ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10
Οι δρόμοι του Λονδίνου είναι στολισμένοι, σε λιγότερο από μήνα έχουμε Χριστούγεννα. Η Ντιάγκον Άλεϊ κατάμεστη από ανθρώπους – σε παρέες, ζευγάρια, μονάδες. Περπατάνε γελώντας, χαζεύουν τις βιτρίνες, κουβαλάνε τσάντες και κουτιά με ψώνια, πίνουν ζεστά ροφήματα σε πλαστικά ποτήρια που αχνίζουν. Φοράνε πολύχρωμα κασκόλ, σκούφους και γάντια, τα μάγουλα τους κόκκινα από το κρύο. Η εικόνα της χαράς και της ευτυχίας. Ανοίγω δρόμο ανάμεσα τους χρησιμοποιώντας τους αγκώνες μου. Μόνη επιθυμία να βάψω το χιόνι με το αίμα τους. Να χώσω τα δάχτυλα μου στα γελαστά τους μάτια. Να ξεριζώσω τα λαρύγγια τους την στιγμή που χαχανίζουν.
Τελείωσα την βάρδια μου στην Γητευτική Γωνιά των Γουίζλη, το κατάστημα με τρικ και μαγικά των θείων μου Τζωρτζ και Φρεντ. Χρειάζονταν έξτρα προσωπικό για την περίοδο των γιορτών και προσφέρθηκα εφόσον δεν έχω πια άλλο εισόδημα. Έχω σταματήσει να έχω κοινωνική ζωή και άρα να βγάζω φωτογραφίες. Η παρέα μου ουσιαστικά διαλύθηκε. Η Έμιλι δεν αποτελεί μέλος της και παρότι δεν έχω σταματήσει να μιλάω στον ξάδερφο μου, χωρίς εκείνη δεν αισθάνομαι να κολλάω με το γκρουπ. Από την άλλη, προσπαθώ να αποφεύγω επισταμένα τον πατέρα μου, επομένως δεν πηγαίνω πλέον στο Υπουργείο ούτε απέξω. Όσο λιγότερο βρίσκομαι στον δρόμο του, τόσο πιο γρήγορα θα ξεχαστεί το όλο θέμα. Δεν έχω την ψευδαίσθηση, ότι έχει σταματήσει τις έρευνες ούτε ότι δεν παρακολουθεί με κάποιον τρόπο τις κινήσεις μου. Διασφαλίζω, ότι δεν θα ανακαλύψει τίποτα.
Κουκούλωσε την υπόθεση να μην βγει παραέξω από το Τμήμα Χρυσούχων φοβούμενος ότι το σκάνδαλο θα κάνει κακό και σε εμένα. Ούτε η μητέρα μου δεν γνωρίζει την αλήθεια, το υπηρεσιακό μυστικό. Λέω και στην Έμιλι ψέματα, ότι χωρίσαμε, απλά. Είναι εμφανές, ότι δεν με πιστεύει, αλλά ούσα ο διακριτικός εαυτός της δεν τσιγκλάει το ζήτημα. Αντίθετα, συμπεριφέρεται όπως μία φίλη που συμπαραστέκεται στην παρατημένη κολλητή της. Συγκατοικούμε και ουσιαστικά γιατροπορεύουμε η μία την πληγωμένη καρδιά της άλλης. Σε αυτό δεν χρειάζεται να προσποιούμαι, στην κακή διάθεση. Μου λείπει κάθε ημέρα και περισσότερο.
