Η ομάδα εξερεύνησης, την οποία αποτελούσαν ο Μάρτιν, ο Σνόρκιν, ο Σνούφκιν, η Μικρή Μυ και ο Σνίφιν, είχαν αφήσει εδώ και πολύ ώρα τη Κοιλάδα των Μούμιν πίσω τους. Τώρα πια βρίσκονταν βαθιά στη καρδιά του άγνωστου δάσους, ψάχνοντας για το σπίτι της μάγισσας.

Για πρώτη φορά από τότε που είχε έρθει σε αυτό τον κόσμο, ο Μάρτιν ένιωθε εντελώς χαμένος χωρίς τη συντροφιά του Μούμιν, της Σνόρκας και των θετών γονιών του. Ακόμη και οι τέσσερις φίλοι του είχαν χάσει την όρεξη τους για περιπέτεια. Αυτή ήταν μια αποστολή απελπισίας να σώσουν τους φίλους τους, και αν δεν μπορούσαν να βρουν τη μάγισσα, οι Μούμιν ήταν καταδικασμένοι.

Σε αντίθεση με την γαλήνια Κοιλάδα τους, το δάσος ήταν ένα εφιαλτικό μέρος για εξερεύνηση. Τους περιτριγύριζαν πανύψηλα δέντρα, τα πυκνά κλαδιά τους να κρύβουν τον ουρανό και κάνοντας το έδαφος σκιερό και σκοτεινό, σαν σπηλιά. Ένοιωθαν παγιδευμένοι μέσα σε αυτό τον ατελείωτο λαβύρινθο δέντρων, χωρίς καμία αίσθηση προσανατολισμού. Η γκρίνια του Σνίφιν μόνο τους χειροτέρευε τη κατάσταση.

«Έχουμε χαθεί! Ποτέ δεν θα βρούμε το δρόμο πίσω!» κλαψούριζε δίχως τέλος, «Και η μάγισσα μπορεί να παραμονεύει οπουδήποτε! Ίσως να μας παρακολουθεί αυτή τη στιγμή…!»

«Βγάλε πια το σκασμό, Σνίφιν, μη σου φορέσω φίμωτρο!» μούγγρισε η Μικρή Μυ που είχε κουραστεί να ακούει τις κλάψες του.

«Δεν έχουμε χαθεί,» προσπάθησε να τον καθησυχάσει για εκατοστή φορά ο Μάρτιν, «Περπατάμε σε ευθεία γραμμή από τη στιγμή που μπήκαμε στο δάσος. Απλώς θα συνεχίσουμε σε αυτή τη κατεύθυνση ώσπου να βρούμε το σπίτι της μάγισσας. Τουλάχιστον, ελπίζω να το βρούμε…»

Είχε οδηγήσει τους φίλους του στο σημείο όπου είχαν βρει την Αλίσια τις προάλλες, πηγαίνοντας σε ευθεία γραμμή προς στα βάθη του δάσους, από όπου πίστευαν πως είχε έρθει, ελπίζοντας να πέσουν πάνω στο σπίτι της γιαγιάς της. Όμως το σχέδιο τους τώρα έμοιαζε ακατόρθωτο.

Ακόμη και με τη μεγαλύτερη προσοχή, χωρίς κάποιο μέσο προσανατολισμού, ήταν αδύνατον να συνεχίσουν να περπατάνε σε ευθεία γραμμή και σύντομα έχασαν το μονοπάτι. Ως τώρα, δεν είχαν βρει τίποτα. Σύντομα, βρέθηκαν να πηγαίνουν σε κύκλους, χαμένοι μέσα στα ατελείωτα δέντρα και την ανατριχιαστική σιωπή του δάσους, που τους έκανε να σηκώνεται η τρίχα.

«Είναι ανώφελο,» μουρμούρισε ο Σνόρκιν, καθώς σταμάτησαν για λίγο να ξεκουραστούν, «Ποτέ δεν θα βρούμε το δρόμο μας. Μακάρι να είχαμε φέρει μια πυξίδα…»

Πάνω στη βιασύνη τους να ξεκινήσουν την αποστολή τους, είχαν ξεχάσει να φέρουν κάποιο όργανο πλοήγησης. Αυτό ήταν ένα μεγάλο λάθος. Ωστόσο, πάντα υπήρχαν εναλλακτικές λύσεις.

«Λοιπόν, ας φτιάξουμε μια πυξίδα,» πρότεινε ο Μάρτιν, του οποίου το πολυμήχανο κεφάλι είχε ανάψει λαμπάκια. Οι φίλοι του τον κοίταξαν καταφατικά.

«Και πως ακριβώς πιστεύεις να καταφέρουμε κάτι τέτοιο, ρε, μεγαλοφυΐα;» τον χλεύασε η Μικρή Μυ, «Να πεταχτούμε στο πλησιέστερο μαγαζί ειδών επιβίωσης;»

Ο Μάρτιν όμως δεν της έδωσε σημασία και, ψάχνοντας τις τσέπες του, βρήκε ένα συνδετήρα που είχε φέρει μαζί του από την άλλη πραγματικότητα. Σε τέτοιες δύσκολες στιγμές, ακόμη και τέτοια ασήμαντα μικροπράγματα μπορούσαν να φανούν χρήσιμα.

Παίρνοντας ένα φύλλο από ένα δέντρο, το ακούμπησε στην επιφάνεια μιας λιμνούλας και σιγουρεύτηκε πως επέπλεε. Τότε, ισιώνοντας όσο καλύτερα μπορούσε το συνδετήρα ώστε να θυμίζει βελόνα, το έτριψε πάνω στο μανίκι του ώστε να δημιουργήσει ένα στατικό φορτίο και το τοποθέτησε πάνω στο φύλλο.

Οι Μούμιν έμειναν με ανοιχτό το στόμα καθώς το φύλλο άρχισε να περιστρέφεται μέσα στο νερό, ώσπου ο συνδετήρας ευθυγραμμίστηκε με το βορρά. Χρησιμοποιώντας αυτό σαν σημείο αναφοράς, ο Μάρτιν μπορούσε να υπολογίσει στο περίπου τη κατεύθυνση που έπρεπε να ακολουθήσουν.

«Ευφυέστατο,» τον σύγχαιρε ο Σνούφκιν, «Μα που έμαθες όλα αυτά τα μαγικά κόλπα;»

«Δεν είναι μαγεία, φιλάρα,» είπε γελώντας ο Μάρτιν, «Είναι μαγνητισμός. Ένα κομμάτι μαγνητισμένου μετάλλου που ευθυγραμμίζεται με το μαγνητικό πεδίο της Γης. Καλά, δεν σου έμαθαν φυσική στο σχολείο;»

«Αφού δεν πήγα ποτέ σχολείο,» είπε αδιάφορα ο Σνούφκιν. Ο Μάρτιν σοκαρίστηκε, ακούγοντας πως ο φίλος του δεν ήξερε ούτε γραφή, ούτε ανάγνωση, κυριολεκτικά αγράμματος.

«Ποτέ δεν άντεχα κάποιο σπασίκλα δάσκαλο να με κουμαντάρει. Ότι χρειάζεται να ξέρω στη ζωή, το μαθαίνω με δικούς μου όρους, είτε ταξιδεύοντας ή από τους φίλους μου.»

Ο Μάρτιν, σε αντίθεση με τον Σνούφκιν, είχε μεγαλώσει σε ένα περιβάλλον όπου τα γράμματα και η μόρφωση ήταν το πάν και λυπόταν να βλέπει την απάθεια του φίλου του προς την αγραμματοσύνη του. Κάποια μέρα, αποφάσισε, θα έκανε κάτι για να βοηθήσει τον Σνούφκιν.

