ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9: ΕΦΙΑΛΤΗΣ

«Νέσι, έλα!»

Σήκωσα τα μάτια μου και είδα τον Τζέικομπ να με φωνάζει μέσα από την θάλασσα. Βρισκόμασταν στην παραλία Λα Πους, στο Φορκς. Χαμογέλασα και άρχισα να κολυμπάω προς το μέρος του. Όσο όμως πιο κοντά του προσπαθούσα να φτάσω, τόσο εκείνος απομακρυνόταν. Πάλευα να κολυμπήσω όσο πιο γρήγορα μπορούσα, άλλα έμοιαζε να μην είναι αρκετό.

«Τζέικ!» φώναξα απεγνωσμένα.

Εκείνος με κοιτούσε με ένα σαρδόνιο χαμόγελο όλο υποσχέσεις. Είχα κουραστεί, έβαλα όμως όλες μου τις δυνάμεις και συνέχισα να κολυμπάω. Κολυμπούσα, κολυμπούσα, κολυμπούσα, μα ήταν σαν να μην προχωρούσα καθόλου, σαν να έμενα συνεχώς στο ίδιο σημείο. Καταπονημένη κοίταξα με παράπονο τον Τζέικομπ που παρέμενε μακριά μου.

«Τι είναι, Νες; Δεν τα κατάφερες;» με ρώτησε με χλευαστικό τόνο.

«Δεν πειράζει, Τζέικομπ. Είμαι εγώ εδώ για σένα.»

Ξαφνικά είδα την μητέρα μου δίπλα του.

«Μαμά;» απόρησα.

Εκείνη με κοίταξε περιφρονητικά και ύστερα γύρισε προς τον Τζέικομπ. Τον φίλησε στο στόμα. Την φίλησε και αυτός. Έμεινα να τους παρατηρώ να φιλιούνται παθιασμένα.

«Θεέ μου, τι κάνετε;» φώναζα εξαγριωμένη και χτυπούσα με μανία τα νερά για να τους τραβήξω την προσοχή.

Δεν μου έδιναν καμία σημασία. Συνέχιζαν να φιλιούνται. Τότε ένιωσα κρύα χέρια να με περιβάλλουν. Στράφηκα απότομα και είδα το όμορφο πρόσωπο του πατέρα μου.

«Μπαμπά,» κλαψούρισα. «Κοίτα τι κάνουν!»

«Σσσς, έλα, μωρό μου, έλα στην αγκαλιά μου. Εδώ δεν θα σε πειράξει κανένας. Έλα, μωρό μου, έλα.»

Με τράβηξε στο κρύο του σώμα σφίγγοντας με δυνατά πάνω του. Στην αρχή ένιωσα ασφάλεια και ανακούφιση. Ωστόσο σταδιακά αυτά τα θετικά συναισθήματα μετατράπηκαν σε δυσφορία και αργότερα σε πόνο. Με πίεζε πάρα πολύ. Προσπάθησα να απελευθερωθώ από την λαβή του, αλλά ένιωθα τα χέρια του ίδιες μέγγενες.

«Μπαμπά, δεν μπορώ να αναπνεύσω!»

«Σσσς,» ξανάπε απλά εκείνος. «Ηρέμησε, Ρενέσμε. Σε λίγο όλα τα προβλήματα σου θα τελειώσουν. Κλείσε τα μάτια και σταμάτα να σκέφτεσαι. Ο μπαμπάς είναι εδώ.»

