Παραδείγματα προς αποφυγήν: ΜΕΡΟΣ Ι
Με το τρία…
Η Ναζουάντα δεν ήταν μεγαλωμένη σε πολυτελή σαλόνια με ακριβές διακοσμήσεις. Μαθημένη στη τέχνη του πολέμου, έβγαινε πάντα έξω με ένα στιλέτο καλά κρυμμένο στην εσωτερική ζώνη που είχαν όλες οι φούστες και τα φορέματα της. Ωστόσο, η γιορτινή ατμόσφαιρα επέβαλε μια περισσότερο φανταχτερή παρά πρακτική ενδυμασία και σύντομα η βασίλισσα συνειδητοποίησε πως το φανάρι που κρατούσε ήταν το μόνο της όπλο ενάντια σ' αυτή τη γνωστή και συνάμα άγνωστη απειλή.
«Ευτυχώς για μένα και δυστυχώς για εσάς» είπε σαρκαστικά η φιγούρα «…δεν είμαι η Λαίδη Λουκρητία» Η φωνή της είχε αλλάξει. Αν και παρέμενε βραχνή, είχε βαθύνει αισθητά, δίνοντας στη βασίλισσα ακόμα έναν λόγο να φοβάται. Η γριά έκανε αργά κι απειλητικά βήματα προς το μέρος της, σαν φίδι που σέρνετε πριν επιτεθεί. Η Ναζουάντα, προχωρώντας αργά προς τα πίσω, πέταξε μπροστά στη γυναίκα την επόμενη καρέκλα που βρίσκονταν δίπλα της ακριβώς τη στιγμή που η εχθρός της προσπάθησε να της επιτεθεί για άλλη μια φορά. Η καρέκλα, παρότι ήταν βαριά, πέτυχε τον στόχο της κι έπεσε πάνω στη γριά ρίχνοντας την στο δάπεδο. Ο σουγιάς όμως ήταν ακόμα στο χέρι της κάνοντας τη βασίλισσα να διστάζει να την πλησιάσει. Συνέχισε να προχωρά προς τα πίσω κάνοντας το γύρω του τραπεζιού, χωρίς να βλέπει που πατάει, αφού τα μάτια της ήταν καρφωμένα στη φιγούρα που ήταν σωριασμένη στο πάτωμα.
«Ποια είσαι;» ρώτησε η Ναζουάντα σοκαρισμένη. «Τι θέλεις; Γιατί το έκανες αυτό;!»
Ένα βραχνό γέλιο, βγαλμένο από το σκοτάδι κάποιου εφιάλτη έκανε τη βασίλισσα να ανατριχιάσει γι' άλλη μια φορά. «Το τι θέλω είναι μάλλον προφανές» είπε η σύμβουλος και σηκώθηκε αργά.
«Ποια είσαι;» ξαναρώτησε επιτακτικά η βασίλισσα, κάνοντας κι άλλα βήματα πίσω.
«Θα μάθεις ποιος είμαι αν μ' αφήσεις να πλησιάσω» απάντησε η φιγούρα ειρωνικά.
Η Λαίδη, ή καλύτερα, το άτομο που σφετερίστηκε την ταυτότητα της, έκανε μια περίεργη κίνηση με τον σουγιά, σαν να είχε σκοπό να αυτοτραυματιστεί στην κοιλιά. Αντί για αυτό, η Ναζουάντα είδε πως μ' αυτή την κίνηση, μ' ένα απλό κόψιμο στο κατάλληλο σημείο, η φούστα της Λαίδης έπεσε αποκαλύπτοντας ένα ζευγάρι σκουρόχρωμα παντελόνια και δύο βαριές αντρικές μπότες από μαύρο δέρμα. Για μια στιγμή η Ναζουάντα νόμιζε πως το κρασί έπαιζε κακόγουστα παιχνίδια με τον χαμηλό φωτισμό μπροστά στα μάτια της αλλά όταν είδε την κατάμαυρη, φαρδιά ζακέτα της ''ηλικιωμένης'' να πέφτει στο πάτωμα και τη φιγούρα να ανασηκώνεται, σαν να ήταν όλη αυτή τη ώρα σκυμμένη, δε μπορούσε να συνεχίσει να αμφισβητεί τα ίδια της τα μάτια.
