Η ιστορία αυτή αφιερώνεται στην 815-Broken-Pencils. Χωρίς τη δική της ενθάρρυνση δεν θα είχα ποτέ ξεκινήσει να γράφω.
Κεφάλαιο 9ο
Μια νέα ελπίδα γεννιέται
Βαθιά στο δάσος των ξωτικών, ανάμεσα στα δυσδιάκριτα σύνορα της πόλης Ελλεσμίρα με τα φιδίσια της δρομάκια, τους φροντισμένους κήπους και τα δεντρόσπιτα και στην αρχή του πυκνού δάσους, έχυνε τα νερά της μια μικρή πηγούλα. Ανάβλυζε απ' τα βράχια το κρύο, καθάριο νερό και καθώς λίγο-λίγο στάλαζε μέσα σε λεκάνη του εδάφους, διαμόρφωνε εκεί μία μικρή λιμνούλα. Τα κλαδιά και τα φύλλα των αιωνόβιων δέντρων καθρεφτίζονταν μέσ' στα κρυστάλλινα νερά, ενώ πουλιά κι αγρίμια έφταναν ως εδώ να ξεδιψάσουν και για να βρέξουν τις φτερούγες. Καλά κρυμμένο απ' τα μάτια, ανάμεσα σε φτέρες και πυκνούς θάμνους, προστατευμένο απ' τους ίδιους τους κορμούς των δέντρων με τα πλούσια αναρριχητικά φυτά, το μέρος εκείνο ήταν η φωλιά και το ησυχαστήριο της μικρής ξωτικοπούλας. Αν κανείς βάδιζε στο μοναχικό μονοπάτι, που ξεκίναγε από την πόλη οδεύοντας προς τους απόκρημνους βράχους του Τελ'Ναΐρ μέσα απ' το δάσος, κι αν κοίταγε καλά ανάμεσα απ' την πυκνή βλάστηση, σίγουρα θα μπορούσε να τη διακρίνει να κάθεται εκεί πέρα. Γερμένη πάνω στον πεσμένο κορμό γέρικου πλάτανου, με τα κατάμαυρά της μαλλιά λυμένα να σκεπάζουν τους λεπτούς της ώμους, τα μακριά της πόδια με τα γυμνά πέλματα μαζεμένα κοντά στο στήθος, τα καταπράσινα γατίσια μάτια με το ονειροπόλο βλέμμα προσηλωμένο σε μακρινή απόσταση, περνούσε τον καιρό της στοχαζόμενη. Κάθε που άδειαζε απ' τις πολλές και ποικίλες ασχολίες που της φορτώνονταν απ' τα άλλα ξωτικά – γιατί η ξωτικοπούλα δεν ήταν όποια-όποια, παρά η πριγκίπισσά τους – έτρεχε ως εδώ για να κρυφτεί πίσω απ' τους θάμνους· να νοτίσει τα πόδια και το περήφανο μέτωπο με τα καθάρια νερά της πηγούλας· να σκοτώσει τον μακρύ καιρό της καθώς συλλογιόταν ή διάβαζε κάποιο χειρόγραφο που είχε βουτήξει απ' τη βιβλιοθήκη· ν' αναμασήσει τις πληροφορίες που είχε καταφέρει να μαζέψει για το βασιλιά πατέρα της απ' όσους τον είχαν γνωρίσει. Γιατί η μικρή ξωτικοπούλα δεν τον θυμόταν τον πατέρα της.
Γεννημένη ένα μονάχα χρόνο πριν την επίθεση του σατανικού Γκαλμπατόριξ και των Προδοτών του στο Βρόενγκαρντ, ούτε δεκάξι μήνες πριν τη μεγάλη μάχη της Ιλίρια, που είχε στοιχίσει τη ζωή σ' εκείνον, η Άρυα – αυτό ήταν το όνομα της μικρής ξωτικιάς – είχε μάθει να τον αγαπά χωρίς να τον θυμάται. Είχε διδαχθεί και αγαπήσει τον μεγάλο απόντα απ' τη ζωή της για τις χάρες του, που ακόμα έψελναν οι κάτοικοι της Ελλεσμίρα. Είχε μελετήσει στη βιβλιοθήκη μονάχη, ή παρέα με δασκάλους της, τα πολλά χειρόγραφα που περιέγραφαν τις πράξεις της βασιλείας του. Είχε ακόμα και στην κατοχή της ένα μοναδικό πορτραίτο του, που είχε φιλοτεχνήσει γι' αυτόν η βασίλισσα μητέρα της αμέσως μετά τη γέννησή της. Η πανέμορφη Ισλανζάδη, η βασίλισσα που έχρησαν τα ξωτικά να διαδεχθεί το σύζυγό της, προσπαθώντας να κρύψει το δικό της πόνο πίσω απ' τις ευθύνες της διοίκησης, φρόντισε να ξεφορτωθεί αυτό το μαγικό πορτραίτο που της θύμιζε αλλοτινές, ευτυχισμένες ώρες, χαρίζοντάς το στη μοναχοκόρη της. Έτσι η μικρούλα ξωτικιά το κρέμασε στην κάμαρά της, απέναντι απ' το κρεβάτι της κι έστεκε εκεί για ώρες παρατηρώντας τον. Στη μνήμη της χαράχτηκε το κάθε του χαρακτηριστικό, η κάθε μια γραμμή του προσώπου του, η κάθε λεπτομέρεια του ρούχου ή της μακριάς, ασημιάς του κόμης, της τόσο παράταιρης με τη δική της. Συνήθιζε να τον κοιτά, μηχανικά επαναλαμβάνοντας όσα είχε διαβάσει στους κυλινδρικούς παπύρους για τη ζωή του και τα έργα του, όσα ακόμα είχε ακούσει να λέγονται γι' αυτόν ή να τραγουδιόνται. Κι η Άρυα σιγά-σιγά λάτρεψε αυτόν τον βασιλιά, αυτόν τον μακρινό πατέρα που την κοίταζε κι αυτός μέσα από το κάδρο, με μάτια ακίνητα και χείλη συστρεμμένα σε χαμόγελο που δεν προοριζόταν καν για εκείνη· χαμόγελο που είχε απομείνει παγωμένο μεσ' στο χρόνο.
