ΙΧ.

Η ώρα πλησίαζε έξι και η Ερμιόνη Γουίζλη ετοιμαζόταν να ολοκληρώσει τις δουλειές της για σήμερα και να φύγει από το γραφείο. Για ακόμα μία φορά είχε κλείσει δεκάωρο γεμάτο στο Υπουργείο. Ευτυχώς που ο Ρον βρισκόταν στην Σκωτία απασχολημένος με την εκπαίδευση των νέων Χρυσούχων και δεν θα επέστρεφε πριν από την Παρασκευή, ειδάλλως θα γκρίνιαζε όπως πάντα για την πολλή αφοσίωση που η γυναίκα του δείχνει στην υπηρεσία εις βάρος της οικογένειας της.

Εξακολουθούσε να τον αγαπάει όπως τον πρώτο καιρό και να παραμένει ερωτευμένη μαζί του σαν χαζή κοπελίτσα, εν τούτοις κάποιες αντιμαχίες μεταξύ τους δεν είχαν ξεπεραστεί ύστερα από τριάντα χρόνια γάμου και ούτε επρόκειτο να ξεπεραστούν ποτέ. Παρόλα αυτά τόσο η Ερμιόνη όσο και ο Ρον είχαν μάθει να ζουν με αυτές και μάλιστα να μην κάνουν δίχως τους αγαπησιάρικους καυγάδες τους που συγκεκριμένα ορισμένοι από αυτούς έπονταν από εκκωφαντικό σεξ συμφιλίωσης.

Ήταν μία εκπληκτική καινούργια δίοδος που είχαν ανακαλύψει, προκειμένου να διοχετεύουν την ενέργεια των αψιμαχιών τους μετά τον πόλεμο, και ύστερα από την πρώτη φορά – όσο άβολη και αμήχανη και όχι ιδιαίτερα καλή και αν ήταν αυτή – επιδίδονταν ακατάληπτα στην εν λόγω πράξη με το ίδιο πάθος και την ίδια ανάγκη που χαρακτήριζε τα εφηβικά τους χρόνια βελτιώνοντας την σε τέτοιο βαθμό στην πορεία, ώστε παρότι η μεσήλικας μάγισσα δεν είχε μοιραστεί το κρεβάτι της με κανέναν άλλον μάγο πέρα του Ρον, ήταν βέβαιη πέρα από κάθε αμφιβολία, πως δεν θα μπορούσε να γνωρίσει άνθρωπο να ταιριάζει περισσότερο μαζί του.

Καθώς έβαζε την υπογραφή της σε μία δικογραφία για παράνομο εμπόριο νυχιών δράκου, οργάνωνε στην αχαλίνωτη φαντασία της ήδη τον τρόπο που θα τον υποδεχόταν σπίτι τους την Παρασκευή το βράδυ. Τώρα που και τα δυο τους παιδιά είχαν μετακομίσει σε δικά τους διαμερίσματα – η Ρόουζ με τον Σκόρπιους και ο Χιούγκο με τον Φρανκ σε ένα δυάρι στο κεντρικό Λονδίνο – είχαν όλη την ελευθερία να τριγυρνάνε γυμνοί και να επιδίδονται σε ακατάπαυστες συνουσίες όπου και όπως ήθελαν.

Είχαν ξαναθυμηθεί τα πρώτα χρόνια της σχέσης τους πριν γίνουν γονείς ή και αργότερα τις κρύες νύχτες του χειμώνα κατά την διάρκεια των σχολικών χρόνων των παιδιών. Μάλιστα, ύστερα από τα προβλήματα και την αποξένωση εξαιτίας του ζητήματος της Ρόουζ – κανείς από τους δυο τους δεν ήταν ευτυχισμένος με την αγαπημένη τους κόρη μακριά και εξαφανισμένη – η ερωτική τους ζωή περνούσε τον δεύτερο μήνα του μέλιτος. Για αυτό και κοίταξε το ρολόι της, ώστε να διασφαλίσει πως θα προλάβαινε τα μαγαζιά ανοιχτά. Χρειαζόταν καινούργιο σετ εσώρουχα.

Είχε ήδη σηκωθεί και τοποθετούσε τα προσωπικά της αντικείμενα στην τσάντα της, όταν χτύπησε η συσκευή ενδοεπικοινωνίας με την γραμματέα της και παράλληλα ανιψιά της, Ροξάν Γουίζλη.

«Ροξάν, τι κάνεις ακόμα εδώ;» απάντησε η Ερμιόνη. «Δεν σου έχω πει να μην μένεις μετά τις πέντε;»

«Σκέφτηκα μήπως με χρειαζόσουν,» αποκρίθηκε διστακτικά η κοπέλα.