Ένα πρόσωπο που ποτέ κανείς δεν είδε, μια φωνή που έβγαινε με το ζόρι λεπτή, μια χροιά που ήταν αφύσικα ψηλή επειδή ήταν προσποιητή, ένα βράχνιασμα που ακόμα κι ο καλύτερος ηθοποιός δε θα μπορούσε να ξεφορτωθεί, ένας άνθρωπος που ήταν σχεδόν καμπούρης… Ένας άντρας. Ένα άντρας με μαχαίρι κι εκείνη μόνη κι αφύλαχτη σε μία σκοτεινή Αίθουσα γεμάτη καθρέφτες που το μόνο που καθρέφτιζαν ήταν ο πανικός της… «Πώς… ποιος….; Η Λαίδη…»
«Λόρδος Τσέζαρε, Μεγαλειοτάτη. Τιμή μου να μπορώ επιτέλους να συστηθώ με το πραγματικό μου όνομα.. Η Λαίδη έχασε τη ζωή της την ημέρα που ο βάρβαρος στρατός σας εισέβαλλε στην πρωτεύουσα του παντοδύναμου Αυτοκράτορα μας. Για την ακρίβεια, κάηκε ζωντανή.»
Η φρίκη έκανε τα σωθικά της να παγώσουν και την καρδιά της να βουλιάζει στο ψύχος. Οι νέες πληροφορίες διαδέχονταν η μια την άλλη με τρομακτική συνοχή, δίνοντας στα γεγονότα μια αποκρουστική όψη… Πριν δέκα περίπου δευτερόλεπτα αυτή… ή αυτός στέκονταν δίπλα της! Τον είχε βοηθήσει να σταθεί κανονικά, πριν λίγες μέρες κάθονταν στο προσκέφαλο του και τον έβλεπε να ξερνάει δηλητήριο… «Μα εσύ… όλα αυτά τα χρόνια…»
«Τα τρία χειρότερα και πιο ταπεινωτικά χρόνια της ζωής μου» Τον είδε να βγάζει απότομα τα γάντια του και να αποκαλύπτει δυό κατακαμένα χέρια, γεμάτα ουλές που σχημάτιζαν βαθιές γραμμές. «Δεν έχετε ιδέα πόσο περίμενα να τελειώσουν»
«Πώς….» Οι λέξεις έβγαιναν με δυσκολία όπως και η ανάσες της. Τους χώριζαν πλέον αρκετά μέτρα και η Ναζουάντα κόντευε να φτάσει στην αντίθετη άκρη του τραπεζιού. «Πώς;»
Ο Λόρδος Τσέζαρε δεν είπε τίποτα. Το μόνο που έκανε ήταν να τραβήξει το βελούδο απ' το κεφάλι του χαρίζοντας της ένα θέαμα που θα αργούσε να ξεχάσει.
Αυτό που αντίκρισε η βασίλισσα έκανε την ψυχή της να τρέμει. Παρόλο που είχε δει μέρος του προσώπου «της» συμβούλου, ποτέ πριν δεν είχε βρεθεί αντιμέτωπη με την ολοκληρωτική του φρίκη… Οι γραμμές των εγκαυμάτων εκεί ήταν ακόμα βαθύτερες κι οι σκιές που σχημάτιζαν επάνω στο δέρμα έκαναν το στομάχι της βασίλισσας να γυρίζει. Το αριστερό μέρος του προσώπου ήταν πιο κατεστραμμένο, αφού τα εγκαύματα «μισο- έκλειναν» το μάτι του Λόρδου, το οποίο δεν είχε βλεφαρίδες ή φρύδια. Μέρος των αραιών γκριζωπών μαλλιών του είχε χαθεί και στη θέση των ζυγωματικών το δέρμα του έμοιαζε περισσότερο με υπόλειμμα κεριού. Το στραβό χαμόγελο που σχημάτιζε το χαμένο στις γραμμές στόμα του και το δεξί ανασηκωμένο φρύδι του έκαναν την εικόνα ακόμα πιο ανατριχιαστική.
