ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9

«Δεν ήξερα, ότι σε ψάχνανε.»

Εκεί που το τραγικό συναντά το κωμικό γεννήθηκα εγώ.

Ο Ίαν χαμογελά απαλά, οι αντίχειρες του χαϊδεύουν τις παραυτίδες μου.

«Σε αγαπώ τόσο πολύ.»

«Και εγώ σε αγαπώ.»

Ψιθυρίζουμε, παρότι δεν χρειάζεται.

Τα μάτια του παίζουν στις κόγχες τους και φαίνεται πάλι να διχογνωμείται. Στο τέλος, κάθεται με μία ανάσα δίπλα μου. Στρέφω το κορμί μου προς τα εκείνον, έτσι μπόγος όπως έχω γίνει, τυλιγμένη με κάθε δυνατή έννοια.

«Σου είπα ψέματα.»

Ψεύτης.

«Δηλαδή;»

Κυνηγάω το βλέμμα του με το δικό μου, αλλά το αποφεύγει.

«Ξέρω ποιος σκότωσε την μητέρα μου.»

«Ποιος;»

«Οι Ερεβίτες.»

«Η θρησκευτική σέκτα;»

Για ποιο λόγο; Η Πάνσυ ήταν ούτως ή άλλως μέλος τους.

Ο Ίαν κουνάει το κεφάλι του αρνητικά.

«Όχι, αυτοί οι Ερεβίτες, Λιλς.»

Το μυαλό μου χορεύει κουτσό. Ένα πλακάκι, δύο πλακάκια, τρία πλακάκια. Οι σκέψεις μου μπουρδουκλώνονται και συγκρούονται άτσαλα. Καταλήγουν σε βρώμικο και τραχύ έδαφος.

«Οι, οι, οι άλλοι οι Ερεβίτες; Οι κανονικοί;»

Η έκφραση του είναι η απάντηση μου.

«Αυτοί σκότωσαν την μητέρα σου;»

Κατανεύει.

«Και την οικογένεια σου;»

Κατανεύει ξανά.

Αισθάνομαι λες και έχω φάει καρπαζιά με τηγάνι. Προσπαθώ να ξετυλιχτώ και να σηκωθώ, αλλά καταφέρνω να μπουρδουκλωθώ χειρότερα. Σκάω στο πάτωμα σαν γιουβαρλάκι και παλεύω με τα σκεπάσματα να ξεκουβαριαστώ. Κατορθώνω μετά δυσκολίας να σταθώ στα δύο μου πόδια και με τα χέρια μου ακόμα μαγκωμένα χοροπηδάω προς την πόρτα. Ο Ίαν βρίσκεται στον δρόμο μου.

«Τι κάνεις; Πού πας;»

«Πάω να το πω στον πατέρα μου.»

«Λίλι, δεν μπορείς να το πεις στον πατέρα σου!»

«Ίαν, αν αυτοί οι, οι, εξωγήινοι, τέλος πάντων, μπορούν να έρθουν εδώ, πρέπει να το ξέρει. Πρέπει να προστατευτούμε, δεν ξέρουμε τι είναι ικανοί να κάνουν. Ή μάλλον ξέρουμε επακριβώς τι μπορούν να κάνουν. Να σκοτώσουν εν ψυχρώ! Δεν έχει να κάνει μόνο με εσένα πια.»

«Ακριβώς μόνο με εμένα έχει να κάνει!»

Ανεβάζει τον τόνο της φωνής του και σκαλώνω.

Βίαιες αντιδράσεις.

Συνήθως είναι τόσο κοντρολαρισμένος που η τωρινή απουσία ελέγχου του με αποσυντονίζει. Σε αυτό το χρονοδιάστημα το μυαλό μου αποκωδικοποιεί επιτέλους τα λεγόμενα του.

«Το ήξερες. Είπες, ότι το ήξερες. Ήξερες, ότι αυτοί σκότωσαν την μητέρα σου.»

Καταπίνει και παρατηρώ τα μηλίγγια του να συσπώνται.

«Γιατί δεν μου το είπες; Γιατί δεν μου είπες τίποτα;»

Πισωπατά μερικά βήματα. Κάθεται στην άκρη του κρεβατιού με το κεφάλι κατεβασμένο.

«Ίαν, πες μου.»

«Γιατί φοβόμουν, ότι θα με αφήσεις.»

Δόλιους σκοπούς. Παραπλάνηση της πραγματικότητας.

