Στη μούσα μου, την 815 BrokenPencils.
Τα αυγά των δράκων
Συνήθιζε να περπατά τα πρωινά από την καλύβα του ερημίτη μέχρι την άκρη του οροπεδίου. Εκεί όπου μια άπλετη πεδιάδα ξετυλιγόταν κάτω από τα πόδια του ακραγγίζοντας τα ριζά του μοναχικού βουνού που στέγαζε την μοναξιά του. Έμενε έτσι ακίνητος για ώρα, να παρακολουθεί από απόσταση τις φιδογυριστές, ασημόχρωμες καμπύλες του μακρινού ποταμού, που, πριν ξεχυθεί ελεύθερος κατά την λίμνη, διέρρεε με τα πλούσια νερά του την μαλακή, χορταριασμένη γη. Αποσκοπώντας στο να μιμηθεί κι αυτός τον ρυθμό της κίνησης και την ορμή των αλαργινών υδάτων, ξεκίναγε ν' ασκείται επίμονα με το ξίφος. Προτού ακόμα ο δίσκος του ήλιου λάμψει στο φρύδι του ορίζοντα, επαναλάμβανε πάλι και πάλι στάσεις, φυλάξεις, κοψίματα, διαδοχικές αποκρούσεις μιας φανταστικής αντίπαλης λάμας και πολύπλοκες κινήσεις σαν κομμάτια χορογραφίας. Σώμα και λεπίδα ξεσπούσαν σε απότομα γυρίσματα, πλάγια χτυπήματα και πλευροκόπημα ενός υποθετικού αντιπάλου. Και κάθε καινούρια μέρα που ξημέρωνε, ένιωθε στα βάθη της ψυχής και του κορμιού του ν' αναβλύζει μια δύναμη, που γέμιζε τις φλέβες του με νέο αίμα.
"Θα αρκεστείς σ' εμένα για ανταγωνιστή σου, προς το παρόν" είπε η κελαριστή φωνή της γυναίκας. "Αν και θα πρέπει να σε βεβαιώσω, ότι δεν είμαι και τόσο εύκολος αντίπαλος."
.*.*.*.
Κάθε πρωινό, προτού η Ναζουάντα παρουσιαστεί στο γραφείο του Άτζιχαντ για να αναλάβει τα πολλά και ποικίλα καθήκοντα που είχε ενστερνιστεί, επισκεπτόταν το σκοπευτήριο των Βάρντεν. Εκεί, στην άκρη του πεδίου στόχευσης, στην ίδια εκείνη άκρη που εξασκούνταν μήνες πριν μαζί με τον Μέρταγκ, άρχιζε να τοξεύει ρίχνοντας τα βέλη της στους στόχους. Όσο ο χρόνος γλιστρούσε ανάμεσα στους ίσκιους του βουνού των νάνων, τόσο κι εκείνη επεδείκνυε μεγαλύτερη επιδεξιότητα κι ευστοχία στις βολές της. Η κόρη του Άτζιχαντ πίστευε, ότι καθώς οι πιθανότητες για μία ένοπλη αναμέτρηση με τις δυνάμεις της αυτοκρατορίας αυξάνονταν, τόσο όφειλε και η ίδια να είναι σε θέση να βοηθήσει τον στρατό τους στην ένοπλη σύγκρουση που ολοένα πλησίαζε. Τηρώντας ευλαβικά την καθημερινή αυτή συνήθεια, η Ναζουάντα είχε εξελιχθεί σε εξαίρετη τοξεύτρα.
Πολύ θα της άρεσε αν ήταν δυνατόν να εξασκηθεί με κάποιον και στο ξίφος, όπως συνήθιζε παλιά να κάνει στο κάστρο Μπορομέο. Όμως ο αγαπημένος δάσκαλός της Τόρνακ είχε χαθεί κι ο Μέρταγκ είχε αφήσει πίσω του το Φάρδεν Ντουρ εδώ και σχεδόν χρόνο. Επιπροσθέτως, ο Άτζιχαντ δεν είχε πάψει να ενοχλείται από την, υπερβολική κατά την γνώμη του, έκθεσή της στο πεδίο της εξάσκησης, στην παρουσία των ανδρών των Βάρντεν και σε όποιους πιθανούς – και απίθανους – κινδύνους ελλόχευαν το μέλλον της. Η Ναζουάντα αντιλαμβανόταν, ότι από τον καιρό της απόπειρας που είχε επιχειρηθεί εναντίων της, ο Άτζιχαντ ποτέ δεν είχε ξεπεράσει εντελώς τον ενδόμυχο φόβο, ότι ίσως η κόρη του κινδύνευε. Παρά το ότι είχε φροντίσει επιμελώς για την φρούρησή της, παρά το ότι δήλωνε διακαώς, ότι πιστεύει στην ικανότητά της να υπερασπίζεται τον εαυτό της, προτιμούσε να την κρατά σε χώρους όπου παρευρισκόταν και ο ίδιος. Και μπορεί κάποιες φορές, στον λίγο ελεύθερο χρόνο που απέμενε, πατέρας και κόρη να είχαν διασταυρώσει τις λεπίδες τους για εξάσκηση, το αυστηρό όμως πρόγραμμα του αρχηγού των Βάρντεν ήταν τόσο φορτωμένο, που οι φορές αυτές υπήρξαν ελάχιστες.
Η Ναζουάντα τελείωσε και σήμερα την εξάσκησή της στην τοξοβολία και εμπιστεύτηκε το τόξο και την φαρέτρα με τα βέλη της στο αγόρι Τζάρσα, που πάντοτε την συνόδευε. Ο μικρός θα φρόντιζε να τα επιστρέψει στο οπλοστάσιο, όσο εκείνη θα άλλαζε στα δωμάτιά της με ρούχα πιο κατάλληλα για την υπηρεσία της στο πλάι του αρχηγού των Βάρντεν. Κατόπιν βάδισε με βήμα γοργό το μισό μίλι απόστασης που χώριζε την πόλη του Τροντζχάιμ από το πεδίο της εξάσκησης.
Ήταν η ώρα κάθε ημέρας, που η Ναζουάντα επέτρεπε στις σκέψεις της να ταξιδέψουν μακριά από τις τετριμμένες υποχρεώσεις και πέρα από τις κοινότοπες έγνοιες, που μοιραζόταν με τον Άτζιχαντ. Ο νους της πέταξε γοργά μακριά από τα πέτρινα λαγούμια των νάνων, ταξίδεψε πάνω από τους ερημότοπους, για να σταθεί για λίγο σε αναμνήσεις που κρατούσε από την αγορά της Άμπερον. Αναθυμήθηκε χρώματα και μυρωδιές από εξωτικά εμπορεύματα, ανθρώπους ποικίλλων φυλών και γλωσσικών ιδιωμάτων, τον φίλο της Ταγκάννα με τα στιλέτα του, τις προφητείες της Μάμα-Ασσέφα για τον σημαδεμένο άντρα του μέλλοντός της. Κάποτε η ανάμνηση αυτή θα είχε φέρει ένα αμυδρό μειδίαμα στα χείλη της κοπέλας. Από την ώρα όμως που είχε αντικρίσει με τα ίδια της τα μάτια την ουλή του Μέρταγκ και είχε ακούσει για τον τρόπο που την απέκτησε, ένα σφίξιμο στην καρδιά και μια πικρία στα χείλη ξαναγυρνούσαν με την συγκεκριμένη ανάμνηση. Δεν ήταν σίγουρο ότι σ' αυτόν αναφερόταν η προφητεία, κι η Ναζουάντα δεν σκόπευε ν' αλλάξει για κανέναν ένα μέλλον, όπου θα υπηρετούσε πλάι στον Άτζιχαντ τον σκοπό των Βάρντεν, αλλά…
…σημαδεμένος… κι από μεγάλο σόι…
Τι άντρας ήταν αυτός, που θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο στο ίδιο το παιδί του; Η φήμη του δρακοκαβαλάρη ήταν γνωστή κι η Ναζουάντα είχε ακούσει πλείστες όσες ιστορίες, να ιστορούνται από γυναίκες των Βάρντεν και μαχητές των νάνων· κάποιες αληθινές και κάμποσες άλλες αποτελέσματα υπερβολής και του τρόμου που σκόρπιζε ακόμα και η ανάμνηση του Μόρζαν. Μα πάλι, ότι και να λεγόταν… στο δικό του το παιδί; Στην σάρκα από την σάρκα του; Στο ίδιο του το αίμα; Αυτό ήταν κάτι που η Ναζουάντα δεν μπορούσε να αποδεχτεί, κάτι που δεν χωρούσε ο νους του ανθρώπου. Το χειρότερο αγρίμι μπορεί να παραβίαζε, να βεβήλωνε την φωλιά άλλου είδος, μπορεί και να κατακρεουργούσε τα μικρά του για να χορτάσει την πείνα του. Τα δικά του όμως τα μικρά κι η επιβίωσή τους αποτελούσαν ιερό σκοπό για το αγρίμι και τα προστάτευε με κάθε κόστος. Μπορούσε ο Μόρζαν να είναι χειρότερος κι απ' το χειρότερο αγρίμι;
Από την πρώτη στιγμή που η Ναζουάντα είχε μάθει την αλήθεια για τον Μέρταγκ, η μνήμη του οπλοδιδασκάλου της του Τόρνακ γινόταν γι' αυτήν ακόμα πιο πολύτιμη. Πολλές φορές τον είχε φανταστεί κατά πολύ νεώτερο απ' όσο τον γνώρισε, με το πάντοτε ήρεμο χαμόγελο που άνθιζε στα χείλη του, τον ήπιο τόνο της φωνής του και τις σίγουρες, γνωστές κινήσει του. Τον έβλεπε με τα μάτια της ψυχής της πλάθοντας την εικόνα του, όπως θα ήταν την ίδια εκείνη νύχτα, που πήρε την μεγάλη απόφαση· που τράβηξε ένα παιδί ξένο, που είχε αγαπήσει σαν δικό του, μακριά από την προκαθορισμένη του μοίρα. Η Ναζουάντα είχε λυπηθεί βαθύτατα όταν έμαθε τον πρόωρο χαμό του Τόρνακ. Ήταν ακόμα νέος για να χτυπηθεί απ' την αρρώστια και να χαθεί τόσο απρόσμενα. Άντρες τίμιοι όπως αυτός, πολλά είχαν να προσφέρουν με την παρουσία τους στον κόσμο κι ας είχε ο Τόρνακ αποφύγει να πάρει μέρος στον αγώνα υπέρ των Βάρντεν. Τον πρώτο καιρό που ο Μέρταγκ ήρθε στο Τροντζχάιμ, είχαν περάσει αρκετό από τον χρόνο τους μαζί μιλώντας για τον αγαπημένο οπλοδιδάσκαλο. Κι από όλα τα λεγόμενα του νέου, η Ναζουάντα είχε καταλάβει πόσο πολύ θαύμαζε τον αγαπημένο του 'πατέρα'. Κι η ίδια από αυτές τις διηγήσεις είχε γνωρίσει καλύτερα και εκτιμήσει τον Τόρνακ.