Η Ναζουάντα φοβόνταν. Για πρώτη φορά μετά από καιρό φοβόνταν πραγματικά. Φοβόνταν αυτό το πρόσωπο, αυτά τα χέρια που έβγαιναν απ' το ζόφο της νύχτας, αυτόν τον άγνωστο που είχε βρεθεί τόσο κοντά της… Παρόλα αυτά προσπάθησε να φανεί ψύχραιμη και να βάλει τις σκέψεις της σε τάξη. Δεν έπρεπε να απελπιστεί, δεν ήταν καμιά αβοήθητη μικρή. Ήταν επαναστάτρια, στρατηγός και δεν υπέκυψε ούτε στα πιο σκληρά βασανιστήρια. Δεν θα έτρεχε εκείνη τη στιγμή σαν κυνηγημένη. «Οι πρώτοι όροφοι του παλατιού» είπε με σταθερή φωνή «είναι γεμάτοι κόσμο αυτή την ώρα. Γεμάτοι αυλικούς, συμβούλους και πολεμιστές κάθε φυλής της χώρας. Τι θα κάνεις; Θα με σκοτώσεις; Και πιστεύεις πως αυτό θα σε κάνει νικητή;» ρώτησε γεμάτη αυτοπεποίθηση. «Δε θα βγεις ζωντανός απ' αυτό το κτήριο. Δε θα καταστρέψεις όσα έφτιαξα. Και δε θα φέρεις πίσω τον βασιλιά σου» του χαμογέλασε. «Δεν ξέρω καν γιατί προσπαθείς. Ήσουν στ' αλήθεια μεταμφιεσμένος σε γυναίκα; Όλα αυτά τα χρόνια; Πόσο αξιολύπητο.»
«Φαίνεται πως ακόμα δεν έχεις καταλάβει ποια είναι η θέση σου» απάντησε εκείνος αγέρωχα. Χωρίς να την ακολουθεί άλλο γύρω απ' το μεγάλο τραπέζι, κατευθύνθηκε προς την πόρτα την οποία κλείδωσε τόσο με το βαρύ ασημένιο κλειδί της όσο και με ένα σύντομο ξόρκι. Αυτό την άγχωσε. Η πόρτα του συγκεκριμένου δωματίου κλείδωνε ή ξεκλείδωνε μόνο από μέσα. «Πιστεύεις στ' αλήθεια ότι θα με ανακαλύψουν έγκαιρα οι πιστοί σου υπηρέτες; Μπορώ να ξαναγίνω μια εύθραυστη αλλά σεβαστή γριά πολύ πριν ανακαλύψουν το πτώμα σου! Όσο για το τι θα συμβεί μετά το θάνατο σου… λοιπόν, αυτό δε θα το μάθεις ποτέ» είπε ο προδότης. «Μ' όσο θάρρος κι αν γεμίσεις τη φωνή σου, δε μπορείς να ξεγελάσεις κανέναν.»
«Δε μπορείς να με βλάψεις!» του φώναξε εκείνη. «Χρησιμοποιείς μαγεία. Θα μπορούσες να με είχες σκοτώσει εδώ και ώρα χωρίς να αποκαλυφθείς και χωρίς να λερώσεις τα χέρια σου.»