Δεν έχω σταματήσει να εξασκώ την μαγεία μου, κρυφά. Τώρα το κάνω με περισσότερη μανία και πείσμα. Πείθω τον εαυτό μου, ότι θα επιστρέψει, δεν μπορεί να μην γυρίσει, και όταν αυτό συμβεί θέλω να είμαι έτοιμη. Νιώθω πιο σίγουρη από ποτέ. Αυτός ο κόσμος δεν με χωράει. Δεν βρίσκω πουθενά ηρεμία. Είμαι διαρκώς σε υπερένταση. Τις νύχτες δεν κοιμάμαι. Τις σπάνιες φορές που θα καταφέρω να κλείσω τα μάτια μου με επισκέπτονται βίαιοι εφιάλτες. Δεν ξέρω από πού έχει προέλθει αυτή η τερατώδης εικονογραφία, πού την ανακάλυψε το θυμικό μου και την έκανε ασυνείδητο. Μεταμορφώνομαι αργά σε κάτι άσχημο και άγριο. Η δύναμη που συσσωρεύεται μέσα μου γίνεται κάθε ημέρα και μεγαλύτερη. Αυτό με κάνει πιο απάνθρωπη και απόλυτη. Είμαι τσακισμένη ναυαγός, παρακαλώντας τον καιρό να με ξεβράσει˙ οπουδήποτε. Φοβάμαι πώς θα καταλήξω. Τώρα που έχω γευτεί το άπειρο, που έχω περπατήσει συνειδητά τα βήματα ως τα όρια του. Είμαι Οδυσσέας και Ιθάκη μου η σωτηρία του, η αγάπη μου και ο έρωτας του. Δεν μπορώ να γυρίσω πίσω. Η μετάλλαξη μου έχει ξεκινήσει και δεν αναστρέφεται. Η επιθυμία μου ήρθε και ήταν ολισθηρή.
Ο καθρέφτης μου καλεί. Είναι η μητέρα μου.
«Τι κάνεις, μωρό μου;»
«Καλά, μόλις γυρίζω από την δουλειά.»
«Ναι, το ξέρω. Θέλεις να έρθεις από το σπίτι; Μαγείρεψα μακαρόνια με κιμά που είναι το αγαπημένο σου.»
Η μητέρα μου, όπως σχεδόν όλοι, με κανακεύει συστηματικά, συντετριμμένη καθώς είμαι από την αναπάντεχη φυγή του. Κυρίως, επειδή για τους περισσότερους και δη την οικογένεια μου ο χωρισμός μας δεν ήταν καθόλου απρόβλεπτος.
Σε είχαμε προειδοποιήσει.
Όλοι αυτό σκέφτονται, παρότι δεν μου το λένε. Ότι ο Ίαν δεν ήταν αξιόπιστος, ότι η απόφαση μου να μείνω μαζί του ήταν επιπόλαιη, ότι θα με πλήγωνε, θα το μετάνιωνα.
Η Λίλι είναι τόσο άτυχη στα ερωτικά.
Δεν ξέρει να διαλέγει.
Ενθουσιάζεται πολύ εύκολα.
Είναι πολύ καλομαθημένη για αυτό και εμπιστεύεται τους ανθρώπους. Χρειάζεται κάνα-δυο χαστούκια από την ζωή και θα στρώσει. Να δει και την άσχημη πλευρά.
Η συμπεριφορά μου δικαιώνει παντελώς τους συλλογισμούς τους. Είμαι η καταραμένη θηλυκή φιγούρα με την πληγωμένη καρδιά. Οι προκαταλήψεις τους με βοηθάνε να κάνω πιο πιστευτό τον χωρισμό μας. Πρωτίστως στα μάτια του πατέρα μου. Ο Ίαν δεν έχει επικοινωνήσει μαζί μου. Δεν ξέρω πού είναι. Δεν θα γυρίσει πια σε εμένα. Τον έχω βγάλει από την ζωή μου. Προσπαθώ να ξεχάσω, ότι υπήρξε ποτέ. Έχω αφαιρέσει όλα τα αναμνηστικά του από το σπίτι, τα ελάχιστα που είχε. Ο Ίαν δεν είναι άνθρωπος των αντικειμένων, τα προσωπικά του πράγματα ήταν μηδαμινά, εύκολα να μαζευτούν και να διωχθούν. Όπως εκείνος, από παντού. Έτσι, έδιωξα και εγώ την παρουσία του. Εξοβέλισα την απόδειξη του, την εξοστράκισα, την εξόρκισα. Έκλαψα που ούτε τώρα ήμουν ικανή να είμαι το λιμάνι του. Που το παρελθόν του είναι τόσο βαρύ, σκοτεινό και δύσκολο. Που παραμένει κυνηγημένος χωρίς να το έχει επιλέξει, μόνο και μόνο γιατί υπάρχει.
«Έλα!» η φωνή της μητέρας μου επιμένει. «Θα είναι και τα αδέρφια σου, έχουμε καιρό να φάμε μαζί.»
Η Έμιλι δεν θα είναι σπίτι και η μοναξιά είναι επίπονη για την χωρισμένη Λίλι.
«Οκέι, θα έρθω.»
«Ωραία, σε περιμένουμε!»
