ΦΗΜΕΣ ΛΕΝΕ

Λες να το έκαναν ο Άλμπους με τον Ραντίρι; Μπα. Ο Άλμπους με τίποτα. Δεν θα πλήγωνε με τέτοιο τρόπο την Ρόουζ. Ο Ραντίρι; Τόσο κακοπροαίρετος δεν είναι. Ποιος όμως άλλος είχε πρόσβαση στα πράγματα μου;

«Πάντως δεν θα του το είχα καθόλου,» σχολίασε η Ρόουζ.

Ο Σκόρπιους έριξε μία ματιά πάνω από τον ώμο του προς το σημείο όπου κοιτούσε εκείνη. Είδε τον Ραντίρι να συζητά χαμογελώντας με τον ξάδερφο του, Τέντυ Λούπεν.

«Μερικές φορές τα φαινόμενα απατούν,» μουρμούρισε γενικά και ύστερα στράφηκε ξανά προς το μέρος της. «Όμως μην ασχολούμαστε άλλο με αυτήν την ιστορία. Μου έχεις λείψει αφάνταστα,» μινύρισε και χώθηκε στον λαιμό της.

«Κάτι κατάλαβα το απόγευμα στο δωμάτιο σου,» γέλασε πονηρά η Ρόουζ.

«Και δεν είδες τίποτα ακόμα,» ψέλλισε και της άφησε ένα μικρό φιλί κάτω από το αυτί.

Την κοίταξε πάλι στα μάτια.

«Τα έπαιξα όταν ξύπνησα και δεν σε βρήκα. Όταν φτάσαμε εδώ, άρχισα να σε ψάχνω σαν τρελός.»

«Συγνώμη, δεν έπρεπε να φύγω έτσι,» παραδέχθηκε η Ρόουζ. «Αλλά εκείνη την στιγμή ένιωσα την γη να φεύγει κάτω από τα πόδια μου. Αισθάνθηκα ότι σε χάνω. Δεν έχω τρομάξει ποτέ άλλοτε τόσο πολύ στην ζωή μου. Ταυτόχρονα θύμωσα, επειδή πίστεψα πως με κοροϊδεύεις. Στενοχωρήθηκα, λυπήθηκα, όλα μαζί. Ήμουν ένα ράκος. Δεν μπορούσα να σε αντιμετωπίσω τότε. Τουλάχιστον όχι χωρίς να τσακωθούμε.»

«Το ξέρω,» της απάντησε κολλώντας το μέτωπο του στο δικό της και μπλέκοντας τα χέρια τους μεταξύ τους. «Όμως τώρα είμαστε πάλι καλά, μαζί.»

«Μαζί,» υποτονθόρυσε η Ρόουζ και έκλεισε τα μάτια της για να δεχτεί το φιλί του.

Ο Σκόρπιους πήρε τα χείλη της στα δικά του και πίεσε την γλώσσα του πάνω τους ανοίγοντας τα για εκείνον. Βρήκε την δική της γλώσσα και άρχισε να την μαλάζει με έναν λιγωτικό ρυθμό. Είχε σχεδόν ξεχάσει ότι βρίσκονταν στο σπίτι των Πότερ μπροστά στις οικογένειες τους και πως ο πατέρας της μπορεί να τους είχε ήδη εντοπίσει παρόλο τον κόσμο και να σχεδίαζε την αργή και βασανιστική εξόντωση του. Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να ξεχάσει όλο τον χρόνο με την γεύση της.

«Σταματήστε να φιλιέστε για λίγο και ξεκινήστε να τρώτε. Ο μπουφές είναι έτοιμος.»

Ο Σκόρπιους απομακρύνθηκε εξαναγκαστικά από την Ρόουζ για να αντικρίσει την Λίλι να τους κοιτά με ένα βλέμμα απηύδησης που μεταφραζόταν σε είστε ελεεινοί και σιχαμένοι και έχω βαρεθεί να σας βλέπω να σαλιαρίζετε. Χαμογέλασε σαρδόνια και χωρίς να αφήσει το χέρι της αγαπημένης του ακολούθησε την μικρή ξαδέρφη της Ρόουζ στην άλλη άκρη της αίθουσας, όπου βρισκόταν στολισμένο το τραπέζι με την πληθώρα των φαγητών.

«Τι έγινε, Πότερ; Ζηλεύουμε;» την πείραξε καλοκάγαθα.

Εκείνη του έριξε μία δολοφονική ματιά και χάθηκε από μπροστά τους εξαφανιζόμενη μέσα στο πλήθος.

«Τι είπα;» ρώτησε απορημένα την Ρόουζ.

«Ε, εσύ τι λες;» του ανταπάντησε εκείνη σηκώνοντας δεικτικά το αριστερό της φρύδι. «Της λείπει ο Άλεξ.»

«Ακόμα κολλημένη με τον Γουντ;» παρατήρησε ο Σκόρπιους με έκπληξη.

«Ακόμα,» επιβεβαίωσε με συγκατάβαση η Ρόουζ.

Πριν ωστόσο προλάβει να διερωτηθεί λεπτομερέστερα για την σχέση της μικρότερης ξαδέρφης της Ρόουζ με τον πρώην συμμαθητή τους που από όταν τελείωσε το σχολείο είχε αποφασίσει να ρίξει μαύρη πέτρα πίσω του και να ψάξει να βρει τον εαυτό του και το μέλλον του σε κάθε ξεχασμένη γωνιά του πλανήτη, ένα χέρι ήρθε και τον χτύπησε δυνατά στον ώμο. Ο Σκόρπιους στράφηκε απότομα και ήταν έτοιμος να βρίσει τον ιδιοκτήτη του χεριού – έπρεπε κάπου να ξεσπάσει την οργή και τα τεντωμένα νεύρα που του είχαν συσσωρευτεί όλη την προηγούμενη ώρα – όταν αντίκρισε το μελαμψό πρόσωπο του κολλητού του και πρώτου ξαδέρφου του.

