Κεφάλαιο 10
«Ωχ, με πήρε ο ύπνος» είπε η Κάντυ και άρχισε αν ετοιμάζεται γρήγορα για να πάει στο νοσοκομείο. Πήρε την πρώτη άμαξα που βρήκε ελεύθερη. Μόλις ο αμαξάς έφτασε στο νοσοκομείο, η Κάντυ τον πλήρωσε γρήγορα και άρχισε να τρέχει στους διαδρόμους του νοσοκομείου.
«Αχ, συγνώμη» είπε η Κάντυ που έπεσε πάνω σε έναν γοητευτικό άντρα.
«Είστε καλά δεσποινίς;» τη ρώτησε, κοιτώντας την επίμονα στα μάτια καθώς τη βοηθούσε να σηκωθεί.
«Πάλι έτρεχες Κάντυ στο διάδρομο;» ακούστηκε μία αντρική φωνή. Η Κάντυ γύρισε να δει ποιος ήταν.
«Γιατρέ Λέοναρντ. Καλημέρα. Συγνώμη» είπε η Κάντυ και αμέσως το πρόσωπο της έγινε κατακόκκινο και συμπλήρωσε:
«Έτρεχα για να μην αργήσω».
«Τελοσπάντων. Επί τη ευκαιρία να σου συστήσω τον κύριο Πήτερσον. Είναι ο καινούργιος ορθοπεδικός του νοσοκομείου».
Η Κάντυ ένιωσε άσχημα που έπεσε πολύ αδέξια πάνω στο γιατρό. Χαμήλωσε το βλέμμα της και του είπε:
«Γιατρέ, συγνώμη για πριν».
«Δεν πειράζει, δεσποινίς. Επί τη ευκαιρία Έντουαρντ Πήτερσον».
«Κάντυ Άντριου» απάντησε αμήχανα η Κάντυ.
«Χάρηκα πολύ δεσποινίς Κάντυ».
«Γιατρέ Πήτερσον, μπορούμε να πηγαίνουμε. Πρέπει να σας παρουσιάσω στο υπόλοιπο προσωπικό» είπε ο γιατρός Λέοναρντ, διακόπτοντάς τους και συμπλήρωσε:
«Κάντυ, έλα κι εσύ» και οι τρείς τους κατευθύνθηκαν για τη μεγάλη αίθουσα.
Όλες οι νοσοκόμες αναρωτήθηκαν ποιος είναι αυτός ο γοητευτικός άντρας, δίπλα από τον γιατρό Λέοναρντ. Αφού ο γιατρός Λέοναρντ σύστησε τον γιατρό Πήτερσον στο υπόλοιπο προσωπικό, μία μία οι νοσοκόμες μετά από εντολή του γιατρού έκαναν ένα βήμα μπροστά και ανέφεραν το όνομά τους, προκειμένου να γίνουν οι πρώτες συστάσεις. Ώσπου έφτασε η σειρά της Κάντυ.
«Κάντυ Άντριου» είπε η Κάντυ και αμέσως ο γιατρός Πήτερσον της χαμογέλασε και της είπε:
«Το θυμάμαι το όνομά σας δεσποινίς από πριν».
Οι υπόλοιπες νοσοκόμες ξαφνιάστηκαν. Μικρά πηγαδάκια σχηματίστηκαν. Η Κάντυ ένιωσε λίγο άβολα. Ο γιατρός Πήτερσον δεν ήθελε να φέρει σε δύσκολη θέση την Κάντυ. Δεν θα το ήθελε για καμία νοσοκόμα, πόσο μάλλον για την Κάντυ που του είχε τραβήξει την προσοχή, με τα υπέροχα μάτια της και συμπλήρωσε:
«Ακόμα με πονάει το πόδι μου από πριν που με πατήσατε», προκειμένου να καταλάβουν οι υπόλοιπες πως είχαν συστηθεί νωρίτερα.
Η Κάντυ αν και έμαθαν όλες τη γκάφα που είχε κάνει, ένιωσε αμέσως καλύτερα γιατί θα σταματούσαν τα όποια σχόλια είχαν αρχίσει να γίνονται.
Ο γιατρός Λέοναρντ, αφού τελείωσαν οι συστάσεις παρέπεμψε όλο το προσωπικό να επιστρέψει στη θέση του.
