ποτέ!...

Η ενθύμηση ενός μικρού αγοριού παρεμβλήθηκε ξαφνικά σ' αυτά τα οράματα. Το αγόρι να κάθεται πάνω στο πρεβάζι του παραθύρου του… να περιμένει για μέρες, βδομάδες, μήνες … και μετά οι στρατιώτες ήρθαν γι' αυτόν… Είδε έναν νέο άντρα να κρατά ένα σπαθί μήκους ενάμιση βραχίονα… σηκωμένο, έτοιμο να χτυπήσει… τον εαυτό του σαν παιδί να κλαίει, να παρακαλά για τη ζωή του… το σπαθί να πέφτει… να χτυπά… είδε το χυμένο αίμα…

Όχι! Δεν μπορώ να το κάνω… Δεν θα το κάνω…

Πίεσε τα μάτια δυνατότερα με τα δάχτυλά του. Μερικά χρόνια πριν, είχε δώσει μια υπόσχεση σε ένα νεκρό έφηβο. Είχε υποσχεθεί, ότι θα ήταν χρήσιμος στους άλλους, ότι θα ρίσκαρε τη ζωή του να προστατέψει αυτούς που αγαπούσε, ότι θα κρινόταν για τα δικά του έργα και όχι για τις πράξεις του πατέρα του. Και σκόπευε να κρατήσει αυτή την υπόσχεση.

Πέρασαν ώρες κι αυτός καθόταν ακόμα ακίνητος στο δωμάτιο, μπροστά στο τραπέζι του· με το πρόσωπο κρυμμένο μέσα στις παλάμες, την απελπισία ν' ανθίζει μέσα στην καρδιά του, όταν ο Οπλοδιδάσκαλος Τόρνακ μπήκε στο δωμάτιο.

"Τα έμαθα όλα! Όλοι στο κάστρο γι' αυτό μιλούν." Ο μεγαλύτερος άντρας τράβηξε ένα κάθισμα και κάθισε στην άλλη μεριά του τραπεζιού, αντιμετωπίζοντας τον νεαρό του φίλο.

Ο Μέρταγκ δεν απάντησε, μονάχα ξεσκέπασε το πρόσωπο. Ήταν χλωμός και καταβεβλημένος. Μαύροι κύκλοι ήδη σχηματίζονταν κάτω απ' τα μάτια του.

"Τι σκοπεύεις να κάνεις;" Ρώτησε ο Τόρνακ προσεκτικά.

"Δεν μπορώ να το κάνω αυτό…" η φωνή του νέου ακούστηκε βραχνή.

"Δεν γίνεται ν' αρνηθείς αυτή την αποστολή, χωρίς να διακινδυνέψεις τη ζωή σου" είπε ο Τόρνακ. "Και η ζωή σου είναι το πιο πολύτιμο αγαθό σου. Αν δεν προτίθεσαι ν' ακολουθήσεις τις διαταγές του βασιλιά, τότε πρέπει να ξέρεις, ότι την ίδια ώρα βάζεις τον εαυτό σου στην αντίθετη όχθη των συμφερόντων του."

Ο Μέρταγκ ένευσε.

"Και πάλι, δεν μπορώ να το κάνω."

Ο Τόρνακ τον κοίταξε με προσοχή, σχεδόν με τρυφερότητα.

"Τι θα κάνεις;"

"Θα φύγω κρυφά απόψε."

"Σ' αυτή την περίπτωση, θα έρθω μαζί σου."

Ο Μέρταγκ ανακάθισε ξαφνιασμένος. Ήξερε ότι ο Οπλοδιδάσκαλος ήταν πιστός στο βασιλιά. Ο Τόρνακ είχε ζήσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στο παλάτι εκπαιδεύοντας στρατιώτες για την υπηρεσία της Μεγαλειότητάς του. Καταλάβαινε καλά ότι ο εκπαιδευτής του ένιωθε βαθιά φιλιά γι' αυτόν, όμως ποτέ δεν περίμενε, ότι αυτός ειδικά θα στρεφόταν ενάντια στο νόμο του βασιλιά.

"Θα υπάρξει κίνδυνος" είπε προειδοποιητικά.

"Το ξέρω. Αν όμως εσύ αποφασίσεις να φύγεις, θα σε βοηθήσω."

"Όμως… μετά…" μουρμούρισε ο Μέρταγκ αργά.

"Μην σκέφτεσαι το 'μετά'. Είναι πολύ νωρίς γι' αυτό" τον διέκοψε ο Τόρνακ. Ο Οπλοδιδάσκαλος σηκώθηκε. "Πηγαίνω να κάνω κάποιες προετοιμασίες για το ταξίδι" δήλωσε. "Εσύ φρόντισε να παραμείνει μια έξοδος ανοιχτή για μας."

