Παραδείγματα προς αποφυγήν: ΜΕΡΟΣ ΙΙ
«Είμαστε όλοι τέρατα και μπάσταρδοι, κι είμαστε όλοι όμορφοι»
~Σεραφίνα(Rachel Hartman)
Για μια στιγμή ένιωσε να τραντάζεται ολόκληρη κι ένα κύμα κρύου αέρα την αγκάλιασε απρόσμενα. Έσφιξε τα χέρια της γύρω της τόσο δυνατά που μούδιασαν.
Δε θυμόνταν πότε έχασε τις αισθήσεις της. Για την ακρίβεια, δεν κατάλαβε αν τις έχασε πραγματικά. Απλώς δεν έβλεπε τίποτα και όλοι οι ήχοι έγιναν τόσο δυνατοί που κατέληξαν σε βουητά. Έτσι νόμιζε πως ήταν λιπόθυμη μέχρι που οι γυάλινες σταγόνες που πετάγονταν επάνω της απέκτησαν τέτοια ορμή που της προκαλούσαν πόνο.
Κρυστάλλινες σταγόνες. Πρώτα έπεφταν απ' την οροφή γυάλινα τέρατα που γίνονταν θρύψαλα στο πάτωμα δίπλα της και μετά πολύ μικρότερα κομματάκια που ξεπηδούσαν προς όλες τις κατευθύνσεις, ακόμα και κάτω απ' το κάλυμμα της ... Το κουβάρι του σώματος της έγινε ακόμα πιο σφιχτό όταν ένα απ' τα κομμάτια γυαλιού προσγειώθηκε πάνω στην πλάτη του καθίσματος της. Μα τους θεούς, υπαρκτούς ή μη, είχε διαλέξει το καλύτερο κάλυμμα... Οποιαδήποτε άλλη απλή καρέκλα δε θα άντεχε την πτώση τόσων κρυστάλλων. Η αιχμηρή βροχή διήρκησε για κάποια δευτερόλεπτα κι ύστερα άρχισε να κοπάζει. Σταδιακά, οι σταγόνες τελείωναν, τα τέρατα που έπεφταν ήταν όλο και μικρότερα… Δε τα έβλεπε, αλλά άκουγε.
Πάνω που νόμιζε ότι ο κατακλυσμός των ήχων θα τελείωνε μαζί με το γυαλί, τα τελευταία κομμάτια που έσπασαν καλύφθηκαν από τον τρομακτικό ήχο ενός μεγάλου «κρακ». Δεν κατάλαβε τι ακριβώς ήταν, αλλά ήταν κοντινό και την τρόμαξε τόσο όσο η έκρηξη των κρυστάλλων. Αμέσως μετά άκουσε κάτι που έμοιαζε με τον ήχο που κάνουν τα περιστρεφόμενα γρανάζια, αλλά όσο ο θόρυβος δυνάμωνε, κατάλαβε ότι στην πραγματικότητα ήταν γρύλισμα. Η καρδιά της σφίχτηκε απ' τον τρόμο για άλλη μια φορά και εκείνη παρέμεινε ακίνητη.
Είναι στιγμές, που ακόμα κι όταν κάποιος έχει τα μάτια του σφραγιστά, αν εμφανιστεί μπροστά του μια πραγματικά δυνατή λάμψη, μπορεί κατά έναν παράδοξο τρόπο να αναγνωρίσει το χρώμα της. Η Ναζουάντα, παρόλο που δεν τόλμησε ν' ανοίξει τα μάτια της ή να χαλαρώσει έστω και λίγο τα βλέφαρα της, ήξερε πως για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου η Αίθουσα γέμισε σκιές πάνω σε κόκκινες αποχρώσεις.
Έτρεμε. Όχι από φόβο, αλλά απ' το κρύο. Σιγά σιγά τόλμησε να σηκώσει το κεφάλι της και να κοιτάξει τριγύρω, αλλά σφίχτηκε ξανά όταν άκουσε χτυπήματα στην πόρτα. Το μόνο που πρόλαβε να διακρίνει ήταν ένα δάπεδο γεμάτο με γυαλιά… Συνέχισε να είναι τυλιγμένη με το σοκ της και να τρέμει, σαν να ήταν έτοιμη να εκραγεί, όταν άκουσε έναν περίεργο γδούπο και μετά έναν ήχο που θύμιζε το ξεδίπλωμα πανιών ενός μεγάλου πλοίου, σαν αυτά που έβλεπε στα λιμάνια της Σούρντα τις λίγες φορές που είχε βρεθεί εκεί. Τα χτυπήματα στην πόρτα δεν είχαν σταματήσει κι η βασίλισσα ξανάνοιξε τα μάτια της. Στο οπτικό της πεδίο μπήκαν ξαφνικά δυό μαύρες δερμάτινες μπότες που κατευθύνονταν προς το μέρος της… το ένστικτο της της έλεγε να κλείσει ξανά τα μάτια της. Δεν ήταν υποχρεωμένη να δει τον θάνατο της, το ότι θα τον ένιωθε ήταν ήδη αβάσταχτο. Παρόλα αυτά, πριν προλάβει να αντιδράσει, είδε έκπληκτη τις μπότες να την προσπερνούν και να συνεχίζουν την πορεία τους κάπου πίσω της. Ο ήχος των βιαστικών βημάτων πάνω στο γυαλί διακόπτονταν απ' τα χτυπήματα στην πόρτα και τα δυνατά πανιά που δίπλωναν και ξεδίπλωναν κάνοντας τα θρύψαλα γυαλιού να πετάγονται απ' το πάτωμα. Η Ναζουάντα ανατρίχιασε όταν ένιωσε ότι λίγα μέτρα μακριά της κάτι σέρνονταν και ύστερα άκουσε κάτι που έμοιαζε με κουδούνισμα κλειδιών. Οι μπότες εμφανίστηκαν ξανά και την προσπέρασαν για άλλη μια φορά. Τότε κατάλαβε πως όποιος κι αν ήταν, θα άνοιγε την πόρτα. Τα πανιά πρέπει να ξεδιπλώθηκαν και πάλι, αυτή τη φορά πλατύτερα, γιατί ο αέρας σήκωσε κι άλλα κομμάτια γυαλιού. Η βασίλισσα τραντάχτηκε ξανά πριν ακούσει τα πανιά να χτυπούν τον αέρα, και μετά να ξαναχτυπούν, ξανά και ξανά και ξανά… μέχρι που ο υπόκωφος ήχος τους χάθηκε μέσα στη νύχτα.
«Τι περιμένεις;! Βοήθησε την να βγει!»