Ήταν το ίδιο εργασιομανής με την θεία της και αυτό η Ερμιόνη δεν μπορούσε να προσποιείται, ότι δεν το θεωρούσε σημαντικό προσόν. Αυτός ήταν και ο λόγος που την είχε κρατήσει κοντά της σε σχέση με άλλες υποψήφιες για την θέση. Εκτός από τις σπουδές της και την ευφυία της, η Ροξάν Γουίζλη ήταν τόσο αποφασισμένη να πετύχει όσο και η Ερμιόνη όταν ξεκινούσε την καριέρα της. Συγκεκριμένα, η Ερμιόνη έπρεπε να παραδεχτεί πως την θαύμαζε, καθότι θα μπορούσε άνετα να μην δουλέψει ποτέ στην ζωή της με τόσα χρήματα που είχε η οικογένεια της ή να αναλάβει την διεύθυνση της επιτυχημένης αλυσίδας μαγαζιών του πατέρα της.

Εκείνη ωστόσο είχε αποφασίσει να πάρει άλλο δρόμο και να χαράξει την πορεία της μόνη της χωρίς την βοήθεια κανενός πέρα από τις ικανότητες της. Και αυτό ήταν ένα χαρακτηριστικό που η Ερμιόνη θαύμαζε σε κάθε άνθρωπο που το διέθετε.

«Δεν σε χρειάζομαι,» την διαβεβαίωσε η θεία της. «Μάλιστα τώρα φεύγω και εγώ.»

«Βασικά, κάλεσα να σε ενημερώσω πως έχεις μία ακόμα επίσκεψη,» την σταμάτησε η Ροξάν. «Δεν είναι στην ατζέντα και μπορώ να το ακυρώσω, αλλά φαντάζομαι πως θα θέλεις να τον δεχτείς.»

«Για ποιον πρόκειται;» απόρησε η Ερμιόνη.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που κάποιος συνεργάτης θα εμφανιζόταν απροειδοποίητα στο γραφείο της για κάποια υπόθεση. Ως Ανώτατη Εισαγγελέας του Τμήματος Δικαιοσύνης, πολλοί είχαν ανάγκη την βοήθεια της. Ανάλογα με την σπουδαιότητα του ατόμου και του θέματος σε πολλές περιπτώσεις η Ερμιόνη αναγκαζόταν να παραμένει ακόμα περισσότερο στο Υπουργείο, για να διευθετήσει όποιες πρόσθετες υποχρεώσεις ανέκυπταν. Σήμερα όμως ήταν βιαστική και ήλπιζε να μην είναι κάποιος που δεν θα είχε την δυνατότητα να ξεφορτωθεί, αν και στην συγκεκριμένη περίσταση μόνο για τον ίδιο τον Υπουργό Μαγείας θα έκανε την εξαίρεση και αυτό επειδή ήταν ο μεγαλύτερος αδερφός του άντρα της.

Η απάντηση εν τούτοις της Ροξάν την έπιασε κυριολεκτικά εξ απήνης.

«Ο Ντράκο Μάλφοϋ.»

Η Ερμιόνη Γουίζλη ήταν ένας δίκαιος άνθρωπος. Ήταν αυτό της το προσόν που την οδήγησε να διαλέξει την καριέρα που είχε διαλέξει και την είχε αναδείξει στην κορυφαία του χώρου της, μαζί με την ευφυία και την εργατικότητα της αδιαμφισβήτητα. Παρόλα αυτά στην περίπτωση της οικογένειας Μάλφοϋ ακόμα και οι πιο βαθιά ριζωμένες πεποιθήσεις της δικαίου είχαν επαναστατήσει. Για πολλά χρόνια μετά τον πόλεμο συνέχιζε να έχει εφιάλτες με την εμπειρία της στο μέγαρο των Μάλφοϋ, ενώ δεν της ήταν καθόλου εύκολο να ξεχάσει πως ήταν η θεία του Ντράκο εκείνη που την είχε βασανίσει.

Το σημάδι στο χέρι της δεν θα έφευγε ποτέ και παρότι κόντευε να περάσει μισός αιώνας από τότε, υπήρχαν ακόμα ημέρες που ένιωθε τον ίδιο ακριβώς πόνο όπως και όταν η σκοτεινή μάγισσα κάρφωνε το στιλέτο της στην άσπρη της σάρκα.