Αύξησε και άλλο την πίεση. Ένιωσα τα πλευρά μου να συνθλίβονται κάτω από την δύναμη του. Ουρλιάζοντας από πόνο τον χτυπούσα με όλα μου τα κουράγια για να με αφήσει, εκείνος όμως δεν χαλάρωνε καθόλου την αρπαγή του. Με πίεζε, με πίεζε, με πίεζε, και άλλο, και άλλο, και άλλο, και άλλο, καθώς τα κόκκαλα μου έσπαγαν το ένα μετά το άλλο. Τότε συνειδητοποίησα, ότι δεν θα σταματούσε πριν με σκοτώσει…

Άνοιξα απότομα τα μάτια μου και άρχισα να παίρνω βαθιές ανάσες, για να ηρεμήσω την λαχανιασμένη αναπνοή μου. Είχα ιδρώσει και έσταζα ολόκληρη, ενώ τα σκεπάσματα στο κρεβάτι μαρτυρούσαν ταραχώδη ύπνο. Μού πήρε αρκετό χρόνο να ανακτήσω όλες μου τις αισθήσεις και να αντιληφθώ πού στην πραγματικότητα βρισκόμουν.

Έφερα μία γύρα το δωμάτιο με το βλέμμα. Δύο μονά κρεβάτια, χωρισμένα από ένα κομοδίνο. Μία ντουλάπα, μία τηλεόραση, ένα κλιματιστικό, μία τουαλέτα με έναν μεγάλο καθρέφτη. Στην επιφάνεια του μπορούσα να δω την αντανάκλαση μου. Έμοιαζα θλιβερή· ήμουν θλιβερή. Σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, κάπου στο Νέο Μεξικό, μακριά από τους δικούς μου. Η λέξη μου προκάλεσε απίστευτη οδύνη. Ποιοι δικοί μου; Δεν ήταν πια δικοί μου. Δεν ήξερα τίποτα για αυτούς. Ήταν ξένοι.

Σηκώθηκα αργά από το κρεβάτι και κατευθύνθηκα προς το μπάνιο. Έβγαλα το δανεικό T-shirt που μου είχε δώσει ο Νάουελ και που μου έφτανε μέχρι τους μηρούς και μπήκα στη ντουζιέρα ανοίγοντας το νερό στο τέρμα, να πέσει πάνω μου με όση περισσότερη ορμή γινόταν, να βγω εντελώς από την επήρεια του ονείρου. Όσο όμως νερό και να έριχνα πάνω μου, η αλήθεια του δεν θα ακυρωνόταν. Το ψέμα της ζωής μου δεν θα αναιρούταν.

Να νομίζω πως είμαι το πιο αγαπημένο πλάσμα στον κόσμο, όταν ο ίδιος μου ο πατέρας δεν ήθελε καν να γεννηθώ και όταν ο μεγάλος έρωτας της ζωής μου είχε αποπειραθεί να με σκοτώσει λίγα λεπτά μετά την γέννηση μου. Να νιώθω το πιο τυχερό κορίτσι του κόσμου που είχα τέτοια οικογένεια, όταν όλοι με άφηναν να ζω σε μία πλαστική ροζ φούσκα, όπου οι γονείς μου με λάτρευαν, οι θείοι μου με λάτρευαν, οι παππούδες μου με λάτρευαν, ο Τζέικομπ με λάτρευε.

Η πλαστική φούσκα, όμως, έσκασε και έμεινα εγώ να μετράω τις πληγές μου από έναν Τζέικομπ που ήταν ερωτευμένος με την μητέρα μου, από μία μητέρα που είχε ερωτοτροπήσει με τον σύντροφο μου και από έναν πατέρα και μία οικογένεια που με υπερπροστάτευαν μόνο και μόνο, για να μην μάθω την αλήθεια και φύγω μακριά τους. Την είχα μάθει, ωστόσο, και είχα φύγει πολύ μακριά τους και δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα για αυτό πλέον. Ό,τι και να γινόταν δεν θα γύριζα πίσω.