Αυτές οι λέξεις την κατατρόμαξαν. Είτε λόγω ζάλης, είτε λόγω εξάντλησης, δεν είχε ακούσει την πόρτα της Αίθουσας να ανοίγει, να κλείνει και να ξανακλειδώνεται, ούτε άκουσε τα βήματα ενός παιδιού που έτρεχε προς το μέρος της. Παρόλο που η φωνή ήταν κοριτσίστικη και τρομοκρατημένη, είχε έναν σοβαρό, επιτακτικό τόνο, τόσο γνώριμο και τόσο καθαρό σε σχέση με τους υπόλοιπους θορύβους, που ήταν σαν να την ξύπνησε απότομα από κάποιον εφιάλτη.
Πριν το καταλάβει ήταν ακάλυπτη. Το κάθισμα δεν ήταν πια από πάνω της, ήταν μόνη, κουλουριασμένη στο πάτωμα, αρνούμενη να κοιτάξει γύρω της ή να σηκώσει έστω και λίγα εκατοστά το κεφάλι της, ανίκανη να σταματήσει το τρέμουλο όσο κι αν προσπαθούσε. Λίγα δευτερόλεπτα πέρασαν έτσι και το μόνο που ακούγονταν ήταν οι βαθιές ανάσες κάποιου –αργότερα κατάλαβε πως ήταν οι δικές της- μέχρι που ένα χέρι άγγιξε τον ώμο της και την έκανε να πεταχτεί απ' τη θέση της. Ανακάθισε απότομα στο δάπεδο και είδε μπροστά της την Έλβα.
Τα μάτια του κοριτσιού ήταν πιο μεγάλα από κάθε άλλη φορά. Γυάλιζαν περισσότερο απ' τα λιγοστά αστέρια του ουρανού εκείνο το βράδυ κι έδιναν στην μικρή μάγισσα μια παιδική όψη. Σαν να είχε πίσω την χαμένη της ηλικία. Χωρίς να πει λέξη, η μικρή όρμισε πάνω της με δύναμη και την αγκάλιασε σφιχτά, κάτι που ποτέ πριν δεν είχε ξανακάνει. Η Ναζουάντα την αγκάλιασε σχεδόν μηχανικά και την κούνησε πέρα δώθε σα να προσπαθούσε να καθησυχάσει ένα συνηθισμένο παιδί. Δεν της ψιθύρισε ότι όλα ήταν εντάξει – μια γρήγορη ματιά τριγύρω ήταν αρκετή για να την διαψεύσει- αλλά όταν ένιωσε τα δάκρυα της μικρής στον ώμο της κατάφερε να ψελλίσει. «Είσαι καλά;»
«Νόμιζα ότι θα ξέρναγα το στομάχι μου κι ότι άλλο υπάρχει μέσα στο σώμα μου!» έσκουξε η μικρή. Ήταν αδιανόητο κι ανατριχιαστικό. Η Έλβα δεν έκλαιγε συχνά, δεν έκλαιγε ποτέ.
«Αλλά τώρα είσαι καλά» είπε η βασίλισσα προσπαθώντας να επαναφέρει την ένταση της φωνής της σε φυσιολογικά επίπεδα.
Η μικρή τραβήχτηκε απ' την αγκαλιά της. «Αυτός» είπε και έδειξε με το χέρι της κάποιον πίσω απ' τη βασίλισσα.«Με έκανε καλά.»
Εντελώς ανύποπτη για το τι την περίμενε, γύρισε για να δει. Και κοκάλωσε.
Πάνω που η ανάσα της είχε σταθεροποιηθεί κάπως, ο αέρας άρχισε πάλι να μη βρίσκει το δρόμο του, παγιδευμένος στο στήθος της. Εκείνη ήταν ο αέρας, αφού μόλις τον αντίκρισε ένιωσε να εξαϋλώνεται, να γίνεται φτερό, καπνός, λεπτή ομίχλη και το μόνο που την κρατούσε πλέον στο έδαφος ήταν η παρουσία του, αυτή που την ίδια στιγμή την τράβαγε στον ουρανό, μακριά απ' τα σπασμένα κομμάτια, την Γυάλινη Αίθουσα, το παλάτι… μακριά απ' όλες τις υπαρκτές τοποθεσίες. Εκείνο το συναίσθημα, τόσο σύνθετο, τόσο απλό.
Ήταν σχεδόν όπως τον θυμόνταν. Το ίδιο γωνιώδες πρόσωπο, παράδοξα ευγενές, χλωμό και όμορφο, ακόμα κι όταν είχε απόμακρη έκφραση, τα ίδια αγριωπά μάτια κρυμμένα πίσω από ατίθασους βοστρύχους, μιλούσαν με το έντονο βλέμμα τους, λέγοντας πολλά περισσότερα απ' όσα θα μπορούσαν να ξεφύγουν απ' τα χείλη του, τα οποία ήταν σχεδόν πάντα σφραγισμένα.
Τα χρόνια που πέρασαν, η βασίλισσα είχε μάθει να μην έχει μεγάλες προσδοκίες. Δεν περίμενε να τον ξαναδεί. Και να που η μοίρα αποφάσισε να την διαψεύσει και να την αφήσει άναυδη. Κοιτάζοντας τον ίσα που κατάφερε να προφέρει τ' όνομα του. «Μέρταγκ;»
Εκείνη τη στιγμή έδειχνε ανήσυχος.
Δεν μίλησε. Έκανε ένα διστακτικό βήμα μπροστά και της έτεινε το χέρι του για να την βοηθήσει να σηκωθεί. Η Ναζουάντα το κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα σαν κάτι εντελώς άγνωστο και στη συνέχεια έβαλε την παλάμη της στη δική του και στηρίχτηκε πάνω του για να σταθεί όρθια. Χωρίς να πει λέξη, την πήρε κοντά του και την έβαλε να καθίσει στην πολυθρόνα της, την οποία είχε σηκώσει.
Τα μάτια της ήταν καρφωμένο στο πρόσωπο του καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, παρόλο που αυτός δε τολμούσε να κοιτάξει προς το μέρος της. Όταν την άφησε να καθίσει έκανε ένα βήμα πίσω, και αν η Ναζουάντα δεν ήταν τόσο έκπληκτη, θα ορκίζονταν πως υπήρχαν ίχνη ντροπής στο πρόσωπο του. Η έκφραση της όσο τον κοιτούσε άλλαζε και γίνονταν όλο και πιο απορημένη, σε σημείο που να φαίνεται παραπονεμένη.
«Θα της το πεις εσύ ή εγώ;» ρώτησε ξαφνικά η Έλβα.