«Τι κάνεις, ρε απροσάρμοστε;» τον χαιρέτισε με τον πάντα ευγενικό του τρόπο ο Φραντσέσκο Ζαμπίνι.

Ο Σκόρπιους χαμογέλασε στραβά και αγκάλιασε με το ένα χέρι τον παιδικό του φίλο.

«Καλά είμαι, βλαμμένε. Εσύ;»

Ο ξάδερφος του από την αποφοίτηση τους και έπειτα είχε αναλάβει την επιχείρηση του πατέρα του που ειδικευόταν στο εμπόριο, όπως ακριβώς και των Μάλφοϋ. Οι δύο εταιρείες είχαν μάλιστα χωρίσει τα πεδία ενδιαφέροντος τους, ώστε να μην συγκρούονται τα συμφέροντα τους. Πολλοί στον μαγικό κόσμο τούς κατηγορούσαν εξαιτίας αυτού για διαπλοκή και εφαρμογή μονοπωλιακών συμπεριφορών, αλλά κανενός το αυτί από τις δύο οικογένειες δεν ίδρωνε. Ήταν άλλωστε ήρωες του πολέμου και κολλητοί με τον Χάρυ Πότερ και τους Γουίζλη. Με λίγα λόγια η αφρόκρεμα της μαγικής κοινότητας.

«Καλά,» απάντησε ο Φραντσέσκο με το γνωστό κουλ ύφος του. «Ο πατέρας μου με έχει χώσει γερά στην δουλειά, όμως σήμερα κατάφερα και του ξέφυγα για μία ημέρα. Του λέω έρχεται ο πρώτος μου ξάδερφος, το αίμα μου, δεν γίνεται να μην βγούμε να το κάψουμε.»

Ο Σκόρπιους πήρε μία συνοφρυωμένη έκφραση.

«Τι να κάψουμε;»

«Το πελεκούδι, φίλε μου. Το πελεκούδι,» του έκλεισε συνωμοτικά το μάτι.

Ύστερα στράφηκε στην Ρόουζ και την έκανε μία μεγάλη αγκαλιά.

«Είδες πως μεγάλωσε το μωρό σου,» ρώτησε πονηρά τον Σκόρπιους κρατώντας ακόμα την Ρόουζ από την μέση.

Ο Σκόρπιους ήξερε ότι ο Ζαμπίνι έβρισκε ξεκαρδιστική την τάση του να ζηλεύει και δεν έχανε ευκαιρία να τον κουρδίζει ψευτοφλερτάροντας με την Ρόουζ. Παρόλα αυτά αυτό δεν εμπόδιζε τον ξανθό μάγο να νευριάζει στα αλήθεια και να γίνεται μάλιστα και επιθετικός απέναντι στον ξάδερφο του. Ειδικά τώρα και μετά τον μικρό τσακωμό του με την Ρόουζ δεν ήθελε πολύ περισσότερο για να τσιτώσει. Με βλοσυρό βλέμμα έπιασε την κοκκινομάλλα κοπέλα από το χέρι και την τράβηξε κτητικά στην αγκαλιά του και μακριά από τον μελαμψό νεαρό.

«Αν δεν θες να κάνεις μαγικά με το στόμα,» γρύλλισε απειλητικά, «κράτα τα κουλά σου για τις γκόμενες σου.»

Ο Φραντσέσκο γέλασε δυνατά με την αναμενόμενη συμπεριφορά του φίλου του. Μέχρι και η Ρόουζ χαμογέλασε διακριτικά και τον φίλησε απαλά στο μάγουλο για να εξευμενίσει τον θυμό του. Ευτυχώς είχε αποδεχθεί την αθεράπευτη ζήλεια του και τις περισσότερες φορές ήξερε να την διαχειρίζεται χωρίς να την πειράζει. Σε ορισμένες περιπτώσεις μονάχα ο Σκόρπιους είχε ξεφύγει τόσο από τον έλεγχο, ώστε την είχε κάνει πραγματικά έξω φρενών. Αυτές τις φορές δεν δίσταζε να την ικετεύει να τον συγχωρέσει μέχρι και γονατιστός.

«Βλέπω κάποια πράγματα δεν αλλάζουν ποτέ, κολλητέ,» σχολίασε σαρδόνια ο Φραντσέσκο. «Ανυπομονώ να βγούμε το βράδυ. Θα γελάσω πολύ είμαι σίγουρος έτσι όπως θα γίνεις Τούρκος με όλους αυτούς που θα πάνε να την πέσουν στην Ρόουζ.»

Ο Σκόρπιους ήταν έτοιμος να του απαντήσει κανένα Γαλλικό, όταν κάτι άλλο τράβηξε την προσοχή του.

«Ποιο βράδυ;» απόρησε.

Τα μαύρα μάτια του Φραντσέσκο γυάλισαν προκλητικά.

«Τι νόμιζες, φίλε μου; Πρώτη ημέρα έξω και δεν θα σε πηγαίναμε τσάρκα; Το έχουμε κανονισμένο καιρό τώρα. Έχουμε κλείσει πριβέ και λοιπά.»