«Σίγουρα!» επιβεβαίωσε εκείνος. «Αλλά τότε θα πέθαινες πριν προλάβεις να ζήσεις αυτή την τρομακτική εμπειρία, έτσι δεν είναι;»
Ω, ήθελε οπωσδήποτε να την χλευάσει κι άλλο, όλος αυτός ο στεγνός σαρκασμός στη φωνή του δεν θα μπορούσε να εξηγηθεί διαφορετικά. Απολάμβανε το έκπληκτο βλέμμα της, τα ανήσυχα βήματα της και το ανεπαίσθητο τρέμουλο στα χέρια της, φαίνονταν καθαρά στο παραμορφωμένο πρόσωπο του. «Δεν είχα σκοπό να σου εξιστορήσω το πώς έφτασα ως εδώ πριν σε εξοντώσω, βλέποντας όμως την έκφραση σου πιστεύω ότι αυτό θα σε συγκινούσε ακόμα περισσότερο. Θα ήθελες να μάθεις γιατί θα πεθάνεις σήμερα;»
«Είναι προφανές.» απάντησε εκείνη. «Ήσουν ο συνεργός του Ενδυμίωνα…»
«Τι;!» Η έκπληξη του την ξάφνιασε. Το γέλιο που ακολούθησε ήταν ένας απ' τους πιο απειλητικούς θορύβους που είχε ακούσει ποτέ της και ξεχείλιζε κακία και υποτίμηση. «Ο Ενδυμίων… αυτός ο αρουραίος που το μόνο που κατάφερε ήταν να επιμηκύνει το μαρτύριο μου. Θα σε είχα βγάλει απ' τη μέση πολύ νωρίτερα αν δεν υπήρχε αυτός.»
Αυτή η αποκάλυψη αιωρούνταν για αρκετά δευτερόλεπτα μέσα στην Αίθουσα πριν τελικά η Ναζουάντα καταλάβει τι είχε ακούσει. «Μην… μην προσπαθείς να με ξεγελάσεις! Ο Ενδυμίωνας ομολόγησε τα πάντα!»
«Ομολόγησε ότι του επέτρεψα και ότι ήταν αρκετό για να τον στείλεις στη φυλακή!» της πέταξε ο Λόρδος. Ξαναπλησίασε το μαρμάρινο τραπέζι με το βλέμμα του στην άλλη άκρη της Αίθουσας, ακριβώς εκεί που στέκονταν εκείνη. Αντί να προσπαθήσει να κυνηγήσει ή απλά να πλησιάσει την Ναζουάντα, εντελώς προκλητικά κάθισε σε μια απ' τις καρέκλες που είχαν μείνει στις θέσεις τους και έβγαλε από κάποια πτύχωση των ρούχων του ένα μικρό φλασκί. Αφού το άνοιξε, άρχισε να πίνει ανενόχλητος πριν συνεχίσει τον ειρωνικό λόγο του. «Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Το πώς μπήκα στο Συμβούλιο σας και πήρα τη θέση τη γριάς προδότριας ήταν το πιο απλό σημείο της εξαπάτησης. Κανείς δεν τόλμησε να με αμφισβητήσει, κανείς δεν άντεξε να ρίξει πάνω από μια φευγαλέα ματιά στο πρόσωπο μου και όσοι γιατροί ή μάγοι πήγαν να με βοηθήσουν, έγιναν δούλοι μου τη στιγμή που διαπίστωσαν την ταυτότητα μου… Ήμουν ο πιστός υπηρέτης ενός παντοδύναμου βασιλιά, και όσα μου δίδαξε, δε ξεχνιούνται μόνο με την εκθρόνιση μιας νεαρής ανίκανης. Δεν έχεις ιδέα πόσα άτομα βρίσκονται υπό τον έλεγχο μου μέσα στο παλάτι…»
Μπλοφάρει. σκέφτηκε η Ναζουάντα. Δεν μπορεί. Δεν μπορεί να είναι πολλοί…