Ο Μέρταγκ… Ο νους της κοπέλας ξεστράτισε μακρύτερα ακόμα, βαθιά στο δάσος βόρεια της Άμπερον. Εκεί όπου οι δύο νέοι είχαν κάποτε την πρώτη απρογραμμάτιστη συνάντηση. Θυμόταν πάντοτε το πόσο διασκέδασε μαζί του εκείνο το απόγευμα. Η μνήμη της ανάδευε επίσης τις θετικές εντυπώσεις που φύλαγε από τις συζητήσεις τους. Όχι μονάχα της μέρας εκείνης, αλλά και τις πιο πρόσφατες στο Φάρδεν Ντουρ. Θα ήταν ψέμα αν δεν παραδεχόταν, πως ο καλός της σύντροφος και φίλος της είχε λείψει.
Την ώρα που άλλαζε φορέματα με την βοήθεια της καμαριέρας, οι σκέψεις της κοπέλας απλώθηκαν πάνω από τις έρημες πεδιάδες της Αλαγαισίας, για να φτάσουν ως την άγνωστη και μακρινή πρωτεύουσα, στο κάστρο του Γκαλμπατόριξ, εκεί όπου τώρα ο Μέρταγκ κατοικούσε. Πώς ήταν άραγε η ζωή του στο παλάτι; Ο στιγμιαίος φόβος – μηδενικός σχεδόν – για το αν είχε φτάσει ζωντανός και υγιής στην Ουρου'μπαίην, ή μήπως οι κίνδυνοι του δρόμου είχαν σταματήσει άδοξα την αποστολή του, δεν την άγγιξε. Η Ναζουάντα εύρισκε ότι ο ψυχισμός του Μέρταγκ έμοιαζε πολύ μ' αυτόν του Άτζιχαντ. Το θάρρος κι η αποφασιστικότητά του, η ευρηματικότητα κι η επιμονή του θα είχαν σίγουρα ευοδώσει τους καρπούς τους. Ο φίλος της ήταν φτιαγμένος από το είδος εκείνων των ανθρώπων που επιτυγχάνουν, ή τουλάχιστον επιβιώνουν για να προσπαθούν πάλι και πάλι. Όλη του η ζωή, το ήθος και η σιγουριά που ενέπνεε γι' αυτό μιλούσαν. Σίγουρα ζούσε τώρα στην πρωτεύουσα αφοσιωμένος στον σκοπό των Βάρντεν. Γι' αυτό η Ναζουάντα θα μπορούσε να ορκιστεί, ακόμα και το χέρι στην φωτιά να βάλει.
Βαδίζοντας προς το γραφείο του Άτζιχαντ η Ναζουάντα αναρωτιόταν, αν είχε ο Μέρταγκ επιτύχει να βρεθεί κοντά στον βασιλιά, όπως στόχευε. Αν ήταν έτσι, γιατί δεν είχε κατορθώσει να επικοινωνήσει μαζί τους εδώ και τόσους μήνες; Ήταν αδύνατο των αδυνάτων να τους έχει ξεχάσει… να έχει ξεχάσει την ίδια… Ήταν απίθανο να είχε παρασυρθεί από μια ζωή γεμάτη ισχύ και μεγαλεία, όπως αυτή του παλατιού της Ουρου'μπαίην. Όχι εκείνος, όχι ο Μέρταγκ που η Ναζουάντα γνώριζε…
…όχι ο δικός της Μέρταγκ…
Μ' έναν στεναγμό βαθύ, που φρόντισε επιμελώς να πνίξει, η κοπέλα άνοιξε το παραπόρτι, που ένωνε το πλαϊνό δωμάτιο – όπου η ίδια συνήθως απασχολούσε – με το γραφείο του Άτζιχαντ και μπήκε. "Ω, Μέρταγκ… Μέρταγκ! Μακάρι να είσαι στην υγεία σου καλά και είθε να είναι σήμερα η μέρα, που θα ακούσουμε νεότερά σου." Η καρδιά της χτύπησε δυνατά. Της έλειπε! Μπορεί να μην ήθελε να το παραδεχτεί ούτε στον ίδιο τον εαυτό της, το έντονο συναίσθημα όμως που της δημιουργούσε η σκέψη του, ήταν κατά πολύ μεγαλύτερο από αυτό που θα ένοιωθε μια νέα για έναν απλό της φίλο.
Βρήκε τον Άτζιχαντ ήδη απορροφημένο με τα χαρτιά του. Μόλις ακούστηκε το θρόισμα γυναικείου φορέματος να πλησιάζει, ο αρχηγός των Βάρντεν σήκωσε στιγμιαία το βλέμμα του από το κείμενο που διάβαζε και το έστρεψε πάνω της.
"Α, ήρθες, θυγατέρα. Σαν κάπως μου άργησες αυτό το πρωινό κι είναι πολλά που θα έπρεπε να έχουν ήδη γίνει." Το ύφος του σοβάρεψε. "Ήσουν και πάλι στο πεδίο της εξάσκησης;" Ο τόνος του ήταν αυστηρός, μα μέσα στα βάθη των ματιών του λαμπύριζε η αγάπη και αδυναμία που ένιωθε για την κόρη του.
Η Ναζουάντα ένευσε θετικά. "Με κάνει, πατέρα μου, να νοιώθω ζωντανή. Δεν θα μπορούσα ποτέ να διαβιώσω κρυμμένη μακριά από το φως του ήλιου, αν δεν υπήρχε κάποιο πρόγραμμα εξάσκησης για μένα." Η κόρη δεν τόλμησε να εκφράσει, ότι οι τοξευτικές της ικανότητες θα ήταν χρήσιμες στους τοξοβόλους των Βάρντεν στο πεδίο της μάχης. Πολύ καλά το γνώριζε, ο Άτζιχαντ δεν θα επέτρεπε κάτι σαν αυτό ποτέ του. Περιορίστηκε λοιπόν να τον κοιτάζει στα μάτια με λατρεία χαμογελώντας του, σίγουρη μέσα της, ότι ο πατέρας δεν θα έστεργε να αρνηθεί την πενιχρή χαρά της κόρης.
"Χμ, αν είναι έτσι, καλά λοιπόν." Η ματιά του Άτζιχαντ έπεσε και πάλι στο έγγραφο που είχε μπροστά του.
Η Ναζουάντα στάθηκε πλάι του αναμένοντας να τον υπηρετήσει σαν βοηθός του, σε ό,τι εκείνος χρειαζόταν κι ο Άτζιχαντ ανάθεσε στην κόρη του κάποια καθήκοντα. Αργότερα το ίδιο πρωινό, μόλις της δόθηκε η ευκαιρία, η Ναζουάντα αποφάσισε να θέσει το ερώτημα που από νωρίτερα την παίδευε.
"Υπάρχει, πατέρα μου, κάποιο νεώτερο από την Ουρου'μπαίην;" Την ίδια στερεότυπη ερώτηση έκανε πάντα, αποφεύγοντας ν' αναφερθεί στο όνομα του Μέρταγκ.
Ο Άτζιχαντ πέρασε το χέρι πάνω από τα κοντοκουρεμένα του μαλλιά. "Τίποτε ακόμα." Το ύφος του ήταν σκαιό, κάπως απότομο. Μπορεί να μην είχε παραδεχτεί ανοιχτά το γεγονός ποτέ του, οι μήνες όμως που μεσολάβησαν ανάμεσα στην αναχώρηση του Μέρταγκ και στο τώρα ήσαν πολλοί. Ο αρχηγός των Βάρντεν απ' την αρχή αμφέβαλε για το αποτέλεσμα που ο άνθρωπος που επέλεξε μπορούσε να επιτύχει. Χωρίς να σηκώσει τα μάτια από το γραφείο του, έγραψε μια σημείωση στο έγγραφο μπροστά του.
Η Ναζουάντα αποφάσισε να τολμήσει περισσότερα. "Ίσως… αν οι δικοί μας μάγοι δοκίμαζαν να έρθουν σ' επαφή μαζί του; Μπορεί να μην υπάρχει τρόπος ο ίδιος να…"
Ο Άτζιχαντ χτύπησε απότομα την παλάμη στην καρυδένια επιφάνεια του γραφείου του κόβοντας την κουβέντα της στη μέση. Εγκαταλείποντας για λίγο τα χαρτιά του σηκώθηκε βηματίζοντας νευρικά πάνω και κάτω στο γρανιτένιο πάτωμα. Από την όλη στάση του κορμιού του η Ναζουάντα, που καλά τον γνώριζε, κατάλαβε ότι παρόμοιες σκέψεις κι αμφιβολίες απασχολούσαν και τον ίδιον, για αρκετό ίσως διάστημα.
"Όχι!" αποκρίθηκε τελικά. "Είναι πολύ ριψοκίνδυνο να επιχειρήσουμε εμείς μία προσέγγιση. Το κάστρο της Ουρου'μπαίην θα φυλάγεται καλά από τον Γκαλμπατόριξ και όσους μάγους εντάσσονται στις υπηρεσίες του. Μία διείσδυση των δικών μας, θα μπορούσε να τινάξει την όλη επιχείρηση στον αέρα, για να μην μιλήσω για τους κινδύνους που θα ενείχε. Θα περιμένουμε σήμα του ανθρώπου μας, μιας κι είναι ο μόνος αρμόδιος να κρίνει, πότε μια πιθανή ζημία για την αποστολή του είναι μικρότερη." Γύρισε προς το μέρος της κοιτάζοντάς την αποφασιστικά μέσα στα μάτια. Η Ναζουάντα αναγνώρισε το ίδιο εκείνο βλέμμα, το γεμάτο δικαιοσύνη και σοφία, που τόσο αγαπούσε στον πατέρα της. "Θα δώσουμε σ' αυτόν τον νέο την ευκαιρία να αποδείξει την αξία του, θυγατέρα, την πίστη του και χρησιμότητά του στον σκοπό μας" συνέχισε. "Κατόπιν τούτου, λίγοι ανάμεσα στους Βάρντεν θα διανοούνταν να αντιτάξουν στην υπέρτερη προσφορά του εμπόδια εξ αιτίας της καταγωγής του."
.*.*.*.
Η ζωή είχε κυλήσει γοργά στο παλάτι της Ουρου'μπαίην, το καλοκαίρι βρισκόταν στα τελειώματά του και τα δέκατα όγδοα γενέθλια του Μέρταγκ είχαν φτάσει. Οι περισσότερες πληροφορίες που είχε κατορθώσει να συλλέξει μέχρι τώρα, αφορούσαν τους πυρετώδεις εξοπλισμούς του βασιλιά και την ενίσχυση των δυνάμεων του Γκίλ'ιντ. Ο φόβος για πιθανές επιδρομές των ξωτικών ήτανε μεν διάχυτος στις συζητήσεις των αυλικών του, αδικαιολόγητος όμως από τα ίδια τα γεγονότα. Καμία εξακριβωμένη πληροφορία δεν είχε φτάσει στην πρωτεύουσα, ότι οι αιωνόβιοι ξωτικοί είχαν δραστηριοποιηθεί, σκοπεύοντας να εγκαταλείψουν την ασφάλεια των δασών τους και να ρισκάρουν τις πολύτιμες ζωές τους επιτιθέμενοι στα εδάφη της αυτοκρατορίας. Το μάθημα που είχαν πάρει εκατό και πλέον χρόνους πριν, τους είχε διδάξει, πως, αν ήθελαν την ησυχία τους, καλά θα έκαναν να παραμείνουν καλά κρυμμένοι στην γαλήνη των δρυμών τους.