Ο Σκόρπιους έγρουξε δυσαρεστημένος. Ο μόνος τρόπος που ήθελε να περάσει το βράδυ του ήταν χωμένος ανάμεσα στα πόδια της Ρόουζ. Βέβαια, ήξερε ότι αυτό δεν θα γινόταν ούτως ή άλλως, εφόσον ο πατέρας της αποκλείεται να της επέτρεπε να κοιμηθεί στο σπίτι του ή χειρότερα να κοιμηθεί ο Σκόρπιους στο δικό τους. Επομένως, ίσως ο μόνος τρόπος να την έχει περισσότερη ώρα κοντά του και απείρως πιο ελεύθερα από ότι μπροστά σε όλη την οικογένεια της ήταν να ακολουθήσει το σχέδιο του βλαμμένου.

«Και ποιοι το κανονίσατε όλο αυτό;» ζήτησε να μάθει.

Μπορεί κάποια στιγμή στο μέλλον να αποφάσιζε να τους εκδικηθεί. Να μην είχε ένα πάτημα;

«Ποιοι άλλοι; Εγώ με τον Τζέιμς. Θα περάσουμε τέλεια, θα δεις. Θα έρθουν και ο Άλμπους με την Λίλι και οι δύο Φι και ο Γκιντεόν και εννοείται και αυτός ο καινούργιος σου φίλος, ο Ραντίρι. Μου τον σύστησε ο Άλμπους. Γαμώ τα παιδιά φαίνεται.»

Ο Σκόρπιους έγνευσε καταφατικά. Όντως ο Ραντίρι ήταν πολύ τυπάς. Ήταν δεδομένο πως θα κολλούσε με την παρέα του Σκόρπιους. Τώρα που το σκεφτόταν καλύτερα, ίσως τελικά αυτή η ιδέα του Ζαμπίνι να μην ήταν και τόσο άσχημη. Θα κατάφερνε να μεθύσει τον Άραβα τόσο πολύ, ώστε να ξεχάσει όλο το φιάσκο με την Ρόουζ και να μην αναφέρει ξανά τίποτα.

«Εντάξει,» δέχτηκε κερδίζοντας ένα αστραποβολούν χαμόγελο από τον ξάδερφο του.

Θα έπρεπε να το περιμένει, πως θα μετάνιωνε οικτρά την συγκατάθεση του. Φυσικά, δεν έφταιγε ο Φραντσέσκο αυτός καθαυτός, όμως όταν έκλεινε πριβέ στο πιο διάσημο κλαμπ του μαγικού Λονδίνου ήξερε τι έκανε. Τουτέστιν ότι θα έπεφταν μούρη με μούρη με γνωστούς και ξεχασμένους. Μόνο ο αγέννητος έλειπε από το μαγαζί. Βέβαια, τον Σκόρπιους δεν τον πείραζαν καθόλου οι παλιοί γνώριμοι βγαλμένοι από το μπαούλο του παρελθόντος. Σε αυτούς είπε ένα-δυο γεια και έξω από την πόρτα. Όχι, αυτοί που τον πείραζαν δεν ήταν καθόλου παλιοί και καθόλου ξεχασμένοι. Ήταν καινούργιοι και πρόδιδαν τις διαθέσεις τους από χιλιόμετρα μακριά.

«Α, τα παιδιά!»

Δεν είχαν φτάσει παρά μερική ώρα, όταν η Ρόουζ πετάχτηκε όρθια από τον καναπέ και κούνησε χαρούμενα το χέρι σε μία συστάδα ανθρώπων.

«Ποιοι είναι αυτοί;» ζήτησε να μάθει ο Σκόρπιους καθώς εκείνοι άνοιγαν χώρο προς το μέρος τους.

«Οι φίλοι μου από το Πανεπιστήμιο. Θα μείνουν Αγγλία για τις διακοπές και τους προσκάλεσα σήμερα. Να τους γνωρίσεις κιόλας.»

Η Ρόουζ του είχε μιλήσει για τους φίλους της από το Πανεπιστήμιο. Συγκεκριμένα για την Τζουλς, την οποία και αναγνώρισε αμέσως. Ήταν μία ψηλή και λυγερόκορμη κοπέλα με υπέροχο πρόσωπο και μεγάλα, αστραφτερά μάτια. Η Ρόουζ έκανε τις συστάσεις.

«Επιτέλους σε γνωρίζω και από κοντά,» του είπε στο αυτί φωνάζοντας πάνω από την δυνατή μουσική. «Η Ρόουζ μας έχει ζαλίσει μαζί σου.»

Ο Σκόρπιους την λάτρεψε αμέσως.

Δεν μπορούσε να πει το ίδιο και για τους υπόλοιπους. Η άλλη κοπέλα, η Χάνα, φαινόταν από μακριά πως ζήλευε τους πάντες και τα πάντα. Ήταν το είδος ανθρώπου που εξαιτίας την ανασφάλειας της θεωρούσε ότι μπορούσε να αναδειχθεί μόνο όταν μείωνε τους άλλους. Περισσότερο ωστόσο από όλους του την έσπασε ο τρίτος της παρέας, ο Έλι. Ξανθός, ψηλός, γυμνασμένος, με γαλάζια μάτια και κάτασπρα δόντια ήταν η προσωποποίηση κάθε εφιάλτη που έχει ένας άντρας όταν φοβάται ότι κάποιος θα την πέσει στην κοπέλα του. Κυρίως όταν αυτός ο εφιάλτης την έπεφτε όντως στην κοπέλα του. Δεν έκανε κάποια κίνηση επί τούτου, αλλά ο Σκόρπιους δεν έτρωγε κουτόχορτο. Τα βλέμματα που αντάλλαξαν εξ αρχής ήταν δηλωτικά.

