Ο Αδικημένος και ο Παραβάτης
(Δεύτερο μέρος)
"Δεν τον συλλάβατε!"
Ένα βαθύ, απειλητικό μούγκρισμα ξεκίνησε πίσω απ' το θρόνο ανακατεύοντας τα σωθικά τους, φέρνοντας στην επιφάνεια της συνείδησης του κάθε ενός τους χειρότερους ανθρώπινους φόβους. Όλοι τους σωριάστηκαν στα γόνατα αμέσως και έσκυψαν τα κεφάλια μπροστά στο βασιλιά. Ο ένας και μοναδικός φρουρός, που τόλμησε να κοιτάξει προς τη Μεγαλειότητά του, τον είδε να στέκει ολόρθος, σκληρός, απάνθρωπος μπροστά απ' το θρόνο του· οι γροθιές του σφιγμένες και το πρόσωπο μία πέτρινη μάσκα. Το μούγκρισμα έγινε πιο τρομακτικό κι απειλητικό, μέχρι που μετατράπηκε σε έναν δυνατό βρυχηθμό. Ένα τεράστιο μάτι στο χρώμα του λαζουρίτη άνοιξε κοιτάζοντάς τους με δολοφονική πρόθεση και ένας πίδακας σκοτεινής φλόγας εκτοξεύτηκε πάνω απ' τα κεφάλια τους. Η άκρη από μια μαύρη, βελούδινη φτερούγα και σκληρά, φονικά νύχια χτύπησαν το πάτωμα πλάι στους τρομαγμένους άντρες, κάνοντας κομμάτια απ' την πέτρα του δαπέδου να σκορπιστούν τριγύρω. Ο δράκος ούρλιαξε την οργή του βασιλιά.
Ο άντρας πάνω στο θρόνο αγριοκοίταξε τον αξιωματικό της φρουράς.
"Εσύ και οι άντρες σου δεν σταθήκατε ικανοί να σταματήσετε ένα… αγόρι!"
Ο αξιωματικός ούτε που τόλμησε να σηκώσει το κεφάλι, να κοιτάξει προς τη Μεγαλειότητά του. Ο θώρακας της πανοπλίας και τα ρούχα του ήταν καλυμμένα με αίμα. Με το αριστερό του χέρι πίεζε μια βαθιά ουλή που αιμορραγούσε στον δεξιό του ώμο. Πολλοί από τους άντρες του ήσαν επίσης πληγωμένοι και μέρη από τις πανοπλίες τους ήσαν σχισμένα και ματωμένα.
"Μεγαλειότατε," διαμαρτυρήθηκε ο αξιωματικός "και οι δύο τους πολέμησαν σαν δαίμονες, που βγήκαν μέσα απ' τις σκιές. Τα σπαθιά τους έσταζαν από το αίμα των αντρών μου." Η φωνή του βγήκε γεμάτη δέος, καθώς προσέθεσε. "Σκότωσαν τόσους πολλούς, καλούς στρατιώτες. Ποτέ στη ζωή μου δεν έχω δει άντρες να μάχονται όπως αυτοί… ποτέ. Σα να ήταν δαίμονες του κάτω κόσμου… Δαίμονες της νύχτας, που εκμεταλλεύτηκαν τα τόσο γνωστά τους σκοτάδια." Τα κατατρομαγμένα μάτια του αξιωματικού έπεσαν πάνω στις μπότες του βασιλιά, καθώς αυτός κατέβαινε από το βάθρο του θρόνου του και τον πλησίαζε. "Αυτοί οι δύο αποδεκάτισαν τους άντρες μου" ψέλλισε.
Ο βασιλιάς στάθηκε μπροστά του σε κοντινή απόσταση και οι στρατιώτες έσκυψαν τα κεφάλια τους χαμηλότερα. Για λίγο ο μόνος ήχος που ακουγόταν, ήταν το βαθύ μούγκρισμα του δράκου. Όταν ο βασιλιάς μίλησε, η φωνή του ήταν σκληρή, ανηλεής.