Αλλού, η Αλίσια ξύπνησε μέσα στο πολύ οικείο υπνοδωμάτιο της. Πως είχε γυρίσει σπίτι; Καλά, δεν είχε πέσει να κοιμηθεί στο ξενώνα των Μούμιν χθες το βράδυ; Που βρίσκονταν ο Μούμιν, ο Μάρτιν, ο Σνίφιν και όλοι οι άλλοι καινούργιοι φίλοι της; Εκείνη τη στιγμή, άνοιξε η πόρτα και η γιαγιά της πέρασε μέσα.

«Επιτέλους ξύπνησες, χρυσό μου,» είπε με το συνηθισμένο αυστηρό τόνο φωνής της, «Είχες ένα άσχημο καρούμπαλο στο κεφάλι σου. Δεν μου λες, τι τρέλα σε έπιασε να πάς να πετάξεις με το σκουπόξυλο στα κρυφά;» Η Αλίσια άρχισε να νιώθει μεγάλη αμηχανία, ξέροντας καλά πως η γιαγιά της δεν σήκωνε τέτοιες σκανταλιές. Είχε μπλέξει άσχημα.

«Ωχ, ναι, αυτό,» μουρμούρισε, «Να, ήθελα να κάνω λίγη εξάσκηση μόνη μου και…»

«Οι μαθητευόμενες μάγισσες δεν επιτρέπεται να πετάνε χωρίς συνοδό, ώσπου να πιστοποιηθούν από επαγγελματία!» τη μάλωσε νευριασμένη η γιαγιά της, «Αφού δεν έχεις ακόμη αρκετή πείρα με το σκουπόξυλο, κορίτσι μου, και το γνωρίζεις καλά!»

«Συγνώμη, γιαγιά,» μουρμούρισε απολογητικά η Αλίσια. Η γιαγιά της είχε δίκιο. Ήταν μεγάλη βλακεία της και ήταν θαύμα που δεν είχε τραυματιστεί σοβαρά. «Αλλά… που είναι ο Μούμιν και οι άλλοι; Η οικογένεια του με βρήκε και με βοήθησαν…»

«Οι Μούμιν; Ποιοι είναι οι Μούμιν;» ρώτησε η γιαγιά της, κάνοντας την ανήξερη, αλλά η Αλίσια ήταν σίγουρη πως ήξερε κάτι περισσότερο που δεν της το έλεγε, «Αφού εγώ σε βρήκα αναίσθητη στο έδαφος χθες το βράδυ. Μάλλον χτύπησες πολύ άσχημα το κεφάλι σου και είδες κάποιο χαζό όνειρο, καλή μου.»

Η Αλίσια πάντως δεν ήταν και τόσο πεπεισμένη με αυτά που άκουγε. Οι Μούμιν δεν της είχαν φανεί σαν όνειρο, ειδικά ο ευγενικός και γλυκούλης Σνίφιν, που της είχε φερθεί τόσο καλά. Μα γιατί η γιαγιά της να της λέει ψέματα; Τι ήθελε άραγε να της κρύψει;

Εν στο μεταξύ, η αποστολή του Μάρτιν είχε κάνει επιτέλους πρόοδο. Συνεχίζοντας το δρόμο τους, με τακτικά διαλλείματα για να παίρνουν νέες μετρήσεις με τη πυξίδα τους, έβαλαν πορεία προς τα άγνωστα βάθη του Δάσους των Μαγισσών. Η Κοιλάδα των Μούμιν τώρα πια απείχε πολύ δρόμο, αλλά ακόμη δεν υπήρχε ούτε ίχνος της μάγισσας ή της Αλίσιας. Στο βάθος, πλησίαζαν στους πρόποδες του Μοναχικού Βουνού. Το στοιχειωμένο βουνό έριχνε τη σκιά του πάνω στη παρέα, αφήνοντας όλο το δάσος στο μισοσκόταδο.

Η Αλίσια μάλλον είχε απομακρυνθεί πολύ από το σπίτι της πετώντας, σκέφτηκε ο Μάρτιν, ανησυχώντας μήπως πήγαιναν σε λάθος κατεύθυνση. Τότε έφτασαν στην όχθη ενός ποταμιού.

«Λοιπόν, πως θα περάσουμε εδώ πέρα;» ρώτησε ο Σνούφκιν, κοιτάζοντας το νερό που κυλούσε γοργά στα πόδια τους. Το ποτάμι ήταν αρκετά βαθύ και κανείς τους δεν είχε όρεξη να επιχειρήσει να περάσει απέναντι κολυμπώντας. Ο Σνίφιν ειδικά, ο οποίος δεν ήξερε καν κολύμπι, έτρεμε ολόκληρος.

«Δεν υπάρχει περίπτωση να μπω εκεί μέσα!» αναφώνησε, «Θα πν-… θα γίνω μούσκεμα και θα κρυολογήσω!»

«Σώπα, ρε κότα!» τον κορόιδεψε η Μικρή Μυ, «Τι τρέχει; Φοβάσαι μήπως σε φάνε οι κροκόδειλοι;»

«Κροκ… κροκόδειλοι;» ξεροκατάπιε με γουρλωμένα μάτια ο Σνίφιν, χωρίς να είναι σίγουρος εάν η Μικρή Μυ σοβαρολογούσε ή απλώς του έκανε πλάκα, «Δεν υπάρχουν στα αλήθεια κροκόδειλοι εδώ, έτσι;»

«Μα και φυσικά δεν υπάρχουν, Σνίφιν,» τον καθησύχασε ο Σνούφκιν, «Η Μικρή Μυ σου κάνει πλάκα.»

«Ναι, είναι απλώς το ενοχλητικό, βλαμμένο ζωντόβολο με το μεγάλο στόμα, που όλοι μας γνωρίζουμε και αγαπάμε,» είπε ο Μάρτιν, πειράζοντας τη Μικρή Μυ. Οι φίλοι του χασκογέλασαν. Η Μικρή Μυ έγινε κόκκινη σαν ντομάτα. Δεν ανεχόταν να την πειράζει κανείς ούτε για αστείο.

«Για τελευταία φορά, δεν είμαι βλαμμένη!» τσίριξε με όλη τη δύναμη της φωνής της, «Θες να σου κόψω τη γλώσσα;!»

«Σκάστε, ανόητοι!» μούγγρισε ο Σνόρκιν, κοιτάζοντας ολόγυρα, σαν να περίμενε να σκάσει μύτη από στιγμή σε στιγμή η μάγισσα, καβάλα στο σκουπόξυλο της, «Με όλο αυτό το σαματά που κάνετε, θα μας πάρει είδηση η μάγισσα!»

Κοιτάζοντας πάλι το ποτάμι, η παρέα είδε κάποια βράχια λίγο πιο κάτω, τα οποία σχημάτιζαν μια πρόχειρη γέφυρα από πέτρες με την οποία μπορούσαν να περάσουν απέναντι. Ο Μάρτιν πήγε πρώτος, πηδώντας από πέτρα σε πέτρα. Χρειαζόταν μεγάλη προσοχή, γιατί οι πέτρες ήταν γλιστερές με υδρόβια φυτά, με κίνδυνο να γλιστρήσει και να πέσει μέσα.

Η Μικρή Μυ ακολούθησε από πίσω, χοροπηδώντας με ευκολία από πέτρα σε πέτρα σαν λαστιχένιο μπαλάκι, ώσπου έφτασε στην απέναντι όχθη. Γύρισε και υποκλίθηκε στους θεατές της, που τη χειροκρότησαν ενθουσιασμένοι. Μετά, ο Σνόρκιν και ο Σνούφκιν είχαν σειρά, περνώντας απέναντι με ασφάλεια, ώσπου έμεινε μονάχα ο Σνίφιν.

«Εμπρός, Σνίφιν!» του φώναξαν, «Έλα, θα τα καταφέρεις!»