Η Ναζουάντα την κοίταξε ανοιγοκλείνοντας τα μάτια της. Μετά το βλέμμα της επέστρεψε στον Μέρταγκ, ο οποίος κοιτούσε έντονα την μικρή πριν της πει με βραχνή φωνή. «Άφησε μας μόνους»
Η μικρή ένευσε χωρίς να πει λέξη, σκούπισε τα δάκρυα της και του πήρε τα κλειδιά. Έφυγε χωρίς να τους ρίξει δεύτερη ματιά, κάνοντας τη βασίλισσα να απορεί ακόμα περισσότερο.
Ο Μέρταγκ αρνούνταν ακόμα να την κοιτάξει. Όταν η πόρτα έκλεισε, εκείνος προχώρησε με σκυμμένο το κεφάλι προς το μαρμάρινο τραπέζι, μόλις λίγα βήματα μακριά της, και κάθισε πάνω του αφού παραμέρισε μερικά γυαλιά. Η Ναζουάντα ακολουθούσε με τα μάτια της κάθε του κίνηση και μόνο τότε πρόσεξε την ζημιά στο τραπέζι του συμβουλίου: η μαρμάρινη επιφάνια είχε ραγίσει. Το θεόρατο, ολοστρόγγυλο τραπέζι είχε χωριστεί σε δύο ημικύκλια που έγερναν προς το κέντρο, σαν μια σπασμένη πανσέληνο. Ένα γνώριμο κρακ αντήχησε στο μυαλό της. Εκεί που πριν ήταν το κέντρο της τραπέζης βρίσκονταν τώρα ένας στραπατσαρισμένος Ανιχνευτής.
Τότε τα μάτια της ξεκόλλησαν απ' τον Μέρταγκ κι άρχισε να κοιτάζει γύρω της. Δεν άργησε να στρέψει το βλέμμα της προς την οροφή. Ο νυχτερινός ουρανός την κοιτούσε, άδειος και συννεφιασμένος, χωρίς να παρεμβάλλετε ανάμεσα τους ο γυάλινος θόλος. Σαν ένα φαρδύ παράθυρο που άφηνε να περάσει μέσα όλο το κρύο της νύχτας. Και άλλοι απρόσκλητοι επισκέπτες.
«Ο Θορν σου ζητά συγνώμη για… όλα αυτά.»
Γύρισε το κεφάλι της απότομα προς το μέρος του. Την κοιτούσε… επιτέλους την κοιτούσε. Κατάφερε να προλάβει το βλέμμα του και για κάποιον ανεξήγητο λόγο, το εγκλώβισε στο δικό της χωρίς μεγάλη δυσκολία. «Ο Θορν ήταν εδώ» είπε εκείνη, χωρίς να τον ρωτάει. Προσπαθούσε απλά να εξηγήσει τα πράγματα στον εαυτό της. «Και μετά έφυγε…»
«Για να ξεφορτωθεί το πτώμα. Θα γυρίσει σύντομα.» της απάντησε ο Μέρταγκ.
«Το πτώμα…»
«Το πτώμα του προδότη. Πέθανε. Είσαι ασφαλής πλέον» Όταν είπε αυτές τις λέξεις μια βαθιά ανάσα που φαίνονταν να τον βάραινε εδώ και ώρα επιτέλους βγήκε από μέσα του.
Και δεν ήταν ο μόνος που ένιωσε ανακούφιση. Η Ναζουάντα κοίταξε πίσω της, προς την κατεύθυνση απ' την οποία πριν μισό λεπτό την ακολουθούσε ο Λόρδος Τσέζαρε. Μπορούσε να διακρίνει ένα σκουρόχρωμο υγρό ανάμεσα στα κομμάτια γυαλιού, χωρίς αμφιβολία αίμα. Μετά απ' αυτό απλά γύρισε ξανά στην προηγούμενη στάση της χωρίς να αμφισβητήσει τα λόγια του Μέρταγκ. Ένα ρίγος την διαπέρασε και πάλι. Κρύωνε ακόμα. Αγκάλιασε το σώμα της και κοίταξε το κενό μην έχοντας τίποτα άλλο να κάνει, ελπίζοντας πως δε θα αρχίσει πάλι να τρέμει.
Και πράγματι δεν άρχισε. Γιατί ο Μέρταγκ έβγαλε την κάπα του και της την φόρεσε χωρίς να την ρωτήσει. Εκείνη από την άλλη δε παραπονέθηκε αλλά τον κοίταξε όπως πριν, περιμένοντας μια απάντηση σε όλες αυτές τις ερωτήσεις που η ίδια δεν είχε ξεστομίσει. Βλέποντας τον απρόθυμο να μιλήσει, καθάρισε τον λαιμό της ξεροβήχοντας και ξαναείπε το όνομα του. «Μέρταγκ;»
Ήταν ξεκάθαρο πως δεν ήθελε να την κοιτάζει στα μάτια. Ακόμα κι όταν τελικά το έκανε, φάνηκε σα να πάσχιζε να σηκώσει τα μάτια του για να συναντήσει τα δικά της. «Μεγαλειοτάτη;»
«Τι;» είπε εκείνη ξαφνιασμένη. «Πώς… πώς τολμάς;!»
Ο Δρακοκαβαλάρης φάνηκε μπερδεμένος. «Δεν είπα κάτι…»
«Έχω κλάψει μπροστά σου... Μη με λες 'μεγαλειοτάτη'!»
Τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα. «Όπως διατάξετε…»
«Δε σε διατάζω!» του είπε ανεβάζοντας την ένταση της φωνής της. «Τι τρέχει μ' εσένα;»
Ένα μικρό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του, αφού η ερώτηση της φάνηκε να τον διασκεδάζει. Όσο διασκέδασε και την ίδια. Τι τρέχει μ' εσένα; Μια απλή ερώτηση, ένας συνηθισμένος τρόπος να αρχίσει μια συζήτηση μεταξύ φίλων που έχουν καιρό να μιλήσουν.
«Τα συνηθισμένα.» της απάντησε ανασηκώνοντας τον ώμο του αδιάφορα.
«Γίνε πιο συγκεκριμένος. Έχουμε χρόνο»
«Εγώ έχω» της είπε χαμογελώντας πλατύτερα. «Εσύ όμως πρέπει να ξεκουραστείς. Έχεις να πας σε μια γιορτή αύριο και πρέπει να δείχνεις χαλαρή και όμορφη. Σαν να μην έγινε τίποτα απολύτως απόψε.»