"Εξηγήσου!"
Προσπαθώντας να σταματήσει το κροτάλισμα των δοντιών του και να πάψει την τρεμούλα, που προκαλούσε η αιμορραγία, ο αξιωματικός ξεκίνησε να αναφέρει. Με το βασιλιά να στέκει τόσο κοντά του και το δράκο να μουγκρίζει τόσο απειλητικά, τίποτε καλό δεν προβλεπόταν.
"Προσπαθήσαμε να τους κυκλώσουμε, να εμποδίσουμε την διαφυγή τους. Αλλά αντί να τους κλείσουμε στον κύκλο και να τους συλλάβουμε, αυτοί κατάφερναν να ξεφεύγουν απ' τον κλοιό μας κάθε φορά."
Ο αξιωματικός ξεροκατάπιε. Το γρύλισμα του δράκου δυνάμωσε σε έναν θυμωμένο βρυχηθμό. Ένας νέος πίδακας φωτιάς πέρασε ακριβώς πάνω απ' τα κεφάλια τους και χτύπησε τον απέναντι τοίχο, μετατρέποντας ένα λάβαρο με το σήμα της αυτοκρατορίας σε ένα καπνισμένο, μισοκαμένο κουρέλι.
"Τα σπαθιά τους έσταζαν από το αίμα των αντρών μου, καθώς αυτοί έπεφταν θερισμένοι σαν τα στάχυα. Και τη στιγμή που φάνηκε ότι θα ήταν δυνατό να τους φέρουμε σε λογαριασμό, ο ένας, ο νεώτερος, κατάφερε με το φρενιασμένο άλογό του, να σπάσει τον κλοιό μας. Πήδησε πάνω από δύο στρατιώτες και κατόρθωσε να αποδράσει. Ο σύντροφός του έμεινε πίσω, για να τον καλύψει. Μας ήταν αδύνατο να κατατροπώσουμε αυτόν τον άντρα με τα σπαθιά μας, ούτε και μας επέτρεπε να ορμήσουμε και να καταδιώξουμε τον άλλο. Εκμεταλλευόμενος το ότι αυτός ήταν έφιππος κι εμείς πεζή, μας πλευροκοπούσε απ' άκρη σ' άκρη χωρίς έλεος. Τελικά, όταν γύρισε κι αυτός να το σκάσει, κάποιος από τους άντρες μου του πέταξε ένα μαχαίρι και, παρά την απόσταση, τον πέτυχε στην πλάτη. Αυτός ήταν και ο χαμός του. Ο νεώτερος σύντροφός του γύρισε προς τα πίσω και, βλέποντάς τον να πέφτει, ούρλιαξε τ' όνομά του. Σαν δαίμονας με φλεγόμενα μάτια κράδαινε το σπαθί του, που έσταζε αίμα και γυάλιζε κάτω από το αμυδρό φως των φαναριών. Για μια στιγμή νομίσαμε, ότι επρόκειτο να ξαναορμήσει καταπάνω μας, να μας αποτελειώσει, παίρνοντας εκδίκηση πάνω στους λίγους που απόμεναν ζωντανοί. Αλλά αλλάζοντας γνώμη, γύρισε και κάλπασε μακριά σαν τρελός. Δεν καταφέραμε να τον συλλάβουμε, αλλά ο σύντροφός του είναι νεκρός, Μεγαλειότατε" τραύλισε ο αξιωματικός.
Ο βασιλιάς παρέμεινε σιωπηλός και μετά από λίγο, το θυμωμένο μούγκρισμα του δράκου κατάπαυσε.
"Πού είναι το σώμα; Φέρτε το σ' εμένα!" διέταξε ο βασιλιάς και δύο από τους φρουρούς βιάστηκαν να εκτελέσουν το θέλημά του.