«Ας μην περιαυτολογώ όμως. Αυτό που έχει σημασία άλλωστε δεν είμαι εγώ αλλά η ζωή σου και κυρίως το τέλος της. Προσπάθησα άπειρες φορές. Από δηλητήρια μέχρι άντρες που σκοτώνουν για πλάκα, από ξόρκια μέχρι συμβούλους που δολοπλοκούν πίσω απ' την πλάτη σου, δοκίμασα τα πάντα φτάνοντας τα όρια της δημιουργικότητας μου. Όμως όχι! Πάντα κάτι πήγαινε στραβά, πάντα μια λεπτομέρεια με γύριζε στο μηδέν, κάτι που δεν υπολόγιζα, ή κάτι που νόμιζα ότι αμέλησα και μ' έκανε ν' αμφισβητώ τις ικανότητες μου. Κόντευα να χάσω την υπομονή μου. Στην αρχή πίστευα πως το φταίξιμο ήταν η βιασύνη μου ή ο ενθουσιασμός μου… αλλά σύντομα κατάλαβα πως κάποιος με σαμποτάρει. Δεν είχα ιδέα ποιος ήταν αλλά το μόνο που γνώριζα με σιγουριά ήταν πως ούτε εκείνος ήξερε ποιος είμαι, διαφορετικά θα είχαμε συγκρουστεί πολύ πιο πριν. Επί δυόμισι χρόνια ένιωθα πως πάλευα με τον αέρα και είχα παραμελήσει τρομερά τα σχέδια της εξόντωσης σου. Μέχρι που κάτι μου θύμισε πως πρέπει να βιαστώ. Κι αυτό το κάτι βρίσκεται πάνω σ' αυτό το τραπέζι, Μεγαλειοτάτη.»
Η Ναζουάντα κοίταξε αποσβολωμένη το κέντρο της τραπέζης. «Ο Ανιχνευτής;» είπε μπερδεμένη.
«Μα φυσικά!» απάντησε κάπως αγανακτισμένα ο Λόρδος. «Ο καταραμένος χάρτης. Όπως είπα, είχα αρκετούς ακολούθους στο παλάτι, μα αυτό δε σημαίνει ότι με υπηρετούσαν όλοι με τη θέληση τους. Έπρεπε να χρησιμοποιήσω αθέμιτα μέσα… όπως πραγματικά ονόματα! Τα ξόρκια που χρησιμοποιούσα θα έκαναν την πρωτεύουσα να λάμπει ύποπτα πάνω στον χάρτη σου… θα ήταν καταστροφικό. Αργά ή γρήγορα θα άρχιζες τις έρευνες και θα έπρεπε να αποδεσμεύσω τουλάχιστον τους μισούς υπηρέτες μου. Αυτοί με τη σειρά τους θα ήταν ελεύθεροι να με προδώσουν και έτσι όλη μου η προσπάθεια θα κατέληγε στα σκουπίδια! Σκέφτηκα ακόμα και να τους σκοτώσω αλλά αυτό θα ήταν σαν να έσκαβα το λάκκο μου… Έπρεπε απλά να βιαστώ και να τελειώνω μια και καλή μαζί σου. Όμως για να σε πλησιάσω ακόμα περισσότερο έπρεπε να απομακρύνω σιγά σιγά τους έμπιστους σου. Και φυσικά μπορείς να μαντέψεις ποιο άτομο έπρεπε να ξεφορτωθώ πρώτο απ' όλα ώστε να φυλάω τα νώτα μου…»
«…Την Έλβα» συνειδητοποίησε η βασίλισσα.
«Ακριβώς! Η μικρή μάγισσα είχε αναγούλες όποτε ήμουν στον ίδιο χώρο μ' εσένα. Έπρεπε να σκαρφιστώ κάτι ώστε να καλύψω αυτές τις αντιδράσεις και ταυτόχρονα να την στείλω στο δωμάτιο της. Και τι καλύτερο από ένα άρωμα που ενοχλεί ακόμα και τους πιο ανεκτικούς ανθρώπους;»
Η Ναζουάντα σταμάτησε για λίγο μέχρι που κατάλαβε τι εννοούσε. Αυτό το απαίσιο άρωμα… «Όλοι δυσανασχετούσαν για την δυσωδία με αποτέλεσμα ακόμα κι η Έλβα να αγνοεί την αηδία που της προκαλούσε η απειλή σου»
«Πράγματι! Ακόμα κι αυτό όμως δεν ήταν αρκετό ώστε να την κρατά μονίμως μακριά. Ευτυχώς, είχα τη βοήθεια ενός πολύ ικανού προσώπου ώστε να τη κρατήσω όσο άρρωστη ήθελα, για όσο καιρό ήθελα. Και αυτό το άτομο ήταν η Τριάννα.»