Αυτός ήταν και ο λόγος που δεν είχε μπορέσει να αντιδράσει άμεσα στην απόφαση της Ρόουζ να παντρευτεί τον Σκόρπιους και ίσως για πρώτη φορά στην σχέση τους είχε αφήσει τον Ρον να πάρει τα ηνία μίας κατάστασης. Δεν ήταν θυμωμένη, όσο εκείνος. Ήταν τρομερά συγχυσμένη, σε σημείο όπου εκείνη, η πιο λογική μάγισσα της εποχής της, είχε κυριολεκτικά παραλύσει. Της πήρε πολύ καιρό να συνέλθει και να αντιληφθεί τι συνέβαινε και ακόμα τόσο να καταφέρει να αποδεχτεί την επιλογή της κόρης της όπως ακριβώς ήταν.

Χρειάστηκε να επιστρέψει η Ρόουζ, για να τακτοποιηθούν ξανά οι σκέψεις της. Όταν ωστόσο έγινε αυτό, δεν υπήρχε περίπτωση να μην προβάλει το ανάστημα της και απαιτήσει από τον άντρα της να εγκαταλείψει τους θεατρινισμούς και τα πείσματα και μαζί να αποδεχτούν ξανά την μοναχοκόρη τους όπως τόσο πολύ ήθελαν και οι δύο να κάνουν. Παρόλα αυτά, δεν μπορούσε να αποβάλει πλήρως την καχυποψία της προς αυτήν την οικογένεια. Μόνο μετά την Σκωτία και τα επεισόδια έπειτα από την χαμένη εγκυμοσύνη της Ρόουζ, αναγκάστηκε πέρα από κάθε αμφιβολία να παραδεχτεί πόσο μεγάλη αγάπη είχαν ο ένας για τον άλλον.

Από όλη αυτήν την ιστορία εν τούτοις, κατάλαβε και πόσο η οικογένεια του Σκόρπιους αγαπούσε την Ρόουζ. Η μητέρα του συγκεκριμένα της φερόταν σαν την κόρη που δεν είχε ποτέ και έπαιρνε πάντα το μέρος της, έστω και εις βάρος του γιου της. Η Ερμιόνη είχε βρει στο πρόσωπο της Αστόρια όχι μόνο μία καλή συμπεθέρα, αλλά και μία αξιαγάπητη φίλη. Συναντιόνταν σχεδόν καθημερινά, έτρωγαν μαζί, πήγαιναν στο θέατρο και για ψώνια, και γενικά μοιράζονταν εμπειρίες που η Ερμιόνη μέχρι εκείνη την στιγμή είχε μπορέσει να αποκτήσει μόνο με την Τζίνι. Δεν ήταν πολύ καλή με τις φιλίες, όμως η Αστόρια ήταν πολύ καλή της φίλη.

Ο Ντράκο ωστόσο ήταν μία τελείως διαφορετική υπόθεση. Δεν θύμιζε σε κάτι τον παλιό, αποτρόπαιο εαυτό του και ήταν πάντα ευγενικός μαζί της, ενώ έδειχνε να εκτιμά και να σέβεται τον γάμο του Σκόρπιους με την Ρόουζ θέλοντας μόνο την ευτυχία τους, εν τούτοις παρέμενε άνθρωπος ψυχρός και απόμακρος. Σε σημείο που η Ερμιόνη απορούσε πώς είχε ταιριάξει με την Αστόρια. Φυσικά, δεν είχε λόγο να μιλάει για κάτι τέτοιο, εφόσον πολλοί είχαν επισημάνει τις διαφορές της με τον Ρον και γνώριζε από πρώτο χέρι, πως η ευτυχία εμφανίζεται σε μέρη όπου δεν την περιμένεις καθόλου.

Το ζητούμενο όμως ήταν, πως παρότι με την συμπεθέρα της είχε τις καλύτερες των δυνατών σχέσεων, με τον Ντράκο η κατάσταση μεταξύ τους παρέμενε χλιαρή και κανείς από τους δυο τους δεν έμοιαζε να επιθυμεί να κάνει κάτι να αλλάξει αυτό. Ενδεχομένως να αισθανόταν ελαφρά αμήχανα παρουσία του, ωστόσο αυτό το αίσθημα το κάλυπτε εξ ολοκλήρου η σπιρτάδα της Αστόρια. Για αυτό όταν η ανιψιά της τής ανακοίνωσε, πως ο Ντράκο Μάλφοϋ ζητούσε να την δει και μάλιστα χωρίς πρώτα να έχει κλείσει ραντεβού, η πρώτη αντίδραση της Ερμιόνη ήταν να ρωτήσει:

«Μόνος του;»

Η Ροξάν φάνηκε να μην καταλαβαίνει την απορία της.

«Τι εννοείς;»

Η Ερμιόνη θεώρησε, πως δεν υπήρχε νόημα να επεκταθεί.

«Τίποτα. Πες του να περάσει σε παρακαλώ. Και μπορείς να φύγεις.»