Έμπασαν το σώμα μέσα και το τοποθέτησαν μπροστά στα πόδια του βασιλιά. Τα μάτια του Τόρνακ ήταν ολάνοιχτα, τα χείλη ελαφρά χωρισμένα, λες και ο άντρας ήταν έτοιμος να μιλήσει κατά τη στιγμή του θανάτου του. Το στήθος του ήταν καθαρό από αίμα, αλλά τα γαντοφορεμένα του χέρια και τα μανίκια από το σακάκι του ήταν καλυμμένα με ματωμένους λεκέδες· αίμα που σίγουρα δεν ήταν δικό του. Ο βασιλιάς τον κοίταξε για λίγο με ψυχρή ματιά, κατόπιν ένευσε στους άντρες της φρουράς να φύγουν. Ανασαίνοντας με ανακούφιση οι άντρες βιάστηκαν να εξαφανιστούν από την αίθουσα του θρόνου, κλείνοντας τις βαριές πόρτες πίσω τους. Ο βασιλιάς έγειρε πάνω απ' το σώμα.
"Τόρνακ, πιστέ μου υπηρέτη!"
Τα ειρωνικά ειπωμένα λόγια κρατούσαν μέσα τους ένα μεγάλο κομμάτι από συγκρατημένη κακία. Ο δράκος βρυχήθηκε πίσω του αφήνοντας να διαφύγουν απ' τα ρουθούνια του μαύρος καπνός και σκοτεινή φλόγα. Τα σκληρά νύχια έσκαψαν ξανά το πέτρινο πάτωμα πλάι στο πτώμα. Μέσα στο σκοταδιασμένο μυαλό του δράκου μία μισοξεχασμένη, ματωμένη εικόνα εμφανίστηκε.
…ένας έφηβος, με μακριά σκούρα μαλλιά, να γέρνει πάνω από κάποιον άλλο, σαν άγγελος του χαμού…
Ο δηλητηριώδης θυμός του κτήνους εξαπολύθηκε και ο Σρούικαν επετέθη ταυτόχρονα εναντίων του νεκρού σώματος του Οπλοδιδάσκαλου και του βασιλιά. Με τη μεγάλη, δυνατή του φτερούγα έσπρωξε τον βασιλιά, κάνοντάς τον να πέσει πάνω στο σώμα του νεκρού άντρα. Για μια στιγμή μόνο, ο Γκαλμπατόριξ ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο με τα ολάνοιχτα μάτια του Τόρνακ. Η μαύρη μαγεία του, που χρησιμοποιήθηκε μαζί με το αληθινό όνομα του δράκου, εξανάγκασε την οργή του Σρούικαν να κοπάσει. Ο δράκος περιορίστηκε στο να μουγκρίζει με θυμό και πόνο, καθώς αναγκάστηκε να αποτραβηχτεί πίσω απ' το θρόνο.
Ο βασιλιάς άρπαξε τα μαλλιά του νεκρού κι ανασήκωσε το κεφάλι του, φέρνοντάς το πιο κοντά στο δικό του πρόσωπο. Η φωνή του εξαπέλυσε τη μανία του.
"Έσύ! Προδότη! Σου εμπιστεύτηκα το γιο του Μόρζαν! Πίστευα ότι ήσουν ο πιστός υπηρέτης μου, αλλά εσύ αποδείχτηκες πιο πιστός σ' αυτό το… σ΄αυτό το αγόρι, παρά στο βασιλιά σου. Πού είναι ο εκπαιδευόμενός σου τώρα, Οπλοδιδάσκαλε;"
Ο βασιλιάς κοίταξε κατευθείαν μέσα στα ολάνοιχτα μάτια του νεκρού Τόρνακ. Οι ελαφρά ανασηκωμένες γωνίες των χειλιών του, έμοιαζαν να κρατούν ένα κοροϊδευτικό χαμόγελο. Η Μεγαλειότητά του φαντάστηκε, ότι μπορούσε ν' ακούσει τα τελευταία λόγια που αυτά τα χείλη είχαν φωνάξει.
"…Τρέχα, παλικάρι μου! Τρέξε όσο πιο γρήγορα μπορείς. Τρέχα!..."