Τρέμοντας ολόκληρος και να χύνει ποτάμια ιδρώτα, ο Σνίφιν έκανε ένα βήμα πάνω στη πέτρα. Και μετά ένα άλλο. Με τους φίλους του να του φωνάζουν ενθαρρυντικά λόγια (και στη περίπτωση της Μικρής Μυ, να τον φωνάζει δειλό), πήρε μια βαθιά ανάσα και πήδησε στο διπλανό βράχο. Άλλα τρία βήματα και θα έφτανε στο τέρμα. Αλλά η κακοτυχία του Σνίφιν, σε συνδυασμό με την υπερβολική αυτοπεποίθηση του πως ίσως θα κατάφερνε κάτι σωστά για μια φορά, τον βρήκε πρώτη. Πατώντας πάνω στη υγρή γλίτσα στην άκρη της πέτρας, γλίστρησε και βρέθηκε μέσα στο ποτάμι.

«Βοήθεια!»

Πάγωσε το αίμα της παρέας βλέποντας τον Σνίφιν να τον παρασέρνει μακριά το ρεύμα. Έτρεξαν ξωπίσω του, αλλά χωρίς να μπορούν να κάνουν απολύτως τίποτα να τον βοηθήσουν. Σύντομα, τον είχαν χάσει από τα μάτια τους και οι απόμακρες κραυγές του σταμάτησαν…

Πιο κάτω, η Αλίσια είχε κατέβει στην όχθη του ποταμού να φέρει νερό για τα μαγικά φίλτρα της γιαγιάς της. Η μάγισσα ήταν έξαλλη μαζί της για την πτήση της με το σκουπόξυλο, αλλά, λυπώντας τη που είχε τραυματιστεί, δεν την είχε μεταμορφώσει σε βάτραχο. Η τιμωρία της ήταν ένα κάρο βαρετών σπιτικών αγγαρειών, καθώς και επιπλέον θεωρητικά μαθήματα μαγείας, για μια ολόκληρη εβδομάδα.

Καθώς η Αλίσια έσκυψε να γεμίσει τον κουβά, ξαφνικά άκουσε μια πολύ οικεία φωνή να ουρλιάζει για βοήθεια. Κοιτάζοντας, είδε τον Σνίφιν μέσα στο ποτάμι, στο έλεος του ρεύματος. Η Αλίσια δεν μπορούσε να το πιστέψει. Οι Μούμιν ήταν πράγματι αληθινοί! Τότε, γιατί η γιαγιά της ισχυριζόταν πως ήταν μόνο ένα όνειρο; Όποιος και εάν ήταν ο λόγος, δεν είχε χρόνο να συλλογιστεί, γιατί ο φίλος της κινδύνευε να πνιγεί μπροστά στα μάτια της. Έπρεπε να τον σώσει!

Σηκώνοντας ψηλά τα χέρια της σαν σε μια περίεργη ιεροτελεστία, άρχισε να ψέλνει κάποια ακαταλαβίστικα ξόρκια, γνωστά μόνο στις γλώσσες των μάγων, τα οποία της είχε διδάξει η γιαγιά της. Αν και ήταν μόνο μαθητευόμενη μάγισσα, ήταν άριστη μαθήτρια και ήξερε καλά τα μαγικά της. Τα πόδια της ξαφνικά άρχισαν να λάμπουν με ένα μαγικό φώς. Το ξόρκι της είχε πιάσει!

Έκανε ένα βήμα μέσα στο ποτάμι. Αντί θα βυθιστεί στο νερό, τα πόδια της πάτησαν πάνω σε μια, για αυτή, στερεή και λεία επιφάνεια, σαν καθρέφτης. Τρέχοντας έξω στα βαθιά του ποταμού, άρπαξε τον Σνίφιν καθώς πέρασε από δίπλα της και, τραβώντας με όλη της τη δύναμη, τον έφερε πίσω στην όχθη.

Ο Σνίφιν έπεισε μπρούμυτα στο χορτάρι, βήχοντας και φτύνοντας, μούσκεμα μέχρι το κόκκαλο. Ποτέ δεν είχε βιώσει τόσο τρομακτική εμπειρία στη ζωή του. Και ο εφιάλτης δεν είχε τελειώσει ακόμη γιατί με το που είχε συνέλθει, ξαφνικά κατάλαβε ποιος στεκόταν από πάνω του. Η Αλίσια γονάτισε δίπλα του.

«Είσαι εντάξει, Σνίφιν;»

Η αντίδραση του Σνίφιν θύμιζε κάποιον που τον είχαν ακουμπήσει με ένα καυτερό σίδερο από το τζάκι. Απέφευγε με μανία το χέρι της Αλίσια, λες και ήταν ένας βρικόλακας που θα τον δάγκωνε. Στα μάτια του δεν ήταν πια φίλη του, αλλά ο εχθρός.

«Μην με αγγίζεις!» φώναξε, «Μείνε μακριά μου, μάγισσα!»

«Ήρεμα, δεν θα σου κάνω κακό, Σνίφιν!» είπε η Αλίσια, η οποία δεν μπορούσε να καταλάβει το λόγο που της φερόταν τόσο εχθρικά όταν του είχε μόλις σώσει τη ζωή. Αφού χθες δεν ήταν πρόθυμος να κάνει το παν για να την ευχαριστήσει; Τι μύγα τον είχε τσιμπήσει;

Βλέποντας πόσο μούσκεμα ήταν, μουρμούρισε ένα ξόρκι στεγνώματος και τα χέρια της κοκκίνισαν σαν αναμμένα κάρβουνα. «Μα τι έπαθες;» Βλέποντας τη να κάνει μάγια, ο Σνίφιν έπαθε κρίση πανικού.

«Όχι! Έλεος! Μη μου ρίξεις κατάρα!» τσίριξε, νομίζοντας πως θα τον έριχνε και εκείνον σε αιώνιο ύπνο όπως και τους Μούμιν, ή ακόμη και χειρότερα. Έπεσε στα γόνατα του, ικετεύοντας με σταυρωμένα χέρια την Αλίσια για οίκτο.

«Σε παρακαλώ, μη με μεταμορφώσεις σε κολοκύθα! Σου ορκίζομαι, δεν θα ξανάρθω μέσα στο δάσος σου! Σε παρακαλώ, έλεος…!»

«Είναι μονάχα ένα ξόρκι στεγνώματος, Σνίφιν,» τον καθησύχασε η Αλίσια, προσπαθώντας να τον ηρεμήσει, «Δεν θα σε πονέσει, σου το υπόσχομαι.»

Με τον Σνίφιν ακόμη να τρέμει ολόκληρος, η Αλίσια τον ακούμπησε στα πλευρά. Μουρμουρίζοντας πάλι το ξόρκι, η μαγεία εξαπλώθηκε από τα χέρια της, αγκαλιάζοντας κυριολεκτικά τον Σνίφιν, ο οποίος άρχισε να σπαρταράει σαν ψάρι.

«Σταμάτα, γαργαλιέμαι!» τσίριξε σαν τρελός, αλλά προτού το καταλάβει, είχε τελειώσει. Ήταν στεγνός σαν καθαρή μπουγάδα που μόλις είχε βγει από το στεγνωτήρα.

«Ορίστε. Δεν ήταν και τόσο άσχημο, ε;» του είπε χαμογελώντας η Αλίσια.

Ηρεμώντας λιγάκι, πεπεισμένος πως δεν κινδύνευε, ο Σνίφιν κοίταξε με περιέργεια την Αλίσια. Αν ήταν ο εχθρός, τότε γιατί ήταν τόσο φιλική μαζί του; Ήταν κάποιο κόλπο για να τον ξεγελάσει; Τελικά, βρήκε το θάρρος να μιλήσει.

«Ναι… Σε ευχαριστώ που με έσωσες.»