Ο Μέρταγκ σηκώθηκε κι αυτός. Άρπαξε το μάτσο με τα λουλούδια από το βάζο και κίνησε κατά την έξοδο.

"Μέρταγκ!"

Ο νέος γύρισε αμίλητος ν' αντιμετωπίσει πρόσωπο με πρόσωπο τον Οπλοδιδάσκαλο.

"Ξέρω πού πηγαίνεις. Όμως μην το κάνεις αυτό, παλικάρι μου. Μην πας εκεί. Κάποιος μπορεί να σε δει στο νεκροταφείο και να τον ειδοποιήσει. Δεν πρέπει να καταλάβει τις προθέσεις σου. Αν υπάρχει κάποια πιθανότητα επιτυχίας, αυτός δεν πρέπει να υποπτευτεί τις κινήσεις σου."

Ο νέος σταμάτησε διστακτικός. Κατάπιε τον κόμπο που του είχε σταθεί στο λαιμό. Η γροθιά του σφίχτηκε γύρω από τους μαλακούς μίσχους και τα πέταλα πιέζοντας, λιώνοντάς τα κι αφήνοντάς τα να πέσουν στο πάτωμα.

"Δεν θα πάω."

Επέστρεψε στην προηγούμενη θέση του και σκέπασε ξανά το πρόσωπο με τις παλάμες. Ένιωσε το χέρι του Τόρνακ να κρατά σθεναρά τον ώμο του, παρηγορητικά.

"Εκείνη θα είναι μαζί σου, παλικάρι μου, το ξέρεις αυτό. Θα είναι πάντα μαζί σου, όπου κι αν πας." Ο Οπλοδιδάσκαλος καταλάβαινε ότι ο νέος προτιμούσε να μείνει μονάχος. "Συνάντησέ με στους στάβλους απόψε" του είπε και βγήκε απ' το δωμάτιο. Ο Μέρταγκ απόμεινε μονάχος, να μάχεται με τους εφιάλτες του, παλιούς και νέους.

~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~

Νωρίς το απόγευμα της ίδιας μέρας, δύο στρατιώτες κάθονταν μπροστά σ' ένα τραπέζι μέσα στους στρατώνες παίζοντας ζάρια. Μερικοί από τους συντρόφους τους χασομερούσαν τριγύρω τους, παρατηρώντας το παιχνίδι.

"Αυτή η ζαριά είναι δική μου" είπε ο ένας απ' τους παίκτες και φίλησε τα ζάρια προτού τα ρίξει στο τραπέζι.

"Φαίνεται πως δεν είναι αυτή η μέρα σου, φίλε" σχολίασε ένας απ' τους παρευρισκομένους. "Πάλι ντόρτια; Τι άτυχη ζαριά!"

"Όχι, όχι! Είμαι σίγουρος πως η Κυρά Τύχη μου πρόκειται ν' αλλάξει. Έλα όμορφη Κυρά, δείξε μου το χαμογελαστό σου πρόσωπο!"

"Μπα, μπα, για δες! Τι δουλειά έχει αυτός εδώ πέρα;" γκρίνιασε ο αντίπαλός του στενεύοντας τα μάτια, κοιτάζοντας προς την είσοδο.

Ο στρατιώτης γύρισε για να δει έναν νέο να στέκει εκεί νεύοντάς του κι αμέσως τον αναγνώρισε. Τον έβλεπε πολλές φορές να μάχεται στην αυλή και ήξερε, πως ο Οπλοδιδάσκαλος Τόρνακ ήταν ο προσωπικός του εκπαιδευτής. Αυτός ο νεαρός πολεμιστής δεν ήταν απ' τους πολλούς που διέμεναν στους στρατώνες. Η θέση του ήταν στο παλάτι, μαζί με τους ευγενείς και ο καθένας ήξερε, πως ήταν ευνοούμενος του βασιλιά. Ο στρατιώτης είχε ακούσει παράξενες φήμες σε σχέση μ' αυτόν τον νέο, φήμες που τον ήθελαν να είναι… Ανοησίες, οι Προδότες ποτέ δεν είχαν παιδιά! Σηκώθηκε και, καθώς ο νεαρός δεν έκανε καμία κίνηση να τον έρθει κοντά του, να τον συναντήσει, πλησίασε αυτός προς την πόρτα.

"Πώς μπορώ να σε βοηθήσω, Μιλόρδε μου;"

Τα μάτια του νέου καρφώθηκαν στους άλλους στρατιώτες. Ένα προκλητικό αγριοκοίταγμα έκανε τους άντρες να δειλιάσουν και να νοιαστούν τις δικές τους δουλειές.

"Άκουσα, ότι αυτή τη νύχτα έχεις εσύ τη σκοπιά της αριστερής, πίσω πύλης του κάστρου" είπε μ' ένα ψίθυρο.

"Σωστά άκουσες, Μιλόρδε μου" συμφώνησε ο στρατιώτης.