Έκλεισα την βρύση και βγήκα έξω από τη ντουζιέρα βρέχοντας το πάτωμα κάτω από τα πόδια μου. Τύλιξα τα μαλλιά μου σε μία πετσέτα και επέστρεψα στο δωμάτιο τυλίγοντας το σώμα μου σε μία μεγαλύτερη. Σήκωσα το βλέμμα μου και είδα το Νάουελ να στέκεται μαρμαρωμένος στην μέση του δωματίου και να με κοιτάει. Όταν οι ματιές μας συναντήθηκαν, κατέβασε ντροπιασμένος το κεφάλι του και γύρισε απότομα από την άλλη πλευρά πιάνοντας αμήχανα τον αυχένα του με το αριστερό του χέρι.

«Καλησπέρα! Δεν ήξερα ότι έκανες μπάνιο.»

«Καλησπέρα. Δεν πειράζει.»

«Έχεις ώρα που ξύπνησες;»

«Όχι, πολύ. Πού ήσουν;»

«Σού έφερα κάτι να φας και καινούργια ρούχα. Συγνώμη που δεν σε ξύπνησα, αλλά κοιμόσουν βαθιά.»

«Ναι, δεν υπάρχει πρόβλημα. Έχω συνηθίσει να φοράω ρούχα που έχουν πάρει άλλοι για εμένα,» είπα με ειρωνεία και πλησίασα το κρεβάτι μου, όπου βρίσκονταν μερικές πλαστικές σακούλες.

«Ελπίζω να σου αρέσουν.»

«Ναι, οκέι.»

Δεν με ενδιέφερε καθόλου τι θα φορούσα. Ωστόσο, όταν άνοιξα τις σακούλες εντυπωσιάστηκα από το καλό του γούστο. Μου είχε φέρει ένα στενό μαύρο τζιν, μία άσπρη κοντομάνικη μπλούζα με μαύρα λογότυπα και μαύρα δερμάτινα μποτάκια μέχρι τον αστράγαλο με ασημένια αγκράφα.

«Σε ευχαριστώ! Είναι πολύ ωραία.»

«Χαίρομαι που σου αρέσουν. Δοκίμασε τα.»

Έβγαλα την πετσέτα και αφού φόρεσα τα καινούργια εσώρουχα που επίσης μου είχε πάρει έβαλα το νέο μου συνολάκι.

«Πώς είμαι;» ρώτησα.

Ο Νάουελ που μέχρι τότε παρέμενε με στραμμένη την πλάτη του σε εμένα γύρισε για να με δει.

«Είσαι πολύ γκραντζ,» σχολίασε χαμογελώντας.

Πήγα στο μπάνιο, για να στεγνώσω τα μαλλιά μου.

«Είσαι καλά;» με ρώτησε με ενδιαφέρον.

Δεν φώναζε, δεν χρειαζόταν. Τον άκουγα μία χαρά παρά το θόρυβο από το πιστολάκι.

«Καλά,» είπα αποφασιστικά.

Μέχρι που τέλειωσα το στέγνωμα δεν ξαναμίλησε. Βγήκα από το μπάνιο και τον είδα να κρατάει ένα μαύρο, δερμάτινο τζάκετ.

«Για να μην κρυώνεις επάνω στην μηχανή.»

Τον ευχαρίστησα και χάιδεψα το σκληρό ύφασμα. Σε όλη τη διαδρομή και ειδικά την νύχτα τουρτούριζα. Ο Νάουελ δεν ήταν τόσο κρύος όσο οι βρικόλακες, αλλά ούτε τόσο ζεστός όσο εγώ. Θυμήθηκα την ζεστασιά και την θαλπωρή που αισθανόμουν μέσα στα χέρια του Τζέικομπ και η πίκρα και το παράπονο για όλα αυτά που πίστευα για δικά μου με κατέκλυσαν υγραίνοντας τα μάτια μου. Σφίχτηκα για να μη δακρύσω. Ο Νάουελ το κατάλαβε.

«Ξέρω ότι δεν θέλεις να μου πεις και για αυτό δεν σε πιέζω, αλλά όποτε είσαι έτοιμη να μιλήσεις, εγώ θα είμαι εκεί να σε ακούσω,» μου είπε κοιτώντας με στα μάτια.