Σ' αυτή την αποκάλυψη η μόνη αντίδραση της Ναζουάντας ήταν να κουνήσει δύσπιστα το κεφάλι της, καθώς δεν έβγαινε καμία λέξη απ' το στόμα της. Δεν ήξερε αν το σοκ την είχε παραλύσει ή αν είχε ακούσει λάθος, ήταν απλά ανήμπορη να πει ή να κάνει οτιδήποτε. Τα μάτια της άρχισαν γίνονται ανεξήγητα υγρά.
«Φαίνεται πως αρχίζετε να κατανοείτε το μέγεθος της ''ζημιάς'', Μεγαλειοτάτη.» είπε ο Λόρδος Τσέζαρε πίνοντας άλλη μια γουλιά απ' το φλασκί του. «Δε τελείωσα όμως… όσα δηλητήρια κι αν δοκίμασε η Τριάννα, η Έλβα το μόνο που έκανε ήταν να αρνείται να φάει ή να ξερνάει πριν προλάβει να μολυνθεί. Με έφερε σε πολύ δύσκολη θέση και την ημέρα που ο Ανιχνευτής έφτασε στην Ιλίρια καθόμουν σ' αναμμένα κάρβουνα. Είχα σκεφτεί πολλές φορές πως το μόνο που μου μένει να κάνω είναι να καταστρέψω τον χάρτη αλλά δεν είχα ιδέα περί τίνος πρόκειται ούτε μπορούσα να δράσω ενάντια στα ξόρκια των ισχυρότερων Ξωτικών. Την ίδια όμως μέρα με περίμενε και μια ευχάριστη έκπληξη… όχι μόνο αχρηστεύτηκε ο χάρτης, αλλά εντόπισα και έναν ακόμα προδότη ανάμεσα μας: τον Ενδυμίωνα.» Σταμάτησε πίνοντας άλλες δύο γουλιές πριν συνεχίσει. «Αχ, ο διπρόσωπος υπηρέτης. Κατάφερε να χαλάσει τον Ανιχνευτή μόνο με μια του λέξη –την οποία ακόμα δεν μπορώ να θυμηθώ- και τη στιγμή εκείνη ήξερα πως παρόλο που σας πρόδιδε, δεν ήταν σύμμαχος μου. Ήταν επικίνδυνος, ναι, αλλά ήταν ο δικός μου εχθρός, όχι ο δικός σου –δυστυχώς. Δεν κατάλαβα γιατί κατέστρεψε τον Ανιχνευτή ούτε μπορώ να μαντέψω πως τα κατάφερε, αλλά σύντομα θα το μάθω αφού η επόμενη μου δουλειά μου μετά την δολοφονία σου είναι να τον επισκεφθώ…»
«Ο Ενδυμίων… είχε τέτοια δύναμη;»
«Και πολλές ακόμα, όπως αποδείχθηκε αργότερα!» γέλασε πικρόχολα ο Λόρδος. «Μπορούσα να τον καταδώσω αν πάσα στιγμή. Ήξερα ότι ήταν ένοχος και δε θα μπορούσε να το αρνηθεί… Όμως προτού κάνω οτιδήποτε άλλο, έπρεπε να εκμεταλλευτώ τις περιστάσεις: χωρίς τον Ανιχνευτή, μπορούσα να συνεχίσω ακάθεκτος την εξόντωση των αγαπημένων σας συνεργατών. Και ο επόμενος στη λίστα μου ήταν…»
«…ο Τζόρμανταρ» είπε η Ναζουάντα αηδιασμένη. «Ήσουν μαζί του όταν του επιτέθηκαν… επιτέθηκαν και σ' εσένα!»