Ώστε εσύ είσαι ο περιβόητος γκόμενος.

Και εσύ ο λιγούρης που μου σκάφτει τον λάκκο.

Καλός είσαι, δεν λέω, αλλά εγώ είμαι καλύτερος.

Κάνε όρεξη, Στρουμφάκι. Η Ρόουζ είναι δικιά μου.

Για να επισημάνει ακόμα περισσότερο την υπεροχή του και να εδραιώσει την κυριαρχία του αγκάλιασε το χέρι του γύρω από την μέση της Ρόουζ προσαρμόζοντας το κορμί της κτητικά επάνω στο δικό του. Η σημασία της κίνησης του δεν πέρασε απαρατήρητη. Φάνηκε ολοκάθαρα στην έκφραση του Αμερικανοπολωνέζου – τι σκατά ήταν. Προσπάθησε να το παίξει χαλαρός και να διατηρήσει την ανωτερότητα του, μα ο Σκόρπιους είχε και άλλον άσο στο μανίκι του. Σκύβοντας προς το μέρος της Ρόουζ κέρδισε την προσοχή της από την Τζουλς με την οποία μιλούσε και ένωσε τα χείλη τους σε ένα γερό φάσωμα παρατεταμένης γλώσσας που άφησε και τους δυο τους ξέπνοους, αλλά περισσότερο μούγκωσε για τα καλά το όποιο υφάκι του κάγκουρα εισαγωγής.

Ο Έλι τους κοιτούσε από απέναντι και τα δόντια του έτριζαν. Γαμώτο! Ήταν τόσο όμορφη και ειδικά σήμερα έμοιαζε να λάμπει περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Δεν ήθελε να φανταστεί το γιατί. Η Τζουλς τον είχε προειδοποιήσει πως θα ήταν και αυτός εκεί απόψε, όμως δεν γινόταν να μην έρθει. Καταρχάς ήθελε να δει πώς ήταν αυτός ο αυτός και τι ψάρια πιάνει. Πολλά, αλλά κυρίως έπιανε τους γλουτούς της Ρόουζ και ο Έλι ήθελε να τον στραγγαλίσει. Και αυτόν και αυτό το απαίσιο στυλάκι του εγώ είμαι και άλλος κανένας. Ο Έλι δεν ήταν από την Αγγλία, αλλά μέσα στο λίγο διάστημα που είχε ζήσει εκεί είχε καταλάβει τι εστί το επίθετο Μάλφοϋ και πιο πολύ τι σήμαινε να είσαι ο μοναχογιός Μάλφοϋ. Ίσως και εκείνος αν ήταν στην θέση του να ήταν τόσο ξιπασμένος.

Δεν άντεχε ωστόσο να αντικρίζει άλλο την γεμάτη θρίαμβο φάτσα του. Αναγκαστικά έστρεψε το κεφάλι του αλλού. Μέσα στο κλαμπ γινόταν πανικός. Πρώτη φορά ερχόταν εδώ και αν δεν υπήρχε αυτός, ο Έλι ήταν βέβαιος πως θα περνούσε πολύ καλά. Γενικά περνούσε πολύ καλά στην Αγγλία και για αυτό είχε προτιμήσει να περάσει εδώ τις διακοπές. Μεθαύριο θα έρχονταν και οι δικοί του από την Νέα Υόρκη και έτσι θα συνδύαζε και την οικογένεια του και την καινούργια του ζωή που απολάμβανε απείρως περισσότερο από εκείνη στην Αμερική. Όχι, πως εκεί δεν ήταν καλά, απλά εδώ ήταν μόνος και απόλυτα ελεύθερος να κάνει ό,τι ήθελε και είχε αποκτήσει τέλειους φίλους και γενικά η καθημερινότητα στο κάμπους ήταν μία συνεχής γιορτή.

Παρότι η Πανεπιστημιούπολη ήταν μεγάλη και είχε ό,τι ζητούσες, οι φοιτητές δεν ξεπερνούσαν τους χίλιους και έτσι όλοι γνωρίζονταν με όλους. Προερχόμενος από ένα αχανές περιβάλλον – το σχολείο όπου φοιτούσε είχε εκατό άτομα σε κάθε τάξη, ενώ έμενε στο Χάρλεμ, την πολυπληθέστερη γειτονιά της μαγικής Νέας Υόρκης – αυτή η αίσθηση της οικειότητας του άρεσε πάρα πολύ. Ήταν ευτυχές γεγονός πως και η Τζουλς θα περνούσε εδώ τα Χριστούγεννα και θα έφευγε μόνο για Πρωτοχρονιά, επομένως θα τα γιόρταζαν μαζί. Φυσικά, και η Χάνα αποφάσισε να μείνει όταν άκουσε πως εκείνος και η Τζουλς δεν θα έφευγαν.