Φαντάστηκε ότι μπορούσε να διαβάσει σ' αυτό το πετρωμένο χαμόγελο την ειρωνεία που απευθυνόταν στον ίδιο.
"…Δεν είναι δικός σου πια! Ποτέ δεν θα τον ξανά 'χεις!..."
Και ο βασιλιάς κατάλαβε ότι είχε χάσει αυτή τη μάχη. Τη μάχη μόνο, όχι όμως τον πόλεμο. Ποτέ! Ο γιος του Μόρζαν θα γινόταν και πάλι δικός του ξανά … κάποια μέρα.
Στο μεταξύ, έχοντας αποτραβηχτεί πίσω απ' το θρόνο, ο δράκος γρυλίζοντας, κάλυψε το κεφάλι και το σώμα του με τις τεράστιες φτερούγες του, σαν δύο μαύρες, βελούδινες κουρτίνες που έπεφταν στο πάτωμα απ' το ταβάνι. Αγγίζοντας το μουσούδι του πάνω στις πέτρινες πλάκες και κλείνοντας τα μάτια, συγκεντρώθηκε στην ίδια παρηγορητική εικόνα που είχε κρατήσει σαν θησαυρό μέσα στα βάθη της καρδιάς του, εδώ και εκατό χρόνια τώρα, προσπαθώντας να επιζήσει…
…ένα αγόρι με σγουρά, ξανθά μαλλιά και ζαφειρένια μάτια να γέρνει πάνω του. Αγνότητα και αθωότητα να πηγάζουν απ' τα μάτια αυτά και να τον λούζουν με αγνή αγάπη. Χέρια με μακριά, λεπτά δάχτυλα, ένα ευγενικό άγγιγμα, μια υγρή ενέργεια να καίει και τους δύο. Ένα πλάσμα, σαν να προερχόταν από κάποιον άλλο κόσμο, τον κόσμο εκείνων…
Μέσα απ' αυτό το ανακουφιστικό άσυλό του, ο μεγάλος δράκος άκουσε τη φωνή του βασιλιά να μιλά, να καταριέται, να απειλεί. Και αυτή η φωνή, έφερε στη επιφάνεια της ψυχής του την άλλη εικόνα που θυμόταν.
…ένας άλλος έφηβος, με μακριά, σκούρα μαλλιά να γέρνει πάνω απ' το σώμα του ξανθού αγοριού, σαν άγγελος του χαμού. Μάτια γεμάτα ενοχές, η φωνή του πλήρης από τύψεις.
"Δεν ήταν αυτή η συμφωνία μας!" λέει ο έφηβος με τρεμάμενη φωνή. Τα χέρια του πασαλειμμένα κόκκινα, λερωμένα με το αίμα του αγαπημένου.
"Πολύ αργά, Μόρζαν! Τώρα πια έχεις στραφεί εναντίων τους. Είσαι δικός μου! Δικός μου για πάντα."
Βλέπει τον εαυτό του σαν νεοσσό…
...αρπαγμένο… κλεμμένο …ατιμασμένο…
…στα χέρια του δολοφόνου…
Και τότε η κουρτίνα του αίματος, της καταστροφής, του πόνου σκεπάζει όλα τα άλλα. Κι αυτός ουρλιάζει… και κουλουριάζεται… και σπαράσσει… και βυθίζεται όλο και βαθύτερα μέσα στο χάος…
~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~
Το άλογο κάλπαζε και ο Μέρταγκ δεν μπορούσε να θυμηθεί κάποια άλλη φορά, που το άλογό του είχα καλπάσει γρηγορότερα. Ο ουρανός από πάνω του ήταν κατασκότεινος. Μαύρα, γεμάτα με βροχή σύννεφα κρέμονταν πάνω από τον παγωμένο δρόμο και μπροστά του εκτείνονταν γεωργικές εκτάσεις και τεράστιες πεδιάδες. Είχε αφήσει την Ουρου'μπαίην πολλές λεύγες πίσω και, μέχρι στιγμής, δεν είχε αντιληφθεί κάποια καταδίωξη. Ακόμα όμως κι αν είχαν ξαμοληθεί ξωπίσω του, βρισκόταν πια πολύ μακριά για να τον φτάσουν.
