VII.
Η δημόσια Μαγική Βιβλιοθήκη στο κεντρικό Λονδίνο τις περισσότερες Κυριακές του χρόνου παραμένει κλειστή. Την σημερινή Κυριακή ωστόσο, 19 Οκτωβρίου 2004, άνοιξε τις πόρτες της για μία ιδιάζουσα τελετή·για το γάμο δύο από τους σημαντικότερους πρωταγωνιστές της νεότερης ιστορίας, το Χρυσό Ζευγάρι του Μεγάλου Πολέμου, τον Ρόναλντ Μπίλιους Γουίζλη και την Ερμιόνη Ζαν Γκρέιντζερ. Μάρτυρες στο ευτυχές γεγονός παραβρέθηκαν πολλοί υψηλά ιστάμενοι της μαγικής κοινωνίας, με κορυφαίο τον καρδιακό φίλο και κουμπάρο των νεόνυμφων, Χάρυ Τζέιμς Πότερ με τα της συζύγου του και ήδη έγκυος στο πρώτο τους παιδί, Τζινέβρα Μόλυ Πότερ.
Ο γαμπρός έφτασε από νωρίς στον τόπο του μυστηρίου συνοδευόμενος από τους γονείς του και τα υπόλοιπα αδέρφια του με τις οικογένειες τους. Παρόντες ήταν και πλείστοι συμμαθητές των δύο Γκρίφιντορ από τα χρόνια τους στο Χόγκουαρτς, συγκεκριμένα ο Νέβιλ Λόνγκμποτομ με την καινούργια σύνοδο του, Χάνα Άμποτ, την γνωστή ιδιοκτήτρια της παμπ Η σπασμένη χύτρα στην Ντιάγκον Άλλεϋ, η πρώην αγαπημένη του Λούνα Λόβγουντ πλέον Σκαμάντερ με τον άντρα της Ρολφ Σκαμάντερ, ο διεθνούς φήμης παίκτης του Κουίντιτς Όλιβερ Γουντ με την Κέιτ Μπελ, ο Λη Τζόρνταν, οι δίδυμες Παρβάτι και Παντμά Πατίλ, η Τσο Τσανγκ, ο Σίμους Φίνεγκαν και ο Ντην Τόμας. Από την γιορτή δεν έλειπαν και πρώην και νυν καθηγητές του μαγικού σχολείου, όπως η τωρινή διευθύντρια Μινέρβα ΜακΓκόναγκαλ και ο ημιγίγαντας Ρούμπιους Χάγκριντ.
Η νύφη κατέφτασε τριάντα λεπτά αργότερα, ακριβώς στην ώρα της. Ήταν πανέμορφη φορώντας ένα σομόν παλ νυφικό με ασορτί πέπλο, δημιουργία της γνωστής μοντελίστ Σούζαν Μπόουνς. Ο ευτυχής νεαρός Γουίζλη δεν μπορούσε να κρύψει την αδημονία του, καθώς η εκλεκτή της καρδιάς του διέσχιζε τα τελευταία βήματα προς το μέρος του. Όπως μάθαμε κατά αποκλειστικότητα στην Εβδομαδιαία Μάγισσα, η σχέση του ζευγαριού αποτελεί προϊόν εφηβικού έρωτα που κατάφερε να εκδηλωθεί μόλις μετά την νίκη του Χάρυ Πότερ επί του Βόλντεμορτ του Τρελού και την επικράτηση της ειρήνης στον κόσμο. Τώρα, έξι χρόνια μετά, είναι έτοιμοι να ενωθούν με τα ιερά δεσμά του γάμου. Την τελετή θα ιερατεύσει ο ίδιος ο Υπουργός της Μαγείας, Κίνγσλεϋ Σάκλμπολτ.