Ήταν περίεργη η σχέση του με την Χάνα. Ήξερε ότι τον γουστάρει, αλλά ταυτόχρονα χαριεντιζόταν και με άλλους και δεν δραματοποιούσε την απόρριψη του, πράγμα που ο Έλι εκτιμούσε αφάνταστα. Παρόλα αυτά γνώριζε ότι με την παραμικρότερη ευκαιρία θα του την έπεφτε ξανά και ξανά και ξανά, όσες φορές και αν με τον τρόπο του της έκανε σαφές ότι δεν ενδιαφέρεται. Ίσως θα έπρεπε να της μιλήσει ξεκάθαρα, όμως δεν ήξερε τι ακριβώς να της πει και πώς να το ξεκινήσει, εφόσον ούτε εκείνη του έδινε το πάτημα για μία απροσχημάτιστη συζήτηση. Γενικότερα, η Χάνα δεν ήταν καθόλου των λόγων, αλλά των έργων και αυτό ήταν την ίδια στιγμή πολύ καλό και πολύ κακό. Πολύ καλό, επειδή δεν ψείριζε την μαϊμού. Πολύ κακό, επειδή δεν έμοιαζε να παίρνει από όχι.

Με κάποιον ανορθόδοξο τρόπο το θαύμαζε αυτό σε εκείνη. Ούτε ο ίδιος έπαιρνε από όχι. Έμοιαζαν σε αυτό, στην μη παραίτηση τους από τίποτα. Απλά ο Έλι γινόταν εμμονικός με οτιδήποτε του άρεσε. Η Χάνα πάλι όχι. Απλά δεν κουραζόταν να προσπαθεί. Κατά τα άλλα δεν ήταν κακό παιδί. Οκέι, δεν είχε αίσθηση του χιούμορ και ειδικότητα της ήταν να πετάει κακιούλες για τους πάντες και τα πάντα, μα ταυτόχρονα ήταν πολύ εύστροφη και πρόθυμη να βοηθήσει και αν μη τι άλλο ήξερε να περνάει καλά. Επίσης, δεν κράταγε έχθρες ούτε έκρυβε τον χαρακτήρα της. Αυτό που έδειχνε αυτό ήταν και ήταν ένα χαρακτηριστικό σπάνιο που λίγοι άνθρωποι μπορούσαν να περηφανευτούν ότι διαθέτουν.

Αυτό ωστόσο δεν σήμαινε πως θα της καθόταν κιόλας. Εντάξει, δεν την έλεγες άσχημη, είχε ωραία, σγουρά, φουντωτά μαλλιά και πλούσιες καμπύλες με ειδίκευση στον κώλο και στα βυζιά, αλλά επίσης η μύτη της ήταν μπουκαλωτή και τα πόδια της κοντά και χοντρά. Όμως περισσότερο από όλα, το γεγονός ότι δεν την έβρισκε θελκτική ήταν επειδή ήταν πάντα εκεί. Ήταν πάντα εκεί. Την γνώρισε από την πρώτη εβδομάδα στο κάμπους και δεν σταμάτησε να βρίσκεται δίπλα του από εκείνη την στιγμή. Γνώριζε ότι μπορούσε να την έχει ανά πάσα ώρα, όποτε το θελήσει, και έτσι δεν το θέλησε ποτέ. Δεν ήταν ότι ήταν εύκολη, αλλά ήταν πάντα διαθέσιμη. Αυτό. Και τον Έλι, όπως τους περισσότερους ανθρώπους, το πάντα διαθέσιμο τον ξεκαύλωνε απίστευτα.

Το αντίθετο δηλαδή από αυτό ακριβώς που του προξενούσε η Ρόουζ. Ναι, είχε μία φυσική αδυναμία στις κοκκινομάλλες και η Ρόουζ ήταν από τις ομορφότερες κοπέλες που είχε δει ποτέ, ωστόσο δεν ήταν μόνο η εξωτερική της εμφάνιση που τον τράβηξε επάνω της ούτε η αδιαμφισβήτητη ευφυΐα της και ο καλοπροαίρετος χαρακτήρας της. Όχι, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο αυτό που τον τράβηξε επάνω της ήταν αυτό το απροσπέλαστο που εξέπεμπε και το οποίο αντιλήφθηκε – έστω και ασυνείδητα – από την πρώτη φορά που την γνώρισε. Ύστερα κατάλαβε πως αυτό ήταν εξαιτίας της δέσμευσης της, όμως δεν ήταν μόνο αυτό. Μπορεί να είχε να κάνει με την φήμη της, μπορεί με την καταγωγή της, μπορεί με την γονιδιακή προδιάθεση της, εν τούτοις ήταν εμφανές πως η Ρόουζ παρότι φιλική και ευγενική με όλους, κρατούσε τους πάντες σε απόσταση και ήταν ελάχιστοι αυτοί στους οποίους επέτρεπε να την πλησιάσουν ουσιαστικά.

Η Τζουλς τα είχε καταφέρει. Ο ίδιος ακόμα όχι. Προφανώς, επειδή εκείνος δεν ήθελε να την πλησιάσει μόνο ως άνθρωπο αλλά κυρίως ως γυναίκα. Και αυτό, ο Έλι απόψε σιγουρεύτηκε, ήταν κάτι που είχε καταφέρει μόνο ο Σκόρπιους Μάλφοϋ. Και για αυτόν τον λόγο τον έβρισε από μέσα του λίγο περισσότερο. Ειδικά που δεν είχε σταματήσει να φιλάει και να αγκαλιάζει την Ρόουζ. Οκέι, καταλάβαινε πως ήθελε να εδραιώσει την περιοχή του και επίσης είχαν περάσει πολύ καιρό χωριστά και αν ο Έλι είχε να δει την γκόμενα του – την τέτοια γκόμενα του που φορούσε αυτό το φόρεμα και αυτά τα παπούτσια και είχε αυτά τα πόδια και αυτόν τον κώλο – για κάτι λιγότερο από τρεις μήνες, εντάξει ούτε εκείνος θα την άφηνε να απομακρυνθεί λεπτό. Όμως τώρα η Ρόουζ δεν ήταν δική του γκόμενα και επομένως είχε κάθε λόγο να βρίσκει την όλη φάση απίστευτα εκνευριστική, γαμώ την Μάτζικα Ντε Σπελ του μέσα.