Φτάνω στο πατρικό μου και τα αδέρφια μου είναι εκεί. Η οικογενειακή θαλπωρή κάνει καλό στον ανανταπόδοτο έρωτα. Βοηθάω την μητέρα μου να στρώσει το τραπέζι. Ο πατέρας μου κρατάει πόζα. Δεν το κάνει από κακία, το καταλαβαίνω. Οι σχέσεις μας έχουν αλλάξει, δεν είμαι πια το μικρό του κοριτσάκι, δεν ξέρει ποια είμαι, ποια γίνομαι, και αυτό τον τρομάζει, τον αναγκάζει να μην γνωρίζει πώς να μου συμπεριφερθεί. Του δίνω χρόνο και απόσταση. Είμαι μεγαλόκαρδη, επειδή στο πίσω μέρος του μυαλού μου βρίσκεται συνεχώς η συνειδητοποίηση, ότι ανά πάσα ώρα και στιγμή ο Ίαν μπορεί να γυρίσει και όταν συμβεί αυτό δεν υπάρχει βεβαιότητα για το πότε – και αν – θα τον δω ξανά. Τον πατέρα μου, την μητέρα μου, τα αδέρφια μου, όλους όσους ποτέ αγάπησα ή εχθρευόμουν.
Καθόμαστε όλοι μαζί και ξεκινάμε το φαγητό. Η αμήχανη σιωπή δεν μπορεί να διατηρηθεί για πολύ παρουσία του Τζέιμς. Μιλάει συνεχώς, κάνει θορύβους, δεσπόζει στον χώρο με τον όγκο του. Μασουλάει με ανοιχτό το στόμα και η μαμά του κάνει παρατήρηση όπως ακριβώς όταν ήμασταν μικρά. Ο Άλμπους είναι πιο διακριτικός, καθωσπρέπει, σφιγμένος. Εγώ παλαιότερα παλαντζάριζα κάπου μεταξύ των δύο. Αυτό έχει αλλάξει. Είμαι υπολογίστρια, περιεργάζομαι τις κινήσεις μου πολλές φορές πριν τις πράξω. Βρίσκομαι συνεχώς σε επιφυλακή. Για αυτό που περιμένω να έρθει, για το απρόσμενο που φοβάμαι μην εμφανιστεί. Η επαγρύπνηση, το ρίσκο και ο κίνδυνος είναι το βάρος και η συντροφιά μου.
«Δεν έφαγες πολύ, αγάπη μου. Δεν σου αρέσει το φαγητό;»
«Είναι πολύ ωραίο,» διαβεβαιώνω την μητέρα μου. «Απλά μου έχει κοπεί η όρεξη τελευταία.»
Η αλήθεια.
«Κακώς, έχεις αδυνατίσει πολύ, είσαι χλωμή. Παίρνεις το φίλτρο με τις βιταμίνες που σου έδωσα;»
«Ναι.»
Το ψέμα.
Βάζω περισσότερες μπουκιές στο στόμα μου, για να την εφησυχάσω. Το ίδιο και τον πατέρα μου, η προσοχή του οποίου είναι υποδόρια. Παρατηρεί εξονυχιστικά τις κινήσεις μου, όπως πάντα όταν συναντιόμαστε τελευταία. Δεν μπορώ να αποσαφηνίσω αν το κάνει από ενδιαφέρον, αν προσπαθεί να ανακαλύψει ρωγμές στην βιτρίνα μου που θα τον οδηγήσουν στην συνενοχή μου και επομένως στον Ίαν, αν είναι λίγο και από τα δύο. Το στιλ του μιμείται ο Άλμπους που χωρίς να έχει όλες τις λεπτομέρειες, γνωρίζει αρκετά ως Χρυσούχος παρότι δεν ήταν δική του η υπόθεση. Είχε αποπειραθεί κιόλας μία φορά να με ανακρίνει, άτυπα. Γέλασα μέσα στα μούτρα του με την ατυχή προσπάθεια να με ψαρέψει.
«Για τα Χριστούγεννα έλεγα να πάμε μία εκδρομή όλοι μαζί, για σκι ίσως. Τι λέτε;»
Και εγώ και τα αδέρφια μου κοιτάζουμε την μητέρα μου παραξενευμένοι. Τα Χριστούγεννα δεν πηγαίναμε ποτέ πουθενά πέρα από το Μπάροου.
«Έχω αγώνα ανήμερα,» ενημερώνει ο Τζέιμς. «Αλλά μπορώ να έρθω μετά.»