«Για αυτό υπάρχουν οι φίλοι, έτσι δεν είναι;» είπε η Αλίσια, επαναλαμβάνοντας τα λόγια του Μούμιν από χθες το βράδυ, «Μα τι έκανες εδώ πέρα, Σνίφιν; Πως βρέθηκα σπίτι; Εσείς με φέρατε πίσω στη γιαγιά μου;»

Ο Σνίφιν την κοίταξε μουτρωμένος, καθώς θυμήθηκε τι είχε συμβεί πίσω στη Κοιλάδα των Μούμιν και πως τα πάντα έδειχναν πως η Αλίσια ήταν βαθιά μπλεγμένη με την κατάσταση των φίλων του.

«Είναι οι Μούμιν,» της εξήγησε, χωρίς να ξέρει πώς να της το πει πιο ήπια. Ήξερε πως η Αλίσια θα πληγωνόταν πολύ άσχημα, αλλά δυστυχώς ήταν αναπόφευκτο. «Κάτι τρομερό συνέβη στον Μούμιν και τους γονείς του. Εμείς… νομίζουμε πως η γιαγιά σου τους έκανε κάτι κακό…»

Εν στο μεταξύ, η ομάδα του Μάρτιν ακολουθούσαν την όχθη του ποταμού όσο πιο γρήγορα μπορούσαν, ψάχνοντας για κάποιο ίχνος του Σνίφιν. Δεν υπήρχε τίποτα. Τον Μάρτιν τον έπιασε ανακατωσούρα. Αν ο Σνίφιν είχε πνιγεί, τότε αυτός και μόνο ήταν υπεύθυνος, που τον είχε αφήσει να έρθει εδώ μαζί τους. Αλλά τότε, ξαφνικά, η Μικρή Μυ βρήκε κάτι φρέσκιες πατημασιές στην όχθη.

«Αυτές είναι του Σνίφιν,» είπε ο Σνούφκιν, εύκολα αναγνωρίζοντας τις πατημασιές του φίλου τους, «Είναι ζωντανός!»

«Κοιτάξτε!» είπε ο Σνόρκιν, δείχνοντας και ένα δεύτερο ζευγάρι πατημασιές δίπλα στου Σνίφιν, που οδηγούσαν μέσα στο δάσος. Ήταν αυτονόητο ποιον είχε συναντήσει.

«Πρέπει να είναι η μάγισσα,» είπε ο Μάρτιν, «Τον έπιασε!»

«Ο φουκαράς ο Σνίφιν,» μουρμούρισε η Μικρή Μυ και για πρώτη φορά το εννοούσε πραγματικά, «Ακόμη και αυτός δεν είναι αρκετά χαζός ώστε να πάει μαζί της. Πρέπει να τον έχει μαγέψει!»

«Λοιπόν, τι καθόμαστε;» είπε θυμωμένα ο Μάρτιν, «Εμπρός, πάμε να τον σώσουμε!»

Έφυγαν τρέχοντας, ακολουθώντας τα χνάρια του Σνίφιν και της Αλίσιας, ελπίζοντας να μην είναι πολύ αργά…

Ο Σνίφιν ακολούθησε την Αλίσια πίσω στο σπίτι της, το οποίο βρισκόταν καλά κρυμμένο κάτω από τις ρίζες μιας πανάρχαιας οξιάς. Παρότι η Αλίσια τον είχε διαβεβαιώσει πως δεν υπήρχε λόγος να φοβάται, ο Σνίφιν ένοιωσε ανατριχίλα αντικρίζοντας το σπίτι της μάγισσας. Τι θα γινόταν εάν η γιαγιά της Αλίσιας αποφάσιζε πως δεν ήθελε απρόσκλητους επισκέπτες και τον μεταμόρφωνε σε βάτραχο;

Η Αλίσια είχε πάθει σοκ ακούγοντας τι είχε συμβεί στους Μούμιν και δεν μπορούσε να πιστέψει πως η γιαγιά της ήταν υπεύθυνη για αυτό. Σίγουρα, επρόκειτο για παρεξήγηση. Τουλάχιστον, η γιαγιά της, μια πανίσχυρη μάγισσα, θα μπορούσε να τους βοηθήσει μόλις γύρναγε σπίτι. Ξαφνικά, η Αλίσια θυμήθηκε πως είχε ξεχάσει τον κουβά της πίσω στην όχθη του ποταμού.

«Πρέπει να πάω πίσω να το φέρω, αλλιώς η γιαγιά μου θα γίνει έξαλλη,» είπε στον Σνίφιν, «Εσύ πέρνα μέσα και βολέψου σαν στο σπίτι σου. Επιστρέφω αμέσως!» Ο Σνίφιν ήθελε να φέρει αντίρρηση, μη θέλοντας να περάσει μέσα στο σπίτι της μάγισσας μόνος του, αλλά η Αλίσια είχε ήδη απομακρυνθεί.

Βρίσκοντας το κουράγιο του και αποφασίζοντας να δείξει λίγο θάρρος επιτέλους, πλησίασε την πόρτα. Ήταν ξεκλείδωτη, οπότε την έσπρωξε και πέρασε μέσα. Αφού η γιαγιά της Αλίσιας έλειπε, τι είχε να φοβηθεί; Αλλά οι μάγισσες πάντα έχουν τρόπους να ξέρουν πότε έχουν επισκέπτες.

Πετώντας καβάλα στο σκουπόξυλο της ψηλά στις κορυφές των δέντρων, η μάγισσα, που επέστρεφε από τις δουλειές της, παρακολούθησε αυτόν τον ανεπιθύμητο ξένο να εισβάλει στο σπίτι της. Τα μάτια της έγιναν σχιστά από θυμό. Αναμφίβολα ήταν ένας θρασύς θνητός που έχωνε τη μύτη του όπου δεν είχε καμία δουλειά. Αλλά, έννοια του, σύντομα θα τον συγύριζε!

Αθόρυβα, προσγειώθηκε στο κατώφλι της και πέρασε μέσα, κλειδώνοντας την πόρτα πίσω της. Τότε ακούστηκε από μέσα ένα τρομαγμένο ουρλιαχτό…

Ο Μάρτιν και η παρέα του ακολούθησαν τα χνάρια του Σνίφιν και της Αλίσιας ώσπου έφτασαν στο σπίτι της μάγισσας. Η γιαγιά της Αλίσιας σίγουρα είχε διαλέξει το καλύτερο σημείο να χτίσει το σπίτι της, όπου ήταν απομονωμένο και καλά κρυμμένο από τον έξω κόσμο, σκέφτηκε ο Μάρτιν. Η τέλεια κρυψώνα για μια μάγισσα και τη μαθήτρια της.

Προχωρώντας αθόρυβα, η παρέα κρύφτηκε πίσω από κάτι θάμνους απέναντι από το σπίτι, από όπου μπορούσαν να παρακολουθούν τα πάντα. Απόλυτη σιωπή επικρατούσε. Το σπίτι φαινόταν έρημο αλλά, βλέποντας το καπνό που έβγαινε από τη καπνοδόχο, ο Μάρτιν ήταν σίγουρος πως κάποιος σίγουρα ζούσε εδώ. Έκανε σινιάλο στους φίλους του.

«Ακολουθήστε με και τσιμουδιά!»

Τα μάτια τους δεκατέσσερα και τα αυτιά τους τεντωμένα, πλησίασαν το σπίτι. Από κοντά, μπορούσαν να ακούσουν φωνές μέσα, μία από τις οποίες τους ήταν πολύ οικεία… και κατατρομαγμένη. Κρυφοκοιτάζοντας από το παράθυρο, είδαν ένα θέαμα που τους πάγωσε το αίμα.

Μέσα ήταν ο Σνίφιν, δεμένος σαν σαλάμι με μαγικά σκοινιά που έμοιαζαν με φίδια και κρεμασμένος ανάποδα από το ταβάνι. Δίπλα του στεκόταν μια ξεδοντιασμένη γριά που τους έφερνε ανατριχίλα. Η μάγισσα.