Από την άλλη η Χάνα χαιρόταν απίστευτα δίπλα του. Το γεγονός πως η Ρόουζ είχε φίλο και μάλιστα κούκλο θα εξανάγκαζε τον Έλι να δεχτεί την αλήθεια μία ώρα αρχύτερα και επιτέλους να κοιτάξει και πουθενά αλλού. Μπορεί να τραβιόταν με τον Άνχελ και να είχε παίξει και κατάσταση με τον Σκοτ και τον Τράβις, αλλά ο Έλι ήταν η μεγάλη καψούρα της και αργά ή γρήγορα θα τον κατάφερνε να δει πόσο ταιριαστοί είναι μαζί και να σταματήσει τα πείσματα. Τουτέστιν να της κάτσει. Και τότε εκείνη θα παρατούσε οποιοδήποτε άλλο αρσενικό και θα του δινόταν απόλυτα, όπως η Ρόουζ στον Σκόρπιους.

«Κοίτα λίγο και από εδώ, θα σου πιαστεί ο σβέρκος.»

Η ειρωνεία στην φωνή της Τζουλς ήταν έκδηλη.

«Γιατί; Για να κοιτάμε μαζί τον ξάδερφο της Ρόουζ;»

Η Τζουλς ήξερε ότι η Χάνα γουστάρει τον Έλι και η Χάνα είχε καταλάβει ότι η Τζουλς γουστάρει έναν από τους δίδυμους ξαδέρφους της Ρόουζ. Δεν ήταν σίγουρη ποιον.

«Εγώ φταίω που κάθομαι και ασχολούμαι μαζί σου,» έγρουξε η Τζουλς.

Η Χάνα κοίταξε όντως προς το μέρος των διδύμων που χόρευαν σαν χαζοί μαζί με τον τρίτο της παρέας, τον Φρέντυ.

«Είσαι σίγουρη πως δεν είναι γκέι;» ρώτησε. «Δεν τους έχω δει ποτέ με κοπέλα και δεν μοιάζει να τους ενδιαφέρει κιόλας.»

Η Τζουλς ήθελε να απαντήσει αρνητικά, όμως δεν γνώριζε την αλήθεια.

«Νομίζω είναι απλά σε αφασία.»

Αυτή ήταν μία ασφαλής εκτίμηση. Ο Γκιντεόν, ο Φαμπιάν και ο Φρέντυ έμοιαζαν να ζουν παντελώς στον δικό τους κόσμο, στον οποίο δεν είχε πρόσβαση κανείς άλλος. Αυτοί από καιρό εις καιρό έκαναν μία εμφάνιση στον κανονικό κόσμο, για να επιστρέψουν ωστόσο κατευθείαν μετά στο προσωπικό σύμπαν της τριάδας τους. Ήταν δημοφιλείς και είχαν πολλές παρέες και λοιπά, εν τούτοις ήταν ξεκάθαρο πως τόσο οι δίδυμοι όσο και ο Φρέντυ ήταν κομμένοι από την ίδια πάστα – ασχέτως αν εξωτερικά δεν έμοιαζαν ιδιαίτερα. Ο Φρέντυ είχε από τα πιο σπάνια χαρακτηριστικά που η Τζουλς είχε συναντήσει ποτέ σε άνθρωπο, τουτέστιν μελαμψή επιδερμίδα με φωτεινά, γαλάζια μάτια. Ήταν κάπως αλλόκοτο, όμως αφού το συνήθιζες φαινόταν εντυπωσιακό και μέχρι και ελκυστικό.

Από την άλλη ο Γκιντεόν και ο Φαμπιάν ήταν ανοιχτόχρωμοι με καστανά μαλλιά που ανάλογα με το φως φαίνονταν και κόκκινα. Είχαν σκούρα πράσινα μάτια, σχεδόν μελιά, και ήταν πιο ψηλοί. Και ο Φρέντυ ήταν ψηλός, αλλά οι δίδυμοι ήταν πάνω από ένα και ογδόντα πέντε άνετα. Η Τζουλς τους είχε προσέξει εξονυχιστικά σε κάθε ευκαιρία που έβρισκε, κυρίως στην καφετέρια του κάμπους ή σε κάποιο πάρτι ή και καμιά φορά που τους πετύχαινε στο δωμάτιο της Ρόουζ, επομένως ήξερε απόλυτα τι έλεγε. Και επίσης ήταν απόλυτα βέβαιη πως μπορούσε να τους ξεχωρίσει. Ο Γκιντεόν είχε ελάχιστα πιο ψηλά ζυγωματικά που έκαναν το πρόσωπο του πιο αρρενωπό, ενώ ο Φαμπιάν είχε πιο σαρκώδη χείλη και πιο γλυκιά φυσιογνωμία. Και επίσης μπορούσε να τους ξεχωρίσει, επειδή η καρδιά της χτυπούσε πιο έντονα για μόνο έναν από τους δύο και αυτό ήταν κάτι που συνέβαινε αυτόματα παρουσία του.