Η βασίλισσα μητέρα εξεπλάγη σαν διαπίστωσε την εμμονή αυτή της κόρης. Σύντροφοι των αιώνιων δέντρων οι κάτοικοι του ξωτικοδάσους είχανε τόση σχέση με το θάνατο, όση και τα ψηλά βουνά κι οι βράχοι, που για να γίνουν σκόνη, χρειάζονταν άμετροι κύκλοι από χειμώνες. Αυτός ήταν κι ο λόγος που εκτιμούσαν τη ζωή όσο τίποτε κι απόφευγαν να μιλούν για θάνατο κρύβοντας τις πληγές τους πίσω απ' το τραγούδι του δάσους. Η μητέρα νουθέτησε την κόρη λέγοντας πως μια πριγκίπισσα ανήκει στο λαό της, φορτώνοντάς της περισσά μαθήματα, μιλώντας της για τις ανάγκες επιβίωσης του γένους τους κατά τους δύσκολους καιρούς που έτρεχαν. Η μικρή Άρυα είχε φτάσει πια τα δεκαπέντε, το να πενθεί μελαγχολώντας δεν ήταν ούτε υγιές, ούτε και χρήσιμο. Ας φρόντιζε να κάνει όλα τ' άλλα αναγκαία που όφειλε, παρά να κάθεται μπροστά απ' το πορτραίτο ενός νεκρού βασιλέα, ενός νεκρού πατέρα. Οι γιορτές του γένους, όπου οι ξωτικοί απάγγειλαν παλιές μπαλάντες στη μνήμη των ενδόξων που είχαν χαθεί για πάντα, αρκούσαν.
Συζητήσεις τέτοιου τύπου – που συχνά επαναλαμβάνονταν – κακοκάρδισαν την κόρη κι άρχισαν να προκαλούν διάσταση και ψυχρότητα ανάμεσα στη σχέση αυτής και της μητέρας· διάσταση που υποβόσκουσα αχνόκαιγε και κάποια μέρα σίγουρα θα ξεσπούσε. Συναισθήματα όπως αυτά δεν έπρεπε να υπάρχουν στον κόσμο του ξωτικοδάσους, όπου οι σχέσεις των αιώνιων βασίζονταν σε μια τυπική ετικέτα. Έτσι το ξωτικοκόριτσο – σαν πιο μικρότερη στα χρόνια και τη θέση – έδινε πάντα τόπο στην οργή. Παίρνοντας μαζί της την καταπίεση που προκαλούσε μια μητέρα απόμακρη κι έχοντας στο νου κάθε στιγμή τα χαρακτηριστικά του εικονιζόμενου στο κάδρο, ζητούσε καταφύγιο στην έρημη πηγούλα. Εκεί μονάχη κι απαρατήρητη – όπως πίστευε – απ' τους πάντες, άφηνε τις μνήμες απ' τα χειρόγραφα να ξεδιπλώνονται στον πλούσιο νου της, αναζητώντας αυτόν που τόσο νωρίς και τόσο αμετάκλητα είχε χάσει· αυτόν, για τον οποίο νόμιζε πως πάντα θα θρηνούσε. Μελαγχολική κι αποξενωμένη απ' τους πολλούς, ζητούσε την παρηγοριά στα κρύα τα νερά, στα αιωνόβια δέντρα, στα έρημα ακόμα μονοπάτια που περιδιάβαινε μονάχη εκεί γύρω.
Μα ήταν πράγματι μονάχη; Εκτός από πουλιά κι αγρίμια που σύχναζαν στην πηγούλα, υπήρχαν ακόμα δύο πλάσματα που συχνά-πυκνά η μικρή ξωτικοπούλα παρατηρούσε να περιδιαβαίνουν γύρω απ' το καταφύγιό της. Κάποιο άλλο ξωτικό, που το μοναχικό δεντρόσπιτό του βρισκόταν σε μικρή απόσταση απ' τη λιμνούλα, καθώς κι ένας άνθρωπος θλιμμένος που ζούσε χρόνους μέσα στις σκιές του δάσους.