Ο νέος άντρας ένιωσε το πρόσωπό του να παγώνει από την υγρασία, που έρεε από τα καυτά του μάτια. Η εικόνα του Τόρνακ να παραπαίει πάνω στη σέλα του και κατόπιν να σωριάζεται, ενώ οι φρουροί του βασιλιά κύκλωναν το πεσμένο σώμα κρύβοντάς το από το βλέμμα του, δεν τον άφηνε. Ο λαιμός του έκαιγε με τον ίδιο παράξενο τρόπο που τον έκαιγαν και τα υγρά του μάτια. Μέσα στην σιγαλιά της νύχτας, που τη διέκοπταν μόνο τα ουρλιαχτά του ανέμου, είχε φωνάξει το όνομα του Οπλοδιδασκάλου, φίλου και συντρόφου του δεκάδες φορές. Όπως και τώρα, η άγρια οργή πλημμύριζε το στήθος του, φτάνοντας ακόμα μια φορά ως το λαιμό του.
"Τόρνακ!... Πού είσαι;… Τόρνακ!"
Ακούγοντας την κραυγή του το άλογο χλιμίντρισε μειώνοντας την ξέφρενη ορμή του. Κατόπιν στάθηκε στα πίσω του πόδια κλωτσώντας τον παγωμένο αέρα με τις οπλές του. Έμοιαζε σαν ο ήχος του ονόματος του Οπλοδιδασκάλου, να επιδρούσε περίεργα στο άτι, γιατί κάθε φορά είχε αντιδράσει με τον ίδιο τρόπο.
Ο Μέρταγκ έγειρε κουρασμένος στην πλάτη του αλόγου κι έκρυψε το παγωμένο του πρόσωπο μέσα στην πυκνή, ιδρωμένη του χαίτη.
"… Τόρνακ… πού είσαι;…" φώναξε μέσα απ' τον πονεμένο λαιμό του, προκαλώντας την επιπλέον επιβράδυνση του καλπασμού του αλόγου, που κατέληξε σ' ένα γοργό τροχασμό.
Εδώ και αρκετή ώρα είχε αφήσει πίσω του τον κύριο δρόμο, που οδηγούσε από και προς την πρωτεύουσα, όχι μόνο από το φόβο μήπως τον εντοπίσουν, αλλά και γιατί δεν καταλάβαινε πια πού βρισκόταν. Είχε χαλαρώσει τα χαλινάρια αφήνοντας το άλογο να πλανηθεί ανάμεσα στα παγωμένα χωράφια και τις ερημιές. Τώρα το ζώο βραδυπορούσε όλο και περισσότερο.
Ήταν ακόμα βαθύ σκοτάδι της νύχτας, όταν συνειδητοποίησε, ότι το άλογο είχε σταματήσει. Κοιτώντας γύρω του διέκρινε αραιά δέντρα, ένα μικρό ρυάκι και χαμηλή βλάστηση. Πάνω στα φύλλα των θάμνων υπήρχαν παγωμένες δροσοσταλίδες. Αντί να αφιππεύσει, μάλλον γλίστρησε κι έπεσε πάνω στο έδαφος για να μείνει εκεί, στα τέσσερα, λαχανιάζοντας. Το στήθος του τρανταζόταν απ' τους παράξενους λυγμούς, που τον είχαν αφήσει τόσες φορές χωρίς ανάσα.
Και τότε ο θυμός επέστρεψε. Ωρυόμενος, χτύπησε το έδαφος με τις γροθιές και ούρλιαξε με πόνο.
"Τόρνακ!..."