Κάποιες ακόμα διαδόσεις είχαν ακουστεί, για επαφές του βασιλιά με τις βαρβαρικές φυλές των Ούργκαλ και για υποτιθέμενη συμμαχία του μαζί τους. Λίγοι όμως έδιναν σημασία σε τέτοιες φήμες. Σύμφωνα με τα ελάχιστα που γνώριζαν οι άνθρωποι για τους Κριαροκέφαλους, τίποτε και κανένας δεν θα μπορούσε να τους ενώσει μ' εμπιστοσύνη και τιμή σε συμμαχία μαζί του. Θα ήταν ανόητος αυτός, που, αφού έδινε πίστη στον λόγο τέτοιων τεράτων, περίμενε μετά να υπακούσουν στο κάλεσμά του. Κι ο Γκαλμπατόριξ κάθε άλλο παρά κουτός ήταν να εμπιστεύεται, ότι άνοα κτήνη θα δρούσαν για δικό του όφελος.
Εκείνο όμως που είχε κάνει την μεγαλύτερη εντύπωση, όχι μοναχά στον Μέρταγκ, αλλά και σ' όλη την αυλή του Γκαλμπατόριξ, ήταν η παρουσία ενός Ίσκιου στο παλάτι. Χωμένος για ώρες στις βιβλιοθήκες ο νέος διάβαζε μαθαίνοντας για τους Ίσκιους ό,τι υπήρχε γραμμένο σε αρχαία χειρόγραφα και καταχωρημένο εκεί. Έμαθε έτσι με φρίκη του, ότι ένας Ίσκιος σπάνια πιανόταν σύμμαχος και φίλος, μιας και τα πνεύματα που είχαν σχηματίσει την ύπαρξή του ήταν απρόβλεπτα. Παρ' όλα αυτά, ο Γκαλμπατόριξ τα είχε καταφέρει. Είχε για ώρες απομονωθεί με τον Ίσκιο στα προσωπικά του διαμερίσματα, κουβεντιάζοντας μαζί του ποιος ξέρει τι. Ο Μέρταγκ θα έδινε τα πάντα για να γνωρίζει, κανένας όμως απ' τους αξιωματούχους, τους νομοθέτες και βοηθούς του Γκαλμπατόριξ, δεν είχε μετά ενημερωθεί για το παραμικρό. Ότι και αν σχεδίαζε ο βασιλιάς σε συμμαχία με τον Ίσκιο, είχε κρατηθεί μυστικό επτασφράγιστο απ' όλους.
Ο χρόνος σχεδόν που είχε περάσει ο Μέρταγκ ζώντας στο κάστρο της Ουρου'μπαίην και η μυστική έρευνα που είχε προηγηθεί για τους συνδέσμους των Βάρντεν, τον είχαν αφήσει με πλήρη βεβαιότητα, ότι κανένας από τους κατασκόπους δεν είχε επιβιώσει. Τρόπους για να συλλέγει τις πληροφορίες του είχε, μέσον για να τις στείλει όμως στον Άτζιχαντ κανένα. Έφτασε μάλιστα σε σημείο, πάνω στον διακαή του πόθο να επικοινωνήσει με τον αρχηγό των Βάρντεν, να προβληματιστεί αν τελικά έπρεπε να αναζητήσει κάποια νύχτα το αγόρι που είχε συναντήσει παλαιότερα, εκείνον τον γιο του δολοφονημένου πράκτορα. Θα είχε άραγε ο μικρός ακολουθήσει την παραίνεσή του; Θα είχε μείνει πιστός στην οικογένειά του φυλάγοντας τα αδέλφια και βοηθώντας την μητέρα; Ή μήπως θα είχε ήδη αναχωρήσει στην επιθυμητή αναζήτηση της επανάστασης; Και αν ο Μέρταγκ κατόρθωνε ν' ανταμωθεί μαζί του πάλι, μήπως ήταν ανήθικο εκ μέρους του, να ζητήσει από ένα παιδί να κινδυνέψει; Κι αν τον συλλάμβαναν, ανακρινόταν και από τον φόβο, ή τον πόνο του ομολογούσε; Ο Μέρταγκ εξοβέλιζε εντελώς αυτή την σκέψη.
Η ιδέα να αποταθεί σε κάποιον μάγο άγνωστο, που θα κατάφερνε να επικοινωνήσει με την οργάνωση των επαναστατών, πέρασε πλείστες όσες φορές από τον νου του. Ο φόβος όμως μήπως αποκαλυφθεί η αποστολή του στο παλάτι, τον έκανε διστακτικό. Πολύ καλά γνώριζε, ότι όλοι οι μάγοι της πρωτεύουσας ήσαν εντεταγμένοι στην υπηρεσία του Γκαλμπατόριξ. Μπορεί να υπήρχε κάποιος, κάπου στην κάτω πόλη, που μυστικά χρησιμοποιούσε τις δυνάμεις του χωρίς ο βασιλιάς να το γνωρίζει; Η αναζήτηση και μόνο αυτού του ατόμου, ενείχε πολλούς κινδύνους. Ο νέος δεν ένοιωθε σίγουρος για να ρισκάρει. Ίσως σε κάποια άλλη πόλη… Μια έρευνα παρόμοια όμως απαιτούσε έμπιστες γνωριμίες και προνόμια για ταξίδια. Ο Μέρταγκ σε κανένα από τα δύο δεν είχε πρόσβαση. Έτσι αποφάσισε να συλλέγει πληροφορίες, να υπομονεύει και να περιμένει.
Την προηγούμενη νύχτα διαπεραστικές κραυγές ξεσήκωσαν τον τόπο, ξυπνώντας τους παλατιανούς και κάνοντας τους φρουρούς να τρέχουν δώθε-κείθε. Πάνω από τις επάλξεις των τειχών είχαν αιφνίδια εμφανιστεί δύο σκουρόχρωμα, δρακοειδή όντα, με μαυροφορεμένους καβαλάρηδες στις ράχες. Απ' τα παράθυρά του ο Μέρταγκ τα είδε να προσγειώνονται στο μέσον της αυλής, τους δύο καβαλάρηδες να ξεπεζεύουν και να οδηγούνται γοργά από τους στρατιώτες στα ενδότερα του κάστρου. Μέχρι να έρθει η χαραυγή, τα δύο όντα βρίσκονταν ακόμα στην αυλή, αφού είχαν ταϊστεί με ωμά κρέατα και ποτιστεί με αίμα, όπως τον πληροφόρησαν οι υπηρέτες. Ο Μέρταγκ είχε τολμήσει να πλησιάσει σε αρκετά κοντινή απόσταση παρατηρώντας τα με προσοχή, ενώ όλοι οι άλλοι φρόντιζαν να φυλαχτούνε μακριά τους. Τα σώματα των δύο πλασμάτων ήσαν μαύρα και ισχνά, ντυμένα με άτριχο, σκληρό δέρμα και οι μεμβράνες των φτερών τους έμοιαζαν με αυτές της νυχτερίδας, τεντωμένες πάνω σε κόκαλα λεπτά. Τα πίσω πόδια ήσαν χοντρύτερα, δυνατότερα και πιο μεγάλα από τα μπροστινά και είχαν ράμφη μακριά ως πέντε πόδια, που έδειχναν κοφτερά σαν καλοακονισμένες λάμες. Τα μάτια τους είχαν το μέγεθος γροθιάς ενήλικου άντρα και όταν ανοιγόκλειναν δεν ξεχώριζε ίριδα, ούτε κόρη. Οι στρατιώτες ονόμασαν τα πλάσματα 'δράκους-Λεδρμπλάκα' και τους δύο αναβάτες 'Ρά'ζακ', μα ο Μέρταγκ σκέφτηκε, ότι, τούτα δω, ούτε καν πλησίαζαν την μεγαλοπρέπεια και ομορφιά ενός δράκου με την λαμπράδα των φολίδων του. Ο Μέρταγκ είχε δει πολλές φορές τον δράκο του βασιλιά, τον Σρούικαν, να ίπταται πάνω από το κάστρο εγκαταλείποντας το δρακοστάσιο. Κατόπιν ν' ανοίγει τα τεράστια φτερά του και να εξαφανίζεται προς τις άγονες πεδιάδες ανατολικά της πρωτεύουσας, προφανώς για να κυνηγήσει. Παρ' όλο που το μαύρο χρώμα του απορροφούσε το φως, οι σκληρές φολίδες του γυάλιζαν σαν ατσάλινη πανοπλία κάτω απ' τον ήλιο. Τα τεράστια κέρατα αστραφτοβολούσαν πάνω στο περήφανο κεφάλι και το άνοιγμα των φτερών του θα μπορούσε να καλύψει την πλατιά μεριά μεγάλου οικοδομήματος. Το είδος των Λεδρμπλάκα, ούτε καν πλησίαζε.
Ο Μέρταγκ είχε παλαιότερα διαβάσει τυχαίες αναφορές γι' αυτό το είδος, ποτέ δεν φανταζόταν όμως, ότι θα τα έβλεπε ζωντανά μπροστά του και μάλιστα μέσα στην αυλή του παλατιού της Ουρου'μπαίην. Απ' ότι του είπαν με βδελυγμία οι στρατιώτες, οι δύο Ρά'ζακ και τα υποζύγιά τους υπηρετούσαν από χρόνους πολλούς τον Γκαλμπατόριξ. Δεν ήταν η πρώτη τους φορά που εμφανίζονταν έτσι αιφνίδια πάνω από τους ουρανούς της πρωτεύουσας, ούτε προφανώς κι η τελευταία. Όσο ο βασιλιάς τους επέτρεπε να γεύονται το αγαπημένο φαγητό τους, που ήταν σάρκες ανθρώπων, θα του έμεναν πιστοί. Κάποιοι ισχυρίζονταν, ότι για κατοικία τους είχαν διαλέξει το Χελγκράιντ, το μοναχικό βουνό κοντά στην Ντρας-Λεόνα, όπου άνθιζε και μια αποτρόπαιη λατρεία τους.
Πριν σηκωθεί ο ήλιος ψηλά, οι Ρά'ζακ εγκατέλειψαν τις αίθουσες του παλατιού, ίππευσαν πάλι τα υποζύγιά τους κι εξαφανίστηκαν προς τον ορίζοντα ακολουθώντας την πορεία που είχαν έρθει. Ο Μέρταγκ βιάστηκε να επιστρέψει στα δωμάτιά του, όπου βάλθηκε με ζέση να καταγράφει τις εντυπώσεις που του είχαν προκαλέσει. Την ώρα εκείνη, πάνω στον δίσκο του πρωινού του ο υπηρέτης έφερε μαζί και μια προσωπική πρόσκληση από τον βασιλιά. Η μέρα των δεκάτων όγδοων γενεθλίων του είχε ξημερώσει κι ο Γκαλμπατόριξ είχε αποφασίσει να τον τιμήσει μ' ένα ιδιαίτερο δείπνο μαζί του.