«Θεώρησα, ότι αποκαλύπτοντας σου την αλήθεια για τον πατέρα μου και όλο το θέατρο που έπαιξα εις βάρος σου θα ήταν αρκετό, για να σε απομακρύνει. Αλλά ταυτόχρονα ήλπιζα να μην ήταν.»

Με κοιτάζει κάτω από τα ματόκλαδα του.

«Όταν ήρθες στον πύργο της αστρονομίας, στο είπα. Στο είπα ότι μετά από αυτό δεν υπάρχει γυρισμός. Δεν γινόταν να μείνω μακριά σου πια. Νόμιζα, ότι ήμουν ικανός να σε προστατέψω.»

Σηκώνεται όρθιος και έρχεται κοντά μου. Μειδιά στραβά, με πικρία.

«Είμαι ό,τι χειρότερο σου έχει συμβεί.»

Απλώνει το χέρι του και με χαϊδεύει στο πρόσωπο.

«Αλλά δεν άντεχα να μην σε δω για μία τελευταία φορά.»

Συναγερμός στο κρανίο μου. Οι πληροφορίες άπειρες, μα σκοντάφτω σε αυτήν την μία.

«Τι πάει να πει αυτό; Τι πάει να πει τελευταία φορά;»

«Συγγνώμη. Συγγνώμη για όλα.»

Παλεύω να απελευθερωθώ από τα σκεπάσματα και το παλτό που έχει τυλιχτεί γύρω από το κορμί μου σαν βόας, ενώ εκείνος συνεχίζει να μου ζητάει απελπισμένα συγγνώμη.

«Συγγνώμη που σε τράβηξα σε όλο αυτό. Συγγνώμη που δεν ήμουν πιο δυνατός για να σε κρατήσω μακριά.»

«Ααααα!» φουρκίζομαι.

Με μία μου σκέψη πάπλωμα και καμπαρντίνα γίνονται κομματάκια. Ορμάω επάνω του και τον γραπώνω από την μπλούζα. Παρατηρώ τα χείλη του να ανοιγοκλείνουν, μα δεν έχω αυτιά να ακούσω τι λέει.

«Δεν θα μου το κάνεις αυτό, καταλαβαίνεις; Δεν πρόκειται να μου το κάνεις αυτό. Δεν είσαι μόνος σου σε αυτήν την σχέση. Στον πύργο της αστρονομίας σου είπα και εγώ κάτι, το θυμάσαι; Θα σε σκοτώσω έτσι και μου φύγεις. Θα σε σκοτώσω, έτσι και μου φύγεις. Μα τω Μέρλιν, θα το κάνω. Δεν θα προλάβουν οι Ερεβίτες να σε βρουν, θα το κάνω εγώ!»

Τον ταρακουνάω με δύναμη που δεν με είχα για ικανή.

«Δεν με τράβηξες πουθενά, ακούς; Μαζί είμαστε σε αυτό.»

«Εγώ τους κάλεσα!»

Χρειάζεται να με πιάσει από τους ώμους και να μου φωνάξει, για να αντιληφθώ τι λέει.

Το βλέμμα του σαρώνει το πρόσωπο μου, σάμπως και προσπαθεί να το ιχνογραφήσει. Ύστερα κατεβάζει τα χέρια του από πάνω μου. Στέκεται μπροστά μου, ούτε μισό βήμα απόσταση, και όμως αισθάνομαι να υψώνεται ανάμεσα μας αόρατος τοίχος.

«Εγώ τους κάλεσα,» επαναλαμβάνει, πιο ήρεμα.

Ο μικρός μου ο εγκέφαλος παλεύει να βάλει τα ερεθίσματα σε μία σειρά.

«Τι πάει να πει αυτό;» ψελλίζω.