Εγώ ανασηκώνω αδιάφορα τους ώμους μου.
«Πιστεύω είναι ωραία ιδέα. Μιας και μετά τα Χριστούγεννα θα φύγω.»
Κλασική σουπιά ο Άλμπους, πετάει το μελάνι του και μας τυφλώνει.
«Σε πήρανε τελικά;» ρωτάω.
«Πού; Τι εννοείς;» η μητέρα μου μοιάζει να είναι εντελώς στα σκοτάδια.
Την λυπάμαι λίγο. Δεν της αξίζουμε για οικογένεια.
Ο Άλμπους της εξηγεί την αίτηση του για το πρόγραμμα μετεκπαίδευσης στην Αμερική.
«Είναι για έξι μήνες. Φεύγω τέλη Ιανουαρίου.»
«Και γιατί το μαθαίνω τώρα; Χάρι; Εσύ το ήξερες;»
Για μία φορά φαίνεται και ο πατέρας μου να έρχεται σε δύσκολη θέση. Άραγε πόσο πιο αμήχανη θα ήταν η κατάσταση, αν της αποκάλυπτε ότι ο Ίαν καταζητείται για φόνο και την έχουμε φλομώσει τόσο καιρό;
«Ήξερα, ότι έκανε αίτηση. Ενδοϋπηρεσιακά, καταλαβαίνεις. Σήμερα μάθαμε ότι τον πήρανε.»
«Γιατί δεν μου είπες τίποτα;»
Στρέφεται με απαίτηση στον Άλμπους.
«Δεν ήταν σίγουρο. Δεν ήθελα να φρικάρεις χωρίς λόγο.»
«Να φρικάρω; Έχεις την εντύπωση, ότι είμαι από τις μητέρες που φρικάρουν;»
«Αυτήν την στιγμή φρικάρεις.»
«Γιατί μου είπατε ψέματα, όχι επειδή θα φύγεις!»
«Δεν σου είπαμε ψέματα, δεν ήταν σίγουρο, σου λέω. Μόλις το έμαθα, αμέσως σου το είπα,» ο Άλμπους προσπαθεί να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα.
«Και εσύ το γνώριζες;»
Η ερώτηση απευθύνεται σε εμένα.
«Τυχαία, μην νομίζεις.»
«Εσύ, Τζέιμς;»
Ο αδερφός μου μένει με το πιρούνι μετέωρο και το στόμα ανοιχτό. Η έκφραση του είναι αρκετή επιβεβαίωση.
«Τέλεια, απλά τέλεια.»
«Τζίνι!»
«Μαμά!»
Η μητέρα μου βάζει τα κλάματα εντελώς ξαφνικά. Προκαλεί σε όλους μας τρομερή εντύπωση, μιας και δεν την έχουμε συνηθίσει σε συναισθηματικά ξεσπάσματα. Αφήνει την πετσέτα της στο τραπέζι και φεύγει βιαστικά από την τραπεζαρία. Ο πατέρας μου σηκώνεται ύστερα από λίγο και την ακολουθεί.
«Γαμώτο, τι έγινε τώρα;» απορεί ο Τζέιμς.
Σπρώχνω την καρέκλα μου προς τα πίσω.
«Φεύγεις και εσύ;»
Τον αγνοώ.
Βγαίνω στην αυλή στο πίσω μέρος του σπιτιού. Ανάβω τσιγάρο. Κάνει κρύο, αλλά ο ουρανός είναι καθαρός. Όλα τα αστέρια φαίνονται. Εξαιτίας του Ίαν μπορώ να τα αναγνωρίσω. Ο Εωσφόρος μου δεν έχει προβάλει ακόμα.
«Εκείνος σου κόλλησε αυτήν την σιχαμένη συνήθεια;»
Ο Άλμπους εμφανίζεται πίσω μου. Τραβάω μία μεγάλη ρουφηξιά από το τσιγάρο μου και φυσάω όλο τον καπνό στα μούτρα του προκαλώντας του βήξιμο. Στην πραγματικότητα, ξεκίνησα να καπνίζω μετά την φυγή του Ίαν, ελάχιστος τρόπος να νιώθω πιο κοντά του, ότι είναι ακόμα εδώ. Ότι η νικοτίνη που γεύομαι στα χείλη μου είναι από τα φιλιά του. Η εικόνα του φεγγίζει στην άκρη της καύτρας μου, η καπνιά στα ρουθούνια μου το άρωμα του. Δεν λέω τίποτα από αυτά.