.*.*.*.
"Το αγόρι πρέπει να βρίσκεται στο παλάτι εδώ και αρκετόν καιρό κι εμείς δεν έχουμε επιχειρήσει τίποτε απολύτως απ' όσα σχεδιάζαμε."
"Υπομονή, αδελφέ μου, υπομονή. Για όλα υπάρχει η κατάλληλη ώρα, ο κατάλληλος τόπος. Ας επιτρέψουμε στο αγόρι αυτό, να δουλέψει κι άλλο για τα δικά μας τα συμφέροντα."
"Τι νόημα μπορεί να έχει κάτι τέτοιο; Ακόμα κι αν ήταν δυνατόν γι' αυτόν να μάθει κάποια μικρά μυστικά του βασιλιά, δεν γνωρίζει τρόπο κανέναν που θα μπορούσε να τα αναφέρει στους Βάρντεν. Πιστεύεις, ότι θα ρισκάριζε να ζητήσει την βοήθεια ξένου μάγου;"
"Θα δούμε… Όταν φτάσει ο κατάλληλος καιρός, θα δούμε…"
"Κι αν εν τω μεταξύ ο Γκαλμπατόριξ αποφασίσει να επιτεθεί στο Φάρδεν Ντουρ; Νόμιζα πως υπέρτερος σκοπός μας είναι να υπηρετήσουμε εκείνον."
"Υπομονή, αδελφέ μου. Η υπερβολική ανησυχία σου ίσως μπορούσε να επισύρει υποψίες πάνω μας, υποψίες επιζήμιες για την υπόθεσή μας. Ο Γκαλμπατόριξ δεν είναι έτοιμος, ούτε έχει σκοπό να επιτεθεί ακόμα. Όχι τουλάχιστον, προτού μας ενημερώσει."
"Αν μάθαινε ποτέ, ότι ο γιος της Σελίνα, της Μαύρης Χείρας του Μόρζαν, στάλθηκε από τον Άτζιχαντ κοντά του κι εμείς γνωρίζαμε σχετικά, αλλά δεν τον ενημερώσαμε, δεν θέλω να σκέφτομαι την μοίρα μας."
"Νομίζεις ότι θα έπρεπε να ρισκάρουμε με τον βασιλιά μια τέτοια πληροφορία; Μόνο και μόνο εξ αιτίας μιας φευγαλέας εικόνας, που πρόλαβες να κλέψεις από το μυαλό του αγοριού; Πώς μπορείς να είσαι τόσο σίγουρος, ότι η γυναίκα που είδες είναι η ίδια η Μαύρη Χείρα; Κι αν είναι, ποιος βεβαιώνει, ότι το αγόρι αυτό είναι πράγματι γιος της; Ποτέ να μην ξεχνάς επίσης, ότι σκοπός μας δεν είναι η υπηρεσία μας στους Βάρντεν, αλλά ούτε και στον βασιλιά. Υπέρτατος στόχος μας αποτελεί η υπηρεσία στους εαυτούς μας και μόνο."
"Νομίζεις, ότι το αγόρι θα δούλευε για μας;"
"Χα! Ο γιος της φόνισσας του Μόρζαν – αν πράγματι είναι γιος της – έχει πολύ μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του και για τις δυνάμεις του. Πρόκειται να προσφέρει ολοπρόθυμα στους δύο μας τις υπηρεσίες του, χωρίς καν να το γνωρίζει. Αν προσπαθήσει να έρθει σ' επαφή με τους επαναστάτες, πρώτα από μας θα περάσει η όποια πληροφορία. Ακόμα και αν δεν το κατορθώσει, εμείς θα είμαστε αυτοί, που γνωρίζοντας την παρουσία του κοντά στον Γκαλμπατόριξ, θα έρθουμε σε επαφή μαζί του. Νομίζεις, στην προσπάθειά του να μην αποκαλυφθεί στον βασιλιά η διττή ιδιότητά του, δεν θα έκανε τα πάντα για να μας υπηρετήσει;"
.*.*.*.
Θεωρώντας ότι δεν θα ήταν σοφό ν' αφήσει τον βασιλιά να περιμένει, ο Μέρταγκ είχε βιαστεί να υπακούσει στην πρόσκλησή του. Ντυμένος με την καλύτερη φορεσιά του είχε παρουσιαστεί στα ιδιαίτερα διαμερίσματα του Γκαλμπατόριξ, όπου στην προσωπική τραπεζαρία εκείνου – όπως ανέφερε η πρόσκληση – επρόκειτο να δοθεί το ιδιωτικό αυτό γεύμα. Οι φρουροί που φύλαγαν έξω απ' τις πόρτες, ειδοποιημένοι από πριν, επέτρεψαν άμεσα την είσοδό του. Ο νέος όμως διαπίστωσε, ότι ο χώρος στο εσωτερικό σαλόνι ήταν άδειος, εκτός από έναν και μοναδικό υπηρέτη, που τον παρέλαβε, για να τον οδηγήσει στην τραπεζαρία. Ο Μέρταγκ είχε συχνά παρατηρήσει, ότι ο βασιλιάς απέφευγε τις πολλές επίσημες εκδηλώσεις, όπου παρίστατο πλήθος αυλικών και άλλοι αξιωματούχοι της αυλής του. Παρά την πληθώρα από προστατευτικά ξόρκια, που όλοι γνώριζαν ότι είχε υφάνει γύρω από το άτομό του, στιγμή δεν έπαυε να είναι διπλά και τρίδιπλα προσεκτικός με την πολυκοσμία. Στην συγκεκριμένη τραπεζαρία όμως, στην οποία ο Μέρταγκ πρώτη φορά ερχόταν, μπορούσε να δειπνήσει μια μικρή ομάδα ατόμων άνετα.
Ο σιωπηλός υπηρέτης υποκλίθηκε και αφήνοντάς τον μόνο εξαφανίστηκε πίσω από μια ενδιάμεση πόρτα. Ο χώρος είχε ήδη φωτιστεί από πλήθος καντηλέρια και, παρά την εποχή, μία πορφυρένια φλόγα λαμπύριζε στο τζάκι. Η τραπεζαρία του φάνηκε λιτή, για βασιλικό δωμάτιο. Το ξύλινο τραπέζι ήταν μεν ντυμένο με κεντητό τραπεζομάντιλο και φορτωμένο με ένα ζευγάρι ασημένια σερβίτσια στις δύο άκρες, πέρα όμως από τις αναπαυτικές καρέκλες γύρω του και κάποιο βοηθητικό έπιπλο σερβιρίσματος ακουμπισμένο στον απέναντι τοίχο, το δωμάτιο ήταν άδειο. Ο Μέρταγκ στάθηκε ορθός μπροστά στις μεγάλες, ανοικτές μπαλκονόπορτες του εξώστη, από τις οποίες η δροσερή αύρα του τέλους του καλοκαιριού ξεχυνόταν στο δωμάτιο, παρέα με το χρυσαφένιο φως της δύσης. Καθ' όλη την διάρκεια της μέρας είχε προετοιμαστεί για την πολυαναμενόμενη αυτή συνάντηση. Είχε έρθει, επιτέλους, ο καιρός, ο βασιλιάς να εκδηλώσει την υπεσχημένη εύνοια στον γιο του Μόρζαν; Πλησίασε ο χρόνος, όπου θα του ανέθετε καθήκοντα, που άρμοζαν στις γνώσεις και την καταγωγή του; Που θα τον είχε πάντα στο πλευρό του χρήζοντάς τον κοινωνό των μυστικών σχεδίων και αποφάσεών του; Η αποψινή βραδιά, άκρως σημαντική, είχε φτερώσει τις ελπίδες του. Μετά από την πολύμηνη αναμονή, ίσως δινόταν τώρα η ευκαιρία που περίμενε.
Ο βασιλιάς παρουσιάστηκε μετά από λίγο. Ήταν ντυμένος με τον συνήθη τρόπο, παράξενα βαρύ για ιδιωτική συνάντηση· θώρακα πανοπλίας κάτω από την δερμάτινη τουνίκα και προστατευτικές κνημίδες που ανέβαιναν μέχρι τους γοφούς του. Παρά τα ξόρκια που τον έζωναν, ο Γκαλμπατόριξ ήταν πάντοτε έτοιμος για αναπάντεχη επίθεση εχθρών του ακόμα και με συμβατικά όπλα. Μετά τις απαιτούμενες ευγένειες και τους συμβατικούς χαιρετισμούς, το γεύμα είχε ξεκινήσει με πλούσια εδέσματα στα πολυτελή πιάτα που σέρβιρε ο υπηρέτης. Καθ' όλη την διάρκειά του, ο Μέρταγκ είχε προσπαθήσει να κρατήσει μια ευγενική συζήτηση, μα είχε αποτύχει. Ο βασιλιάς, πέρα από μονολεκτικά μισόλογα, είχε απομείνει απρόσμενα σιωπηλός παρατηρώντας τον μονάχα προσεκτικά με τα σκοτεινά του μάτια. Η εντύπωση ότι ο Γκαλμπατόριξ προσπαθούσε να εξιχνιάσει και ερμηνεύσει τις σκέψεις και διαθέσεις του παρέμενε στον Μέρταγκ, όμως καμία στιγμή δεν διαπίστωσε προσπάθεια διείσδυσης στον νου του.
Το γεύμα είχε φτάσει πια στο τέλος, ο υπηρέτης κερνούσε ήδη στα ποτήρια το κόκκινο γλυκόπιοτο κρασί κι από τον δίσκο τις μελόπιτες, όταν ο βασιλιάς απρόσμενα πήρε τον λόγο. Σήκωσε αιφνίδια το ποτήρι του – κατά την διάρκεια του γεύματος ο Γκαλμπατόριξ είχε γευτεί ελάχιστα το κρασί κι ο Μέρταγκ, θέλοντας να κάνει καλή εντύπωση, τον μιμήθηκε – και αποτάθηκε στον νέο.
"Ω, γιε του φίλου και συντρόφου μας, η επιθυμία μας είναι να εκδηλώσουμε για μία φορά ακόμα την ευχαρίστησή μας για τον ερχομό σου πλάι μας και την πλήρη μας στήριξη σ' εσένα και τα έργα σου. Όλους αυτούς τους μήνες, που έχεις περάσει κάτω από την σκέπη μας, η εξελικτική πορεία σου δεν μας έχει αφήσει αδιάφορους. Με μεγάλη μας ικανοποίηση έχουμε διαπιστώσει τις ικανότητες και την οξύνοιά σου όχι μονάχα σε έναν, μα σε πολλούς τομείς. Κρίνουμε ότι η ώρα έχει φτάσει πια για μας, να αναζητήσουμε την πίστη και τις υπηρεσίες σου στον σκοπό μας." Ο βασιλιάς ήπιε απ' την κούπα του τον γλυκό χυμό του σταφυλιού, κατόπιν άφησε το ασημένιο κύπελλο επάνω στο τραπέζι και έγνεψε στον υπηρέτη του να αποχωρήσει. Μόλις έμειναν μονάχοι, η βαθιά του ματιά καρφώθηκε πάνω στον Μέρταγκ. "Αποζητούμε τις υπηρεσίες σου, όπως είπα, στον σκοπό μας, που μόνο οι βέλτιστοι είναι ικανοί να συνεισφέρουν. Πρωτύτερα όμως επιθυμούμε να ακούσεις από εμάς τους ίδιους, όσα πιστεύουμε πως πρέπει να γνωρίζεις."