Τίποτα απολύτως. Σωστά, έτσι έπρεπε. Θα το σκέφτονταν κι η ίδια άλλωστε. «Κι οι ζημιές;»
«Διορθώνονται πιο γρήγορα απ' ότι θα νόμιζε κανείς.»
Αντίθετα απ' τις ζημιές στην ψυχή μου. «Κι εσύ; Τι σ' έφερε εδώ;»
Το χαμόγελο του χάθηκε για λίγο και μια σκιά μελαγχολίας κάλυψε το πρόσωπο του. «Ένα περίεργο συναίσθημα.» είπε. «Μάλλον διαίσθηση.»
Τον κοίταξε διερευνητικά, σαν να ήθελε να ακούσει –ή σαν να πίστευε- κάτι περισσότερο. «Είμαι ευγνώμων που έχεις τόσο καλή διαίσθηση.» είπε στο τέλος. «Γιατί νομίζω πως μου έλειψες.»
Τα λόγια της ξάφνιασαν ακόμα και την ίδια. Τι είχε ομολογήσει; Ναι, της είχε λείψει αρχικά, χωρίς κάποιον ιδιαίτερο λόγο αλλά με τον καιρό, ξεχάστηκε. Σταμάτησε να έχει τόσο έντονα συναισθήματα για τους ανθρώπους γύρω της. Δε θυμόνταν ούτε πότε ήταν η τελευταία φορά που τον σκέφτηκε.
Εκείνος την κοίταξε απλά ξαφνιασμένος για αρκετή ώρα και μετά αναστέναξε. «Δε μπορώ να πω το ίδιο»
Κι αυτή η φράση ακούστηκε σαν τιμωρία. Τιμωρία για τις ημέρες που προσπέρασε χωρίς να αναρωτηθεί τι του συνέβη, πού βρίσκεται ή αν είναι καλά, τιμωρία που εξομολογήθηκε τόσο απρόσεκτα πως για λίγο καιρό της είχε λείψει. «Δε έχεις λόγο να πεις το ίδιο» επισήμανε άχρωμα. «Τους πρώτους μήνες αφότου έφυγες… σε περίμενα, παρόλο που ποτέ δεν διευκρίνισες το αν θα γυρίσεις.» Άρχιζε να μετανιώνει που έλεγε τόσα πολλά. «Απλά χαίρομαι που είσαι εδώ. Μακάρι οι συνθήκες να ήταν διαφορετικές.»
«Μακάρι οι συνθήκες να ήταν τόσο διαφορετικές που η παρουσία μου να ήταν περιττή.»
«Ποτέ δε είναι.» βιάστηκε να συμπληρώσει. «Το αντίθετο μάλιστα. Εύχομαι να μπορούσα να πω εκ μέρος όλων, ότι είσαι πάντα ευπρόσδεκτος.»
«Δεν είμαι όμως, γι' αυτό ας μη κοροϊδευόμαστε.»
«Αυτό σημαίνει ότι θα φύγεις πάλι;» ρώτησε έντρομη η βασίλισσα. Δεν ήθελε να το πιστέψει. Καμία άλλη πιθανή λύση δεν πέρναγε απ' το μυαλό της κι αυτό την ανησυχούσε.
«Πιθανότατα.» της απάντησε με σοβαρό ύφος. «Τώρα που η απειλή πέρασε, δε βλέπω τα λόγο να μείνω. Αυτό θα προκαλούσε περισσότερα προβλήματα παρά θετικά αποτελέσματα.»
«Μου έσωσες τη ζωή» είπε η Ναζουάντα. «Αν ο κόσμος μάθει…»
«Ο κόσμος δεν πρέπει να μάθει, για δύο βασικούς λόγους: πρώτον κανείς δεν πρέπει να γνωρίζει πόσο κοντά έφτασες στο θάνατο, ούτε πόσο εύκολα σε εξαπάτησε ένας προδότης και δεύτερον…» χαμογέλασε. «Αντίθετα μ' εσένα, οι υπήκοοι σου θα αναρωτηθούν που ήμουν τόσα χρόνια. Πως πέρναγα τον ελεύθερο μου χρόνο. Που έμαθα να εξασκώ την καλή διαίσθηση μου. Και πίστεψε με, το να μάθουν την αλήθεια δε θα με κάνει ευπρόσδεκτο, κάθε άλλο μάλιστα.»
«Πού ήσουν λοιπόν;» τον ρώτησε και σηκώθηκε απότομα απ' το κάθισμα. Τα πόδια της ίσα που την κρατούσαν όρθια, αλλά δεν είχε σκοπό να καθίσει ή να δείξει έστω και για ένα λεπτό αδύναμη. Ο Μέρταγκ από την άλλη, αντιλήφθηκε την εξάντληση της και την πλησίασε για να την βοηθήσει, μέχρι που εκείνη έκανε ένα βήμα πίσω δείχνοντας ότι δεν χρειάζεται τη βοήθεια του. «Πού ήσουν;» τον ξαναρώτησε. «Πώς πέρναγες τον ελεύθερο σου χρόνο; Πού έμαθες να εξασκείς την καλή σου διαίσθηση;»
Της γύρισε την πλάτη χαμογελώντας. «Μάντεψε»
«Μη με κοροϊδεύεις!» του είπε αυστηρά. «Έχω ήδη αρκετά προβλήματα, όπως βλέπεις γύρω σου. Πρέπει να βρω όλους τους έμπιστους ενός απατεώνα και να απολογηθώ που έστειλα έναν αθώο στη φυλακή…»
Ο σπάνιος ήχος του γέλιου του την διέκοψε. Δεν τον είχε ξανακούσει να γελάει… Α, θα μπορούσε να τον ακούσει για ώρα αν δεν σταματούσε και γύριζε για να την ξανακοιτάξει θλιμμένα. Είχε ένα ύφος που την προβλημάτιζε, ακόμα και τα μάτια του έλαμπαν αποφασισμένα να μην προδώσουν τίποτα. «Γιατί να απολογηθείς;» την ρώτησε απότομα. «Η Λαίδη –ή τουλάχιστον αυτός ο ψεύτης- έδωσε στον αθώο τη δυνατότητα να υποχωρήσει και να πάει στη φυλακή. Κι εκείνος ο απρόσεκτος απλά το έκανε, χωρίς να αναλογιστεί τις συνέπειες. Για ποιο λόγο πρέπει εσύ να απολογηθείς;»
«Είσαι σκληρός τώρα.» τον επέπληξε. «Ο Ενδυμίωνας δεν είχε κανέναν λόγο να τρέχει από πίσω μου και να μου σώζει τη ζωή όσο αγνοούσα τον κίνδυνο. Δεν μπορώ τώρα να τα βάλω μαζί του επειδή τα παράτησε. Εγώ η ίδια διέταξα να τον συλλάβουν, πέφτοντας στη παγίδα. Το γεγονός ότι με κράτησε ζωντανή για τόσο καιρό είναι ήδη αξιέπαινο…»
«Πάψε!» της είπε μορφάζοντας. «Δεν… δε ξέρεις καν για ποιο πράγμα μιλάς.»