«…Σας ορκίζομαι, δεν προσπαθούσα να σας ληστέψω!» φώναζε κλαψουρίζοντας ο Σνίφιν με τη μάγισσα, που τον είχε πιάσει στα πράσα μέσα στο σπίτι της. Φαινόταν έτοιμος να λιποθυμήσει από το φόβο του, «Η Αλίσια μου είπε να περάσω μέσα! Με…»

«Ώστε ήθελες να κάνεις μπανιστήρι στην εγγονή μου, έτσι;» ρώτησε έξαλλη η μάγισσα, προφανώς καταλήγοντας σε λάθος συμπέρασμα, «Ίσως εάν σε μεταμορφώσω σε βάτραχο και σε κάνω σούπα θα σου γίνει μάθημα!»

«Όχι, όχι, όχι, λυπηθείτε με!» ούρλιαξε ο Σνίφιν, προσπαθώντας απεγνωσμένα να ελευθερωθεί, «Μην με κάνετε βάτραχο! Σας παρακαλώ, κατεβάστε με! Ζαλίζομαι…!» Αλλά η μάγισσα δεν είχε τελειώσει ακόμη μαζί του. Με μια κίνηση του χεριού της, τα μαγικά σκοινιά σήκωσαν τον Σνίφιν ακόμη πιο ψηλά, ταλαντεύοντας τον πέρα-δώθε από τους αστραγάλους.

«Όχι τόσο ψηλά! Όχι τόσο ψηλά!» ούρλιαξε ο φουκαράς ο Σνίφιν, «Έχω υψοφοβία! Βοήθεια! Βοήθεια, κάποιος…!» Οι φωνές του σταμάτησαν καθώς η μάγισσα, με άλλη μια κίνηση του χεριού της, του ένα σχοινί φιόγκο στη μουσούδα του, φιμώνοντας τον.

Έξω, ο Μάρτιν είχε δει αρκετά. Δίπλα του, ο Σνόρκιν και ο Σνούφκιν έπρεπε να συγκρατήσουν τη Μικρή Μυ, η οποία ήταν έτοιμη να ορμήσει μέσα από το παράθυρο να σώσει τον Σνίφιν. Προτού κάνουν οποιαδήποτε κίνηση, έπρεπε να καταστρώσουν κάποιο σχέδιο.

«Εντάξει, ακούστε τι θα κάνουμε,» είπε στους φίλους του, «Εγώ θα πάω από τη μπροστινή πόρτα. Σνούφκιν, εσύ και ο Σνόρκιν πηγαίνετε από πίσω. Μικρή Μυ, εσύ ανέβα στην οροφή και κατέβα κάτω από τη καμινάδα. Μόλις ακούσετε το σήμα μου, θα ορμήσουμε όλοι μαζί και θα αιφνιδιάσουμε τη μάγισσα, προτού καν μας πάρει χαμπάρι.» Κοίταξε το ρολόι του.

«Σας δίνω πέντε λεπτά να μπείτε σε θέση για επίθεση. Εμπρός, πηγαίνετε!»

Η παρέα χωρίστηκε, περικυκλώνοντας το σπίτι και παίρνοντας θέση σε κάθε σημείο εισόδου, έτοιμη για εισβολή. Ο Μάρτιν αθόρυβα ανέβηκε τα σκαλιά. Βρίσκοντας την πόρτα ξεκλείδωτη, πέρασε μέσα. Τότε, ξαφνικά θυμήθηκε πως δεν είχε τίποτα που θα του χρησίμευε σαν όπλο. Ακόμη και το σουγιαδάκι του, το είχε ξεχάσει στο σπίτι πίσω στη Κοιλάδα. Ψαχουλεύοντας βιαστικά στις τσέπες του, βρήκε μια χούφτα ψιλά.

Περνώντας τα νομίσματα ανάμεσα στα δάκτυλα του και σφίγγοντας τα, αυτοσχεδίασε μια σιδερένια γροθιά, για κάθε ενδεχόμενο. Οπλισμένος σαν αστακός, προχώρησε μέσα στο σπίτι. Το δωμάτιο όπου βρισκόταν του έκανε να σηκωθεί η τρίχα.

Όλοι οι τοίχοι ήταν γεμάτοι με ιστούς αραχνών, σαν στοιχειωμένο σπίτι. Πάνω σε κάτι ράφια υπήρχε μια μεγάλη συλλογή από βάζα, γεμάτα με διατηρημένα ψόφια ζώα, δηλητηριώδη μανιτάρια, καθώς και ανθρώπινα δόντια και νύχια. Σε μια γωνιά υπήρχε ένα τζάκι σε σχήμα τάφου, μέσα στο οποίο υπήρχε ένα τεράστιο μαύρο καζάνι γεμάτο και μια παχύρευστη γλίτσα που την αποτελούσαν ζωντανές νυχτερίδες. Παγιδευμένες μέσα στη ζεματιστή γλίτσα, κουνούσαν τα φτερά τους προσπαθώντας να ξεφύγουν, ενώ έβραζαν ζωντανές.

Αυτή η γιαγιάκα δεν φαίνεται να είναι και η πιο ευγενική οικοδεσπότρια του κόσμου…

Προχωρώντας με τα νύχια των ποδιών του σαν διαρρήκτης, ο Μάρτιν κρύφτηκε πίσω από μια βιβλιοθήκη γεμάτη κρανία. Μπορούσε να δει τη μάγισσα στην άλλη πλευρά του δωματίου με την πλάτη της γυρισμένη, οπότε εκείνη δεν τον είδε. Εξάλλου, ήταν πολύ απασχολημένη, να τρομοκρατεί τον αιχμάλωτο της, τον οποίο είχε φιμώσει ώστε να μην ακούει τις αξιολύπητες κλάψες του. Αλλά όχι για πολύ ακόμη.

Κοιτάζοντας τριγύρω, ο Μάρτιν πρόσεξε ένα σκουπόξυλο ακουμπισμένο στον τοίχο δίπλα του. Αυτό θα του χρησίμευε για ρόπαλο ώστε να βγάλει αυτή την τρελόγρια εκτός μάχης, πολύ καλύτερο από μια γροθιά με νομίσματα. Αθόρυβα, πήρε το σκουπόξυλο, σφίγγοντας το στα χέρια του. Ήταν αρκετό γερό.

Πλησίασε αθόρυβα τη μάγισσα από πίσω, σηκώνοντας ψηλά το σκουπόξυλο, έτοιμος να τη κοπανήσει με όλη του τη δύναμη στο κεφάλι, ώστε να τη βγάλει νοκ-άουτ. Δυστυχώς, αυτό δεν ήταν ένα απλό σκουπόξυλο, πόσο μάλιστα για να το πιάνει ένας ερασιτέχνης.

«Τι στο καλό…!»

Προτού ο Μάρτιν μπορέσει να χτυπήσει τη μάγισσα, το σκουπόξυλο ξαφνικά πάγωσε στον αέρα, σαν να το είχε αρπάξει ένα αόρατο χέρι. Ήταν λες και είχε δικιά του νοημοσύνη και διαισθανόταν τον κίνδυνο που διέτρεχε η αφέντισσα του. Στη στιγμή, η ζημιά είχε γίνει.

Ακούγοντας τον, η μάγισσα γύρισε και τον είδε. Τα μάτια της έλαμψαν από θυμό, αντικρίζοντας αυτόν το δεύτερο παρείσακτο που είχε εισβάλει μέσα στο σπίτι της. Το χέρι της γύρισε να αρπάξει ένα πουγκί σκόνης από το τραπέζι – την ίδια μαγική σκόνη την οποία είχε ρίξει στους Μούμιν. Αλλά ο Μάρτιν ήταν γρηγορότερος.

Καθώς εκείνη φύσηξε ένα σύννεφο σκόνης προς το μέρος του, εκείνος, ανεμίζοντας απότομα το μακρύ πανωφόρι του σαν μαστίγιο, έστειλε τη σκόνη πίσω στη μάγισσα. Η μάγισσα γούρλωσε τα μάτια της, καθώς η σκόνη τη βρήκε απευθείας στο πρόσωπο. Την είχε πατήσει. Προτού μπορέσει να βγάλει άχνα, σωριάστηκε ξερή στο πάτωμα. Ο Μάρτιν, χλωμός σαν το μάρμαρο με αυτό που είχε μόλις κάνει, την κοίταξε με κακία.