Η καρδιά του Μέρταγκ άρχισε να χτυπά πιο δυνατά από πριν. Επιτέλους, είχε φτάσει η ώρα η πολυπόθητη και η πολύμηνη αναμονή του επρόκειτο να αποδώσει καρπούς. Για την ασφάλεια της αποστολής του όμως, φρόντισε να αδειάσει το μυαλό του από τις ελπιδοφόρες σκέψεις κι επικεντρώθηκε στον λόγο του βασιλιά. Ο Γκαλμπατόριξ άρχισε να περιγράφει τον αρχαίο κόσμο των δρακοκαβαλάρηδων. Με λίγα λόγια και περιεκτικά εξήγησε, ότι οι διδάσκαλοι των ξωτικών καταδυνάστευαν το τάγμα κερδίζοντας προνόμια για τους εαυτούς τους, αφήνοντας τους ανθρώπους να γεύονται μια μοίρα άδικη, που κάποιοι ευγενείς είχαν γι' αυτούς προκαθορίσει. Οι πρεσβύτεροι του τάγματος των δρακοκαβαλάρηδων αντί να παραμένουν φύλακες της ειρήνης, όπως άρμοζε, είχαν διαφθαρεί από τις ίδιες τις δυνάμεις τους. Ζούσαν κλεισμένοι στα απομονωμένα κάστρα τους ζώντας αυτοί πλουσιοπάροχα μέσα στην χλιδή, φροντίζοντας να διατηρούν μια κάστα εκλεκτών τους αυλικών τριγύρω από τον τότε βασιλιά κι εγκαταλείποντας ουσιαστικά τους λαούς της χώρας. Το τέλος της ανηθικότητας αυτής είχε φτάσει με την βοήθεια του Μόρζαν, στην μνήμη του οποίου ο Γκαλμπατόριξ όφειλε την συνέχιση των προσπαθειών του για την καλυτέρευση του τόπου.
Αφού ο Μέρταγκ υποχρεώθηκε να ακούσει κάποια ανδραγαθήματα του φυσικού πατέρα του σε αναφορά με τα έργα του Γκαλμπατόριξ, ο βασιλιάς αρχίνησε να περιγράφει το όραμά του για έναν νέο κόσμο, που, ως φαίνεται, είχε φτάσει ο καιρός να ξεδιπλωθεί πάνω στις πεδιάδες της Αλαγαισίας. Καινούριες πόλεις και περίλαμπρες θα χτίζονταν, αντάξιες του μεγαλείου του βασιλιά τους. Γεμάτες με γενναίους πολεμιστές, που θα μάχονταν στο όνομά του. Δάσκαλοι σπουδαίοι θα δίδασκαν στις σχολές τους και λόγιοι θα περιέφεραν εκεί την ευρυμάθειά τους. Οι κάτοικοι θα πλούτιζαν από το ελεύθερο εμπόριο και τα αγαθά θα διακινούνταν παντού και σε όλους, αφού η ειρήνη θα βασίλευε σε όλη την γη της Αλαγαισίας. Οι βάρδοι θα τραγουδούσαν τα κατορθώματα των νέων δρακοκαβαλάρηδων, που θα αναγεννώνταν κάτω από την φροντίδα και καθοδήγηση του Γκαλμπατόριξ.
Ο βασιλιάς τελείωσε το λογύδριό του, κατόπιν εστίασε με προσμονή τα μάτια του στον νέο. "Πες μου λοιπόν, ω γιε του Μόρζαν, ποιος δεν θα θεωρούσε τον εαυτό του όλβιο, να υπηρετεί τέτοιον σκοπό;"
Ο Μέρταγκ ανάσανε βαθιά. Ο μελίρρυτος λόγος του Γκαλμπατόριξ μπορούσε ίσως να πείσει τον κάθε έναν. Ο ονειρικός κόσμος που περιέγραφε σίγουρα ήταν στόχος αρκετός για κάθε σώφρονα πολίτη αυτής της χώρας. Πόσο όμως διέφερε η ζωντανή πραγματικότητα από τα μελιστάλακτα τούτα λόγια… "Μεγαλειότατε, η περιγραφή και μόνο αυτού του μελλοντικού κόσμου από τα δικά σας χείλη με τιμά βαθύτατα" απάντησε στο γεμάτο προσδοκία βλέμμα του βασιλιά. "Όμως, επιτρέψτε μου μια απορία. Πώς γίνεται να αναγεννηθεί το τάγμα των δρακοκαβαλάρηδων χωρίς τους δράκους;"
Ο βασιλιάς χαμογέλασε αινιγματικά και κάρφωσε με το πιρούνι του ένα κομμάτι μελόπιτας, που είχε ξεχαστεί αφάγωτη μέσα στα ασημένια πιάτα. "Τελείωσε το γλυκό σου πρώτα, γιε του Μόρζαν, κατόπιν ακολουθεί η ώρα η κατάλληλη ν' απαντηθούν οι απορίες σου όλες."
Θα πρέπει να ήταν ένα διανοητικό κάλεσμα του βασιλιά στον υπηρέτη του, γιατί ο άνθρωπος εμφανίστηκε και πάλι σιωπηλός κι άρχισε να συμμαζεύει τα αδειανά σερβίτσια απ' το τραπέζι. Ο βασιλιάς άνοιξε την ενδιάμεση πόρτα που ένωνε την τραπεζαρία με τα υπόλοιπα δωμάτιά του και επέτρεψε στον Μέρταγκ να περάσει στα ενδότερα. Διέσχισαν έναν ψυχρό χώρο, που, από το ογκώδες μαονένιο έπιπλο που δέσποζε στην μία του άκρη και τους γεμάτους ράφια με περγαμηνές τοίχους, ο Μέρταγκ υπέθεσε ότι η προφανής χρήση του ήταν γραφείο. Στην αντίπερα άκρη του γραφείου η ασημένια λάμψη ενός ολόσωμου καθρέφτη με σφυρήλατη, αργυρή κορνίζα λαμπύρισε στο μισόφωτο. Το επόμενο στην σειρά δωμάτιο ήταν μεγαλύτερο από τα άλλα, ζεστό και διακριτικά φωτισμένο. Τα πολύτιμα έπιπλα που περιείχε ήσαν σκεπασμένα με βαρύτιμα υφάσματα και γούνινα στρωσίδια κάλυπταν τα πέτρινα πατώματα. Θα πρέπει να επρόκειτο για την βασιλική κρεβατοκάμαρα, γιατί ένα τεράστιο κρεβάτι περίκλειστο με βελουδένιες κουρτίνες και χρυσοκέντητο ουρανό έπιανε ολόκληρο τον έναν τοίχο. Ο Μέρταγκ παραξενεύτηκε με την αντίθεση αυτού του χώρου στην λιτότητα των προηγούμενων, της τραπεζαρίας και του γραφείου, με την αυστηρή τους χρήση. Όση χλιδή έλειπε από εκεί, τόση περίσσευε σε τούτο το δωμάτιο. Ταυτόχρονα ένιωσε μια άβολη δυσφορία για την παρουσία του σ' ένα μέρος όπως αυτό. Στάθηκε κοντά στην είσοδο μη θέλοντας να προχωρήσει, αναμένοντας τις διαθέσεις του Γκαλμπατόριξ. Ο βασιλιάς κατευθύνθηκε προς ένα βαρύ παραπέτασμα, που χώριζε την κάμαρά του από κάποιον πλαϊνό θάλαμο, το τράβηξε παράμερα αποκαλύπτοντας το εσωτερικό του και έγνεψε κατόπιν στον νέο να πλησιάσει. Μέσα από την καμάρα της εισόδου αυτού του μικρού θαλάμου ο Μέρταγκ ένιωσε να ξεχύνεται θερμός αέρας προς το υπόλοιπο δωμάτιο. Δύο λέξεις μαγείας του Γκαλμπατόριξ προκάλεσαν έντονη λάμψη κοντά στα τόξα της οροφής και το εσωτερικό της αντικάμαρας φωτίστηκε περίσσια. Ο βασιλιάς στάθηκε παράμερα, αφήνοντας τον νέο να δει ό,τι υπήρχε μέσα στο μικρό αυτό δωμάτιο.
Ένα πλατύ βάθρο λαξευμένο από πέτρα, μέχρι το ύψος περίπου της μέσης ενός ανθρώπου, έστεκε καλυμμένο με μαύρο, βελουδένιο σκέπασμα, χοντρές γούνες και μάλλινα υφαντά. Στο κέντρο, ένα σύνολο από μπερδεμένες πλεξούδες μαύρες, χρυσαφένιες κι ασημιές, που έμοιαζαν κομμένες από μακριά, στιλπνά μαλλιά, διαμόρφωναν μια μακρόστενη μαξιλάρα. Απάνω της κάθονταν αναπαυτικά δύο μεγάλα και οβάλ αντικείμενα, το ένα στο βαθυπράσινο χρώμα των φύλλων του δάσους, το άλλο στο άλικο της φωτιάς.
"Ιδού, ω γιε του Μόρζαν, ο μεγαλύτερος, ο πιο πολύτιμος από τους θησαυρούς μας" είπε ο Γκαλμπατόριξ. "Το μέλλον του νέου κόσμου, η αρχή του τάγματος της καινούριας γενιάς των δρακοκαβαλάρηδων, τα αυγά των δράκων!"