«Όχι, ηθελημένα. Δεν ήξερα τι θα συμβεί. Όταν, ωστόσο, βρέθηκα σε αυτό το σπίτι, με αυτούς τους ανθρώπους… δεν, δεν μπόρεσα να συγκρατηθώ. Πάλεψα να παραμείνω ψύχραιμος, να διατηρήσω τον αυτοέλεγχο μου, μα από την στιγμή που πάτησα το πόδι μου εκεί, μού ήταν αδύνατον. Ειδικά, όταν η Αντουανέτα μάς οδήγησε στο δωμάτιο του Περσέα. Δεν είχε μετανιώσει, Λιλς. Μπορούσα να το αισθανθώ απόλυτα. Πέθαινε και δεν είχε μετανιώσει στιγμή για όλα όσα είχε κάνει στην ζωή του. Και ήταν πολλά, πίστεψε με. Τα είδα όλα σαν σε ταινία. Και είχε το θράσος να αποκληρώσει την μητέρα μου. Δεν τον ένοιαζε για εμάς, το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να μην περάσει η περιουσία του σε ξένα χέρια. Και το χειρότερο ήταν,» παίρνει μία ανάσα, « το χειρότερο ήταν, πως περισσότερο από όλους έβλεπε εμένα σαν συνεχιστή του. Επειδή, όπως ανέμενε, θα παντρευόμουν μία Πότερ. Σκόπευε να με βάλει να ορκιστώ, ότι θα μπορούσα να πάρω την περιουσία του, μόνο αν σε παντρευόμουν και σε άφηνα έγκυο μέσα σε δύο χρόνια. Το διανοείσαι; Με έβλεπε σαν θρεφτάρι προς αναπαραγωγή. Ήταν καθαρός εκβιασμός, Λιλς, γιατί, γιατί μόνο σε αυτήν την περίπτωση θα μπορούσαν και τα αδέρφια μου να πάρουν το δικό τους μερίδιο. Βλέπεις εκείνοι δεν είχαν διπλαρώσει αριστοκρατία. Φανταζόταν, ότι πολύ πιθανόν να μην δεχόμουν διαφορετικά και έτσι θα με κρατούσε στο χέρι. Και είχε δίκιο. Γαμώτο του, είχε δίκιο!»

«Τα αδέρφια σου…»

Δεν τολμώ να ολοκληρώσω την ερώτηση μου.

«Τους χρωστάω, είπαν. Ότι εκείνοι ουσιαστικά με μεγάλωσαν. Τώρα που μπορώ να τους το ξεπληρώσω, δεν γίνεται να τους γυρίσω την πλάτη. Ούτως ή άλλως είσαι με την Λίλι, είπαν. Θα παντρευτείτε κάποια στιγμή, θα κάνετε παιδί κάποια στιγμή. Τι πειράζει να γίνει λίγο νωρίτερα; Τόσο ξεπουλημένος, καταλαβαίνεις. Για αυτούς, τόσο ξεπουλημένος.»

Τα μάτια του έχουν κοκκινίσει.

«Δεν μιλούσα, δεν είπα τίποτα. Ένιωθα, ωστόσο, το αίμα μου να βράζει. Χειρότερα, αισθανόμουν κάτι να μαζεύεται και να θεριεύει μέσα μου, σαν μία δύναμη που κόχλαζε κάτω από το δέρμα μου. Δεν ήξερα, τι θα γίνει, όταν θα την απελευθέρωνα. Απλά, ήξερα ότι θα γίνει κάτι κακό.»

Σιωπή, για λίγο.

«Το έκανα. Την απελευθέρωσα και τότε εμφανίστηκαν οι Ερεβίτες. Ήταν δύο, μαύρες φιγούρες, δεν είχαν χαρακτηριστικά, σκιές. Δεν πρόλαβα να κάνω τίποτα. Από την μία στιγμή στην άλλη όλοι είχαν πέσει νεκροί. Τρομοκρατήθηκα, πίστευα, ότι θα σκότωναν και εμένα. Ήταν πολύ ισχυροί, το ένιωθα. Αλλά απλά εξαφανίστηκαν όσο ξαφνικά είχαν έρθει.»

«Μπορεί να ήταν σύμπτωση,» ασθμαίνω.

Κουνάει το κεφάλι του αρνητικά.

«Εγώ τους κάλεσα εκεί. Σκότωσαν, επειδή εγώ ήθελα να σκοτώσουν. Σκότωσαν την μητέρα μου, επειδή εγώ την μισούσα.»

«Ίαν, τι…»

Δεν ξέρω τι θέλω να πω, να ρωτήσω, πώς να αντιδράσω. Με προλαβαίνει εκείνος.