'Τι απρόσεκτη που είμαι! Τώρα όλοι θα με κοροϊδεύουν' σκέφτηκε η Κάντυ.
«Δεν πειράζει» είπε ανασηκώνοντας τους ώμους της και ξεκίνησε για τους θαλάμους, προκειμένου να επισκεφτεί τους ασθενείς της.
Τα μαθήματα της Σουζάνα με την Κλαρίτα συνέχιζαν πολύ καλά. Η μόνη αλλαγή ήταν ότι πια η Κλαρίτα ερχόταν με την μητέρα της το πρωί, αλλά μόλις τελείωναν το μάθημα την έπαιρνε ο Αλεχάνδρο. Ο Αλεχάνδρο ήταν κι αυτός το ίδιο συνεπής στην ώρα του. Πάντα ευγενικός ερχόταν να πάρει την Κλαρίτα. Το κατώφλι του σπιτιού τους δεν το είχε περάσει καμία φορά. Δεν ενοχλούσε ποτέ και ήταν πάντα ολιγομίλητος, ευγενικός και διακριτικός. Καταλάβαινε πόση σημασία είχε για την αδερφή του να μην ενοχλείται η κυρία Μάρλοου. Η Σουζάνα τον παρατηρούσε να περιμένει στην πόρτα την Κλαρίτα, να πάρει τα πράγματά της. Ήταν ψηλός και γεροδεμένος. Η σκληρή δουλειά είχαν κάνει τα χέρια του και το σώμα του γυμνασμένο και δυνατό. Το δέρμα του σκούρο. Τα μάτια του και τα μαλλιά του μαύρα. Αν και οι μεξικάνοι δεν φημίζονται για την ομορφιά τους, αυτός ο νεαρός σίγουρα ξεχώριζε από τους υπόλοιπους. Ήταν σίγουρη ότι οι μεξικάνες της συνοικίας του θα έκαναν ουρές από πίσω του.
Εκτός όμως από τα όμορφα χαρακτηριστικά του και την ευγενική του συμπεριφορά, η Σουζάνα δεν μπορούσε να μην προσέξει πως την κοίταζε ο Αλεχάνδρο. Το βλέμμα του ήταν διαρκώς καρφωμένο επάνω της. Τα μάτια του έλαμπαν, όταν την κοίταζε με θαυμασμό. Αυτή του η ματιά την κολάκευε και την έκανε να νιώθει η ωραιότερη γυναίκα του κόσμου. Παρόλα αυτά η Σουζάνα δεν έπαυε στιγμή να αναρωτιέται την ίδια συνεχώς ερώτηση 'Πότε θα με κοιτάξει έτσι και ο Τέρρυ;''
Όλοι μαζί βρίσκονταν και πάλι συγκεντρωμένοι στην έπαυλη της οικογένειας Άντριου. Αυτή τη φορά όμως όχι για χαρά. Ένα χρόνο πριν είχε πεθάνει ο Στήαρ. Μετά από μία λιτή τελετή στο εκκλησάκι της οικογένειας, όλοι σκυθρωποί, μελαγχολικοί, γύρισαν στην έπαυλη. Χωρίς διάθεση για συζητήσεις. Η Πάτυ, έμεινε για λίγο αρχικά στο εκκλησάκι της οικογένειας και μετά επισκέφτηκε τον τάφο του. Προσευχόταν για την ψυχή του αγαπημένου της Στήαρ.
Ο Τομ, διακριτικά την περίμενε αρκετά μέτρα μακριά.
«Εντάξει Τομ, μπορούμε να πηγαίνουμε προς την έπαυλη» είπε η Πάτυ και ακολούθησε τον Τομ.
Στη μεγάλη αίθουσα, οι ομιλίες λιγοστές και χαμηλόφωνες. Ο Άρτσι πρόθυμα πήρε το μαντήλι που του πρόσφερε η Άννυ, για να σκουπίσει τα δάκρυά του. Η Κάντυ με την Πάτυ, τον Τομ και τον Άλμπερτ ήταν και αυτοί πολύ φορτισμένοι συναισθηματικά.