Ήταν τραγικό, αλήθεια. Είχε απορρίψει πολύ πιο σοβαρές προτάσεις και να τώρα που βρισκόταν ερωτευμένη χωρίς και η ίδια να έχει καταλάβει πώς με έναν από τους πιο ανώριμους ανθρώπους που είχε γνωρίσει. Τον ίδιο που αυτήν την στιγμή κατέβαζε σφηνάκια τεκίλα το ένα πίσω από το άλλο και εκσφενδόνιζε με το στόμα του φλούδες πορτοκάλι κάνοντας διαγωνισμό με τους άλλους δύο ποιος θα καταφέρει να τις κολλήσει στο ταβάνι. Οι άλλοι θαμώνες του κλαμπ είχαν απομακρυνθεί από κοντά τους κοιτάζοντας τους με αηδία και η Τζουλς ήξερε πως αν δεν ήταν Γουίζλη η διεύθυνση του καταστήματος θα τους είχε πετάξει έξω ώρα τώρα. Όμως ήταν – Γουίζλη – και η νεαρή Αφρικανή είχε διαπιστώσει τους λίγους μήνες της παραμονής της στην Γηραιά Αλβιόνα πως αυτό το όνομα σήμαινε πάρα πολλά.

Σε αυτήν την διαπίστωση έφτανε ταυτόχρονα και η Μαριμάρ Γκονζάλες στην απέναντι πλευρά του μαγαζιού. Στεκόμενη όρθια και πίνοντας ένα γλυκό κοκτέιλ, η Μαριμάρ κοιτούσε προς το μέρος του πριβέ τραπεζιού που καταλάμβανε η κλίκα των Γώτερς. Το όνομα το είχε μάθει από την Φλίντες, η οποία είχε περάσει μαζί τους όλα της τα σχολικά χρόνια. Η ίδια είχε ακούσει τα επίθετα από την εκπαίδευση της. Ποιος δεν ήξερε τον Ρον Γουίζλη, τον διοικητή τους, και ποιος δεν ήξερε τον Χάρυ Πότερ; Τώρα ωστόσο που συναντούσε τα παιδιά τους η ταυτότητα του επιθέτου προσελάμβανε καινούργιες διαστάσεις. Ο Χιούγκο Γουίζλη, ο μικρότερος γιος του διοικητή της, ήταν ένα γλυκό παιδάκι που φασωνόταν συνεχώς με μία ξανθιά κοπελίτσα που η Φλίντες τής κατονόμασε ως Έμιλι.

Η Ρόουζ Γουίζλη, η μοναχοκόρη του Ρον Γουίζλη και της Ερμιόνη Γκρέιντζερ, ήταν μία κατηγορία ανθρώπου από μόνη της. Όμορφη, έξυπνη, πετυχημένη, δημοφιλής από καλή και ευκατάστατη οικογένεια τον κώλο της οποίας φιλούσαν όλοι, η Ρόουζ ήταν από τις κοπέλες εκείνες που κανείς και τίποτα δεν μπορούσε να της αντισταθεί. Η Μαριμάρ μπορούσε να το καταλάβει από απόσταση αυτό. Κυρίως το πόσο τυλιγμένο γύρω από το κομψό δαχτυλάκι της είχε τον Σκόρπιους Μάλφοϋ. Ο Σκόρπιους… Ένα άπιαστο όνειρο που η Φλίντες είχε φροντίσει να της καταστρέψει από νωρίς. Την είχε πιάσει να τον χαζεύει στο στρατόπεδο από τις πρώτες ημέρες και της τα είχε πει έξω από τα δόντια με την πρώτη ευκαιρία.

«Χαμένος κόπος. Πίστεψε με, ξέρω τι λέω. Πολλές βρέθηκαν σε παρόμοια θέση στο Χόγκουαρτς και όλες κατέληξαν με την ίδια ραγισμένη καρδιά. Για αυτό κάνε τα κουμάντα σου και μην τον καψουρευτείς.»

Η Μαριμάρ την είχε πιστέψει, όμως αυτό δεν την εμπόδισε από όντως να τον καψουρευτεί. Πώς θα μπορούσε να μην το κάνει; Όμορφος, έξυπνος, αρρενωπός, φωτεινός και σκοτεινός ταυτόχρονα, με ένα μεφιστοφελικό χαμόγελο πάντα ζωγραφισμένο στα καλλίγραμμα του χείλη και τα πιο ζωηρά μάτια που είχε δει ποτέ της. Και αθεράπευτα μη ερωτευμένος μαζί της. Η Μαριμάρ πήρε μία ανάσα και κατέβασε μία γουλιά από το ποτό της. Δίπλα της η Φλίντες έκανε κάτι παρόμοιο. Καλά τα είχαν καταφέρει και οι δυο τους. Η Μαριμάρ ερωτευμένη με κάποιον που δεν επρόκειτο να ανταποδώσει τα συναισθήματα της σε άπειρα χρόνια από τώρα και η ίδια ερωτευμένη… Άσε το καλύτερα. Ούτε να το ομολογήσει στον ίδιο της τον εαυτό δεν ήθελε.

«Πάω μία τουαλέτα,» της είπε η Μαριμάρ.

«Έρχομαι μαζί σου.»