Ο νέος πίεσε δύο ασημένια νομίσματα στην παλάμη του φρουρού κοιτάζοντάς τον στα μάτια.

"Υπάρχει μία κυρία, σ' ένα κοντινό χωριό…" είπε ψέματα. "Χωρίς την παρουσία μου θα λυπηθεί πολύ απόψε. Και δεν επιθυμώ να είναι θλιμμένη."

Ο φρουρός του έδωσε ένα στραβό χαμόγελο.

"Μην στενοχωριέσαι, Μιλόρδε μου. Η κυρά σου θα ευχαριστηθεί."

Ο νέος έφυγε κι ο στρατιώτης γύρισε στους συντρόφους του χαμογελαστός, με μάτια που λαμπύριζαν.

"Φαίνεται ότι Κυρά Τύχη μου χαμογέλασε απόψε" τους είπε. "Και μου χαμογέλασε για τα καλά!" πρόσθεσε.

Αργότερα το ίδιο βράδυ, ο Μέρταγκ έχωσε μερικά απαραίτητα ρούχα σε μια τσάντα και μάζεψε όλα τα όπλα του. Τριγύρισε αφηρημένα μέσα στο δωμάτιο αγγίζοντας οικεία αντικείμενα που θα άφηνε πίσω, μια πένα πάνω στο γραφείο του, ένα βιβλίο σ' ένα ράφι, το ασημένιο κύπελλο του Τόρνακ… Την τελευταία στιγμή, πριν φύγει απ' το δωμάτιο ν' αναζητήσει κάλυψη στις σκιές του διαδρόμου, άνοιξε την τσάντα ξανά και τοποθέτησε μέσα της προσεκτικά το ασημένιο κύπελλο με το χάλκινο φύλλο σφενδάμου. Μετά κινήθηκε κρυφά προς τους στάβλους, για να συναντηθεί με τον Τόρνακ.

Ο Οπλοδιδάσκαλος ήταν ήδη εκεί περιμένοντάς τον με σελωμένα τα άλογα. Ένευσαν ο ένας στον άλλο και ο Τόρνακ του παρέδωσε τα χαλινάρια του γκρίζου, πολεμικού του αλόγου στο χέρι. Αυτό το άλογο ήταν ένας φίλος, που ποτέ του δεν θα εγκατέλειπε πίσω. Τα ζώα ήταν ήδη έτοιμα, με τα πέταλά τους τυλιγμένα σε κουρέλια, να πνίγουν το θόρυβο.

Μόλις πριν βγουν απ' τους στάβλους, ο Τόρνακ τον άρπαξε απ' τον ώμο. Ο Μέρταγκ γύρισε απότομα κοιτάζοντας στα μάτια τον Οπλοδιδάσκαλο.

"Παλικάρι μου, οτιδήποτε κι αν συμβεί, να θυμάσαι το εξής: Η ζωή σου είναι το πολυτιμότερο πάντων, τρέχα για να τη σώσεις. Αν κάτι συμβεί σ' εμένα, γνώριζε ότι αυτό που με νοιάζει περισσότερο απ' όλα, είναι η δική σου ζωή."

Ο Μέρταγκ μπορούσε να νοιώσει τη φροντίδα και την αγάπη, που αυτός ο άντρας του είχε προσφέρει από την παιδική του ηλικία.

"Τίποτε δεν πρόκειται να συμβεί, Τόρνακ, ούτε σ' εμένα, ούτε σ' εσένα. Είσαι ο καλύτερος ξιφομάχος σ' ολόκληρη την αυτοκρατορία" είπε ο νεαρός με το στήθος γεμάτο περηφάνια και αυτοπεποίθηση.

Ο μεγαλύτερος άντρας χαμογέλασε λοξά και του έσφιξε δυνατότερα τον ώμο.

"Το ξέρω, παλικάρι μου, μη φοβάσαι. Τίποτε δεν πρόκειται να συμβεί."

Ένας πιστός υπηρέτης, που υπηρετούσε εκείνη την αργινή ώρα τη Μεγαλειότητά του στην αίθουσα του θρόνου, θα διαβεβαίωνε αργότερα, ότι ο Σρούικαν ήταν ανήσυχος αυτή τη νύχτα. Μουγκρητά, σύννεφα καπνού και φωτιές από τα ρουθούνια του γέμιζαν το χώρο. Ο βασιλιάς καθισμένος πάνω στο θρόνο του, ήταν ανήσυχος επίσης.

Στην κορυφή του ψηλότερου πύργου της ακρόπολης, ο αστρολόγος έγερνε πάνω απ' τον αρχαίο, ουράνιο χάρτη του. Εκείνη τη νύχτα, η λαμπερή φλόγα του 'Πολεμιστή' έκαιγε ακόμα λαμπερότερη.

~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~

(συνεχίζεται)


Α/Ν: Σας ευχαριστώ για την ανάγνωση.