«Πως νιώθεις να δοκιμάζεις το ίδιο σου το φαρμάκι, μάγισσα;»

Ακούγοντας τη φασαρία, οι φίλοι του μπήκαν τρέχοντας, νομίζοντας πως κινδύνευε. Κοίταξαν όλοι τους τη μάγισσα που ροχάλιζε του καλού καιρού στο πάτωμα. Την είχαν στο χέρι! Τότε θυμήθηκαν τον Σνίφιν, ο οποίος κρεμόταν ακόμη ανάποδα από το ταβάνι, προσπαθώντας να φωνάξει μέσα από το φίμωτρο του.

«Νομίζω λέει να τον κατεβάσουμε,» είπε κοροϊδευτικά η Μικρή Μυ, «Είναι ανάγκη;»

«Δεν το βουλώνεις και να δώσεις ένα χεράκι εδώ;!» μούγγρισε ο Μάρτιν. Όλοι μαζί τράβηξαν τον Σνίφιν, αλλά τα σχοινιά δεν έλεγαν να σπάσουν και δεν μπορούσαν να φτάσουν τον κόμπο. Χρειάζονταν μια συγκεκριμένη μαϊμουδίτσα που μπορούσε να ανέβει εκεί πάνω να το λύσει…

Μπαίνοντας στο νόημα, η Μικρή Μυ σκαρφάλωσε πάνω στον Σνίφιν χρησιμοποιώντας τα σκοινιά που τον περιτύλιγαν σαν σκαλοπάτια και στάθηκε πάνω στις αναποδογυρισμένες πατούσες του. Από κει μπορούσε εύκολα να φτάσει τον κόμπο και άρχισε να τον λύνει. Βλέποντας τι πήγαινε η κάνει, ο Σνίφιν άρχισε να κουνάει το κεφάλι του 'όχι'.

«Στάσου, Μικρή Μυ! Μη…!»

Πολύ αργά. Ο κόμπος λύθηκε και ο Σνίφιν έπεσε με το κεφάλι στο πάτωμα. Το ουρλιαχτό πόνου του ακούστηκε ακόμη και μέσα από το φίμωτρο του. Γονάτισαν όλοι τριγύρω του να τον βοηθήσουν. Ήταν ανώφελο. Δεν μπορούσαν να σπάσουν τα σκοινιά, τα οποία ήταν μαγικά ενισχυμένα ώστε να είναι σκληρά σαν σύρματα. Τότε ο Σνόρκιν, που είχε δουλέψει με ανθεκτικά υλικά και στο παρελθόν, σκέφτηκε μια λύση.

«Δώστε μου εκείνο το κερί!»

Κρατώντας τη φλόγα του κεριού κοντά στα σχοινιά, προσπάθησαν να τα κόψουν καίγοντας τα, προσέχοντας μην κάψουν και τον Σνίφιν προσπαθώντας. Τελικά το σκοινί που κρατούσε τη μουσούδα του κλειστή κόπηκε και ο Σνίφιν μπόρεσε επιτέλους να ξαναμιλήσει.

«Άουτς! Το κεφάλι μου!» βόγκηξε, νιώθοντας το πελώριο καρούμπαλο που είχε βγει στο κεφάλι του, «Λύστε με επιτέλους! Άουτς! Πρόσεχε τι κάνεις, Σνόρκιν!» βόγκηξε πάλι από τον πόνο. Ο Σνόρκιν τον είχε κάψει κατά λάθος στο πισινό.

Πηγαίνοντας όσο πιο προσεκτικά μπορούσε, ο Σνόρκιν στρώθηκε στη δουλειά. Ένα-ένα, τα σχοινιά κόβονταν, αλλά με πολύ αργό ρυθμό και, εν στο μεταξύ, υπήρχαν ακόμη δεκάδες από αυτά. Ο Σνούφκιν κούνησε το κεφάλι του.

«Αυτό θα μας πάρει για πάντα! Δεν γίνεται να κόψεις πιο γρήγορα, Σνόρκιν;»

Ο Μάρτιν ήθελε να εξηγήσει στον Σνούφκιν πως δεν μπορούσαν κάλλιστα να χρησιμοποιήσουν αλυσοπρίονο να ελευθερώνουν τον Σνίφιν, όταν ξαφνικά ακούστηκε μια κραυγή από την πόρτα. Η Αλίσια βρισκόταν εκεί, κοκαλωμένη από την έκπληξη, βλέποντας την γιαγιά της αναίσθητη στο πάτωμα και τον Σνίφιν δεμένο σαν μουλάρι. Ο κουβάς με το νερό που κουβαλούσε έπεσε στο πάτωμα, χύνοντας το περιεχόμενο του παντού.

«Αυτή είναι!» φώναξε ο Σνούφκιν, «Πιάστε τη!» Όλοι τους έπεσαν καταπάνω της Αλίσιας, ακινητοποιώντας τη στο πάτωμα. Η Αλίσια αντιστάθηκε, προσπαθώντας να ξεφύγει.

«Αφήστε με!» τους φώναξε θυμωμένη, «Μα τι κάνετε;»

«Θα μπορούσα να σε ρωτήσω ακριβώς το ίδιο πράμα,» απάντησε ψυχρά ο Μάρτιν με σταυρωμένα χέρια, καθώς ο Σνόρκιν και ο Σνούφκιν κρατούσαν σφικτά την Αλίσια, «Λοιπόν, τι έκανες στην οικογένεια μου; Λέγε!»

«Τίποτα! Σας το ορκίζομαι!» διαμαρτυρήθηκε η Αλίσια, «Όπως και είπα προηγουμένως στον Σνίφιν, δεν ξέρω τι συνέβη στους Μούμιν! Μόλις ξύπνησα σήμερα το πρωί, ήμουν πίσω στο σπίτι και η γιαγιά μου είπε πως ήταν όλο ένα όνειρο…»

«Ψεύτρα!» φώναξε η Μικρή Μυ, πιστεύοντας ότι η Αλίσια προσπαθούσε πάλι να τους ξεγελάσει, «Η γιαγιά σου βασάνιζε τον φίλο μας! Τα είδαμε όλα! Τι, μήπως μας πέρασες για ηλίθιους;»

«Με οδήγησε σε παγίδα!» φώναξε ο Σνίφιν, ακόμη δεμένος χειροπόδαρα στο πάτωμα. Εάν είχε προηγουμένως τη παραμικρή αμφιβολία ότι η Αλίσια ήταν ένοχη, τώρα ήταν απόλυτα σίγουρος! Δεν υπήρχε περίπτωση να τον ξεγελάσει ξανά! Οι φίλοι του ήταν εξίσου πεπεισμένοι πως αυτή και η γιαγιά της τους είχαν βάλει επίτηδες σε αυτή την περιπέτεια και είχαν κάθε σκοπό να εκδικηθούν για τους φίλους τους.

«Εγώ λέω να την κρεμάσουμε ανάποδα από το ψηλότερο δέντρο που υπάρχει ώσπου να μας πει την αλήθεια!» πρότεινε ο Σνόρκιν.

«Εγώ προτείνω να τη δέσουμε και να τη βασανίσουμε με γαργαλητό!» είπε με ένα σαδιστικό χαμόγελο η Μικρή Μυ, «Έτσι θα μας τα πει όλα χαρτί και καλαμάρι!»

«Η μπορούμε απλώς να τη παραδώσουμε στον Επιθεωρητή,» πρότεινε ο Σνούφκιν, «Ας δούμε πως θα της αρέσει να τη χώσουν μέσα στη στενή!» Η καημένη η Αλίσια είχε αρχίσει να φοβάται.