Το πρώτο πλάσμα, ο νέος σχετικά στα χρόνια ξωτικός, περνούσε τις ώρες της ημέρας και της νύχτας του μοναχικά. Το δεντρόσπιτό του, τραγουδισμένο απόμακρα από τ' άλλα, πρόδιδε την ανάγκη του για μοναξιά κι απομόνωση. Σκαρφαλωμένος στο κλαδί του δέντρου του ξεχνιότανε ακίνητος για ώρες να ψιθυρίζει στα πουλιά και να μετρά τα φύλλα. Κι ήταν φορές που το απαλό, μελωδικό τραγούδι του διαχεόταν ανάμεσα στις φυλλωσιές, φτάνοντας στη λιμνούλα. Να την παρακολούθαγε κρυφά, χωρίς εκείνη να το ξέρει; Να είχε μιλήσει η πρώιμη η ομορφιά της στην τρυφερή καρδιά του; Ή μήπως η λαχτάρα της για μοναξιά, που ταίριαζε στη δική του, έχριζε αδέλφια τις ψυχές τους;
Ο άλλος, ο θλιμμένος άνθρωπος, συχνά-πυκνά περπάταγε στο μονοπάτι που ξεκινώντας απ' την Ελλεσμίρα, περνώντας μέσα από το δάσος, έφτανε ως τ' απόμακρα τα βράχια. Τα βράχια που τα ξωτικά ονόμαζαν κατσάβραχα του Τελ'Ναΐρ κι αποτελούσαν κατοικία του γέροντα σοφού των θρήνων και του ανάπηρου συντρόφου της ζωής του. Εκεί είχαν διαλέξει να κατοικούν αυτοί μονάχοι, ο σακάτης που ήταν ολόκληρος και το πλάσμα που είχε κάποτε ενώσει όλη του την ύπαρξη μαζί του. Ο τελευταίος των δρακοκαβαλάρηδων, ο Όρομις ο σοφός, και ο χρυσός του δράκος Γλέιντερ. Οι μόνοι που είχαν γλιτώσει απ' τις σφαγές, ανάπηροι κι οι δυο τους και που τα ξωτικά είχαν κρύψει μέσα στα δάση καλύπτοντας με μάγια περισσά, φυλώντας μυστική την ύπαρξή τους. Εκεί οδηγούσαν τα αργά του βήματα τον άνθρωπο, αυτόν που τα ξωτικά ονόμαζαν ''ο Μπρομ με τα θλιμμένα μάτια'', γιατί είχε υπάρξει αυτός και ο χαμένος δράκος του κάποτε μαθητές τους. Προσπέρναγε αυτός σιωπηλός, με ώμους σκυφτούς, με μάτια χαμένα σε οράματα του παρελθόντος, με πόδια που σέρνονταν στη γη. Και κάποτε-κάποτε, ιδίως κατά το γυρισμό του, σταμάταγε στην αντίπερα όχθη της λιμνούλας, έσκυβε πάνω απ' τα νερά κι έσβηνε τη δίψα του βρέχοντας το μαντίλι. Πλησίαζε καμιά φορά κι ο ξωτικός, χαϊδεύοντας τ' αγρίμια που έρχονταν το σούρουπο να ξεδιψάσουν και μέτραγε τις φτέρες. Να είχαν άδικο τα ξωτικά που μερικές φορές αναφέρονταν σ' αυτόν – χωρίς να εννοούν κακό – ως ο ''Φέολιν, ο αλλοπαρμένος'';
Αν η ξωτικοπούλα είχε να διαλέξει δύο φίλους μεσ' στο δάσος, σίγουρα δεν θα διάλεγε αυτούς που την περιτριγύριζαν μέσα στ' ανάκτορα των ξωτικών και την αίθουσα του θρόνου. Θ' απέφευγε όλους αυτούς που βρίσκονταν μαζί της στα πεδία της εκπαίδευσης των όπλων. Θα κρατιόταν μακριά απ' όσους διάβαζαν μεσ' στις βιβλιοθήκες στο ίδιο, μακρόστενο τραπέζι. Παρά θα διάλεγε τα δύο αυτά σιωπηλά πλάσματα, που μοιράζονταν μαζί της τις ώρες τις μοναχικές της και που ελάχιστες κουβέντες είχανε ποτέ ανταλλάξει.
Κι έτσι πέρναγαν και άνθιζαν οι άνοιξες για τη μικρή ξωτικοπούλα, ώσπου το κοριτσάκι το δεκαπεντάχρονο, να μπουμπουκιάσει σε μια νέα κι όμορφη κοπελούδα.
.*.
Έζησε για χρόνους πολλούς μέσα στο δάσος των ξωτικών, εκεί όπου οι γοργοπόδαροι κι αλαφροπάτητοι κάτοικοι των δέντρων είχαν γιατρέψει την πληγή του κορμιού που του άνοιξε κάποτε 'ο φίλος'. Μα η άλλη η πληγή, αυτή η μεγάλη της καρδιάς του, παρέμενε ανοιχτή να χαίνει. Κι έρεε αίμα ζεστό από μέσα της κάθε που η θύμησή του γύριζε σ' 'εκείνη'. Στην όμορφη αγάπη του, στη εξαίσια καλλονή του, σ' εκείνη που παιδί ακόμα τον διάλεξε, για να μοιραστεί μαζί του τα ατελείωτα τα χρόνια της ζωής της. Όταν εκείνη χάθηκε τόσο νωρίς, τόσο άδικα, απόμεινε η καρδιά του μισή κομμένη. Το άλλο του μισό για πάντοτε χαμένο, κομμάτια του εαυτού του ξεσχισμένα, τριμμένα, αλεσμένα στο μύλο της κακίας και συμφοράς που απρόσμενα τον χτύπησε. Απόμεινε να προσπαθεί να ψάχνει τη Σαφίρα του στις απαρχές του ονείρου, στις ώρες της σιγαλιάς της νύχτας που σαν πέπλο απλωνόταν πάνω απ' τις κορυφές των δέντρων. Να την αναζητά για πάντα στις σκιές του σούρουπου, χωρίς ποτέ του να τη βρίσκει. Και φως για την καρδιά του, που 'χε απομείνει μισή κομμένη, ή γιατρειά, πια δεν θα 'βρισκε ποτέ του.