Ένα υγρό μουσούδι στο λαιμό του σκούντησε απαλά τον ώμο του και μετά ανακάτωσε τα μαλλιά του. Ένα απαλό χλιμίντρισμα απάντησε στην ραγισμένη του φωνή. Για πρώτη φορά αντελήφθη τον αφρό που έσταζε από το στόμα του αλόγου. Το γυαλιστερό του τρίχωμα ήταν βρεγμένο… ιδρωμένο… Ο νέος καταπίεσε το πνιγηρό συναίσθημα που τον κατέβαλε. Το άλογό του… από δω και στο εξής ο μοναδικός του σύντροφος… δεν γινόταν να το αφήσει σε τέτοια κατάσταση στη μέση της κρύας νύχτας. Σηκώθηκε και ανοίγοντας μία από τις θήκες της σέλας του, έβγαλε μια κουβέρτα και μ' αυτήν κάλυψε το άτι. Μέσα στο σκοτάδι έψαυσε για τη μουσούδα του και ακούμπησε το μέτωπό του εκεί πάνω. Άρπαξε τη μακριά χαίτη και με τις δύο γροθιές του κι έκρυψε μέσα το πρόσωπό του, νοιώθοντας τη θερμότητα από το σώμα του ζώου. Ανάσανε βαθιά αφήνοντας τα πνευμόνια του να γεμίσουν με τη δυνατή οσμή του αλόγου.
"Τόρνακ…"
Το ίδιο απαλό χρεμέτισμα ακούστηκε και πάλι. Το ίδιο ευγενικό σκούντημα στον ώμο, η ζεστή ανάσα στο μάγουλό του…
Στον ουρανό πάνω τους ο λυσσασμένος άνεμος παρέσερνε τα γεμάτα βροχή, απειλητικά σύννεφα προς τη μεριά της μακρινής λίμνης και το παγωμένο φεγγαρόφωτο φώτισε για μια στιγμή τη γη. Ανάμεσα στους χαμηλούς θάμνους και τις κρύες δροσοσταλίδες που στάλαζαν από τα φύλλα των δέντρων, ο άντρας αγκάλιασε σφιχτά το λαιμό του αλόγου του.
~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~
Ήταν ακόμα ξημερώματα. Η αυγή μιας κρύας, βροχερής μέρας, όταν οι υπηρέτες ξύπνησαν τον νεαρό τους αφέντη. Ένας άντρας πάνω στ' άλογό του είχε εμφανιστεί στη είσοδο της έπαυλης, ισχυριζόμενος ότι ήταν φίλος του άρχοντας της περιοχής, απαιτώντας να τον δει αμέσως και ζητώντας άσυλο λίγων ημερών. Ο άντρας ήταν νέος, περήφανος και, παρά την κατάσταση των ρούχων του, φαινόταν να είναι από ευγενική γενιά. Το άλογό του, ένα γκρίζο πολεμικό άτι, ήταν λασπωμένο και κουρασμένο, αλλά ένα από τα καλύτερης ράτσας μέσα στη χώρα. Του είχε επιτραπεί η είσοδος – οι φρουροί δεν είχαν τολμήσει να του αρνηθούν – και οι υπηρέτες είχαν φροντίσει το άλογό του και είχαν συνοδέψει τον ίδιο σε ένα από τα δωμάτια του ισογείου της κύριας κατοικίας. Είχαν ετοιμάσει γι' αυτόν την αναμμένη φωτιά μέσα στο τζάκι και ένα γεύμα που δεν είχε αγγίξει, ενώ είχαν βιαστεί να φωνάξουν τον αφέντη τους.
Ο νεαρός λόρδος Μέλκερ είχε πρόσφατα κληρονομήσει την περιουσία του πατέρα του, καθώς και το αξίωμα εκείνου στην αυλή του βασιλιά. Τώρα μοίραζε τον χρόνο του ανάμεσα στην πρωτεύουσα και την κατοικία του στην εξοχή. Όσο βρισκόταν στην Ουρου'μπαίην είχε κάνει τη γνωριμία του γιου του Μόρζαν κι ένα είδος φιλίας είχε δημιουργηθεί ανάμεσα σ' αυτούς τους δύο. Με μεγάλη του έκπληξη είδε τον νεαρό του φίλο να στέκει στη μέση του δωματίου. Ήξερε καλά, πως αυτός δεν έπρεπε ποτέ να εγκαταλείπει το κάστρο της Ουρου'μπαίην και την πόλη.
