25.ΑΝΤΙΖΗΛΟΣ

Άνοιξα τα μάτια μου και κοίταξα δίπλα μου. Βρισκόταν ακόμα εδώ. Τα χέρια μας ήταν ακόμα μπλεγμένα από χθες το βράδυ. Κοίταξα το πρόσωπό του. Ήταν γαλήνιο, όπως τον γνώρισα. Ψιθύριζε το όνομά μου- πάλι. Ακούμπησα το κεφάλι μου στο στήθος του, προσπαθώντας να ξεχωρίσω τον γρήγορο χτύπο της καρδιάς του. Αιφνιδιάστηκα, καθώς με αγκάλιασε, σε μια αποπνικτική αγκαλιά. Δεν μπορούσα να ανασάνω. Έβαλα το χέρι μου στο μάγουλό του και τον κοίταξα. Τα μάτια του ήταν ανοιχτά.

«Καλημέρα, Μπελς» είπε και με φίλησε στο μέτωπο.

«Καλημέρα» απάντησα, κρατώντας ακόμα το πρόσωπό του ανάμεσα στα χέρια μου. «Πως κοιμήθηκες;»

«Μια χαρά» είπε, καθώς χασμουρήθηκε. Με κοίταξε στα μάτια για μια στιγμή, που μου φάνηκε αιώνας. Τον κοίταξα σκεπτική.

«Τι;» είπε, καθώς παρατήρησε ότι τον κοίταζα.

«Όχι, τίποτα. Απλώς αναρωτιόμουν αν λέω κι εγώ το όνομά σου μέσα στον ύπνο μου…» απάντησα, γελώντας.

Το σκέφτηκε για μια στιγμή.

«Όχι, Μπελς, εσύ στον ύπνο σου λες πολύ πιο ενδιαφέροντα πράγματα από το όνομά μου…»

Όπως;» τον προέτρεψα.

«Ξαφνικά, ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια. Έσμιξα τα φρύδια μου. «Τι είπα και ήταν τόσο αστείο;»

«Να…» είπε, καθώς το γέλιο του κόπηκε. « Είχες πει ότι… με αγαπάς.»

Τον κοίταξα παραξενεμένη. «Αυτό το ήξερες ήδη, φαντάζομαι. Και λοιπόν;»

«Μην βιάζεσαι! Τώρα έρχεται το γέλιο. Μετά, είπες ότι θέλεις να με παντρευτείς!» Άρχισε να γελάει πάλι. Εγώ είχα κοκκινίσει.

Ώστε, μετά από τόσα χρόνια, αυτή η «οικογενειακή κατάρα» δεν είχε μειωθεί ούτε στο ελάχιστο. Η μητέρα μου, ο πατέρας μου και όλοι μου οι συγγενείς μιλούσαν στον ύπνο τους, σαν εμένα. Ντρεπόμουν τόσο πολύ, που ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Ο Τζέικ πρόσεξε το κοκκίνισμα μου και με αγκάλιασε τρυφερά.

«Έλα, Μπελ, μην το παίρνεις τόσο βαριά! Δεν έχει τόση σημασία πια.» εξήγησε. «Είμαστε ακόμα μικροί για γάμο, δεν συμφωνείς;»

Έγνεψα καταφατικά.

«Εμένα μου αρκεί να είμαι μαζί σου.» είπα, καθώς άγγιζα τα χείλη του.

Κατεβήκαμε για πρωινό, όπως πάντα. Μας καλημέρισαν όλοι. Πήγαμε και καθίσαμε στις συνηθισμένες μας θέσεις δίπλα στην Κέιτ και τον Άλεξ. Η Εσμέ με καλημέρισε με μια αγκαλιά και χτύπησε τα χέρια της, για να κάνουμε ησυχία. Δεκατέσσερα ζευγάρια μάτια καρφώθηκαν πάνω της.

«Σήμερα το πρωί, ήρθε ένα γράμμα από την ανιψιά μου, την Νάντια. Θα έρθει σύντομα για επίσκεψη.» Η Εσμέ έστρεψε το βλέμμα της σε μένα.

«Θα χαρείς να της γνωρίσεις, Ιζαμπέλλα. Είναι πάνω κάτω στην ηλικία σου. Της έγραψα για σένα. Θέλει πολύ να σε γνωρίσει.»

Μετά από λίγο καιρό, εμφανίστηκε η Νάντια. Καθώς αγκάλιασε τον Τζέικ, μου φάνηκε ότι η αγκαλιά κράτησε για μεγαλύτερο διάστημα από ότι θα έπρεπε. Καθώς την κοίταξα, το βλέμμα της έγινε εχθρικό. Νόμιζα ότι ήταν της φαντασίας μου. Μόλις ελευθερώθηκε από την αγκαλιά της, ο Τζέικ ήρθε δίπλα μου. Με έπιασε από την μέση και με τράβηξε κοντά του.

«Τι κοιτάζεις;» , με ρώτησε παραξενεμένος. Ακολούθησε το βλέμμα μου. Ένα αυτάρεσκο χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπό του.

«Ω, Μπελς! Σε παρακαλώ! Ζηλεύεις τη Νάντια;» Μετά από μια στιγμιαία παύση, τα χείλη του ακουμπούσαν το αυτί μου.

«Είσαι πολύ όμορφη, Μπελς. Είσαι η δική μου Μπελς.» είπε και με φίλησε στο μάγουλο.

Η Νάντια ήταν ξανθιά, με καστανό δέρμα και υπέροχα, μακριά, λεία, κατάξανθα μαλλιά. Ήταν λεπτή. Και προπάντων, ήταν όμορφη. Πολύ, πολύ όμορφη. Ο Τζέικ δεν φάνηκε να την προσέχει, όταν περνούσε μπροστά του. Εκείνη συνέχεια προσπαθούσε να τον ξεμοναχιάσει. Αλλά εγώ - πολύ σοφά- δεν τον άφηνα μόνο του.

Αν και δεν είχα κανέναν απολύτως λόγο να ζηλεύω την ανιψιά της Εσμέ, η – αναθεματισμένη- γυναικεία μου διαίσθηση μου έλεγε ότι αυτή κάτι ήθελε. Το καταλάβαινα από τον τρόπο του τον κοίταζε.

Ήμουν διατεθειμένη να δώσω μάχη για εκείνον. Δεν θα τον άφηνα να φύγει τόσο εύκολα. Δεν ήθελα, κιόλας. Τον αγαπούσα. Ήταν όλη μου η ζωή. Κι αυτός, ένιωθε το ίδιο για μένα. Το έβλεπα μέσα στα μάτια του, στον τρόπο που μου έλεγε «σ'αγαπώ»…

4