Μόνο η Ελίζα, δεν έλεγε να σταματήσει να σχολιάζει τις κινήσεις όλων των υπολοίπων και κυρίως της Κάντυ:
«Ναι, τώρα κλαίει. Αφού μας έφερε τη γρουσουζιά της μέσα στην οικογένειά μας, τώρα κλαίει» είπε όλο κακία.
«Βούλωσέ το επιτέλους Ελίζα. Τίποτα δεν σέβεσαι πια. Εδώ μαζευτήκαμε για τα τιμήσουμε τη μνήμη του αδελφού μου κι εσύ το μόνο που κάνεις είναι να στάζεις το δηλητήριό σου» είπε οργισμένος ο Άρτσι, ο οποίος πρόλαβε τον Άλμπερτ.
«Εγώ φεύγω. Δεν μπορώ να μείνω μετά από τέτοια συμπεριφορά» είπε θιγμένη η Ελίζα, η οποία αποχώρησε αμέσως, ξέροντας ότι μ' αυτό που είπε θα τις ορμούσαν όλοι.
«Αδελφή, λεπίδα».
«Μάλιστα γιατρέ» είπε η Κάντυ, που βοηθούσε το γιατρό Έντουαρντ σε μία δύσκολη εγχείρηση. Πήρε ένα μαντήλι και σκούπισε το μέτωπο του γιατρού. Ο Έντουαρντ την ευχαρίστησε με το βλέμμα του και συνέχισε.
«Βελόνα και κλωστή» ζήτησε ο γιατρός και αμέσως η εντολή του έγινε πράξη από την Κάντυ.
Λίγη ώρα αργότερα και αφού η εγχείρηση τελείωσε επιτυχώς, ο γιατρός έδωσε εντολή σε μία άλλη νοσοκόμα να μεταφέρουν τον ασθενή στο δωμάτιό του και να παρακολουθούν τη θερμοκρασία του κάθε μία ώρα.
«Να με ενημερώνετε για την πορεία του ασθενή» είπε ο γιατρός στη νοσοκόμα, ο οποίος γύρισε προς την Κάντυ και της είπε:
«Κάνατε πολύ καλή δουλειά αδελφή».
«Ευχαριστώ γιατρέ» είπε η Κάντυ και αμέσως στηρίχτηκε στον τοίχο.
«Είστε καλά;» ρώτησε αμέσως ο γιατρός ανήσυχος για την ξαφνική αδιαθεσία της Κάντυ.
«Απλά ζαλίστηκα λίγο» είπε η Κάντυ.
«Καλύτερα να κάνετε ένα διάλειμμα όμως. Ήταν πολύ δύσκολή η εγχείρηση και πρέπει να ξεκουραστείτε. Μου είστε πολύτιμη… εεεε, εννοώ η βοήθειά σας αδελφή, μου είναι πολύτιμη η βοήθειά σας» είπε ο γιατρός Έντουαρντ προσπαθώντας να διορθώσει τη σκέψη του που τον πρόδωσε καθώς βγήκε από τα χείλη του.
«Σας ευχαριστώ γιατρέ» είπε η Κάντυ και πήγε στην πίσω αυλή του νοσοκομείου. Δεν υπήρχε κανείς.
'Τι δύσκολη επέμβαση. Ευτυχώς ο γιατρός Έντουαρντ ήξερε ακριβώς τι έπρεπε να κάνει. Μα τόσο νέος και να χειρίζεται τόσο ψύχραιμα ένα τόσο σοβαρό περιστατικό;' σκέφτηκε η Κάντυ που είχε εντυπωσιαστεί από τις γνώσεις του κατά δέκα χρόνια μεγαλύτερού της γιατρού.
Ο θαυμασμός της Κάντυ για τις ικανότητες του γιατρού δεν διήρκησε πολύ. Καθισμένη στο χορτάρι και ακουμπισμένη στον κορμό του δέντρου, σκεφτόταν τον Στήαρ.
΄Καταραμένε πόλεμε. Πόσος κόσμος έχει χαθεί άδικα στο βωμό του χρήματος και της εξουσίας. Πόσος κόσμος προσπαθεί να μάθει να ζει με την απουσία των αδικοχαμένων ανθρώπων τους'.
«Κάντυ, είσαι καλύτερα;» ρώτησε ο γιατρός Έντουαρντ διακόπτοντας την από τις σκέψεις της.