"Μέρταγκ! Τι σου συνέβη;" Είχε κοιτάξει με προσοχή τα σχισμένα, ματωμένα του ρούχα, το καταβεβλημένο του πρόσωπο, τους μαύρους κύκλους κάτω απ' τα μάτια. "Ληστές του δρόμου; Έπεσες σε ενέδρα;"
"Θα μπορούσες να το πεις κι έτσι" είχε απαντήσει ο Μέρταγκ εν ολίγοις. Και στην ερώτησή του, τι τον είχε φέρει έξω απ' την Ούρου'μπαίην, είχε απλά απαντήσει. "Δουλειές του βασιλιά."
"Ταξίδευες μονάχος;"
Σ' αυτή την ερώτηση ο φίλος του είχε απλά κουνήσει αρνητικά το κεφάλι και είχε μουρμουρίσει λίγες λέξεις για κάποιον χαμένο σύντροφο. Κατόπιν τούτου είχε οδηγηθεί στο δωμάτιό του και αφεθεί μονάχος, να ξεκουραστεί.
Τώρα πια, νωρίς το απόγευμα, είχε βγει από το δωμάτιο μόνο και μόνο για να πάει μέχρι τους στάβλους· να ανακαλύψει ότι το άλογό του ήταν καλοταϊσμένο, καλοξυστρισμένο, καλοπεριποιημένο.
Ο νεαρός λόρδος Μέλκερ στεκόταν μπροστά σε ένα από τα παράθυρά του και παρακολουθούσε το φίλο του, να επιστρέφει από τους στάβλους.
"Τι θέλει αυτός εδώ;"
Η φωνή τον έκανε να γυρίσει απότομα για να δει τη μητέρα του. Η λαίδη Μέλκερ στεκόταν πίσω του κοιτάζοντας τον νέο άντρα στην αυλή με ένα σκοτεινό, κοφτερό βλέμμα. Είχε πληροφορηθεί για την παρουσία του επισκέπτη στην έπαυλη από τις υπηρέτριές της, από νωρίς το πρωί, μόλις είχε ξυπνήσει και ήταν ανυπόμονη να τον συναντήσει. Ο επισκέπτης όμως δεν είχε βγει από το δωμάτιό του μέχρι τώρα, ακόμα και το γεύμα του το είχε κουβαλήσει στο δωμάτιο ένας υπηρέτης. Τουλάχιστον, αυτό της είχαν αναφέρει οι υπηρέτριές της.
Η λαίδη Μέλκερ δεν έχανε ποτέ καμία λεπτομέρεια που αφορούσε το σπιτικό της, τη ζωή του γιου της, ή οτιδήποτε την ενδιέφερε. Η γυναίκα είχε δώσει εντολές στις υπηρέτριες να έχουν το νου τους στον επισκέπτη όλες τις ώρες και φυσικά, οτιδήποτε σχετικό με αυτόν, της είχε αναφερθεί. Είχε ενημερωθεί για το ακατάλληλο της ώρας του ερχομού του, για τα ματωμένα του ρούχα, την έλλειψη συνοδείας. Υπήρχαν αρκετά εκτός του συνηθισμένου σ' αυτόν τον ερχομό, αρκετά να κάνουν κάποιον να υποπτευθεί. Και η λαίδη Μέλκερ ήταν καχύποπτη γυναίκα.
Ο νεαρός λόρδος Μέλκερ εξέτασε το πρόσωπο της μητέρας του προσεκτικά. Γνώριζε καλά, ότι η γυναίκα δεν έκανε φιλίες με κανέναν, εκτός κι αν περίμενε να κερδίσει κάποιο όφελος απ' αυτή τη σχέση. Θυμόταν επίσης πολύ καλά, ότι ήταν η μητέρα του αυτή, η οποία είχε επιμένει να σχετιστεί φιλικά με το γιο του Μόρζαν ευθύς εξ αρχής. Προφανώς, περίμενε γι' αυτόν, να κερδίσει την εύνοια του βασιλιά μέσω αυτού του νέου.