Το τετρασέλιδο αφιέρωμα με τον γάμο του αιώνα, τίτλο που μοιραζόταν με εκείνον του Χάρυ Πότερ και της Τζίνι Γουίζλη, συνέχιζε με αναλυτικές περιγραφές του μυστηρίου και του μεταγαμιαίου πάρτι. Ήταν διακοσμημένο με πλείστες φωτογραφίες των καλεσμένων και του ζευγαριού σε διάφορες πόζες. Ο Ντράκο τις είχε μάθει απέξω. Είχε πολλά χρόνια να ξεθάψει το συγκεκριμένο τεύχος του γυναικείου περιοδικού, όμως τις τελευταίες ημέρες το είχε διαβάσει πάνω από εκατό φορές. Ήταν ενδεχομένως η μοναδική έκδοση της Εβδομαδιαίας Μάγισσας που είχε αγοράσει ποτέ του και την διατηρούσε κρυμμένη στο χρηματοκιβώτιο του με άλλα πολύτιμα έγγραφα.
Θυμόταν πολύ καλά την ημέρα που είχε περάσει μπροστά από το κιόσκι με τις εφημερίδες και είδε κρεμασμένο το περιοδικό στην σειρά με άλλα μύρια όσα αντίτυπα. Στο εξώφυλλο έφερε ένα ευμέγεθες πορτρέτο των νεονύμφων λίγο μετά την έξοδο τους από το κτήριο της Βιβλιοθήκης, παντρεμένοι πια. Από πάνω με μεγάλα γράμματα υπήρχε η επικεφαλίδα: Ο πιο μαγικός από τους μαγικούς γάμους. Ο τότε νεαρός επιχειρηματίας σταμάτησε να αγοράσει τον Ημερήσιο Προφήτη, αλλά δεν κρατήθηκε να χώσει και ένα αντίτυπο της Εβδομαδιαίας Μάγισσας από κάτω. Πέταξε τα λεφτά στον πωλητή και έφυγε γρήγορα ανίκανος να τον κοιτάξει στα μάτια. Μετά από εκείνο το πρωινό έπαψε να περνάει από εκεί.
Φυσικά και γνώριζε για τον γάμο. Όλοι γνώριζαν για τον γάμο όπως και για κάθε τι που αφορούσε το εκλεκτό ζεύγος. Πόσο συχνά έξυσε τη μύτη του ο Γουίζλη και πόσο δυνατά χασμουρήθηκε. Πώς ήταν το δαχτυλίδι που χάρισε στην Γκρέιντζερ, πώς ήταν το σπίτι τους, τι φαγητό τού άρεσε να του μαγειρεύει. Ο Τύπος λάτρευε να ασχολείται μαζί τους, παρότι φαινόταν η δυσαρέσκεια τους και η προσπάθεια να αποφύγουν τα φώτα της δημοσιότητας. Όταν όμως αποτελείς τα δύο τρίτα της τριάδας που νίκησε το Κακό, τότε θέλεις ή δεν θέλεις ο κόσμος ενδιαφέρεται για εσένα.
Είχε φτάσει στο γραφείο του δύσθυμος και εκνευρισμένος. Δεν ήξερε ακριβώς γιατί. Το είχε ερμηνεύσει ως δυσαρέσκεια στις τρυφηλότητες με τις οποίες ασχολούνταν οι άνθρωποι, παρόλα αυτά είχε κάτσει και είχε διαβάσει όλο το άρθρο μονορούφι. Δεν μπορούσε να καταλάβει, πώς η εξυπνότερη μάγισσα της ηλικίας της είχε γοητευτεί και αγαπήσει αυτόν τον ουρακοτάγκο. Όλα τα κατορθώματα του ήταν θέμα τύχης και διόλου ικανότητας και έχαιρε τις δάφνες που ανήκαν αποκλειστικά στην Γκρέιντζερ και τον Πότερ. Το μόνο του προσόν ήταν η κωλοφαρδία στις επιλογές. Αν τα πράγματα ήταν δίκαια, ο Ντράκο έπρεπε να απολαμβάνει την προσοχή και την εκτίμηση του κόσμου και όχι να πεθαίνει στην δουλειά για να τα βγάλει πέρα.