Σαν ένα μεγάλο σμαράγδι με λειασμένες τις πολύτιμές του έδρες, περιζωσμένο από φωτεινές φλέβες στο χρώμα του κεχριμπαριού, ήταν το ένα αυγό. Η λάμψη που σκορπούσε γύρω η βαθυπράσινη επιφάνειά του δεν καλυπτόταν από το πλέριο φως, το μαγικό δημιούργημα του Γκαλμπατόριξ. Ο Μέρταγκ απόμεινε να το κοιτά με την ανάσα του κομμένη. Έτσι λοιπόν ήσαν φτιαγμένα από την φύση τους τα αυγά των δράκων; Σε μερικά από τα αρχαία χειρόγραφα, που είχε διαβάσει στις βιβλιοθήκες του παλατιού, υπήρχαν διακοσμητικές ζωγραφιές στα περιθώρια των κωδίκων, που παρίσταναν κάποιους αρχαίους αντιπρόσωπους του είδους. Κανένα χρώμα όμως απ' τα οποία είχαν σχεδιαστεί οι σκληρές φολίδες, δεν τον είχε προετοιμάσει γι' αυτό που αντίκριζε. Αν, απ' όσα γνώριζε, τα χρώματα των νεοσσών αντιστοιχούσαν στις αποχρώσεις του κελύφους, πόσο περίλαμπρο θα φαινόταν το σμαραγδένιο αυτό πλάσμα στον έξω κόσμο;
Πλάι του το άλλο αυγό φάνταζε σαν τεράστιο ρουμπίνι. Σαν φλόγα πυρσού αναμμένου, φώτιζε τις ασημένιες και ξανθές πλεξούδες πάνω στις οποίες είχε αφεθεί, να περιμένει – ποιος ξέρει πόσα χρόνια – τον εκλεκτό του. Πιο φλογερό, άλικο χρώμα ο Μέρταγκ δεν είχε δει, ούτε φανταστεί, ποτέ του. Πιο κόκκινο ακόμα φάνταζε απ' την φλογάτη ανατολή κι από την πορφυρένια δύση. Ένα δίχτυ από λευκασμένες φλέβες, σαν ιστός σκαλισμένος πάνω σε μαρμαρόπετρα, τριγύριζε την ολόθερμή του επιφάνεια. Σαν πύρινες γλώσσες φωτιάς ξεχύνονταν τριγύρω του οι λάμψεις και του έδιναν την εντύπωση, ότι μπορούσαν να φτάσουν και να κάψουν την καρδιά του. Στην σκέψη αυτή την παράξενη ένιωσε μέσα του ένα σκίρτημα. Ένιωσε ένα κάλεσμα από το αυγό του δράκου. Κι αυτός ο ίδιος αισθάνθηκε πως είχε την ανάγκη του. Πεθύμησε να βρεθεί κοντά του πάραυτα. Λαχτάρησε να το αγγίσει, να το κρατήσει ανάμεσα στις δυο παλάμες του, να σφίξει το πολύτιμο αυτό βάρος πάνω στο στήθος σ' ένα δυνατό αγκάλιασμα.
Σαν μαγεμένος από την πύρινη λάμψη, ο Μέρταγκ έκανε να μπει μέσα στο μικρό δωμάτιο. Να έρθει κοντά στο κόκκινο αυγό, που τον καλούσε με την φλογερή ομορφιά του. Ο Γκαλμπατόριξ όμως άπλωσε το χέρι ακουμπώντας το στο στήθος του νέου, εμποδίζοντάς τον.
"Ας μην βιαζόμαστε, γιε του συμμάχου μας και φίλου. Εκείνοι στους οποίους θα δοθεί η τιμή για το υπέρτατο αυτό δώρο, θα πρέπει να είναι πιστοί μας ακόλουθοι και αποδεδειγμένα άξιοι να μας υπηρετήσουν. Όποιος θα ενωθεί με τον νεοσσό του αυγού, αποδεχόμενος την σφραγίδα των δράκων, θα πρέπει να είναι απόλυτα άξιος της εμπιστοσύνης μας για την τιμή αυτή."
"Μεγαλειότατε," διαμαρτυρήθηκε ο Μέρταγκ. "Όπως πολύ καλά γνωρίζετε, είμαι πιστός υπήκοός σας και θέτω τις δυνάμεις μου όλες σ' εσάς και στην υπηρεσία του σκοπού σας."
Ο βασιλιάς χαμογέλασε αινιγματικά. "Γνωρίζουμε αλήθεια; Είναι η διαβεβαίωση της πίστης αρκετή για να δοκιμαστεί κανείς στην υψίστη των τιμών;" Η ματιά του κινήθηκε στο πρόσωπο του νέου. Ο γιος του Μόρζαν, παρά την εξυπνάδα και δεξιότητά του στο σπαθί, έμοιαζε τόσο ευάλωτος. Σε μια στιγμή μονάχα θα ήταν δυνατόν να διαπεράσει τα φράγματα του νου του, που τα ένοιωθε σθεναρά υψωμένα τριγύρω απ' το μυαλό του, να διαφυλάττουνε τις σκέψεις και τα μυστικά του. Αυτή η λαχτάρα του όμως και η ανάγκη να πλησιάσει το αυγό, με τίποτε δεν κρύβονταν. Ο βασιλιάς χαμογέλασε ευχαριστημένος. Όσες περισσότερες οι αδυναμίες των ανθρώπων, τόσο πιο εύκολα μπορούσε να καθυποτάσσει συνειδήσεις. Άπλωσε το χέρι σφίγγοντας ενθαρρυντικά τον ώμο του νέου. "Δεν επιθυμούμε στο ελάχιστο να αμφισβητήσουμε την αφοσίωσή σου, Μέρταγκ. Αυτό όμως, αγαπητό μου παιδί, μένει να αποδειχθεί στην πράξη. Όταν θα έρθει ο κατάλληλος καιρός, τότε θα αποδείξεις έμπρακτα την πίστη σου στο πρόσωπό μας. Ως τότε δεν υπάρχει βία. Το αυγό θα βρίσκεται πάντοτε εδώ… θα περιμένει…"
Ο βασιλιάς χάιδεψε με το βλέμμα το κόκκινο αυγό του δράκου. Ο νεοσσός που κοιμόταν μέσα του εδώ και πάνω από εκατό χρόνους περιμένοντας τον εκλεκτό του, είχε για πρώτη του φορά αφυπνιστεί. Η μαγεία που διέθετε ο Γκαλμπατόριξ, του επέτρεψε να διακρίνει την αναστάτωση που επικρατούσε μέσα από το σκληρό κέλυφος. Αντελήφθη την περιέργεια του νεοσσού για τον γιο του Μόρζαν, μια πρωταρχική και άγρια λαχτάρα, που τον καλούσε να βρίσκεται κοντά του. Ταυτόχρονα η ζέση στην ματιά του αγοριού, η κίνησή του η αυθόρμητη να πλησιάσει, μιλούσαν για την έλξη, την γοητεία την άμεση που άσκησαν ο ένας προς τον άλλο. Ο βασιλιάς βιάστηκε ν' απομακρύνει τον γιο του Μόρζαν. Όταν το νέο ζευγάρι επρόκειτο να γεννηθεί από την μαγεία της ένωσης δράκου και καβαλάρη, ο Γκαλμπατόριξ έπρεπε να είναι σίγουρος για την πίστη και των δύο στο πρόσωπό του. Τι το καλύτερο, αν κατόρθωνε ν' ανακαλύψει και τα αληθινά ονόματά τους; Δεν ήταν άλλωστε η πρώτη φορά, που είχε κατορθώσει κάτι τέτοιο. "Όταν θα έρθει ο χρόνος ο κατάλληλος, θα ζητηθεί από σένα μια αποστολή. Μονάχα έτσι θα αποδείξεις την αξία σου και την πίστη σου στον βασιλιά σου. Ως τότε, υπομονή."
Ο Γκαλμπατόριξ έσπρωξε έξω από το δωμάτιο τον Μέρταγκ γινόμενος ταυτόχρονα αποδέκτης της ολοφάνερης δυσαρέσκειας του κόκκινου νεοσσού, που ταίριαζε με την απογοήτευση του νέου. Όσο διστακτικός είχε φανεί ο γιος του Μόρζαν όταν πλησίαζε, άλλο τόσο προβληματισμένος φαινόταν τώρα, που έπρεπε να φύγει. Η απογοήτευσή του ήταν έκδηλη σε όλες του τις κινήσεις, ολοφάνερη ακόμα και στο πρόσωπό του.
Με τις οξυμένες του αισθήσεις ο Γκαλμπατόριξ αντελήφθη το κόκκινο αυγό να κινείται ανήσυχο πάνω στις γούνες και τα μαξιλάρια του. Κάποια ελαφρά χτυπήματα και αμυδρά τσιρίγματα αντήχησαν μέσα από το σκληρό του κέλυφος. Ήσυχος ο βασιλιάς, ότι σε λίγο το κόκκινο αυγό και πάλι θα ημέρευε, έσυρε το παραπέτασμα μπροστά στο άνοιγμα. Κατόπιν οδήγησε τον γιο του Μόρζαν έξω από το δωμάτιο κλειδώνοντας με μαγεία τις κλειδαριές της πόρτας. Όλη την ώρα αυτή, το πράσινο αυγό συνέχισε να ησυχάζει κοιμισμένο.
.*.*.*.
Ο λόγος του Γκαλμπατόριξ, για μία καινούρια Αλαγαισία και μια νέα γενιά των δρακοκαβαλάρηδων, είχε επηρεάσει αρκετά τον Μέρταγκ αιχμαλωτίζοντας τις σκέψεις του. Όχι όμως τόσο, ώστε να κλονιστεί από τον σταθερό σκοπό του, να υπηρετήσει τα συμφέροντα των Βάρντεν. Μόνο με κάποιον σαν τον Άτζιχαντ, τίμιο και συνάμα δίκαιο αρχηγό, μπορούσε η χώρα να μετατραπεί σε ότι είχε ονειρευτεί ο Γκαλμπατόριξ. Κάποιον που ένιωθε συμπόνια κι ευσπλαχνία για τους άλλους. Ο βασιλιάς είχε τις ευκαιρίες του τα προηγούμενα εκατό χρόνια. Εδώ κι έναν σχεδόν αιώνα οι εχθροί του όλοι είχαν εξαφανιστεί από προσώπου γης, ή κρύβονταν φοβούμενοι την οργή του· τα ξωτικά χωμένα στα βαθιά τους δάση και οι νάνοι στα λαγούμια και τις υπόγειες πόλεις τους, όπου τους είχαν ακολουθήσει τώρα τελευταία και οι Βάρντεν. Ο Γκαλμπατόριξ από κανέναν δεν κινδύνευε, αντίθετα, όλοι οι άλλοι κινδύνευαν από το μίσος, την εμπάθεια και την οργή του. Ο Μέρταγκ στιγμή δεν είχε ξεχάσει, ότι ήταν ο βασιλιάς ο ίδιος που έδωσε κάποτε διαταγή να φονευθεί η Ναζουάντα. Ποιος τίμιος άνθρωπος θα διάλεγε να χτυπήσει τον αντίπαλό του με τέτοιο τρόπο άτιμο; Αν ήταν να έβαζε σε πράξη υψηλούς στόχους, όπως αυτούς που περιέγραψε στον Μέρταγκ, δεν θα έπρεπε να το έχει ήδη κάνει; Αντί γι' αυτό, ο τόπος γέμιζε σπιούνους, καταδότες, δολοφόνους, που όλοι δρούσαν ενάντια των άλλων στο όνομά του.
Μετά όμως από την μεταξύ τους συνάντηση, υπήρχε κάτι που μαγευτικά επιδρούσε πάνω στον νέο. Η ενθύμηση του κόκκινου αυγού, που όλες τις μέρες τις επόμενες στιγμή δεν εγκατέλειψε τον νου του. Η επιρροή που είχε πάνω του ήτανε τόση, που αποτέλεσμά της ήταν να ζει διαρκώς σε μια ονειρώδη σχεδόν κατάσταση, που του έδινε την αίσθηση μεγάλης, ανεκπλήρωτης ανάγκης. Η σκέψη ότι μπορεί να ήταν αυτός που θα ενωνόταν με τον νεοσσό δεν είχε περάσει απ' το μυαλό του ακόμα, ούτε και οι συνέπειες που θα μπορούσε να έχει στην ζωή του μια έκβαση όπως αυτή. Η επιθυμία του όμως να βρεθεί κοντά του ήταν τόση, ώστε, αφού αδυνατούσε να γίνει αυτό, περνούσε τον περισσότερό του χρόνο στην βιβλιοθήκη, αναζητώντας πληροφορίες σχετικά με το συγκεκριμένο αυγό του δράκου.