Κι έπειτα υπήρχε κι άλλη πληγή, αυτή του νου, που τη στιγμή που η αγάπη του η μεγάλη χανόταν ζητώντας του αυτός να ζήσει, τσάκιζε το μυαλό του. Η τύχη θέλησε αυτή η πληγή να τυλιχτεί στην ευεργετική την τρέλα, που σκότισε τη στιγμή του θανάτου 'εκείνης' το νου και τις αισθήσεις του τυλίγοντάς τον στις σκιές, καταπίνοντας τον πόνο. Τον πόνο που ήταν τόσο δυνατός, ώστε θα τον είχε συμπαρασύρει στα μονοπάτια του θανάτου ν' ακολουθήσει την αγάπη του, την ώρα που ο ίδιος ο εχθρός του είχε συμπονέσει τη ζωή του.
Κι αυτή την πληγή, του νου, τα ξωτικά προσπάθησαν να τη γιατρέψουν. Μερόνυχτα τον πήγαιναν από κοντά, μιλώντας, τραγουδώντας του, προσπαθώντας να κρατούν την παραφροσύνη του σε μια – ίσως ανερμάτιστη και παραπαίουσα – ισορροπία, αλλά που θα μπορούσε ίσως κάποτε να γιατρευτεί κι εν μέρει να επανέλθει. Και κάπως τα είχαν καταφέρει. Με τους πολλούς τους χρόνους που διαβήκαν, με τη γαλήνη του ξωτικοδάσους, με την ευγένεια και την καλοσύνη είχε αυτή η τρέλα λίγο-λίγο καταλαγιάσει κι ο νους του νέου πλησίαζε να γιατρευτεί. Στο σώμα ήταν υγιής και δυνατός, στο νου μπορεί να κατακάθιζε η τρέλα, αλλά η καρδιά του απόμενε πάντοτε να πονά κι αυτό για όσο ζούσε. Τα ξωτικά το ήξεραν καλά από καιρό, το έβλεπαν, το ψυχανεμίζονταν. Ο Μπρομ δεν θα 'βρισκε ποτέ του τη γαλήνη του σοφού, γιατί το είναι του το είχε αρπάξει το μίσος.
Εκείνο που περισσότερο υποδαύλιζε αυτό το μίσος ήταν η ίδια η συμπόνεση του εχθρού του. Αυτή του προκαλούσε πιότερο μίσος και μανία. Αν τη στιγμή του θανάτου της καλής του ο Μόρζαν, ο εχθρός του, τον είχε πράγματι ψυχοπονέσει, θα του είχε δώσει ένα τέλος. Αλλά όχι, τον άφησε αυτός να ζει, μισός νεκρός· ανάπηρος στο νου και στην καρδιά, ανήμπορος να ξεχάσει αυτό που είχε κάποτε και τώρα πια είχε χάσει. Τον είχε ο Μόρζαν, ο εχθρός του, καταδικάσει να ζει σα ζωντανός νεκρός, αποζητώντας αυτό που δεν υπήρχε, αυτό που κι αν ακόμα έψαχνε για χρόνους, δεν θα 'βρισκε ποτέ του. Όχι μονάχα του πήρε αυτός κι ο δράκος του ότι πιο πολύτιμο στόλιζε τη ζωή του, τον άφησαν ανάπηρο να βιώνει την κάθε ώρα και στιγμή αυτή του την απώλεια.
Κάτω απ' αυτό το πρίσμα, η ψυχοπόνεση του Μόρζαν φάνταζε στο Μπρομ το χειρότερο μαρτύριο και καταδίκη που θα μπορούσε αυτός να 'χει χαιρέκακα προσφέρει.
Λίγο πιο έξω από το ίδιο δάσος, σκαρφαλωμένο στα γκρεμίσματα των βράχων του Τελ'Ναΐρ, υπήρχε ένα καλύβι, όπου είχαν διαλέξει για ερημητήριο οι παλιοί οι δάσκαλοί του. Εκεί καμιά φορά οδήγαγαν το Μπρομ τα βήματά του ζητώντας ανακούφιση, αλλά η παρουσία του δράκου έφερνε πιότερο πόνο, παρά γαλήνη στο νου και την καρδιά του. Ο Όρομις προσπάθησε να πραΰνει, να ημερέψει τον παλιό του μαθητή από το βάρος της απώλειας που βίωνε. Καμιά φορά κατάφερνε για λίγο να τον γαληνεύει, αλλά κι ο ίδιος ο Όρομις – βαθιά λαβωμένος απ' το μαρτύριο – μέτραγε τις πληγές του.