«Καλύτερα είμαι, σας ευχαριστώ» απάντησε η Κάντυ αν και την πρόδιδαν τα βουρκωμένα μάτια της.
Ο γιατρός Έντουαρντ δεν τη ρώτησε τίποτα περισσότερο. Ωστόσο ο τρόπος που την κοιτούσε, την έκανε να νιώθει πως μπορεί να του μιλήσει:
«Είμαι λίγο φορτισμένη συναισθηματικά. Χθες είχαμε το μνημόσυνο ενός πολύ αγαπημένου μου φίλου του Στήαρ …» είπε η Κάντυ και συνέχισε να του μιλάει. Για τον Στήαρ, τον πόλεμο, γι' αυτά που είχαν συμβεί. Ο Έντουαρντ την άκουγε με μεγάλη προσοχή. Είχε χαθεί μέσα στα βουρκωμένα πράσινα μάτια της. Η Κάντυ, συνέχισε να του μιλάει. Ένιωθε πιο ήρεμη καθώς μοιραζόταν τις σκέψεις της.
«Είμαι σίγουρος πως ο Στήαρ ένιωθε πολύ τυχερός που υπήρχες στη ζωή του. Όπως επίσης είμαι σίγουρος ότι τώρα στεναχωριέται που σε βλέπει να κλαίς» της είπε θέλοντας να την ηρεμίσει.
«Έχετε δίκιο, ο Στήαρ πάντα ήθελε να με βλέπει να γελάω» είπε η Κάντυ και σκούπισε τα μάτια της κοιτάζοντας ψηλά στον ουρανό.
«Ωραία. Χαίρομαι πολύ που είσαι καλύτερα» της είπε και συμπλήρωσε,
«Θα ήθελα να σου ζητήσω μία χάρη».
«Τι είναι γιατρέ, μήπως θέλετε να σας φέρω κάτι;» είπε η Κάντυ πρόθυμη να εξυπηρετήσει το γιατρό.
«Θα ήθελα, όταν είμαστε μόνοι μας να μη με φωνάζεις συνέχεια με την ιδιότητά μου αλλά με το όνομά μου» είπε ο Έντουαρντ που τώρα πια ήταν σίγουρος πως τα αισθήματά του ήταν βαθύτερα απ' ότι πίστευε.
«Μα γιατρέ…» είπε η Κάντυ και ο Έντουαρντ τη διέκοψε.
«Νιώθω πολύ άβολα. Δεν είμαι και τόσο μεγάλος» της είπε χαμογελώντας.
«Δεν ήθελα να σας κάνω να νιώσετε έτσι, αλλά δεν είναι σωστό. Εγώ είμαι μία απλή νοσοκόμα. Ενώ εσείς είστε ένας λαμπρός επιστήμονας» απάντησε η Κάντυ.
«Στη δουλειά μας όλοι είμαστε το ίδιο. Όσο καλός κι αν είναι ένας γιατρός αν δεν έχει την πολύτιμη βοήθεια μίας νοσοκόμας δεν μπορεί να τα καταφέρει μόνος του. Ο ρόλος και των δύο ειδικοτήτων είναι ο ίδιος. Να κάνουμε καλά τους ανθρώπους».
Η Κάντυ τον άκουγε προσεκτικά.
«Έχετε δίκιο…» του είπε και πριν προλάβει να τελειώσει της είπε ο Έντουαρντ κοιτώντας την πειραχτικά:
«Τι είπαμε;»
«Έχεις δίκιο Έντουαρντ» διόρθωσε η Κάντυ.
«Λοιπόν, σ' αφήνω να ηρεμήσεις. Καλή βάρδια Κάντυ. Αν χρειαστείς οτιδήποτε, ξέρεις που θα είμαι» είπε ο Έντουαρντ ο οποίος ένιωθε λίγο άβολα. Συνειδητοποίησε ότι δεν τρέφει απλά μία συμπάθεια για την Κάντυ και φοβόταν μήπως την έφερε σε δύσκολη θέση με την συμπεριφορά του.
«Καλή βάρδια και σε σένα Έντουαρντ. Σ' ευχαριστώ» απάντησε η Κάντυ, πιο ήρεμη μετά από τη συζήτησή της με τον Έντουαρντ.