«Το ήξερε. Η μάνα μου. Το ήξερε πριν από εμένα, πριν καν διαπιστώσω εγώ ο ίδιος τι ήμουν ικανός να κάνω. Με φοβόταν. Όταν κατάλαβε τι δυνάμεις είχα. Ξεκίνησαν σταδιακά, μετά τα 15 μου. Υποπτευόταν, ότι με την ενηλικίωση μου θα κορυφώνονταν. Δεν μου τα είπε όλα αυτά. Τα διάβασα στο ημερολόγιο της, κρυφά. Εκεί έμαθα και για τους Ερεβίτες. Η ίδια δεν μου είχε πει τίποτα από μόνη της. Και για αυτό ψέματα σου είπα. Την ξεμπρόστιασα. Απαίτησα να μάθω ποιος ήταν ο πατέρας μου. Τι από αυτά που έγραφε ήταν αλήθεια. Γιατί πίστευε, ότι μπορούσα να της κάνω κακό; Έγινε έξαλλη. Το μπάσταρδο της κόλασης. Έτσι με αποκάλεσε, πριν με διώξει. Ήταν η τελευταία φορά που την είδα. Με έστειλε στο Μεξικό, όσο πιο μακριά από εκείνη γινόταν. Από ότι φαίνεται δεν ήταν αρκετά μακριά. Την σκότωσα όπως και να είχε. Με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο.»

«Δεν μπορείς να το ξέρεις, δεν μπορείς, δεν μπορείς.»

Δεν είμαι σίγουρη ποιον από τους δυο μας παλεύω περισσότερο να πείσω.

«Λίλι…»

«Όχι!»

«Λίλι…»

«Όχι, όχι!»

«Λίλ…»

Τον κατεβάζω απότομα στο ύψος μου και κατακτώ το στόμα του με όλο μου το είναι.

Ακαταμάχητη γοητεία. Ισχυρή πειθώ.

Ο πατέρας μου έχει δίκιο. Ο Ίαν δεν είναι φυσιολογικός. Είναι επικίνδυνος. Μα εγώ είμαι πιο επικίνδυνη. Γιατί αυτήν την τρέλα την θέλω για δικιά μου. Αυτήν την παράνοια την διεκδικώ για εμένα. Ο Ίαν είναι αυτός που είναι. Εγώ τον επιλέγω. Επιλέγω εκείνον. Έστω και αν με χειραγωγεί ψυχολογικά. Ακόμα και αν με εκβιάζει συναισθηματικά. Αποδέχομαι μέχρι και αυτήν την πιθανότητα. Αγαπώ όλους τους τρόπους που με ελέγχει. Αγαπώ το άγνωστο και το απρόσμενο, την αναρχία και την ασυδοσία που ενέχει. Για χάρη του αγαπώ όλη την ζωή και όλο τον θάνατο. Αυτό με καθιστά ελεύθερη και αυτό με καθιστά επικίνδυνη.

«Λιλς…»

«Σσσς,» σταματώ τις ενστάσεις του με τα ακροδάχτυλα μου. «Σε αγαπάω. Δεν έχει αλλάξει αυτό. Δεν θα αλλάξει ποτέ.»

Τον φιλάω ξανά, σφραγιστικά.

«Ακόμα και να είναι αλήθεια αυτό που λες, που εγώ πιστεύω ότι δεν είναι, απλά δεν ξέρουμε ακόμα όλα τα κομμάτια του παζλ και βλέπουμε διαστρεβλωμένη την εικόνα, ακόμα και αλήθεια, όμως, να είναι, ακόμα και αν εσύ κάλεσες τους Ερεβίτες και σκότωσαν για εσένα όπως λες, δεν με νοιάζει. Δεν με πειράζει. Δεν πρόκειται να μου κάνεις κακό. Το ξέρω.»

Δεν το ξέρω. Δεν είμαι σίγουρη πλέον, ότι μπορεί να ελέγξει τις δυνάμεις του. Δεν του το λέω. Έστω και έτσι, δεν φεύγω από κοντά του.

Κάνει ένα βήμα προς τα πίσω και απαρνείται την αγκαλιά μου.

«Δεν μπορώ να μείνω, Λιλς. Δεν μπορώ να το διακινδυνεύσω να είμαστε στον ίδιο χώρο. Άλλωστε με κυνηγάνε για δολοφονία. Πρέπει να φύγω, να εξαφανιστώ. Πριν με πιάσουν.»

Γνέφω καταφατικά.

«Έχεις δίκιο. Μπορείς να μας μεταφέρεις και τους δύο στον χωροχρόνο; Όχι, δεν μπορείς. Λοιπόν, φύγε εσύ, πες μου πού θα πας και μερικές ημέρες μετά που θα καταλαγιάσουν λίγο οι υποψίες του πατέρα μου θα έρθω να σε βρω.»

«Λίλι, όχι!»

Η αποφασιστικότητα του σκίζει την καρδιά μου στα δύο. Τώρα συνειδητοποιώ πλήρως τι συμβαίνει. Τι πρόκειται να συμβεί.