Πράγμα παράξενο, το καλύβι αυτό τράβαγε το Μπρομ σαν το μαγνήτη. Ήξερε αυτός ότι έπρεπε να είναι εκεί για κάποιο ανεξήγητο λόγο, γι' αυτό κι έσερνε αραιά και πού τα βήματα στο μονοπάτι μέσα απ' το δάσος, οδεύοντας προς το δάσκαλό του. Μα μόλις έφτανε ως εκεί, το είχε ήδη μετανιώσει. Τις ώρες αυτές η τρέλα αναμοχλευόταν μέσα στο νου του, ενίοτε κι ο αγιάτρευτος ο πόνος της καρδιάς του κι ο Μπρομ κινούσε να φύγει όπως ήρθε. Καθώς τα βήματα του γυρισμού τον οδηγούσαν σίγουρα και αργά πίσω στην Ελλεσμίρα, κοντοστεκόταν στη μικρή, κρυφή λιμνούλα κι έσβηνε εκεί τη δίψα του. Τότε έβλεπε την παιδούλα να κάθεται σε απόσταση, να τον κοιτάζει. Ένιωθε τα πράσινα μάτια της στραμμένα πάνω του – όχι με περιέργεια, αλλά με κατανόηση – να γδύνουν την καρδιά του. Και ήξερε ο Μπρομ, ή μπορούσε καλά να καταλάβει, πως υπήρχε μια πληγή μέσα στο ξωτικοκόριτσο, μια πληγή που την ξεχώριζε απ' τους άλλους του είδους της και που δεν θα την γιάτρευε ο χρόνος. Κι ο Μπρομ ήξερε από πληγές αγιάτρευτες. Υποκλινόταν λοιπόν σιωπηλά από απόσταση εκφράζοντας τα σεβάσματά του και βιάζονταν να φύγει, να μη διασπάσει τη γαλήνη ή την πίκρα της, σεβόμενος την ανάγκη για τη μοναξιά της.
Καθώς τα χρόνια πέρναγαν κι ο νους ισορροπούσε, το κρύο πιάτο της εκδίκησης απλώθηκε μπροστά στο νέο άντρα προκλητικά βαλμένο από τις αναμνήσεις κάποιου άλλου κόσμου, εκείνου στον οποίο είχε υπάρξει δρακοκαβαλάρης. Το μίσος μέσα του για τους Προδότες του Γκαλμπατόριξ και ιδίως για το Μόρζαν είχε θεριέψει. Όλη του η μισερή ζωή κι η ύπαρξή του έπαιρνε φως από την παρακάτω σκέψη· τη σκέψη της εκδίκησης – αν όχι εκδίκηση για το χαμένο για πάντα κόσμο του – τουλάχιστον για το θάνατο 'εκείνης'. Επανερχόμενος σε μια κατάσταση επιθετικής ανάγκης, ο Μπρομ ζούσε πια μόνο για τη μέρα που θα εκδικείτο τους Προδότες, τη μέρα που θα ευεργετούσε το 'φίλο' Μόρζαν με μια παρόμοια χάρη. Ούτε τα τραγουδήματα πια των ξωτικών και τα παλιά χειρόγραφα ποιημάτων, ούτε οι επισκέψεις στο σοφό το δάσκαλό του ανακούφιζαν για λίγο την ψυχή του. Η ζέση του να φύγει, ν' αναμιχθεί αθέατος στον κόσμο των ανθρώπων, ολοένα κι αύξαινε στην καρδιά του, ζητώντας να καλύψει την αιμάσσουσα πληγή. Φούσκωνε κι αντάριαζε, ξεχείλιζε και ξεχυνόταν και τίποτε πια δεν την κρατούσε.
Οι επισκέψεις του στους άγριους γκρεμνούς του Τελ'Ναΐρ, στους παλαιούς του δασκάλους ολοένα και πύκνωναν. Τώρα το μίσος που έβραζε στην καρδιά του μπορούσε να του δίνει θάρρος και δύναμη ν' αντιμετωπίζει τον κουτσοπόδαρο χρυσαφένιο και τον ολόλευκα ντυμένο τελευταίο καβαλάρη. – Αλήθεια, είχε ο Μπρομ προσέξει, πως ήταν ελάχιστες έως καθόλου οι φορές που πέταγαν οι δυο τους; – Καμία προσπάθεια του Όρομις του σοφού δεν στάθηκε ικανή να μεταπείσει τον κάποτε μειλίχιο μαθητή του. Η απόφαση να ανταλλάξει αυτός το μαγεμένο δάσος, τους φιλικούς κατοίκους του και την ηρεμία των δέντρων με τις δυσκολίες, τον πόνο και το θάνατο στον κόσμο των ανθρώπων είχε ήδη παρθεί. Ο Μπρομ αποχαιρέτησε τους φίλους που τόσο του είχανε σταθεί στα δύσκολα τα χρόνια. Ορκίστηκε ότι κάποτε θα γύριζε να τους ξανάβρει, αφού πρώτα είχε ανακτήσει την τιμή του. Θα γύριζε γι' αυτούς με νέα από τις αντιδράσεις των ανθρώπων, γιατί ποτέ – όπως ήξεραν καλά – η τυραννία της αρχής δεν γεννά ευτυχία κι αγάπη για τους τυράννους.