Ήταν απομεσήμερο την ώρα που ξεψάχνιζε κάποιο παλιό χειρόγραφο καθισμένος στο ολόφωτο, φαρδύ πρεβάζι του παραθύρου. Συνήθως η βιβλιοθήκη τέτοια ώρα ήταν άδεια, μιας και οι λόγιοι ή σπουδαστές είχαν εγκαταλείψει τις πνευματικές μελέτες τους για να καλύψουν τις γαστριμαργικές τους ανάγκες στην μεγάλη τραπεζαρία του κάστρου. Έτσι ο ήχος από τα βαριά βήματα του άντρα και τα σπιρούνια που κροτάλιζαν στα πέτρινα πατώματα, τον έκανε να σηκώσει ενοχλημένος το κεφάλι. Ο άντρας, κοντόχοντρος, με φαρδείς ώμους, που σκέπαζε μια κάπα με γιακά από ερμίνα, πλησίασε και στάθηκε μπροστά του.
"Μόρζανσσον;"
Ο Μέρταγκ άφησε τον πάπυρο να τυλιχτεί ανάμεσα στα δάχτυλά του. Γνώριζε τον άντρα αυτόν εξ όψεως, γνώριζε ακόμα και το κακώνυμο όνομά του. Παρά το ότι οι περισσότεροι αυλικοί απέφευγαν την συναναστροφή μαζί του, εξ αιτίας των βίαιων – άξεστων σχεδόν – τρόπων συμπεριφοράς του, ο ίδιος ο Γκαλμπατόριξ είχε τις υπηρεσίες του σε εκτίμηση μεγάλη, ώστε να τον έχει χρίσει στρατηγό του. Ο Μέρταγκ σηκώθηκε όρθιος, ύστερα έγειρε ελάχιστα το κεφάλι σε έναν υποτυπώδη χαιρετισμό μπροστά του.
"Είμαι ο Μέρταγκ, γιος του Μόρζαν, στρατηγέ."
Ο άντρας έκλινε στο πλάι τον χοντρό, μυώδη λαιμό του. Τα μάτια του, γεμάτα ευφυΐα, περιεργάστηκαν τον νέο από πάνω ως κάτω. "Είμαι ο Μπαρστ, γιος του Μπέρενγκαρ, Λόρδος του Γκίλ'ιντ " συστήθηκε με το σαν παιδικό, μικρό του στόμα, που ξεγελούσε τους πάντες κρύβοντας την πονηρία του. "Σε αναζητώ κατόπιν εντολής του πολυχρονεμένου βασιλιά μας" δήλωσε. "Ο μεγαλειότατος κρίνει, ότι αρκετά από τον χρόνο σου σπατάλησες παρέα μ' όλους εκείνους τους χοντρούς, λόγιους καθηγητές σου. Τέλος λοιπόν τα γενικά μαθήματα για σένα. Από αύριο το πρωί θα διδάσκεσαι κοντά μου τις τακτικές πολέμου κι όσα άλλα χρειάζεται να ξέρεις, για να κατατροπώσεις τους τυφλοπόντικες εχθρούς του βασιλιά μας. Εύχομαι μόνο, να μην σπαταλήσεις άδικα τον χρόνο μου. Συνάντησέ με μόλις ο ήλιος βγει. Θα βρίσκομαι στην δυτική αίθουσα του πρώτου ορόφου, πλάι στο δωμάτιο με τους χάρτες."
Χωρίς να περιμένει απόκριση από την μεριά του, ο Λόρδος Μπάρστ έστρεψε τις μυώδεις πλάτες του κι απομακρύνθηκε κροτώντας τα σπιρούνια του και πάλι. Ο Μέρταγκ αναρωτήθηκε, αν η περιέργειά του να γνωρίσει από κοντά τον γιο του Μόρζαν ήταν τόση, ώστε μπήκε στον κόπο να τον ενημερώσει ο ίδιος. Θα μπορούσε κάλλιστα να έχει στείλει υπηρέτη. Ο Μέρταγκ ανάσανε βαθιά τακτοποιώντας και πάλι το χειρόγραφο στην θέση του. Το όνομα του πραγματικού πατέρα του είχε τελικά ισχυρή επίδραση ακόμα επάνω στους αυλικούς του Γκαλμπατόριξ.
Κατά την διάρκεια των επόμενων εβδομάδων ο Μέρταγκ γνώρισε καλύτερα τον Λόρδο. Χωρίς να του είναι ιδιαίτερα συμπαθής, αποδείχτηκε πως ο Μπαρστ ήταν έξυπνος, πολυμήχανος και μεθοδικότατος σε ότι αναλάμβανε. Ο Μέρταγκ έπρεπε να παραδεχτεί ότι τον δίδασκε καλά, ιδίως τις τακτικές της μάχης ανοικτού πεδίου, όπου τις βρήκε πολύ ενδιαφέρουσες. Ο νέος φρόντισε να στρέψει προς τα εκεί όλες τις δυνάμεις του. Αφού ο βασιλιάς είχε προστάξει να ασκηθεί σε παρόμοιες τακτικές, αυτό ένα μπορεί να σήμαινε. Πλησίαζε ο καιρός που θα γινόταν αποδεκτός στα συμβούλιά του και άνθρωπος της εμπιστοσύνης του.
.*.*.*.
Ένας νέος χειμώνας είχε απλωθεί πάνω από τη γη της Αλαγαισίας σκορπίζοντας απλόχερα κρύους, δυνατούς ανέμους και χιονόνερο. Έναν χρόνο ολόκληρο είχε περάσει ο Μέρταγκ ζώντας στο κάστρο της Ουρουμπαίην, μακριά από τη Ναζουάντα και τους Βάρντεν. Καμιά φορά αναρωτιόταν, αν ακόμα τον θυμούνταν οι παλιοί του σύμμαχοι και φίλοι. Ίσως ο Άτζιχαντ να είχε ενδιάμεσα αποφασίσει, να στείλει άλλους κατασκόπους στην πρωτεύουσα κι ο Μέρταγκ μέσα του πολλές φορές ευχόταν να έχει γίνει έτσι. Κανείς όμως δεν ήρθε για να τον αναζητήσει στο κάστρο της ακρόπολης, ούτε κι ο ίδιος άκουσε κάποια άλλη φήμη για πράκτορες των επαναστατών στην πόλη. Έτσι οι πληροφορίες που ένα χρόνο μάζευε παρέμεναν ακόμα αχρησιμοποίητες στην κατοχή του. Δεν είχε αντιληφθεί αλλαγές μεγάλες στο παλάτι, ούτε από τα μισόλογα των αυλικών, ούτε από τις φλυαρίες των φρουρών του Γκαλμπατόριξ στο πεδίο της εξάσκησης. Ακόμα και ο Μπαρστ, που ερχόταν σε άμεση επαφή μαζί του, δεν είχε εκμυστηρευτεί κάτι περισσότερο, απ' όσα γνώριζε κι ο ίδιος. Οι προετοιμασίες κι οι εξοπλισμοί συνεχίζονταν εντατικά. Στρατιές ολόκληρες ανδρών στέλνονταν προς το Γκίλ'ιντ, τόσες, που η πόλη θα έμοιαζε πια στρατώνας. Ο Ίσκιος είχε εμφανιστεί μία φορά ακόμα στο παλάτι και λίγες μέρες νωρίτερα οι δύο Ρά'ζακ καβάλα στα αποκρουστικά τους υποζύγια. Έτσι είχε η κατάσταση, όταν ο Μέρταγκ έλαβε την δεύτερη πρόσκληση για μια άμεση συνάντηση με τον Γκαλμπατόριξ.
Ο φρουρός που τον συνόδευε τον παρέδωσε σ' εκείνους που φυλούσαν έξω από τα βασιλικά δωμάτια κι αυτοί με τη σειρά τους στον σιωπηλό, γκριζοφορεμένο υπηρέτη. Ο άντρας οδήγησε τον Μέρταγκ στο βασιλικό γραφείο, έκρουσε απαλά και άνοιξε την θύρα, έτοιμος να αναγγείλει στον βασιλιά την άφιξή του. Την ώρα εκείνη ο Γκαλμπατόριξ στεκόταν ολόρθος μπροστά στον ασημένιο του καθρέφτη, συνομιλώντας μέσα απ' αυτόν με τρόπο μαγικό ταυτόχρονα με δύο άτομα. Γύρισε απότομα προς την μεριά τους, νεύοντας νευρικά στον υπηρέτη, ότι έπρεπε να περιμένουν έξω μέχρι να τελειώσει. Ο άντρας υποκλίθηκε ταπεινά και πισωπάτησε κλείνοντας ξανά την πόρτα, μα ο Μέρταγκ είχε προλάβει ήδη να δει πάνω απ' τον ώμο του λακέ δύο κεφάλια άτριχα, ενωμένα. Η φωνή που ακούστηκε να έρχεται μέσα από τον καθρέφτη του φάνηκε γνώριμη. Πρόλαβε ακόμα να ξεκρίνει τις άκριες ενός πορφυρού μανδύα. Ακούμπησε την πλάτη του στον τοίχο κλείνοντας τα μάτια σοκαρισμένος γι' αυτό που είχε μόλις αντικρίσει. Στα δύο επόμενα χτυποκάρδια ένιωσε την καρδιά του να παγώνει. Σαν μια λεπίδα πυρωμένη του διαπέρασε το στομάχι ο τρόμος του κινδύνου. Μήπως δεν είχαν δει τα μάτια του καλά; Ή μήπως η έγνοια που τον ταλάνιζε για τους Βάρντεν, ήταν αιτία για παρακρούσεις; Ήταν ποτέ δυνατόν; Μπορεί πίσω από τον καθρέφτη να βρίσκονταν … εκείνοι; Εκείνοι; Οι δίδυμοι; Οι μάγοι των Βάρντεν; Αν πράγματι ήταν έτσι, τότε… Η ανάγκη να ειδοποιηθεί ο Άτζιχαντ γινόταν άμεση.
Κατάπιε δύσκολα προσπαθώντας να κυριαρχήσει στις αισθήσεις του. Η φωνή του βασιλιά ακουγόταν ήδη να καλεί τον υπηρέτη, να τον προστάζει να περάσει. Ο Μέρταγκ ανάσανε βαθιά καθαρίζοντας απ' τις αμφιβολίες το μυαλό του. Ήταν πολύ επικίνδυνοι φόβοι και σκέψεις σαν τις προηγούμενες μπροστά στον Γκαλμπατόριξ. Μπήκε με βήμα σίγουρο και παράστημα στητό μέσα στο γραφείο και έκλινε αποφασιστικά το γόνυ μπροστά στον βασιλιά, μένοντας έτσι μέχρι να του δοθεί η άδεια να σταθεί. Ο Γκαλμπατόριξ βρισκόταν ακόμα ορθός πλάι στον ολόσωμο καθρέφτη, που η επιφάνειά του γυάλιζε πια άδεια, επιστρέφοντας μοναχά τα είδωλα των γύρω αντικειμένων. Με βήμα αργό ο βασιλιάς πλησίασε το γραφείο του και κάθισε στην απέριττη, ξύλινη καρέκλα ακουμπώντας τα δύο του χέρια στην στιλβωμένη επιφάνεια του επίπλου.