Η ανιψιά της κατένευσε και το σύστημα ενδοεπικοινωνίας τους απενεργοποιήθηκε. Το αμέσως επόμενο λεπτό ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα του γραφείου της και η Ερμιόνη σηκώθηκε να ανοίξει. Υποδέχτηκε τον πατέρα του γαμπρού της με ένα ευγενικό χαμόγελο και του πρόσφερε να καθίσει ρωτώντας τον, αν θέλει κάτι να πιει. Ο Ντράκο έγνεψε αρνητικά και πήρε την θέση του σε μία από τις πολυθρόνες του δωματίου. Η Ερμιόνη έκατσε στην απέναντι. Δεν της ήταν δύσκολο να αντιληφθεί, πως κάτι περίεργο έτρεχε. Φαινόταν προβληματισμένος και σκεπτικός, ενώ η όλη στάση του πρόδιδε νευρικότητα και αμηχανία.

«Συγνώμη που εμφανίστηκα έτσι απροειδοποίητα,» της ζήτησε με βραχνή φωνή.

«Μην ανησυχείς,» κούνησε ανέμελα το χέρι της εκείνη. «Για αυτό γίναμε οικογένεια.»

Ο Ντράκο δεν ανταπέδωσε παρά ελάχιστα το χαμόγελο της. Επέμενε να κοιτάει τα πόδια του και να αποφεύγει το βλέμμα της. Πέρασαν έτσι αρκετά δευτερόλεπτα σιωπής. Η Ερμιόνη δεν ήταν ακριβώς σίγουρη, πώς να φερθεί. Δεν τον είχε ψυχολογήσει ποτέ ιδιαίτερα, όμως και πάλι ήταν εμφανές ότι κάτι τον απασχολούσε. Για ποιον άλλον λόγο να έρθει να την δει; Γιατί δεν μιλούσε ωστόσο; Μήπως έπρεπε να τον ρωτήσει η ίδια; Αυτό περίμενε;

«Θα έρθετε φυσικά στο Χριστουγεννιάτικο ρεβεγιόν του Υπουργείου,» αποφάσισε εν τέλει να ξεκινήσει την συζήτηση με κάτι γενικό, αφού η σιωπή τής έγινε ανυπόφορη.

Ο Ντράκο ανασήκωσε το κεφάλι του και την κοίταξε λες και την έβλεπε πρώτη φορά στην ζωή του. Είχε γεράσει από τα σχολικά τους χρόνια, όπως όλοι τους άλλωστε. Παρόλα αυτά συνέχιζε να διαθέτει μία αριστοκρατική γοητεία και φινέτσα που προφανώς είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του και με την σειρά του είχε περάσει στον Σκόρπιους.

«Τι; Α, ναι, το ρεβεγιόν. Θυμάμαι να μου λέει κάτι η Αστόρια.»

Το βλέμμα του ενώθηκε με το δικό της εκείνη την στιγμή. Η επαφή τους δεν κράτησε παρά για ένα ανοιγόκλεισμα των βλεφάρων, όμως η Ερμιόνη ένιωσε όλη την ατμόσφαιρα να ηλεκτρίζεται. Τα μάτια του γυάλιζαν σαν από πυρετό και η ματιά του είχε κάτι το απελπισμένο και απαιτητικό ταυτόχρονα. Δεν ήταν σίγουρη τι της ζητούσε και αν μπορούσε κιόλας να του το προσφέρει. Η έκφραση του ωστόσο ήταν η έκφραση τσακισμένου ανθρώπου.

«Είσαι καλά, Ντράκο;»

Είχε προφέρει πολλές φορές στην ζωή της αντίστοιχες προτάσεις. Δεν περίμενε ποτέ, ότι θα ήταν τελικά ο Ντράκο Μάλφοϋ από όλους τους ανθρώπους που θα την είχε περισσότερο ανάγκη.

Τον παρατήρησε να ξεροκαταπίνει και τα χείλη του και τα χέρια του να τρέμουν.

«Πρέπει να σου μιλήσω.»


Παράργησα και ό,τι και αν πείτε έχετε απόλυτο δίκιο. Όμως με την κατάσταση που επικρατεί τον τελευταίο καιρό, δεν είχα ιδιαίτερη όρεξη και έμπνευση για γράψιμο συν προσωπικές υποχρεώσεις και ολίγον τι βαρεμάρα :) Δεν ξέρω, αν διαβάζετε ακόμα, αλλά αν ναι ελπίζω να με συγχωρήσετε και να σχολιάσετε τις τελευταίες εξελίξεις! Σας ευχαριστώ για την υπομονή σας! Υπόσχομαι να ανεβάζω συχνότερα από τούδε και στο εξής.

ΧΧΧ