Σαν τελευταία του φίλη να χαιρετήσει άφησε ο Μπρομ τη νεαρή ξωτικοπούλα, αναζητώντας την μέσα στο δάσος, στο πλάι της λιμνούλας· μέρος όπου για χρόνους πολλούς ήξερε πως είχε γίνει το ησυχαστήριό της. Πλησίασε αυτή τη φορά λιγάκι περισσότερο κι απηύθυνε τον τυπικό χαιρετισμό των ξωτικών προς την πριγκίπισσά τους. Τα πράσινα μάτια της Άρυα καρφώθηκαν πάνω του με προσοχή, εξετάζοντας από κοντά το πρόσωπό του. Θα πρέπει ο Μπρομ να κόντευε τα πενήντα πια ανθρώπινα χρόνια. Η απουσία του δράκου απ' τη ζωή του για τόσο μεγάλο διάστημα, είχε αρχίσει ήδη να τον γερνά. Το πρόσωπό του γέμιζε σιγά-σιγά ρυτίδες, τα μάτια του σακούλιαζαν και βάθαιναν στις κόγχες και τα μακριά του τα μαλλιά άσπριζαν στους κροτάφους. Η ξωτικοπούλα σηκώθηκε κι αργά-αργά πλησίασε επαναλαμβάνοντας κι αυτή τα καθιερωμένα χαιρετίσματα. Ήταν δεκαπεντάχρονη όταν για πρώτη της φορά τον ένιωσε σα φίλο· δεκαπεντάχρονη και τώρα βάδιζε προς τα τριάντα. Ήξερε, απ' όσα είχε ακούσει να λέγονται γι' αυτόν, ότι ο Μπρομ παρέμενε ελλιπής ως προς την προσωπικότητα, αφού ο δράκος του – το άλλο του μισό – είχε χαθεί για πάντα. Ότι οι γνώσεις της μαγείας του παρέμειναν για πάντα μισερές, αφού η Σαφίρα χάθηκε νωρίς, προτού οι δύο τους συμπληρώσουν την εκπαίδευσή τους. Ήξερε ακόμα, ότι παραβάλλοντας τη δική της απώλεια – το θάνατο του πατέρα και βασιλιά της που δεν γνώρισε – με τη δική του, η τύχη της είχε χαριστεί. Γιατί, ποια απώλεια ήταν μεγαλύτερη απ' το να χάσεις το μισό εαυτό σου; Είχε ακούσει ακόμα ότι ο Μπρομ θα έφευγε, θα γύριζε στον κόσμο των ανθρώπων. Η Άρυα του έτεινε το χέρι, πράξη που πρώτη της φορά έκανε για κάποιον.
'Είθε τα άστρα να φωτίζουν τα βήματά σου στο δύσκολο δρόμο που διαλέγεις, Σούρ'τουγκαλ' του είπε, προσφωνώντας τον με τη λέξη που, εδώ και τόσους χρόνους, όλοι απέφευγαν να πούνε. Μέσα στο νου της Άρυα ο Μπρομ κάποτε διαλέχτηκε από το δράκο. Κι αν έζησε κάποτε σαν δρακοκαβαλάρης, τέτοιος θα παρέμενε γι' αυτήν μέχρι τα τέλη της ζωής του. 'Σου εύχομαι να βρεις και να ενώσεις τους πιο γενναίους των ανθρώπων.'
Ο Μπρομ δέχτηκε την τιμή που του έκανε η πριγκίπισσα νεύοντας σιωπηλά. Το 'χε σκοπό μια μέρα να γυρίσει. Οι άνθρωποι, όσοι γενναίοι κι αν είχαν απομείνει, δεν θα κατάφερναν ποτέ να υπερνικήσουν τους τυράννους χωρίς συμμάχους.
Την ίδια ώρα που έφευγε, ένα τραγούδι, το τραγούδι του Φέολιν του αλλοπαρμένου, ακούστηκε σαν ψίθυρος μελωδικός ανάμεσα απ' τις φτέρες.
.*.*.
'Πώς θα φύγεις κόρη μου; Πώς θα μας αφήσεις;' Η όμορφη βασίλισσα έγειρε εμπρός σκύβοντας απ' το θρόνο της, πλησιάζοντας την κόρη της, μιλώντας της σχεδόν ψιθυριστά να μη πολυακούγονται τα λόγια. Το ήξερε καλά η βασίλισσα πως ήταν οξυμένες οι αισθήσεις των ξωτικών αρχόντων που παρευρίσκονταν στην αίθουσα του θρόνου και τίποτε δεν θα τους έκρυβε. Ήξερε πως δεν ήτανε κι ευγενικό να κρυφοψιθυρίζει.
Το αίτημα της Άρυα είχε αφήσει άναυδους τους παρευρισκομένους. Απ' τη στιγμή που ο άνθρωπος, ο Μπρομ ο πρώην δρακοκαβαλάρης, είχε γυρίσει στα σκιερά τους δάση και ο Γκιλντέριεν ο σοφός του είχε επιτρέψει την είσοδο στην Ελλεσμίρα, οι άρχοντες των ξωτικών σοκάρονταν να μαθαίνουν νέα. Αργά κυλούσε ο χρόνος μέσα στα δάση τους, τόσο πιο αργά περνούσαν κι οι ζωές τους. Οι μέρες τους ήσαν παρόμοιες, γεμάτες διάβασμα και τραγούδι, στοχασμό, χορούς και ποίηση, καθώς κι ευγενή άμυλα στο πεδίο της εξάσκησης των όπλων. Μόνες αναταράξεις που υπήρχαν τα ετήσια πανηγύρια, οι μέρες που έσπαγε η ρουτίνα όταν τραγούδαγαν την ανθοφορία και το ζευγάρωμα αντίστοιχα φυτών και ζώων· καθώς και τα μεσοκαλόκαιρα, τις ώρες όπου πηδούσαν τις φωτιές κι αντάλλασσαν τα δώρα. Τώρα, μέσα σε λίγα εικοστετράωρα η ζωή τους είχε αλλάξει.