«Είχα αφήσει το Σνίφιν μόνο του για ένα λεπτό, για να πάω να φέρω τον κουβά! Το ορκίζομαι!» προσπάθησε απελπισμένα να τους εξηγηθεί, φοβούμενη τι θα της έκαναν, «Δεν είχα ιδέα πως η γιαγιά μου θα έκανε κάτι τέτοιο… Τι της κάνατε;!» φώναξε, βλέποντας τη γιαγιά της ακίνητη στο πάτωμα. Το πουγκί με τη μαγική σκόνη βρισκόταν πεσμένο δίπλα της.

«Πήγε να μαγέψει τον Μάρτιν, όπως έκανε τους Μούμιν, και είχε ένα ατύχημα,» είπε ο Σνούφκιν, «Και καλά να πάθει!»

Η Αλίσια ένιωσε βαθιά πληγωμένη. Δεν υπήρχε πια καμία αμφιβολία πως η γιαγιά της της είχε πει ψέματα. Είχε κάνει κάτι τρομερό στην οικογένεια των φίλων της και είχε προσπαθήσει να της το κρύψει. Πως μπορούσε η ίδια της η γιαγιά να κάνει κάτι τέτοιο; Τι μπορούσε να κάνει να επανορθώσει το λάθος της;

Ο Μάρτιν συλλογίστηκε. Ένοχη ή αθώα, η Αλίσια δεν μπορούσε να τους βοηθήσει από μόνη της. Ο μόνος άνθρωπος εδώ πέρα που μπορούσε να ξελύνει τα μάγια ήταν η γιαγιά της. Το μόνο πρόβλημα ήταν πως η μάγισσα ήταν και εκείνη τώρα υπό την επίδραση της ίδιας μαγείας και σε καμία θέση να μιλήσει. Αλλά, ίσως η Αλίσια, που ήταν μαθητευόμενη μάγισσα, να ήξερε πώς μπορούσαν να την ξυπνήσουν. Μίλησε στους φίλους του.

«Σνόρκιν, Σνούφκιν, αφήστε την,» τους είπε. Οι φίλοι του δίστασαν, φοβούμενοι μήπως η Αλίσια επιχειρούσε να το σκάσει ή να τους ρίξει κανένα ξόρκι τη στιγμή που την άφηναν ελεύθερη. Αλλά ο Μάρτιν επέμενε και τελικά την άφησαν. Η Αλίσια αποτραβήχτηκε, αλλά δεν έκανε ουδεμία προσπάθεια να ξεφύγει. Κοίταξε ευγνώμονη τον Μάρτιν, ο οποίος, σε αντίθεση με τους άλλους, ήταν πρόθυμος να την ακούσει. Εκείνος την κοίταξε με ένα ήρεμο αλλά σταθερό ύφος.

«Αλίσια, δεν ξέρω γιατί η γιαγιά σου έκανε αυτό που έκανε, αλλά είναι η μόνη που ξέρει πώς να το διορθώσει. Βοήθησε μας και σου υπόσχομαι πως δεν θα υπάρξουν μπελάδες για κανένα σας. Σου το υπόσχομαι. Λοιπόν, θα μας βοηθήσεις;»

«Θα δοκιμάσω,» είπε η Αλίσια με τρεμάμενη φωνή. Δεν ήθελε να προσθέσει πως δεν είχε επιχειρήσει ποτέ τόσο πολύπλοκα μάγια, πόσο μάλλον χωρίς την αυστηρή επιτήρηση της γιαγιάς της.

Αφού η Αλίσια ελευθέρωσε τον Σνίφιν από τα μαγικά σχοινιά, η παρέα μαζεύτηκε στο τραπέζι εργασίας της μάγισσας, σαν μαθητές του Χόγκουαρτς στο πρώτο τους μάθημα. Μετακίνησαν τη μάγισσα σε μια καρέκλα όπου θα ήταν ασφαλής, ώσπου να βρουν τρόπο να τη ξυπνήσουν.

Η Αλίσια συμβουλεύτηκε ένα πανάρχαιο βιβλίο μαγικών φίλτρων που υπήρχε στο τραπέζι. Ο Μάρτιν δεν μπορούσε να καταλάβει λέξη από αυτή την ακαταλαβίστικη γλώσσα των μάγων, αλλά ένοιωθε ανακούφιση βλέποντας πως η Αλίσια ήξερε άπταιστα τη γλώσσα.

«Η γιαγιά μου πάντα έχει αντίδοτα για όλα τα φίλτρα της, σε περίπτωση ατυχήματος,» τους είπε, διαβάζοντας προσεκτικά το βιβλίο, «Ορίστε, αυτό είναι! Το Φίλτρο Του Αιώνιου Ύπνου. Το αντίδοτο που ψάχνουμε είναι ένα παχύρευστο και πρασινωπό φίλτρο.»

Άνοιξαν ένα ντουλάπι, όπου η γιαγιά της Αλίσιας κρατούσε όλα τα φίλτρα της και άρχισαν το ψάξιμο. Δεν ήταν εύκολο. Υπήρχαν δεκάδες ανά δεκάδες μπουκάλια και φιαλίδια με δείγματα φίλτρων με διαφορετικά χρώματα, αλλά κανένα δεν είχε ετικέτα. Πως θα έβρισκαν το σωστό φίλτρο μέσα σε αυτό το χάος;

Αδειάζοντας όλα τα περιεχόμενα του ντουλαπιού στο τραπέζι, άρχισαν να ελέγχουν ένα-ένα τα περιεχόμενα των μπουκαλιών. Δεν υπήρχε τίποτα. Ο Μάρτιν άρχισε να ανησυχεί μήπως η γιαγιά της Αλίσιας δεν είχε φτιάξει αντίδοτο για αυτή τη συγκεκριμένη σκόνη. Αλλά τότε, ξαφνικά, ο Σνίφιν χτύπησε κυριολεκτικά φλέβα χρυσού όταν βρήκε ένα μικροσκοπικό μπουκαλάκι που περιείχε ένα πρασινωπό φίλτρο.

«Ζήτω! Το βρήκα!»

«Πράγματι, αυτό είναι!» είπε ο Σνούφκιν, «Μπράβο, Σνίφιν!» Οι φίλοι του τον χειροκρότησαν. Ο Σνίφιν ένοιωσε περήφανος σαν κόκορας. Τότε όμως κατάλαβαν πως τους είχε διαφύγει ένα μικρό πρόβλημα.

«Αυτό φτάνει μόνο για ένα άτομο,» είπε μουτρωμένα ο Μάρτιν, κοιτάζοντας το μικρό σε μέγεθος αμπούλας ινσουλίνης μπουκαλάκι, «Είναι μόνο μια δόση.»

«Και υπάρχουν πέντε άνθρωποι που το χρειάζονται,» μουρμούρισε ο Σνόρκιν, επίσης καταβαίνοντας το πρόβλημα. Από την αδελφή του, τη Μαμά Μούμιν, τον Μπαμπά Μούμιν, τον Μούμιν και την μάγισσα, μπορούσαν να ξυπνήσουν μόνο έναν. Ποιόν; Η απάντηση ήταν ολοφάνερη.

«Θα πρέπει να χορηγήσουμε το αντίδοτο στη μάγισσα,» είπε τελικά ο Μάρτιν, «Μόνο αυτή μπορεί να μας φτιάξει μια καινούργια, μεγαλύτερη παρτίδα για τους Μούμιν.» Οι φίλοι του νόμιζαν πως του είχε στρίψει.