Κατένευσα προσπαθώντας με αυτόν τον τρόπο να του δείξω την ευγνωμοσύνη μου για την διακριτικότητα του. Όχι, δεν ήμουν ακόμα έτοιμη να μιλήσω και ούτε ήξερα, αν θα ήμουν ποτέ. Μερικά πράγματα καλύτερα απλά να τα θάβεις μέσα σου. Πράγματα που δεν σταματούν να σε πληγώνουν.

«Λοιπόν; Θα φάμε;» με ρώτησε ο Νάουελ για να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα. «Σου πήρα κινέζικο που ξέρω πως σου αρέσει.»

«Ευχαριστώ, είσαι πολύ γλυκός,» είπα ειλικρινά και άνοιξα την σακούλα με το φαγητό.

Μέσα υπήρχαν πολλές συσκευασίες.

«Αυτό είναι πολύ κινέζικο!» αστειεύτηκα μπροστά στην ογκώδη ποσότητα φαγητού που είχε πάρει ο Νάουελ.

«Φάε όσο θες.»

«Εντάξει, η αλήθεια είναι ότι πεινάω πολύ.»

Καθίσαμε να φάμε. Όση ώρα τρώγαμε, ο Νάουελ με κοιτούσε ασταμάτητα, αλλά δεν έλεγα τίποτα. Αν μην τι άλλο, δεν μπορούσα να του απαγορέψω να με κοιτάει. Με ποιο δικαίωμα; Είχα εισβάλει στη ζωή του με το έτσι θέλω χωρίς να τον ρωτήσω καν.

«Τι θα κάνουμε τώρα;» τον ρώτησα αφού τελείωσα το φαγητό μου.

Είχα φάει σχεδόν τα πάντα και ήταν όλα πολύ νόστιμα.

«Δεν ξέρω. Θες να μείνουμε εδώ;»

«Όχι, θέλω να πάμε ακόμα πιο μακριά.»

Το μόνο που είχα αναφέρει για την φυγή μου, ήταν ότι ήθελα να απομακρυνθώ από το Φορκς όσο περισσότερο γινόταν. Οι λόγοι παρέμεναν σκιώδεις. Πιθανώς να είχε καταλάβει κάτι, αλλά δεν μου το είχε πει.

«Μπορούμε να συνεχίσουμε Νότια, προς το Μεξικό. Απλά θα χρειαστείς διαβατήριο.»

Τον κοίταξα ανέλπιδα.

«Διαβατήριο;»

«Ναι, για να περάσεις τα σύνορα.»

«Δεν μπορώ να βγάλω διαβατήριο. Δεν έχω κανένα χαρτί ταυτότητας. Εξάλλου δεν γίνεται να περιμένουμε τόσο καιρό εδώ.»

Θα με ανακαλύψουν. Αυτό ωστόσο δεν του το είπα.

«Από την άλλη…» ξεκίνησε να λέει.

«Από την άλλη τι;» ρώτησα ανυπόμονα.

«Να,» άρχισε διστακτικά. «Έχω ένα γνωστό εδώ που φτιάχνει ψεύτικα διαβατήρια. Ίσως αυτός μπορέσει να μας βοηθήσει.»

«Ναι, σε παρακαλώ! Θέλω να φύγω από την Αμερική!»

Με κοίταξε σοβαρά στα μάτια.

«Είσαι σίγουρη ότι αυτό θέλεις;»

«Πιο σίγουρη από οτιδήποτε άλλο,» είπα συνειδητά αποφασισμένη.

«Εντάξει, λοιπόν. Απόψε κιόλας θα πάμε να τον βρούμε.»


Και η πλοκή συνεχίζεται. Πώς σας φαίνεται η εξέλιξη της Νέσι; Η σχέση της με τον Νάουελ; Τι λέτε να γίνει παρακάτω. Πείτε μου στα σχόλια!

Μέχρι την επόμενη φορά,

ΧΧΧ