Εγύρισε ο Μπρομ μετά από χρόνους δύο, που είχε ζήσει εκ νέου στον κόσμο των ανθρώπων. Μυστικά τριγυρίζοντας τις πόλεις τους, κατάφερνε να ξετρυπώνει όσους απ' τους ανθρώπους αντιτίθεντο στο καθεστώς του Γκαλμπατόριξ. Ανακάλυπτε εξόριστους και κατατρεγμένους, κατόρθωνε να βγάζει ακόμα κι απ' τις φυλακές φυλακισμένους. Μυστικά τους ένωσε όλους με όρκους στον αγώνα, μυστικά τους οδήγησε σε ασφαλή λημέρια έξω απ' τα εδάφη της αυτοκρατορίας, μυστικά τους άφησε να εξασκούνται στα όπλα και τις τακτικές του πολέμου. Ενός πολέμου, που ήταν σίγουρο ότι σε λίγα χρόνια θα ξεσπούσε.
Είχε φτάσει ο καιρός, δήλωνε με στόμφο ο παλαιός δρακοκαβαλάρης. Είχε περσέψει ο χρόνος της τυραννίας. Το αίμα το χυμένο ζητούσε εκδίκηση κι άνθρωποι όλο και μπολίκευαν σε αριθμούς ταγμένοι στο σκοπό του. Ως και οι άρχοντες των νάνων είχαν προσφέρει αρωγή και προστασία. Και τώρα, αφού είχε σιγουρέψει τους Βάρντεν, τους επαναστάτες, με το νέο αρχηγό τους – άνθρωπο άξιο στην τιμή καθώς και τα όπλα – ο Μπρομ είχε γυρίσει στο ξωτικοδάσος ζητώντας ν' αναθερμάνει παλιές φιλίες. Αναζητώντας να δώσει νέα ώθηση σε παλαιές συμμαχίες, ν' αναζωπυρώσει μέσα στις καρδιές των ξωτικών τη φλόγα της αντίστασης. Αν οι άνθρωποι οι εφήμεροι, οι αδύναμοι κι άσχετοι από μαγεία, επεδείκνυαν τέτοιο σθένος, οι άρχοντες των ξωτικών όφειλαν να είναι πρώτοι.
Αυτό το ίδιο επιχείρημα οι άρχοντες των ξωτικών ήταν που είχαν αντιστρέψει εις βάρος του σκοπού του. Οι άνθρωποι είχαν ζωές εφήμερες και λίγες γνώσεις. Χωρίς να ψηφούν τον κίνδυνο ρίχνονταν αλόγιστα στη φλόγα μιας μάχης από τα πριν χαμένης. Και τι είχαν να χάσουν τάχα; Τις λίγες δεκαετίες που τους απόμεναν; Τις μίζερες ζωές τους που έλιωναν ολημερίς στο μόχθο δουλεύοντας τη γη, είτε τη θάλασσα, ή σπώντας πέτρες; Τα ζώα που μεγάλωναν μέσα στο βούρκο μονάχα για να τους θρέψουν τα δύσμοιρα με τη φτωχή τους σάρκα; Ή το εμπόριο, που ξεγέλαγαν ο ένας τον άλλο, αγοράζοντας και πουλώντας μ' ασήμι και χρυσό αυτά που έπρεπε ν' ανταλλάσσονται ή να είναι δωρεάν για όλους;
Έτσι μιλούσαν οι άρχοντες των ξωτικών καθώς παρότρυναν τη βασίλισσά τους ν' αρνηθεί κάθε βοήθεια. Καλά δεν είχαν ζήσει μεσ' στην ασφάλεια των δασών τους τα τελευταία τριάντα χρόνια; Ακόμα το αίμα με το οποίο πλήρωσαν οι συγγενείς τους την τρέλα των ανθρώπων ήταν νωπό στα χέρια των εχθρών τους. Είχε η βασίλισσα μήπως ξεχάσει τη δική της απώλεια τη μεγάλη; Η βασιλοκόρη όμως είχε άλλη γνώμη.
'Μητέρα μου, σ' εξορκίζω στο αίμα που χύθηκε απ' τις φλέβες του ίδιου μου του πατέρα και στην πολύτιμη που χάθηκε ζωή του, άκουσέ με.' Η Άρυα είχε μιλήσει περήφανα μπροστά στη σύναξη των αρχόντων. 'Αν οι άνθρωποι, οι τόσο μικροί κι αδύναμοι, είναι αποφασισμένοι, μην τους αφήσεις αβοήθητους. Μην αφήσεις, γλυκιά μητέρα, την ελπίδα τους να σβήσει. Το αιωνόβιο το δέντρο αρχίζει τη ζωή του σαν βλαστάρι. Οι απέραντες οι λίμνες και τ' ασημένια μας ποτάμια, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μικρές-μικρές σταγόνες που σταλάζουν. Κι η μεγαλύτερη φωτιά που χτίζεται ως να κάψει, αρχίζει απ' τη μικρότερη τη σπίθα. Αν δεν βρίσκεις τώρα εσύ τη δύναμη, ή οι καιροί δεν είναι ακόμα έτοιμοι να στείλεις στρατό να ενωθεί ανοιχτά μαζί με τους πολέμιους του προδότη, στείλε τουλάχιστον εμένα. Θα είμαι ο πρεσβευτής σου, τα μάτια και τ' αυτιά σου στον κόσμο των ανθρώπων. Η δήλωση της πίστης σου σ' αυτή την προσπάθειά τους.'