Χτύπησε δυνατά τη γροθιά του στο τραπέζι. Ποιον κορόιδευε; Τον εαυτό του πρώτα από όλους. Του άξιζαν αυτά που τραβούσε. Του άξιζαν επειδή ήταν ένας δειλός που όταν χρειάστηκε δεν τόλμησε να υψώσει το ανάστημα του και να αψηφήσει τον πατέρα του. Που δεν είχε τα κότσια να δείξει, ότι ήταν κάτι καλύτερο από αυτό που νόμιζαν οι άλλοι για εκείνον. Ωστόσο δεν έπρεπε να παραπονιέται. Τα πράγματα θα μπορούσαν να ήταν πολύ χειρότερα. Είχε επιζήσει και ήταν νέος και δυνατός. Θα έκανε ό,τι καλύτερο γινόταν από αυτά που του προσέφερε η μοίρα του.
Τριάντα χρόνια μετά πίστευε, ότι τα είχε καταφέρει. Είχε μία ευτυχισμένη οικογένεια και μία επιτυχημένη επιχείρηση. Είχε επαναφέρει το όνομα των Μάλφοϋ στην πρότερη του αίγλη και χάρη στον γάμο του Σκόρπιους και της Ρόουζ σε ακόμα μεγαλύτερη. Δεν θα μπορούσε να ζητήσει κάτι περισσότερο. Αν δεν είχε και αυτά τα όνειρα να του αναστατώνουν την ζωή, όλα θα ήταν τέλεια. Δεν γινόταν όμως να τα αγνοεί, όχι άλλο, όχι πια. Κοιτάζοντας το κιτρινισμένο πλέον περιοδικό στα χέρια του, απόρησε πώς δεν είχε κάνει την σύνδεση νωρίτερα. Βέβαια είχε να δει την εν λόγω φωτογραφία εδώ και πάρα πολύ καιρό, αλλά από ότι φαινόταν ο αντίκτυπος που του είχε δημιουργήσει τότε, τον είχε ακολουθήσει μέχρι σήμερα.
Εν τούτοις, γιατί εμφανίστηκε τώρα; Τι συνέβη και αναδύθηκε ξανά στην επιφάνεια και μάλιστα κατά αυτόν τον τρόπο; Γιατί από όλες τις αναμνήσεις που είχε από την Ερμιόνη, αυτή ήταν που είχε καταδυναστεύσει το λογικό του; Δεν ήταν από τις πιο ζωντανές που θυμόταν. Τα κοινά τους χρόνια στο Χόγκουαρτς ήταν πολύ πιο έντονα χαραγμένα στη μνήμη του.
Το μίσος που ένιωθε κάθε φορά που την έβλεπε στους διαδρόμους. Πόσο απολάμβανε να την μειώνει και να την προσβάλει. Πόσο τον τρέλαινε το κοκκίνισμα στα μάγουλα της και τα απείθαρχα μαλλιά της. Πόσο τον εκνεύριζε, όταν αδιαφορούσε για την παρουσία του. Πόσες νύχτες είχε ξαγρυπνήσει σκεπτόμενος ηδονικούς τρόπους, για να την τιμωρήσει για την ανυπακοή που έδειχνε στο πρόσωπο του. Μία βρωμόαιμη να τολμά να τον κοντράρει στα ίσια και τις περισσότερες φορές να αποδεικνύεται πιο άξια από εκείνον, από εκείνον τον Ντράκο Μάλφοϋ, τον μοναδικό κληρονόμο της πιο σημαντικής και πούρας οικογένειας του μαγικού κόσμου.
Είχε βρει πολλές φορές την έκσταση σε αυτά τα μυστικά σενάρια της φαντασίας του. Ειδικά από εκείνο το χαστούκι που του είχε δώσει στο τρίτο έτος και μετά, το θυμικό του οργίαζε. Φυσικά ήξερε πως οι ονειροπολήσεις του δεν θα γίνονταν ποτέ πραγματικότητα. Όσο και αν λάτρευε να σκηνοθετεί τον εαυτό του στον αμείλικτο δυνάστη της που θα την βασάνιζε και θα την μετέτρεπε στην προσωπική του σκλάβα, σύντομα διαπίστωσε ότι δεν είχε την στόφα για έναν τέτοιο ρόλο. Στην αρχή είχε πιστέψει πολύ στις ικανότητες του και στην σκληρότητα με την οποία τον είχε τροφοδοτήσει ο πατέρας του. Είχε αναλάβει την ιδιότητα του νεκροφάγου με μεγάλη χαρά και περηφάνια. Ήταν εκλεκτός και άξιος.