«Μα φυσικά! Ήταν όλο στημένο, μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια! Έπρεπε να μου επιτεθούν… πώς αλλιώς θα πέρναγα απαρατήρητος;! Υπέβαλα ακόμα και την παραίτηση μου απ' το Συμβούλιο, για να σου δείξω πόσο απειλητικοί ήταν οι πάντες γύρω μου! Πρέπει να παραδεχθείς ότι προκάλεσα ένα είδος αναστάτωσης στην ήδη αναστατωμένη ψυχολογία σου. Μάλιστα, για να γίνω πιο πειστικό θύμα, σκηνοθέτησα μια ακόμα απόπειρα δολοφονίας μου, χρησιμοποιώντας κάποιο δηλητήριο πριν λίγες μέρες -στην κατάλληλη δόση βέβαια..»
«Ο Ενδυμίωνας..» είπε η βασίλισσα διακόπτοντας τον απότομα «ομολόγησε ότι προσπάθησε να σε δηλητηριάσει..»
«Και τα κατάφερε. Γιατί ξέρναγα περισσότερη ώρα απ' όσα είχα προγραμματίσει! Αυτός ο άξεστος παραλίγο να με σκοτώσει μόλις έμαθε τι σκοπό έχω. Αλλά ευτυχώς έκανε λάθος στη δοσολογία και η Τριάννα με επανέφερε… Πριν απ' αυτό όμως, ήξερα ήδη ότι θα προσπαθήσει να σε φυλάξει με κάποιον τρόπο. Έπρεπε να του στήσω μια παγίδα… κι αυτή ήταν η κλοπή της τιάρας που θα σου έδινε ο θείος σου. Είχα στείλει να περιμένουν την άμαξα του οι καλύτεροι δολοφόνοι της Ιλίριας και μα την αλήθεια ήταν τόσο καλοί που με ενημέρωσαν πως όλως τυχαίως κι ένα ακόμα άτομο είχε στείλει άντρες στην άμαξα, κάποιο είδος φρουράς που όμως αποδείχτηκε άχρηστο» είπε χαμογελώντας πλατιά. «Δεν ξέρω πως έμαθε για την επίθεση, αλλά μετά απ' αυτό άλλαξα υπηρέτες και αγγελιαφόρους. Η αρχική ιδέα ήταν να κρύψουμε την τιάρα στο δωμάτιο του Ενδυμίωνα αλλά αυτό δε θα βοηθούσε στην ανακάλυψη του. Δε θα έψαχνες ποτέ τα πράγματα του κι έτσι διαλέξαμε έναν μεταφορέα που φημίζεται για την αδιακρισία του και… ιδού τα αποτελέσματα!»
«Η ανάκριση του Ενδυμίωνα… δεν μπορεί να ήταν κι αυτή στημένη! Αν ήσασταν εχθροί, όπως λες, θα έλεγε αμέσως την αλήθεια!»