«Δεν θα με αφήσεις! Δεν θα με αφήσεις!»

Μαγκώνομαι από επάνω του.

«Δεν μπορείς να με αφήσεις. Δεν μπορείς να το κάνεις! Άλλαξες την ζωή μου, εμένα, εμένα, με άλλαξες. Δεν θα με αφήσεις τώρα. Πώς μπορείς να με αφήσεις; Πώς μπορείς; Με αγαπάς! Με αγαπάς!»

Κλαίω και σπαράζω, ενώ το δικό του πρόσωπο είναι τόσο ήρεμο. Παγωμένο.

«Ήμουν αφελής να πιστέψω, ότι θα τα καταφέρναμε,» λέει χαμηλόφωνα. «Πες, ότι αυτό που ζήσαμε ήταν όνειρο, ότι δεν συνέβη ποτέ. Μίσησε με, αν αυτό στο κάνει πιο εύκολο. Από την αρχή το μίσος σου ήταν αυτό που αποζητούσα. Συγγνώμη που τελικά με αγάπησες. Δεν ήθελα να παραδεχτώ πόσο επικίνδυνο είναι. Να με αγαπάει κανείς.»

«Δεν με ενδιαφέρει!»

«Χάνω το μυαλό μου, το καταλαβαίνεις;» φωνάζει ξαφνικά. «Στην σκέψη, ότι μπορεί να σε... Σε αγαπάω υπερβολικά πολύ, πιο πολύ από εμένα. Πρέπει να επιβιώσεις, δεν έχω την πολυτέλεια να σε χάσω. Είσαι ό,τι καλό πέρασε ποτέ από την ζωή μου. Το μόνο καλό. Πρέπει να επιβιώσεις, πρέπει να υπάρχεις, η απόδειξη μου, η απόδειξη, ότι δεν τραβούσα μόνο το κακό και το σκοτάδι. Ότι ακόμα και το μπάσταρδο της κόλασης έζησε το θαύμα να αγαπηθεί.»

Με κλείνει στην αγκαλιά του και είναι ταυτόχρονα απτή παρηγοριά και βασανιστική υπενθύμιση. Ικετεύω τον χρόνο να παγώσει, αλλά αντίθετα όταν απομακρυνόμαστε είμαι δεκαετίες γηραιότερη.

«Δεν πρόκειται να το δεχτώ,» αρνούμαι πεισματικά. «Δεν πρόκειται να συμφωνήσω. Αν θέλεις, χώρισε μόνος σου. Εγώ δεν χωρίζω.»

Με φιλάει και η γεύση του είναι αρμυρά δάκρυα. Αισθάνομαι κάψιμο σε όλο το κορμί μου. Δεν χρειάζεται να ανοίξω τα μάτια μου, για να καταλάβω ότι έχει φύγει. Όταν το κάνω, παρατηρώ ότι ο αριστερός μου καρπός είναι γυμνός. Το βραχιόλι από δέρμα νυχτερίδας, δώρο του και υπενθύμιση του, έχει εξαφανιστεί μαζί με εκείνον.


Δυσκολεύτηκα με αυτό το κεφάλαιο. Λίγο πριν το ανεβάσω το έσβησα και το ξανάγραψα σχεδόν ολόκληρο. Όμως πιστεύω το αποτέλεσμα με δικαιώνει. Πώς σας φαίνεται; Ελπίζω πραγματικά να σας αρέσει!

Προς Μαριλένα: Μάλλον την άφησε στην απέξω εν τέλει!

Προς Ντορίνα: Χαχα, πολύ μου αρέσει που περιμένεις για το κεφάλαιο μου, με κάνει τόσο χαρούμενη! Όπως και ότι το βλέπεις και εσύ ως παρέα. Το Παρεάκι της Πέμπτης, θα μπορούσαμε να κάνουμε γκρουπ στο φατσοβιβλίο, χαχα! Η ερώτηση μου ίσως αποκαλυφθεί παρακάτω ;)

Προς Κωστή: Αναρχικό καθικάκι, δεν λες τίποτα!

Προς Μαρίνα: Power couple ή όχι τελικά;

Προς Νέλι: Απότομα δεν λες τίποτα!

Ίσως να θέλετε να μου πετάξετε κανένα τούβλο σήμερα, αλλά αλήθεια τι πιστεύετε να γίνει από εδώ και πέρα και πώς την κρίνετε την αντίδραση του Ίαν; Δικαιολογημένη;

Μέχρι την επόμενη φορά,

ΧΧΧ