«Αν εσύ ξέρεις, τότε διαφώτισε με!» του πέταξε. «Λοιπόν; Πώς γνωρίζεις τον Ενδυμίωνα; Αυτός σε ειδοποίησε, έτσι δεν είναι;»
«Ναζουάντα…» είπε ο Δρακοκαβαλάρης αναστενάζοντας ξανά. Το όνομα της της προκαλούσε μια ευχάριστη αίσθηση όταν ήρθε απ' τα χείλη του. Το ότι δεν χρησιμοποίησε πάλι κάποιο ψυχρό τίτλο την μαλάκωσε κάπως, αλλά δεν την ηρέμισε τελείως. «Μη το κάνεις ακόμα πιο δύσκολο… πρέπει να μετανιώσω που δεν άφησα την Έλβα να σου μιλήσει;»
«Μίλα ξεκάθαρα επιτέλους…» είπε η Ναζουάντα σχεδόν αγανακτισμένη. «Τι άλλο με περιμένει απόψε;!»
Ο Μέρταγκ δεν μίλησε κατευθείαν. Συνέχισε να την κοιτάζει έντονα, σα να της έδειχνε κάτι προφανές και περίμενε την αντίδρασή της. «Δε σου κακοφάνηκε το ότι σου είπα πως δε μου έλειψες και τόσο;»
«Τι σχέση έχει…»
«Κάθισε» της είπε όταν είδε πως δεν γίνονταν τίποτα. Η Ναζουάντα δάγκωσε το κάτω χείλος της εκνευρισμένη αλλά υπάκουσε σταυρώνοντας τα χέρια της μπροστά απ' το στήθος της. Όταν πια κάθονταν, εκείνος γονάτισε μπροστά της με τα χέρια του να αγγίζουν τους βραχίονες του καθίσματος. Έμεινε εκεί με σκυμμένο το κεφάλι σαν να μέτραγε τα δευτερόλεπτα για την κατάλληλη στιγμή και όταν τελικά ύψωσε το βλέμμα του στο δικό της, είπε αργά: «Τα προηγούμενα χρόνια… ας πούμε ότι ήμουν πάντα από πίσω σου. Παρακολουθούσα κάθε σου βήμα με προσοχή κι έκανα ότι περνάει απ' το χέρι μου για να μη σκοντάψεις. Μάλιστα κάποια στιγμή, θεώρησες πως είναι σωστότερο να με αφήσεις να σταθώ και δίπλα σου. Με έκανες Σύμβουλο. Και καθόμουν ακριβώς εκεί.» είπε δείχνοντας ένα σημείο της τραπέζης πίσω της.
Η Ναζουάντα γύρισε παραξενεμένη και κοίταξε το σημείο που της υπέδειξε. Φυσικά ελάχιστα καθίσματα είχαν μείνει όρθια. Αυτό που της έδειχνε ο Μέρταγκ δεν ήταν μακριά. Ήταν το κάθισμα ανάμεσα στη θέση του Τζόρμανταρ και τη θέση της Λαίδης Λουκρητίας.
Η θέση του Ενδυμίωνα.
Η Ναζουάντα πετάχτηκε απότομα απ' την πολυθρόνα της και κοίταξε την κενή θέση σα να περίμενε την επιβεβαίωση της. Ο Μέρταγκ σηκώθηκε κι έκανε ένα βήμα πίσω δίνοντας χώρο να σταθεί και χρόνο να καταλάβει αυτό που είχε ακούσει. Οι σκέψεις στο μυαλό της στροβιλίζονταν σαν ανεμοστρόβιλος κάνοντας την ανάσα της να βγαίνει βιαστικά και τα μάγουλα της να αναψοκοκκινίζουν από έξαψη και δυσπιστία.
Και θυμό.
«Τι… έκανες;» Τον κοίταξε με ασυγκράτητη αγανάκτηση. «Τι έκανες;» Το στόμα της είχε μείνει ανοιχτό απ' την έκπληξη και τα μάτια της, ορθάνοιχτα, ήταν δυό καθρέφτες δίχως οίκτο που ξεχείλιζαν 'κατηγορώ'. Μόλις το πρώτο δάκρυ κύλισε στο μάγουλο της, τον πλησίασε και προσπάθησε να τον χτυπήσει. Εκείνος, έπιασε την γροθιά της στον αέρα χωρίς κόπο κι έφερε το χέρι της πίσω απ' την πλάτη της, όπως έκανε αργότερα και με το άλλο χέρι όταν αυτή πήγε να τον ξαναχτυπήσει. Η βασίλισσα ήταν κολλημένη επάνω του με τα χέρια της σταυρωμένα πίσω απ' την μέση της, φυλακισμένα στη λαβή του. «Εσύ!» είπε με κομμένη την ανάσα. «Ήσουν εσύ…»
«Εγώ» επιβεβαίωσε εκείνος ήρεμα. «Όλον αυτό τον καιρό ήμουν κοντά σου. Γι' αυτό δε μου έλειψες. Σε έβλεπα κάθε μέρα.»
Το πρόσωπο της ήταν τόσο κοντά στο δικό του που ένιωθε την ανάσα του να καίει το κρύο δέρμα της και τη μυρωδιά του να γεμίζει τα ρουθούνια της. Τα μάτια του τρυπούσαν τα δικά της λέγοντας της την αλήθεια, αυτό που δηλαδή είχε ακούσει και πριν λίγο. Ο Ενδυμίωνας… δεν υπήρχε. Ήταν μια αμφίεση. Ένα ψέμα. Μια μασκαρεμένη αλήθεια. Αυτός που την έσωσε πάνω από μια φορά, αυτός που την συμβούλευε και της μιλούσε σαν φίλος… «Μου είπες ψέματα!» του φώναξε. Η απογοήτευση και ο θυμός που πάλευαν μέσα της δυνάμωναν την φωνή της. « Όλον αυτό τον καιρό με κορόιδευες.»
«Όχι κακοπροαίρετα, πίστεψε με.» της είπε σοβαρά. «Μα την αλήθεια, ότι έκανα ήταν μόνο για το καλό σου.»