«Αυτή η ελεεινή μάγισσα τους άφησε σε αυτό το χάλι και εσύ θες να σπαταλήσεις τη μόνη δόση του αντίδοτου που έχουμε σε αυτήν;» ρώτησε θυμωμένος ο Σνόρκιν. Κατά τη γνώμη του, είχαν κάθε δικαίωμα να αφήσουν τη μάγισσα έτσι όπως ήταν για πάντα. «Τι νομίζεις θα σκεπτόταν η καημένη η Σνόρκα ή ο Μούμιν μετά από αυτό που τους έκανε;»

«Δεν έχει σημασία τι θα σκέπτονταν, γιατί χωρίς περισσότερο αντίδοτο να τους ξυπνήσουμε, δεν θα μπορέσουμε να τους ρωτήσουμε ποτέ!» είπε ο Μάρτιν, ανεβάζοντας το τόνο της φωνής του, «Λοιπόν, σταματήστε τη γκρίνια και ας ξεκινήσουμε!»

Γύρισαν πίσω το κεφάλι της μάγισσας και ο Μάρτιν άδειασε το περιεχόμενο του μπουκαλιού μέσα στο στόμα της. Για μια στιγμή, δεν συνέβη τίποτα. Ξαφνικά, χασμουρήθηκε, δείχνοντας τους τα ξεδοντιασμένα ούλα της, και άνοιξε τα μάτια της. Η απόμακρη έκφραση της μετατράπηκε σε θυμό, βλέποντας όλους αυτούς τους ανεπιθύμητους επισκέπτες μέσα στο σπίτι της.

«Πως τολμάτε να εισβάλετε στο σπίτι μου, παλιόπαιδα!» τσίριξε έξαλλη, «Θα σας μεταμορφώσω όλους σε βατράχια…!» Σώπασε καθώς ο Μάρτιν της έδειξε το πουγκί με τη μαγική σκόνη το οποίο κρατούσε έτοιμο για κάθε ενδεχόμενο.

«Σας συμβουλεύω να μην επιχειρήσετε καμία βλακεία, κυρία μου, γιατί δεν θα διστάσω να το χρησιμοποιήσω αυτό,» της είπε προειδοποιητικά, «Και τώρα, σας παρακαλώ, θέλουμε εξηγήσεις!»

«Δεν ξέρω για τι πράμα μιλάς, μικρέ!» φώναξε θυμωμένη η μάγισσα, «Βαλέ κάτω αυτές τις σκόνες προτού μας ρίξεις όλους στον ύπνο!»

«Σταμάτα να λες ψέματα, γιαγιά!» φώναξε θυμωμένη η Αλίσια, «Δεν πιστεύω τι έκανες! Μου είπες ότι οι Μούμιν ήταν μόνο ένα όνειρο και τώρα, εδώ είναι, λέγοντας μου πως τους μάγεψες! Ο Μπαμπάς και η Μαμά Μούμιν με βοήθησαν όταν έπεσα από το σκουπόξυλο μου και εσύ τους έριξες κατάρα. Γιατί;»

«Ήταν για το καλό σου, Αλίσια!» είπε αμετανόητα η μάγισσα, αν και ο Μάρτιν υποψιαζόταν πως ίσως κατά βάθος να ήξερε πως το είχε παρακάνει, βλέποντας πόσο άσχημα είχε πληγώσει την εγγονή της, «Εάν μάθαινε ο κόσμος πως ήσουν μάγισσα, θα σε είχαν κυνηγήσει σαν άγριο ζώο! Τουλάχιστον έτσι, δεν πρόκειται ποτέ να σε προδώσουν!»

«Αυτό είναι παράλογο, γιαγιά!» της φώναξε η Αλίσια, «Οι Μούμιν είναι καλόκαρδοι και ποτέ δεν θα μου έκαναν κακό!»

«Εγώ πάντως πιστεύω πως η 'αξιοθαύμαστη' αφοσίωση σας στη προστασία της εγγονής σας θα σας φέρει μεγάλους μπελάδες με τις αρχές!» τους διέκοψε ο Μάρτιν, θέλοντας να ξεκαθαρίσει τη θέση της μάγισσας καθώς και τις αυστηρές συνέπειες των πράξεων της, «Ο Επιθεωρητής της Κοιλάδας μας έχει ήδη εξαπολύσει ανθρωποκυνηγητό για το δράστη. Σας περιμένει η φυλακή!»

«Γιαγιά, καταλαβαίνεις τι έκανες;» αναφώνησε κατατρομαγμένη η καημένη η Αλίσια, «Θα πάς φυλακή!»

«Ωστόσο,» συνέχισε ο Μάρτιν, με πιο ήπιο τόνο φωνής, «Δεν νομίζω να έχει λόγο ο Επιθεωρητής να συλλάβει κανέναν εάν δεν υπάρχει έγκλημα. Με άλλα λόγια, εάν οι Μούμιν ξυπνήσουν αμέσως, και χωρίς παρενέργειες, δεν θα υπάρχει λόγος να μπλεχτούμε σε φασαρίες με την αστυνομία.»

Η μάγισσα αγριοκοίταξε τον Μάρτιν. Δεν της άρεσε αυτός ο θρασύτατος νεαρός να την εκβιάζει έτσι, αλλά, από την άλλη, ήξερε πως είχε δίκιο. Αν την έριχναν στη φυλακή, η Αλίσια θα έμενε ξεκρέμαστη, χωρίς μέλλον. Ποιος άλλος θα τη βοηθούσε να ολοκληρώσει τις σπουδές της ώστε να γίνει μια παντοδύναμη και αξιοσέβαστη μάγισσα, όπως και οι πρόγονοι τους; Όχι, αποφάσισε, η εγγονή της, όσο ξεροκέφαλη και αν ήταν, τη χρειαζόταν. Τελικά, υποχώρησε.

«Πολύ καλά,» είπε στο Μάρτιν και τη παρέα του, «Θα σας φτιάξω το αντίδοτο για να λυθούν τα μάγια. Αλλά,» συνέχισε, με ένα διαβολικό χαμόγελο που δεν άρεσε καθόλου στον Μάρτιν, «Θα χρειαστώ κάτι ως αντάλλαγμα.»

«Σαν τι, δηλαδή;»

«Το κυριότερο συστατικό για το αντίδοτο είναι ένα σπανιότατο και πολύ δυνατό μανιτάρι,» τους εξήγησε η μάγισσα, «Το Μανιτάρι την Καλοκαιρινής Νυκτός.»

«Το τι μανιτάρι;» ρώτησε ο Μάρτιν, προσπαθώντας να μην γελάσει. Δεν είχε ξανακούσει τέτοια αρλούμπα.

«Το Μανιτάρι της Καλοκαιρινής Νυκτός,» επανέλαβε η Αλίσια, που φυσικά το γνώριζε από τα μαθήματα της γιαγιάς της, «Είναι ένα μαγικό μανιτάρι που φέγγει ροζ τη νύχτα. Τη μέρα, όταν ωριμάζει, ανοίγει σαν αστέρι και εξαπολύει ένα σύννεφο υπνωτικής σκόνης – το κύριο συστατικό που χρειαζόμαστε. Το μανιτάρι είναι ώριμο μόνο μια φορά το χρόνο, πιο συγκεκριμένα τη νύχτα πριν ανοίξει.

«Μπράβο, χρυσό μου,» είπε η μάγισσα, «Χαίρομαι που τελικά έμαθες κάτι, αντί να σπαταλάς το χρόνο σου πετώντας με το σκουπόξυλο σου.»

«Εντάξει λοιπόν,» είπε αποφασισμένος ο Μάρτιν, «Μόνο να μας πείτε που θα το βρούμε και θα πάμε να το μαζέψουμε.» Η μάγισσα γέλασε.

«Δεν είναι κάπου όπου θέλεις να πάς, νεαρέ,» του είπε, «Το μόνο μέρος όπου φυτρώνει το μανιτάρι είναι στη κορυφή του Μοναχικού Βουνού – η περιοχή του Γκρόκ!»

Σημείωση από τον συγγραφέα: Ορίστε και η ενότητα 10. Μετά από ένα χρόνο δουλειάς, έφτασα τις δέκα ενότητες! Παρακαλώ αφήστε καμιά κριτική!