"Α, Μέρταγκ!"
Τα μαύρα μάτια του βασιλιά τον παρατήρησαν προσεκτικά. Από το τέλος του καλοκαιριού, το δείπνο των γενεθλίων του και την επίδειξη των αυγών των δράκων, δεν είχε τύχει να συναντήσει ξανά τον Γκαλμπατόριξ κατ' ιδίαν. Ήταν όμως σίγουρος, ότι ο βασιλιάς ενημερωνόταν για την πορεία του άμεσα από τον Λόρδο Μπαρστ και μάθαινε όλες τις κινήσεις του από τους άλλους αυλικούς και υπηρέτες. Ο Μέρταγκ κράτησε το πρόσωπό του ήρεμο, σαν απαθή μάσκα, αδειάζοντας τελείως το μυαλό του περιμένοντας. Ο Γκαλμπατόριξ χτύπησε για λίγο ρυθμικά τα δάχτυλα στην επιφάνεια του ξύλου, σαν να συγκέντρωνε τις σκέψεις του, στο τέλος μίλησε.
"Ω, γιε του Μόρζαν. Υπάρχει μια αποστολή κατάλληλη για σένα. Για να αποδείξεις επιτέλους την αξία σου και την απόλυτη πίστη σου στον βασιλιά σου."
Στην μικρή παύση που ακολούθησε, ίσως να στάθμιζε την εντύπωση που είχαν κάνει τα λόγια του στον νέο, ίσως και να περίμενε μια ανανέωση των όρκων που εκείνος πήρε κάποτε μπροστά στον θρόνο του όταν πρωτό'ρθε. Ο Μέρταγκ όμως απέμεινε σιωπηλός, ήσυχος, αναμένοντας τον βασιλιά να συνεχίσει.
"Υπάρχει ένα αγόρι που ταξιδεύει ερχόμενο από βορρά προς νότο. Μαζί του μεταφέρει έναν θησαυρό αγαπημένο, που έχει κλαπεί από μας εδώ και χρόνους." Το ρυθμικό χτύπημα των δαχτύλων επάνω στο γραφείο συνεχίστηκε. "Ο θησαυρός αυτός είναι για μας πολύτιμος κι επιθυμία μας είναι να επιστραφεί άμεσα στην φύλαξή μας." Ο Γκαλμπατόριξ σταύρωσε τα δύο του χέρια στην ξύλινη επιφάνεια κι έγειρε μπρος κοιτάζοντας πάντοτε τον Μέρταγκ μέσα στα μάτια. "Οι πληροφορίες μας λένε, ότι το αγόρι αυτό κινείται ετούτη την περίοδο κάπου ανάμεσα στο Τιρμ και την Ντρας-Λεόνα. Πιστοί μας υπηρέτες στάλθηκαν να τον αναζητήσουν. Διαταγή τους να συλλάβουν το αγόρι οδηγώντας το μπροστά μας και να επιστρέψουν τον πολύτιμό μας θησαυρό στην δική μας προστασία. Τυχαίνει όμως η πίστη των υπηρετών αυτών, να μην ανταποκρίνεται στην απόλυτη εμπιστοσύνη μας. Έχουμε λόγους να υποπτευόμαστε, ότι υπάρχει κίνδυνος μεγάλος, αφού αποκτήσουν τον θησαυρό μας, να δοκιμάσουν να τον χρησιμοποιήσουν για δικό τους όφελος. Κι εδώ έρχεται η πολύτιμη συμμετοχή σου, που κρίνουμε ότι είναι αναγκαία." Ο βασιλιάς χτύπησε μια τελευταία φορά τα δάχτυλά του στο τραπέζι δυνατότερα από πριν, κατόπιν σηκώθηκε, πλησίασε το μεγάλο παράθυρο, που άφηνε το λίγο φως του ήλιου της χειμωνιάτικης μέρας να χύνεται χλωμό μεσ' στο δωμάτιο και στάθηκε μπροστά του κοιτάζοντας τα γκρίζα σύννεφα του ορίζοντα. "Κινήσου παράλληλα με τους υπηρέτες μας, γιε του Μόρζαν, δίχως να έρθεις καθόλου σ' επαφή μαζί τους, μένοντας πάντοτε αθέατος και μακριά τους. Αν ακολουθήσεις την πορεία τους, το σίγουρο είναι, ότι θα ανακαλύψεις και το αγόρι. Ίσως η διαίσθησή μας να λαθεύει και οι πιστοί μας υπηρέτες υπακούσουν στο να παραδοθεί σ' εμάς ο διωκόμενος. Αν όμως δεις εκ μέρους τους συμπεριφορές, που να αντιβαίνουν στα συμφέροντά μας, τότε έχεις το ελεύθερο να επέμβεις." Ο Γκαλμπατόριξ γύρισε απότομα προς την μεριά του Μέρταγκ. "Αυτός που καταζητώ, έχει περίπου την ηλικία την δική σου, ίσως λίγο μικρότερος. Βρες το αγόρι, Μέρταγκ, κέρδισε την εμπιστοσύνη του και παρέμεινε στο πλευρό του ότι κι αν γίνει. Όταν εσύ κρίνεις, πως οι συνθήκες κι οι συγκυρίες είναι κατάλληλες, οδήγησέ τον στην Ντρας-Λεόνα. Παράδωσέ τον σώο στον βασιλιά σου, που εκεί θα βρίσκεται, ομοίως ανέγγιχτο και τον θησαυρό που μεταφέρει."
"Πώς θα γνωρίσω τους υπηρέτες σας, μεγαλειότατε, ώστε ν' ακολουθήσω πορεία παράλληλη με την δική τους;" ρώτησε ο Μέρταγκ.
"Οι δύο Ρά'ζακ είναι οι υπηρέτες μας. Αυτοί και τα υποζύγιά τους κινούνται γοργά, μα κάθε άλλο παρά αθέατα" αποκρίθηκε ο Γκαλμπατόριξ. "Δεν θα είναι δύσκολο για σένα να τους εντοπίσεις."
"Και… ο θησαυρός; Αν επιτρέπεται, ποιος είναι;"
Ο βασιλιάς χαμογελώντας τον πλησίασε, ακουμπώντας πάνω στον ώμο του το βαρύ του χέρι. "Αυτό, γιε του συμμάχου μου και φίλου, θα είναι εύκολο, μόλις τον δεις, να το διαπιστώσεις." Κατόπιν έφερε το πρόσωπό του κοντά σ' αυτό του νέου. "Επέστρεψε τον θησαυρό σ' εμάς, Μέρταγκ. Απόδειξε την άμετρη πίστη σου στον βασιλιά σου. Κι εμείς, σε ανταπόκριση των προσδοκιών σου, θα σε οδηγήσουμε μπροστά στο αυγό του δράκου· εκείνο που τόσο πολύ ποθείς να βρίσκεσαι κοντά του. Αυτή θα είναι η ανταμοιβή της πίστης και των καλών υπηρεσιών σου προς το πρόσωπό μας."
Γοητευμένος από την υπόσχεση του Γκαλμπατόριξ, νιώθοντας τόσο κοντά του την παρουσία του κόκκινου αυγού που τον καλούσε και την φλογερή επιθυμία του γι' αυτό, ο Μέρταγκ δέχτηκε με χαρά του την αποστολή. Έχοντας την γνώση επίσης, ότι οι δίδυμοι μάγοι ήσαν προδότες, καταλάβαινε πως έπρεπε ν' αναχωρήσει πάραυτα από το παλάτι, αν δεν ήθελε να αποτύχει η αποστολή του. Η ευκαιρία του να απομακρυνθεί ασυνόδευτος από την Ουρου'μπαίην είχε δοθεί και από τον βασιλιά τον ίδιο. Καθ' οδόν προς την Ντρας-Λεόνα αισιοδοξούσε ότι θα κατόρθωνε να μισθώσει τις υπηρεσίες κάποιου μάγου. Πιο γρήγορα θα ειδοποιούσε τον Άτζιχαντ για τον άμεσο κίνδυνο που τον απειλούσε μ' αυτόν τον τρόπο, παρά αν χρειαζόταν να ταξιδέψει ο ίδιος ως το Φάρδεν Ντουρ. Επίσης δεν θα κινδύνευε να προδωθεί, αφού κανένας δεν θα ήταν δυνατόν να τον αναγνωρίσει. Όσο για το καταζητούμενο αγόρι… Να ήταν άραγε υπηρέτης του παλατιού, ή ευνοούμενος του Γκαλμπατόριξ, που είχε πρόσβαση στους θησαυρούς του; Να είχε, ίσως, αποδεχτεί κληρονομιά τον θησαυρό από κάποιον άλλον; Το πιθανότερο, αφού ο θησαυρός εκλάπη χρόνους πριν και το αγόρι ήταν ελάχιστα μικρότερο απ' όσο ο ίδιος. Μιας όμως και ο βασιλιάς είχε ζητήσει να του παραδοθεί απολύτως σώο, μικρός ήταν κι ο ενδοιασμός του Μέρταγκ να οδηγήσει τον κλεπταποδόχο στην Ντρας-Λεόνα. Ιδίως αν το αγόρι πειθόταν και τον ακολουθούσε με την θέλησή του, αποδεχόμενο το λάθος που είχε κάνει, το να κατέχει θησαυρό ξένο.
Ήταν τα τέλη του Δεκέμβρη όταν βρέθηκε ξανά στον δρόμο, καβάλα στο γκρίζο, πολεμικό του άλογο – γενναίο σύντροφο – και τους δερμάτινους σάκους της σέλας του γεμάτους με προμήθειες για το ταξίδι. Παρά το ότι είχε φροντίσει να ντυθεί με δέρματα, μάλλινα ρούχα και ήταν σκεπασμένος με το τσόχινο, χοντρό του πανωφόρι, η παγωνιά τον δάγκωνε ως το κόκαλο. Ακολουθούσε τον αμαξωτό δρόμο, που ξετυλιγόταν ανάμεσα στην Ουρου'μπαίην κι έφτανε ως την Ντρας-Λεόνα, καλπάζοντας γοργά. Όσο περισσότερο απομακρυνόταν απ' την πρωτεύουσα, τόσο ο δρόμος αυτός ερήμωνε από ταξιδιώτες. Ποιος άλλωστε θα διάλεγε την εποχή αυτή για την μετακίνησή του; Η φύση γύρω του κοιμόταν ναρκωμένη από το κρύο, τα έρημα χωράφια σκέπαζε η παγωνιά και τα νερά κρυστάλλιαζαν στις λόχμες και τα δάση. Η ενθύμηση όμως της φλογένιας λάμψης του άλικου αυγού, ζέσταινε την καρδιά του.
Σας ευχαριστώ για την ανάγνωση.