Ήταν ένας ηλίθιος.
Όλα ήταν χαμένα στο μυαλό του. Δεν ήξερε πού πατάει και πού βρίσκεται. Πού ανήκει και ποιος είναι. Από την μία δεν ήθελε να γίνει δολοφόνος, δεν μπορούσε να γίνει δολοφόνος, και από την άλλη κατηγορούσε τον εαυτό του για δειλία και αναποφασιστικότητα. Μετά δεν είχε επιλογή. Έτσι τουλάχιστον είχε καταλήξει να πιστεύει. Πως αν δεν υπηρετούσε τους απάνθρωπους σκοπούς του Μαύρου Μάγου, εκείνος θα σκότωνε τον ίδιο και όλη του την οικογένεια. Είχε σταματήσει από καιρό να αισθάνεται δικαιωμένος, ήταν μόνο ένας άβουλος και φοβισμένος έφηβος.
Θα ήθελε να ήταν αλλιώς. Να μην είχε διστάσει να προστατέψει την Γκρέιντζερ, όταν η θεία του την βασάνιζε μέχρι θανάτου. Να μην είχε διστάσει να παραμείνει στο πλευρό των μαχητών του Χόγκουαρτς και αντί αυτού να λιποτακτήσει με τους γονείς του. Οι άλλοι τον είχαν κρίνει με μεγαλύτερη επιείκεια από ότι ο ίδιος τον εαυτό του. Στην δίκη του είχαν βρεθεί πολλά ελαφρυντικά. Η ηλικία του και η ανωριμότητα του πρώτα από όλα. Η απειλή της ζωής του και των δικών του ανθρώπων. Μάλιστα ο Πότερ είχε καταθέσει υπέρ του. Πως δεν τον είχε αποκαλύψει στο Μέγαρο Μάλφοϋ. Δεν τον είχε ξεσκεπάσει και ας γνώριζε ποιος ήταν.
Ήταν ψέμα. Δε γνώριζε ποιος ήταν. Το ξόρκι της μεταμόρφωσης είχε αλλοιώσει τα χαρακτηριστικά του σε βαθμό που δεν αναγνωρίζονταν. Σίγουρα κατά πάσα πιθανότητα ήταν ο Πότερ, ωστόσο δεν ήταν βέβαιος. Δεν μπορούσε να πάρει στο λαιμό του έναν αθώο, δεν άντεχε άλλους θανάτους. Άλλωστε αν φώναζαν το Σκοτεινό Άρχοντα άσκοπα, τότε κανείς δεν θα γλίτωνε από την οργή του. Ήταν η δειλία του που έσωσε το Χάρυ Πότερ, όχι το θάρρος του.
Από τότε είχαν περάσει πολλά χρόνια και είχαν αλλάξει πολλά. Πλέον έστεκε στα πόδια του και είχε αποκτήσει την αυτοπεποίθηση του αυτοδημιούργητου ανθρώπου. Όμως θαρραλέος δεν ήταν. Αυτό είχε παραμείνει το ίδιο. Προτιμούσε τις πλάγιες οδούς που του προσέφεραν πιο έμμεσα αλλά πιο ακίνδυνα αποτελέσματα. Παρόλα αυτά είχε μάθει να εκτιμά την αρετή και την τόλμη, κυρίως επειδή δεν μπορούσε να τις φτάσει ποτέ. Δεν έβλεπε πια τους γενναίους ως χαζούς και παράφρονες, όσο ως αξιοσέβαστους πιονιέρους.
Για αυτό και αγαπούσε και θαύμαζε τόσο πολύ τον γιο του. Δεν ήταν μόνο ένας ατρόμητος Χρυσούχος, ήταν και ένας μεγαθυμικός άντρας. Δεν έκρυβε ποτέ τα αισθήματα του, είχε το θάρρος της γνώμης του, αγωνιζόταν για αυτά που ήθελε, υπερασπιζόταν όσους αγαπούσε, ζούσε με πάθος και δύναμη, όλο ευθεία, όλο μπροστά, δίχως να κρατάει τίποτα πίσω. Η τύχη ευνοεί τους τολμηρούς και ο Ντράκο ένιωθε με περηφάνια, ότι ο γιος του ήταν ένας ευνοημένος άνθρωπος που είχε διαγράψει μόνος του την τύχη του. Αν είχε μία ευχή στη ζωή του, αυτή θα ήταν να του έμοιαζε λίγο παραπάνω.