«Άφησε με!» του φώναξε. «Άφησε με τώρα…»
«Όχι πριν ηρεμήσεις» της είπε εκείνος. «Θα έχεις όσο χρόνο θες να με βρίσεις ή να με χτυπήσεις αργότερα, αλλά πρώτα ηρέμησε.»
«Άσε με τώρα…» είπε και σύντομα εμφανίστηκαν κι άλλα δάκρυα στα μάτια της. Η απογοήτευση κέρδιζε έδαφος στην ψυχή της, η καρδιά της ράγιζε. «Απλά άφησε τα χέρια μου…» του ζήτησε, αυτή τη φορά με μια παρακλητική έκφραση στο πρόσωπο της.
Μετά από μια στιγμή διστακτικότητας, την άφησε όπως του είχε ζητήσει αλλά δε κινήθηκε πιο πέρα. Άφησε τη Ναζουάντα να τον αγκαλιάσει και ν' αρχίσει να κλαίει στον ώμο του. «Με πρόδωσες.» είπε μες τα αναφιλητά της. «Με πρόδωσες όπως έκανε κι ο εχθρός μου»
Την κούνησε πέρα δώθε, ακριβώς όπως είχε κάνει κι η βασίλισσα με την Έλβα πριν λίγο λεπτά, προσπαθώντας να την παρηγορήσει. «Συγχώρεσε με» της ψιθύρισε. «Δεν υπήρχε άλλος τρόπος…»
«Κι η Έλβα; Πώς γνώριζε τι ήθελες να μου πεις;»
«Το έμαθε απόψε, λίγο πιο πριν από 'σένα.»
«Γιατί;» τον ρώτησε ανάμεσα στους λυγμούς της. «Γιατί δε μου είπες απ' την αρχή την αλήθεια; Τι περίμενες; Γιατί έπρεπε… να περιμένεις να φτάσω σ' αυτό το σημείο για να αποκαλυφθείς;» Τραβήχτηκε απ' την αγκαλιά του και τον κοίταξε. «Γιατί πάλι σκέφτηκες τη ζωή μου περισσότερο απ' αυτά που θέλω;»
Θα της έδινε την ίδια καταραμένη απάντηση. Πριν ακόμα ανοίξει το στόμα του, η βασίλισσα ήξερε ότι θα άκουγε τις ίδιες ακριβώς λέξεις που είχε ακούσει και στην Αίθουσα της Προφήτισσας, αλλά τον σταμάτησε σφραγίζοντας τα χείλη του με το χέρι της, νιώθοντας άλλο ένα κύμα απογοήτευσης και ματαιοδοξίας να την κυριεύει. Εκείνος, σαν να κατάλαβε το λάθος που πήγε να κάνει, έπιασε το χέρι της και το φίλησε απολογητικά.
Δεν έμειναν για πολύ ώρα έτσι. Την σήκωσε στην αγκαλιά του ακριβώς τη στιγμή που νόμιζε ότι θα κατέρρεε. Με τα χέρια της τυλιγμένα γύρω απ' το λαιμό του και τα δάκρια να την τυφλώνουν, κατάλαβε ότι βγήκαν απ' την Αίθουσα όταν τα βήματα του Μέρταγκ δε συνοδεύονταν απ' τον ήχο του γυαλιού κάτω απ' τις μπότες του. Δεν κατάλαβε πότε έφτασαν στο δωμάτιο της. Ήταν τόσο κουρασμένη, ψυχικά και σωματικά. Δεν είχε όρεξη να μιλήσει ή να κουνηθεί και παραπονέθηκε μόνο όταν αισθάνθηκε ότι τα χέρια του την άφηναν απαλά στο κρεβάτι της.
«Πάλι;» είπε κουρασμένα. «Θα φύγεις πάλι;»
Ο Μέρταγκ έκατσε στην άκρη του κρεβατιού της κοιτάζοντας την και άπλωσε το χέρι του στα μαλλιά της. «Όχι… ακόμα» της απάντησε σιγανά. «Θες ν' ακούσεις μια ιστορία πριν κοιμηθείς;»
Η Ναζουάντα χαμογέλασε πονεμένα. «Πόσα ακόμα παραμύθια θα μου πεις;»
«Ένα είναι πάντα αρκετό κάποιες φορές» της χαμογέλασε ο Μέρταγκ. «Άκου, λοιπόν… Κάποτε υπήρξε ένας άντρας που είχε συνηθίσει να μην ελπίζει. Ο άντρας αυτός περιπλανήθηκε για καιρό σε ότι είδος ερημιάς μπορείς να φανταστείς. Έπρεπε να μείνει μόνος μαζί με τον Δράκο του. Έπρεπε να φύγει, ανεξάρτητα απ' το αν ήταν ευπρόσδεκτος ή όχι. Χρειάζονταν χρόνο… χρόνο για να σκεφτεί, χρόνο για να μάθει να μη μισεί τον εαυτό του για τα λάθη του ή για τα λάθη άλλων, χρόνο για να ξεχάσει κάποιες απ' τις χειρότερες στιγμές της ζωής του. Βλέπεις, αν δεν το έκανε αυτό δε θα μπορούσε να πάει παρακάτω. Κανείς δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς τον εαυτό του. Επίσης χρειάζονταν χρόνο για να ξεχάσει ένα άτομο που νόμιζε ότι ξεχνιέται…
»Ας υποθέσουμε ότι τα κατάφερε. Τα φαντάσματα του ακόμα τον κυνηγούν αλλά δεν τον τρομάζουν όπως παλιά. Γύρισε πίσω ψάχνοντας για το άτομο που βασάνιζε τις σκέψεις του -και σε διαβεβαιώνω πως αυτό το άτομο του είχε λείψει τρομερά τότε- αλλά αυτό που βρήκε τον αναστάτωσε. Μια βασίλισσα εκτεθειμένη σε κινδύνους και αόρατους εχθρούς με ποταπές παγίδες… Δεν μπορούσε να μείνει άπραγος. Άλλαξε ταυτότητα κι έγινε ένας άγνωστος υπεράνω υποψίας, κάποιος που κανείς δε θα έκρινε ή θα μισούσε για το παρελθόν του. Μπήκε στην Αυλή σαν απλός υπηρέτης και κατάφερε να γίνει το δεξί χέρι της βασίλισσας, ενώ ταυτόχρονα την προστάτευε εν αγνοία της και αναζητούσε τον προδότη που τριγυρνούσε στο παλάτι.