Μπόρεσαν και άνοιξαν χώρο μέσα από τον κόσμο. Από ότι φαίνεται ο μισός μαγικός πληθυσμός του Λονδίνου και της Μεγάλης Βρετανίας θεώρησε καλό να βγει σε αυτό το κλαμπ απόψε. Όπως και εκείνες, μιας και η Μαριμάρ θα έφευγε αύριο το πρωί και ζήτησε από την Φλίντες να της δείξει λίγο την νυχτερινή ζωή της πρωτεύουσας. Τόσο καιρό στην Αγγλία δεν είχε δει κάτι άλλο πέρα από το στρατόπεδο. Η Φλίντες δεν έβγαινε γενικότερα, αλλά μέχρι και μία μέχρι πρότινος Χάφλπαφ ήξερε ποιο είναι το πιο δημοφιλές μαγαζί της μαγικής κοινότητας για αυτήν την περίοδο. Βέβαια, ίσως και να μην το είχε εν τέλει προτείνει, αν ήξερε από πριν πως οι τουαλέτες του Jinx θα ήταν κοινές. Τουτέστιν για αγόρια και κορίτσια μαζί.

Η Μαριμάρ και η Φλίντες μπήκαν μέσα στον ειδικό χώρο και τα έχασαν προς στιγμήν. Στάθηκαν στην ουρά πίσω από κάτι κοπέλες και περίμεναν κοιτάζοντας με απορία γύρω τους. Σε κάποια ουρητήρια απέναντι τους άντρες κατουρούσαν όρθιοι. Η Φλίντες αναγνώρισε αμέσως τον Άλμπους Πότερ και τον Φραντσέσκο Ζαμπίνι, τον οποίο παρότι είχε να δει από το σχολείο δεν θα μπορούσε να μπερδέψει με κανέναν άλλον. Μιλούσαν μεταξύ τους, όμως αρκετά δυνατά καθότι η μουσική έφτανε μέχρι εδώ καθώς άνθρωποι άνοιγαν συνεχώς την πόρτα μπαινοβγαίνοντας. Μάλιστα, έτσι όπως προχώρησε η ουρά βρέθηκε ακριβώς από πίσω τους κρυμμένη ωστόσο από έναν τοίχο, ώστε εκείνοι δεν την παρατήρησαν. Καλύτερα έτσι. Δεν είχε ιδιαίτερη πρεμούρα να αρχίσει τις χαιρετούρες σε ένα τόσο άβολο μέρος. Πόσω μάλλον όταν εκείνοι κρατούσαν ακόμα το πουλί τους.

«Ρε μαλάκα, αλήθεια τώρα; Βρήκε η Ρόουζ κόκκινο κιλοτάκι στα πράγματα του Σκόρπιους;»

Το ενδιαφέρον της Φλίντες κεντρίστηκε αμέσως από τα λόγια του Ζαμπίνι και από την έκφραση στο πρόσωπο της Μαριμάρ κατάλαβε πως, παρότι εκείνη δεν ήξερε τον Φραντσέσκο, έκανε την σύνδεση πως είναι φίλος των παιδιών και πως αναφερόταν σε κάτι εξόχως πικάντικο.

«Ναι, ρε μαλάκα. Τι μαλακία παίχτηκε δεν ξέρω.»

«Ο Σκόρπιους λέει ότι είναι του Ραντίρι.»

Ο Άλμπους γέλασε χωρίς να σχολιάσει κάτι περαιτέρω. Αντίθετα τίναξε τις τελευταίες σταγόνες από το πέος του και κούμπωσε το τζιν του πηγαίνοντας ύστερα να πλύνει τα χέρια του. Σύντομα τον ακολούθησε και ο Ζαμπίνι και μαζί έφυγαν από τις τουαλέτες.

Η Φλίντες στράφηκε και κοίταξε την Μαριμάρ ανταλλάσσοντας μαζί της ένα κεραυνοβολημένο βλέμμα. Ο Ραντίρι φορούσε κόκκινα κιλοτάκια; Και αν ναι, τι δουλειά είχαν αυτά να βρεθούν στα πράγματα του Σκόρπιους;

Καμία από τις δύο δεν είχε να δώσει κάποια απάντηση.


Και το μυστήριο με το κόκκινο κιλοτάκι συνεχίζεται! Χοντρό κεφαλαιάκι αυτήν την φορά έτσι να το ευχαριστηθείτε! Πώς σας φαίνεται η εξέλιξη; Επίσης, δύο ερωτήσεις για εσάς: Πρώτον, ποιος από τους διδύμους πιστεύετε είναι η καψούρα της Τζουλς και δεύτερον, με ποιον είναι ερωτευμένη η Φλίντες; Μαντέψτε σωστά και κερδίσετε δωράκι, χαχα :)

Ακόμα να πω ότι χάρηκα ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ με τα σχόλια σας από το τελευταίο κεφάλαιο. Λατρεύω αυτήν την ιδέα της αλλαγής φύλου και θα την εξερευνήσω δεόντως!

Προς Κωστή: Εντάξει, δεν δέχτηκε μόνο για τα βυζιά, αλλά έπαιξαν και αυτά σημαντικό ρόλο!

Προς Νέλι: Κάθε φορά που διαβάζω σχόλια σου γελάω μόνη μου! Τι καλά που σου άρεσε το δωράκι! Πίστεψε με το ευχαριστήθηκα πάρα πολύ :)

Προς MaroMonkey: Καλώς επέστρεψες, κορίτσι! Και νόμιζα με εγκατέλειψες, μπουχου! Με αποζημίωσες όμως με αγαπημένο σχόλιο :) Ελπίζω το επόμενο να είναι πιο σύντομα, χιχι!

Προς Yolanda: :) :) :) :) :)

Μέχρι την επόμενη φορά,

ΧΧΧ