«Δεν την είπε όμως» γέλασε ο Λόρδος. Ότι κι αν έπινε, τον είχε κάνει πολύ κεφάτο. «Οι ερωτήσεις της Τριάννας ήταν διατυπωμένες έτσι ώστε ο Ενδυμίωνας να έχει την δυνατότητα να παραδοθεί αν το θελήσει. Δεν μπορούσε να σου πει τίποτα για εμένα γιατί ακόμα κι αν προσπάθησε να με δηλητηριάσει, προφανώς δεν ήταν σίγουρος για την ενοχή μου. Έτσι φορτώθηκε όλες τις κατηγορίες –όπως εσύ η ίδια μου αποκάλυψες πριν λίγο- και τώρα απολαμβάνει τις ανέσεις ενός υγρού κελιού όσο εγώ κάθομαι εδώ απειλώντας την ζωή σου. Δεν είναι υπέροχο;»
Σηκώθηκε πάλι όρθιος, πίνοντας κι άλλο απ' το φλασκί κι όταν τελικά φάνηκε πως το άδειασε, το πέταξε με δύναμη πάνω απ' το τραπέζι, προς το μέρος της, σημαδεύοντας την. Εκείνη το απέφυγε και το άκουσε να χτυπάει πάνω σ τον καθρέφτη πίσω της, σπάζοντας τον σε χίλια κομμάτια. Γυρίζοντας τρομαγμένη προς το μέρος του Λόρδου είδε πως η κεφάτη του έκφραση είχε χαθεί και πως την κοίταγε με ασύγκριτο μίσος. «Τώρα καταλαβαίνεις γιατί είμαι ανυπόμονος; Γιατί θέλω να πεθάνεις; Έχεις ιδέα πόσο καιρό με βασανίζει αυτή η εμμονή;»
Είναι τρελός. κατέληξε η Ναζουάντα. Διεστραμμένα ιδιοφυής αλλά τρελός. Επικίνδυνος. Και οπλισμένος. Πώς είχε φτάσει ως εδώ; Πώς τον είχε αφήσει να φτάσει ως εδώ; Πώς…;
Ναζουάντα.
Το μυαλό της της έπαιζε παιχνίδια. Ένιωθε να ζαλίζεται χωρίς λόγο. Έβλεπε τον Λόρδο να κάνει τον κύκλο του τραπεζιού για να φτάσει κοντά της για να…
Ναζουάντα.
Και τώρα τα έχανε τελείως. Άκουγε άγνωστες φωνές να λένε τ' όνομα της… Μια φωνή, μελωδική, σχεδόν μουσική που δεν την είχε ξανακούσει, έλεγε τ' όνομα της… Να ήταν ο άγγελος του θανάτου;
Ναζουάντα, απομακρύνσου απ' τον γυάλινο θόλο και καλύψου με μια απ' τις καρέκλες.
Τότε συνήλθε. Αυτό που άκουγε δεν ήταν παραίσθηση, δεν την καλούσε στο θάνατο, της έλεγε να καλυφθεί κι όση ώρα χασομερούσε ο Λόρδος Τζέζαρε πλησίαζε. Χωρίς να χάσει χρόνο, εμπιστεύθηκε την άγνωστη φωνή, τράβηξε απ' το τραπέζι την δική της καρέκλα, που είχε την μεγαλύτερη πλάτη και την έριξε κάτω. Το βασιλικό κάθισμα ήταν πιο βαρύ απ' τα άλλα κι ο ήχος που έκανε όταν έπεσε στο δάπεδο την έκανε να πεταχτεί προς τα πίσω. Όταν πια την χώριζαν μόνο λίγα μέτρα απ' τον εχθρό της, έσκυψε και χώθηκε κάτω απ' την πλάτη του καθίσματος.
Δεν ήξερε γιατί, αλλά έτσι όπως είχε κουλουριαστεί στο πάτωμα, έκλεισε σφιχτά τα μάτια της και τύλιξε τα χέρια της γύρω απ' τα πόδια της. Κι έτσι όπως ήταν, σαν κουβάρι, μετάνιωσε που δεν κάλυψε και τα αυτιά της, γιατί ένιωσε να την κουφαίνει ο κρυστάλλινος ήχος του γυαλιού που σπάει.
«Προς τι το ενδιαφέρον Ενδυμίωνα;»
Βιαστικό γράψιμο και βιαστική διόρθωση, αλλά ήθελα να το ανεβάσω οπωσδήποτε απόψε .
-Τζέζαρε και όχι Καίσαρας, επειδή και Λόρδος και Καίσαρας, πάει πολύ για κακούργο …
-Όσοι έχουν διαβάσει τη «Σεραφίνα» της Ρεϊτσελ Χάρτμαν, ξέρουν πως προέκυψε η Λαίδη Λουκρητία. Όσοι δεν την έχουν διαβάσει, ας βιαστούν και δε θα το μετανιώσουν.
And last but not least, this chapter is dedicated to Restrained. Freedom who deserves – at least - one line written in English . Thank you!