»Μόνο που έκανε ένα λάθος: πάνω στη μανία του να καλύψει τα ίχνη του χρησιμοποίησε ισχυρά ξόρκια και λέξεις που ακόμα και τα Ξωτικά φοβούνται να ξεστομίσουν. Αυτό του δημιούργησε πολλά προβλήματα αργότερα, όταν η βασίλισσα αποφάσισε πως χρειάζεται έναν Ανιχνευτή. Γι' αυτό και μόλις ο χάρτης έφτασε στο παλάτι, ο άντρας αυτός τον κατέστρεψε χωρίς δεύτερη σκέψη, χρησιμοποιώντας μια λέξη, ένα παντοδύναμο όνομα, που ποτέ κανείς δε θα μπορούσε να αναιρέσει. Έτσι ο Ανιχνευτής αχρηστεύτηκε και ο άπιστος υπηρέτης δεν αποκαλύφθηκε, αλλά πάνω στην βιασύνη του δεν κατάλαβε πως έγινε αντιληπτός από κάποιον…
»Αργότερα, μια γυναίκα με ισχυρή θέση και φαινομενικά ακράδαντη πίστη στην βασίλισσα, απείλησε να τον ξεμπροστιάσει. Ο υπηρέτης αρχικά τρόμαξε και έδειξε να υποχωρεί, αλλά στην πραγματικότητα δεν άφησε τη γριά απ' τα μάτια του. Δεν άργησε να δει το νου πίσω απ' τις πράξεις. Σιγά σιγά έκανε μια λίστα με όλους τους προδότες που η κακούργα γυναίκα είχε στη δούλεψη της, μια λίστα που τώρα βρίσκεται στο πρώτο συρτάρι της βασίλισσας, δίπλα απ' την καινούρια της τιάρα. Επίσης διαπίστωσε αηδιασμένος ότι η πανούργα σύμβουλος χρησιμοποιούσε Ανθρώπους με τα πραγματικά τους ονόματα και δε δίστασε να βάλει ένα αγόρι να τραυματίσει σοβαρά τον ίδιο του τον πατέρα, ούτε να διατάξει μια μάγισσα να ποτίζει ένα μικρό κορίτσι με κάθε λογής δηλητήρια.
»Σύντομα διαπίστωσε πως η εχθρός του πήγαινε να του στήσει παγίδα γι' αυτό αποφάσισε να παραδοθεί στις αρχές και να ομολογήσει τα εγκλήματα που έκανε ή δεν έκανε, έτσι ώστε να αφήσει την προδότρια να πιστεύει πως νίκησε. Πριν το κάνει όμως, δοκίμασε να δηλητηριάσει την εχθρό του, αν και δυστυχώς απέτυχε. Επίσης δοκίμασε να γιατρέψει έναν απ' τους συμβούλους της βασίλισσας που βρίσκονταν σε θανάσιμο κίνδυνο –και που σου εγγυώμαι ότι μεθαύριο θα χαίρει άκρας υγείας- αλλά δεν τα κατάφερε, γιατί πριν προλάβει να του δώσει το σωστό φίλτρο, η απεσταλμένη μάγισσα της κακιάς συμβούλου τον εντόπισε και τον συνέλαβε.
»Όπως και να 'χει, ήταν παιχνιδάκι να βγει απ' την φυλακή, αλλά ευτυχώς είχε την βοήθεια του συνεργού του, δηλαδή του Δράκου του. Ωστόσο αν αργούσε λίγο ακόμα, ένα πολύ ξεχωριστό άτομο ίσως έχανε τη ζωή του, παίρνοντας μαζί του όλο τον αέρα, το νερό, τη γη, τον κόσμο του υπηρέτη. Ήταν τρομακτικό.» είπε κάνοντας μια μικρή παύση. «Ο υπηρέτης σου πάντα θα τα βάζει με τον εαυτό του για όσα πέρασες απόψε. Πάντα θα μετανιώνει για κάθε δευτερόλεπτο που δίστασε να βγάλει τον προδότη απ' τη μέση απ' την πρώτη στιγμή που τον ξεσκέπασε. Και μπορεί εσύ να νιώθεις πως πρέπει να απολογηθείς που έστειλες αυτόν το αθώο στην φυλακή, αλλά εγώ…»
«Εσύ δεν είσαι παρά ένας μεγάλος ψεύτης και εγωιστής και εύχομαι να εννοούσες το ότι θα έχω όσο χρόνο θέλω για να στα ψάλλω..» απάντησε η Ναζουάντα χαμογελώντας έκπληκτη με τις λεπτομέρειες των νέων αποκαλύψεων. «Και τι θα γίνει αύριο; Όλοι θα αναρωτιούνται πού είναι η Λαίδη. Και είμαι σίγουρη ότι κάποιος θα προσέξει πως λείπεις απ' τη φυλακή.»
«Τα ψέματα που θα πεις για να καλύψεις αυτά τα κενά δεν είναι τίποτα σε σχέση με το θέατρο που έπαιζα εγώ, για να μην αναφέρω το θέατρο του άλλου άπιστου υπηρέτη σου.»
«Και οι ζημιές; Είπες ότι…»
«Αύριο το πρωί, μόλις ξυπνήσεις πήγαινε στην Γυάλινη Αίθουσα. Σου υπόσχομαι ότι θα σου φανεί ομορφότερη απ' ότι είναι τώρα»
Τα είχε σκεφτεί όλα. Τα είχε προγραμματίσει όλα, απ' τη λίστα με τους προδότες και την υγεία του Τζόρμανταρ μέχρι τον θόλο στη Γυάλινη Αίθουσα, όλα είχαν τακτοποιηθεί. Η βασίλισσα αναρωτήθηκε αν ονειρεύεται. «Μέρταγκ… αχ, Μέρταγκ, ούτε οι θεοί δεν ξέρουν πόσες φορές με είπες 'μεγαλειοτάτη' χωρίς να το ξέρω»
«Αν ήξερες μόνο πόσο δύσκολο ήταν να σου συμπεριφέρομαι σαν να ήσουν άγνωστη, ο τίτλος σου δε θα σε ενοχλούσε και τόσο…» παρατήρησε εκείνος.
«Θα μπορούσες απλά…» άρχισε να λέει η βασίλισσα. «..απλά να…» Οι λέξεις της σκάλωσαν όταν ο Δρακοκαβαλάρης άγγιξε πάλι τα μαλλιά της χαϊδεύοντας τα. «Αλλά μόλις το ξέχασα. Δεν υπάρχει τίποτα απλό σ' εσένα»
«Ούτε σ' εσένα»
«Τότε ταιριάζουμε»
Ο Μέρταγκ γέλασε.