Ταράχτηκε η βασίλισσα σαν άκουσε τους λόγους αυτούς της θυγατέρας. Μα πιο πολύ την τρόμαξε το αποφασισμένο ύφος που ξέκρινε μέσα στα πράσινά της μάτια. Κανένας λόγος και κανένα τάξιμο δεν κατάφερε τη βασιλοκόρη ν' αλλάξει γνώμη. Έστρεφε η Άρυα συχνά-πυκνά το βλέμμα στον άνθρωπο, το Μπρομ που κάποτε υπήρξε δρακοκαβαλάρης, παρατηρώντας το ικανοποιημένο του ύφος. Περήφανος, στητός στεκόταν παραδίπλα στην αίθουσα του θρόνου, δείχνοντας με το παράδειγμα των χρόνων και των παθών του, ότι οι άνθρωποι – έστω κι αν τα ξωτικά τους αψηφούσαν – είχαν δυναμικό περίτρανο ακόμα. Και η βασίλισσα κατάλαβε ότι η φλόγα είχε ανάψει στην πλατειά γη της Αλαγαισίας. Η κόρη της είχε δίκιο. Μπορεί η φλόγα να σιγόκαιγε, μια μέρα όμως θα γινότανε φωτιά μεγάλη· πυρκαγιά να κάψει τους τυράννους.
Σαν βασίλισσα και σαν πολιτικός η ωραία Ισλανζάδη δεν είχε να χάσει τίποτε μ' αυτό το ρίσκο· εκτός ίσως από μία κόρη. Παρέδωσε χάρισμα στο Μπρομ πετράδι, δεμένο σε δαχτυλίδι, με σκάλισμα το σήμα της φιλίας. Δήλωσε πως τα ξωτικά θα είναι φίλοι των ανθρώπων. Και 'αν' ποτέ οι συνθήκες το καλούσαν, θα στέκονταν βοήθεια κι αρωγή τους.
Η πριγκηπέσσα τους ετοιμάστηκε να φύγει ακολουθώντας τα βήματα του Μπρομ στον κόσμο των ανθρώπων. Μα πριν αποχωρήσει απ' το ξωτικοδάσος με τις ευλογίες της βασίλισσας μητέρας της, επισκέφτηκε μια τελευταία φορά το ησυχαστήριό της. Κάθισε όπως και πρώτα σιμά στην ήρεμη λιμνούλα, παρατηρώντας τις σταγόνες του νερού να σταλάζουν από το βράχο που έρεε η ολόδροση πηγούλα. Χώνοντας τα γυμνά της πέλματα μεσ' στο παχύ γρασίδι και γέρνοντας στον ίδιο εκείνο κορμό του πλάτανου που έγερνε ως παιδούλα, η Άρυα σφάλισε τα βλέφαρα, για λίγο φυλακίζοντας στο όνειρο τα πράσινά της μάτια. Ήταν η ανάσα του τραγουδιού του Φέολιν αυτό που την εξύπνησε. Κι ο ίδιος καθώς έστεκε σιμά της, κρατούσε στις παλάμες του ένα λουλούδι απ' την περικοκλάδα που σκέπαζε τη στέγη του δεντρόσπιτού του. 'Καλυστέγη' ονόμαζαν οι περισσότεροι το κρινάκι κι ακόμα άλλοι του 'διναν το παρωνύμι 'πρωινή δόξα', γιατί τα πρωινά άνοιγε τα πέταλά του, καλωσορίζοντας το φως του ήλιου της νέας μέρας. Έκπληκτη κοίταξε η Άρυα το λουλουδάκι, έκπληκτη για το χρώμα του, που ήταν μαύρο.
'Έτσι μονάχος το τραγούδησα, πριγκίπισσα για σένα' ομολόγησε το ξωτικό. 'Μαύρο, κατάμαυρο, ωσάν τα κορακάτα τα μαλλιά σου. Και πάντοτε ν' ανθίζει, διατηρώντας την πρωινή δροσιά του.'
Σιωπηλή δέχτηκε η Άρυα το λουλούδι απ' τα χέρια του ξωτικού αυτού φίλου. Κι εκείνος κάθισε σιμά της, αρχίζοντας να τραγουδά γι' αυτήν ένα-ένα τα τραγούδια του της φτέρης. Μονάχα όταν σηκώθηκε η Άρυα να φύγει, απόθεσε το ίδιο σιωπηλή φίλημα απαλό στο μάγουλο του Φέολιν, βουβή υπόσχεση πως θα γυρνούσε.
Σ/Σ: Τρεις είναι οι πληγές του Μπρομ, στο θυμικό, στο λογικό κι οργανικό του μέρος. Το σώμα γιατρεύτηκε, η τρέλα του νου καταλάγιασε και κρύφτηκε πίσω απ' τη μανία για εκδίκηση, ο πόνος της καρδιάς όμως παρέμεινε για πάντα εκεί, να του θυμίζει το χαμό της όμορφης Σαφίρα.
Το ξωτικοδάσος φταίει που έγραψα έτσι παράξενα. Ξύπνησε φαίνεται το ρομαντισμό που νόμιζα πως δεν έχω.
Σας ευχαριστώ για την ανάγνωση.