"Αγαπητή μου μητέρα!" ο νεαρός λόρδος υποκλίθηκε ελαφρά στη γυναίκα, καθώς αυτή ήρθε να σταθεί πλάι του κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο.
"Ποτέ δεν εγκαταλείπει την Ουρου'μπαίην" είπε αυτή. "Καθ' όσο ξέρω, ο βασιλιάς τον θέλει γύρω του συνεχώς."
Ο γιος της, της έριξε ένα πλάγιο βλέμμα.
"Ισχυρίστηκε, ότι ταξιδεύει για δουλειές του βασιλιά." Ήταν ενήμερος για την καχύποπτη φύση της γυναίκας. Ήταν αναπόφευκτο ότι θα ανακατευόταν σ' αυτό.
Η λαίδη Μέλκερ κάγχασε.
"Αμφιβάλω! Η κατάστασή του δεν ήταν η κατάλληλη για έναν ευγενή, που ταξιδεύει για τις δουλειές του βασιλιά." Τα μάτια της έλαμπαν γεμάτα πανουργία.
"Επέτρεψέ μου να σου υπενθυμίσω, αγαπητή μου μητέρα, ότι ήσουν εσύ που επέμενες να σχετιστώ με κάποιον σαν το γιο του Μόρζαν" σχολίασε ο νεαρός λόρδος, αναφέροντας το τελευταίο όνομα με έναν υπαινιγμό περιφρόνησης στη φωνή του. "Εξ άλλου, μιας και είναι φίλος μου τώρα, δεν έχω λόγους να τον αμφισβητήσω."
Η λαίδη Μέλκερ στήθηκε ενοχλημένη, προσβεβλημένη.
"Δεν υπάρχουν ληστές από δω ως την Ουρου'μπαίην." Τον κοίταξε αγριεμένη. "Γιατί τον δέχτηκες, γιε μου; Γνωρίζει ο βασιλιάς ότι είναι εδώ; Κι αν κάτι… ανάρμοστο συμβαίνει, εμείς τι θ' απογίνουμε;"
Αυτή η συζήτηση κόπηκε απότομα. Ο νεαρός επισκέπτης είχε ήδη περάσει την κύρια είσοδο της κατοικίας και οι άρχοντες του σπιτιού, μητέρα και γιος, τον άκουσαν ν' ανεβαίνει τις σκάλες προς το δωμάτιό του. Όταν μία μακρινή πόρτα άνοιξε κι έκλεισε ξανά, η λαίδη Μέλκερ γύρισε προς το γιο της.
"Μία πολύ καλή ιδέα θα ήταν να είσαι έτοιμος να ταξιδέψεις στην πρωτεύουσα αύριο."
Ο νεαρός λόρδος αναστέναξε. Ήξερε, ότι μόλις κάτι έμπαινε στο μυαλό της μητέρας του, δεν θα σταματούσε να επιμένει γι' αυτό, μέχρι να γινόταν το δικό της.
"Όπως επιθυμείς, αγαπητή μητέρα."
Εξ άλλου, αν ο γιος του Μόρζαν δεν ήταν ανακατεμένος σε κάτι, δεν θα ήταν κακό μια σύντομη επίσκεψη στην Ουρου'μπαίην. Αν ήταν… τότε ο βασιλιάς καλύτερα να ενημερωνόταν για το πού βρισκόταν. Ο λόρδος Μέλκερ ήταν ένας ευτυχισμένος νέος άντρας ως τώρα. Δεν ήθελε καθόλου μπελάδες γύρω του.
~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~o~
(συνεχίζεται)
Α/Ν: Σας ευχαριστώ για την ανάγνωση.