ο.ο.ο.ο.ο
Κάποιοι γλεντούσαν ως το πρωί. Φωνές και τραγούδια έρχονταν απ' το παράθυρο της. Μα την αλήθεια, εκείνη η ημέρα θα ήταν ηλιόλουστη, παρόλο που ο νυχτερινός ουρανός το προηγούμενο βράδυ ήταν θολός. Τα σύννεφα που πετούσαν σκόρπια για τόσο καιρό στον ουρανό, εξαφανίστηκαν κι έδωσαν τη θέση τους σε έναν καθαρό ορίζοντα. Η Ναζουάντα έμεινε για λίγο ξαπλωμένη, με το βλέμμα κολλημένο στο παράθυρο μέχρι που κατάλαβε ότι μόλις είχε ξυπνήσει. Κοιτώντας γύρω της, συνειδητοποίησε ότι ήταν ολομόναχη στο δωμάτιο της. Η καρδιά της βούλιαξε στο στήθος και η γνώριμη πλέον απογοήτευση την έκανε να αγνοήσει ακόμα και το τις πρώτες ακτίνες φωτός του πρωινού ήλιου, που τόσο αποζητούσε για μήνες.
Με μια σπίθα ελπίδας, πετάχτηκε απ' το κρεβάτι και βγήκε από την κάμαρα της. Ευγνώμων που δεν ήταν κανείς έξω, κατευθύνθηκε προς την Γυάλινη Αίθουσα όπως της είχε πει ο Μέρταγκ. Όταν έφτασε μπροστά στην πόρτα στάθηκε για λίγο ακίνητη. Κι αν όλα είχαν διορθωθεί όπως της είχε υποσχεθεί ο φύλακας άγγελος της, πώς θα καταλάβαινε ότι αυτό που έζησε ήταν εφιάλτης ή πραγματικότητα;
«Θες να μπούμε μαζί;»
Η καρδιά της έκανε μια απότομη παύση πριν αρχίσει να ξαναχτυπά γρηγορότερα. Όλους αυτούς τους μήνες που η Έλβα ήταν κρεβατωμένη, η βασίλισσα είχε ξεχάσει την ενοχλητική συνήθεια της μικρής να εμφανίζεται απ' το πουθενά σαν φάντασμα. Η μικρή μάγισσα την είχε ακολουθήσει αθόρυβα και στέκονταν τώρα πίσω της, με την αθώα όψη ενός μικρού αγγέλου και τη γλυκιά φωνή ενός παιδιού, όπως το προηγούμενο βράδυ. Η Ναζουάντα δεν ήξερε τι είχε προκαλέσει αυτή την αλλαγή στη συμπεριφορά της μικρής, αλλά το ότι την έβλεπε και πάλι υγιή την καθησύχασε σε μεγάλο βαθμό. «Ναι» της απάντησε με σιγουριά. «Ας μπούμε μαζί»
Έσπρωξαν μαζί την πόρτα. Τα δύο φύλλα άνοιξαν διάπλατα μπροστά τους, χαρίζοντας τους την θέα μιας Αίθουσας που είχαν συνηθίσει να βλέπουν: όλα τα καθίσματα ήταν στις θέσεις τους όπως και η βασιλική πολυθρόνα. Οι καθρέφτες, άθικτοι και καλογυαλισμένοι, απεικόνιζαν ο ένας τον άλλον και η λεία επιφάνεια του μαρμάρινου τραπεζιού δεν είχε ούτε μια ρωγμή επάνω της. Ο ήλιος δεν είχε σκαρφαλώσει ακόμα πολύ ψηλά κι έτσι ο ουρανός είχε τα χρώματα της αυγής κι η Αίθουσα λούζονταν από το μωβ φως του τελευταίου σκοταδιού, που δεν έλεγε να φύγει. Τα τελευταία αστέρια τρεμόσβηναν απ' την άλλη πλευρά του θόλου, ο οποίος δέσποζε διάφανος κι ακέραιος στην οροφή.
«Ας μπούμε μέσα» είπε η Έλβα τραβώντας τη Ναζουάντα απ' το χέρι.
Τα βήματα της βασίλισσας σέρνονταν στο πάτωμα, το οποίο έμοιαζε γυμνό χωρίς το παχύ στρώμα από γυαλιά. Τώρα που είχε δει ξανά αυτό το δωμάτιο, η Ναζουάντα δεν ήθελε να βρίσκεται άλλο εκεί, αλλά η Έλβα συνέχισε να την τραβάει επίμονα προς το τραπέζι σαν να ήθελε να της δείξει κάτι. Δεν άργησε να καταλάβει τι.
Πάνω στο κέντρο του μεγάλου τραπεζιού απλώνονταν ένας χάρτης ζωγραφισμένος με λιλιπούτια αστέρια. Ένας χάρτης που για πρώτη φορά δεν έμοιαζε με οποιονδήποτε άλλο, αλλά μ' αυτό που πραγματικά ήταν, ένα εργαλείο μαγείας. Ένας Ανιχνευτής.
Υπό άλλες συνθήκες η Ναζουάντα θα ήταν συγκινημένη. Εκείνη τη στιγμή ένιωσε απλά ζαλισμένη απ' όλα αυτά τα μικρά φωτάκια. Τόσοι μάγοι, τόσα ξόρκια, τόσοι αστερισμοί, ο καθένας μια διαφορετική πλεκτάνη, ένας ξεχωριστός προδότης που δε θα 'θελε να απεικονίζεται εκεί. Εκείνη όμως αγνοούσε όλα τα αστέρια, ψάχνοντας για ένα μοναδικό, γνώριμο φως, ένα φως που ήλπιζε να μην το βρει μακριά.
Και δεν ήταν δύσκολο να το ξεχωρίσει απ' τα υπόλοιπα αστέρια, γιατί η κόκκινη λάμψη του ήταν μεγαλύτερη απ' όλες τις άλλες.
«Τον βλέπεις, έτσι δεν είναι;» ρώτησε η Έλβα, που παρατηρούσε τις εκφράσεις της. «Εγώ δεν μπορώ να τον δω.»
Η Ναζουάντα την κοίταξε ξαφνιασμένη χωρίς να μιλήσει.
«Νομίζω ότι το άφησε επίτηδες έτσι.» συνέχισε η μικρή. «Είναι ορατός μόνο σ' εσένα, επειδή δεν εμπιστεύεται κανέναν άλλον.»
«Το μυαλό μου είναι το μοναδικό καταφύγιο το οποίο δεν έχουν παραβιάσει. Μερικοί προσπάθησαν να εισχωρήσουν στο παρελθόν, έμαθα όμως να το υπερασπίζομαι με όλες μου τις δυνάμεις, γιατί είμαι ασφαλής μόνο μέσα στις δικές μου σκέψεις»
~Μέρταγκ(Christopher Paolini)