Η πόρτα στο γραφείο του χτύπησε βγάζοντας τον από τους λογισμούς του. Απάντησε να περάσουν και τότε εμφανίστηκε μπροστά του η προσωπική του γραμματέας, Αδελαΐδα Κράουν. Ήταν μία μάγισσα γύρω στα σαράντα πέντε με περισσότερο μυαλό από εμφάνιση, όπως ακριβώς την ήθελε. Ήταν παλιοί συμμαθητές και μετά τον πόλεμο την είχε προσλάβει στην εταιρεία του. Οι πρώην Σλίδεριν είχαν στραφεί αναγκαστικά ο ένας στον άλλον για βοήθεια, καθότι κανείς άλλος δεν τους εμπιστευόταν. Ο Ντράκο δεν είχε μετανιώσει για την επιλογή του. Όσο καιρό εργαζόταν για εκείνον, δεν τον είχε απογοητεύσει ποτέ.
«Κύριε Μάλφοϋ, οι πληροφορίες που ζητήσατε.»
Προχώρησε προς το μέρος του και του προσέφερε ένα χαρτί με ένα όνομα και μία διεύθυνση. Ο ξανθός μάγος το πήρε στα χέρια του και το περιεργάστηκε αμήχανα.
«Είσαι σίγουρη;» ρώτησε χωρίς να την κοιτάξει.
«Μάλιστα. Ανέλαβα την έρευνα προσωπικά,» απάντησε επαγγελματικά η Κράουν.
«Πολύ καλά, Αδελαΐδα. Μπορείς να πηγαίνεις, δεν θα σε χρειαστώ κάτι άλλο.»
Η μεσόκοπη γυναίκα χαιρέτισε ευγενικά με ένα νεύμα του κεφαλιού και αποχώρησε από το γραφείο. Η άκρως εμπιστευτική δουλειά που της είχε αναθέσει την προηγούμενη εβδομάδα ο Ντράκο Μάλφοϋ ήταν πολύ περίεργη. Για ποιο λόγο χρειαζόταν τέτοιες υπηρεσίες; Δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει την απάντηση, αλλά είχε μάθει να μην σκαλίζει τις υποθέσεις του αφεντικού της παραπάνω από όσο της επέτρεπε. Δεν το είχε σε τίποτα να την διώξει παραχρήμα με το που τον δυσαρεστούσε.
Εννοείται όταν της ζήτησε να βρει αυτές τις πληροφορίες, είχε υπακούσει αμέσως χωρίς ερωτήσεις και απορίες όπως πάντα έκανε. Είχε δαπανήσει αρκετές ώρες ψάχνοντας και στο τέλος τα είχε καταφέρει. Τώρα απλά ήλπιζε η προσπάθεια της να ικανοποιούσε τις επιθυμίες του δύστροπου εργοδότη της, ειδάλλως δεν ήθελε να ξέρει τι επιπτώσεις θα είχε τυχόν αποτυχία επάνω της. Η διάθεση του Μάλφοϋ ήταν ιδιαίτερα κακή τον τελευταίο καιρό και δεν υπήρχε λόγος να τον εξερεθίσει περισσότερο.
Μάζεψε τα πράγματα της και ύστερα φόρεσε το παλτό της. Πήρε την τσάντα της και αφού έριξε μία τελευταία ματιά στο χώρο για να βεβαιωθεί πως όλα ήταν εντάξει, κατευθύνθηκε στο ασανσέρ και το κάλεσε. Άλλη μία κουραστική ημέρα έφτανε στο τέλος της. Ίσως αν βιαζόταν να προλάβαινε ανοιχτά και τα μαγαζιά.
Δεν ξέρω πώς σας φαίνεται εσάς ο Ντράκο που φτιάχνω και αν συμφωνείτε με την φαντασία μου. Επίσης, τι λέτε να έχει στο μυαλό του να κάνει τώρα; Υπομονή μέχρι το επόμενο κεφάλαιο!
ΧΧΧ