«Η μαμά το πήρε πολύ βαριά,» σχολιάζει.
«Δεν έχει αποδεχτεί, ότι κάνεις του κεφαλιού σου χωρίς να ρωτάς ποτέ κανέναν.»
«Κόψε το.»
«Για εκείνη πας;»
«Την Λέιλα;»
«Μμμ.»
«Καμία σχέση.»
Σηκώνει το κεφάλι του προς τον έναστρο ουρανό.
«Απλά προτιμώ να είμαι για λίγο σε ένα τμήμα που δεν υπάρχει άλλος Πότερ.»
Λογικό. Δεν είναι καθόλου εύκολο να πατάς στα βήματα του Εκλεκτού. Είναι εντελώς προφανές και όμως δεν το είχα σκεφτεί άλλοτε. Μου φαινόταν πάντα φυσιολογικό ο Άλμπους να είναι Χρυσούχος, ότι ήταν η φυσική του κλίση. Δεν είχε να αποδείξει τίποτα σε κανέναν, όπως ενδεχομένως ο Σκόρπιους. Ο πατέρας του Μάλφοϋ μπορεί εν τέλει να άλλαξε στρατόπεδο, όμως είχε ξεκινήσει ως νεκροφάγος, αυτός και όλη του η οικογένεια. Πολλοί εξακολουθούσαν να μιλάνε ψιθυριστά, ο κληρονόμος των νεκροφάγων Χρυσούχος. Αυτό ναι, αυτό μάλιστα, αυτό ήταν πρόκληση, κάτι που ο Σκόρπιους χρειαζόταν να αντιπαρέλθει. Δεν είχα αναλογιστεί, ότι και ο Άλμπους όφειλε να ξεπεράσει το παρελθόν του απλά με άλλο τρόπο και αφετηρία.
Τελειώνω το τσιγάρο μου και με την σκέψη μου το εξαφανίζω σε στάχτη.
«Και αυτό ο πρώην γκόμενος σου στο έμαθε;»
Δεν απαντώ.
«Η μαμά…»
«Θα είναι εντάξει,» τον καθησυχάζω. «Μην ξεχνάς, μπαίνει στην κλιμακτήριο πια.»
«Τι στον πούτσο σχέση έχει αυτό;»
Παίζω τα μάτια μου με την ασχετοσύνη που τον δέρνει. Να που δεν έχω μόνο εγώ μαύρα μεσάνυχτα.
«Θέλει περισσότερες αγκαλίτσες.»
Τον πιάνω αγκαζέ και τον οδηγώ προς το εσωτερικό του σπιτιού.
«Αγκαλίτσες;»
«Καλά, μην ξεράσεις.»
Γελάει.
«Θα σου λείψω καθόλου;»
Προσποιούμαι, ότι το σκέφτομαι.
«Εξαρτάται. Πόσα θα μου δώσεις;»
Μου τραβάει την κοτσίδα, όπως όταν ήμασταν παιδιά. Σε αντίθεση, όμως, με τότε, τώρα δεν θέλει να με πονέσει.
«Γιατί δεν έρχεσαι και εσύ μαζί μου; Να αλλάξεις παραστάσεις; Έτσι και αλλιώς εδώ δεν κάνεις τίποτα, τον χρόνο σου χάνεις.»
Αν δεν το πιάσατε, αυτός είναι ο τρόπος του Άλμπους να δείξει ενδιαφέρον.
«Θα δούμε.»
Επιστρέφουμε στην τραπεζαρία, όπου ο Τζέιμς τρώει ακόμα.
«Τώρα ετοιμαζόμουν να έρθω να δω πού εξαφανιστήκατε.»
Μας έπεισε.
«Η μαμά;» ρωτάει ο Άλμπους.
«Ακόμα μέσα με τον μπαμπά.»
«Πάμε και εμείς.»
«Γιατί;»
«Τζέιμς, σήκω.»
Ο αδερφός μου υπακούει μουρμουρίζοντας.
Πηγαίνουμε στην κρεβατοκάμαρα του πατέρα μου και της μητέρας μου. Μικρά, πριν ακόμα ξεκινήσει κανείς από τους τρεις μας το Χόγκουαρτς, κάθε Σάββατο που ξυπνούσαμε, τρέχαμε και χωνόμασταν αξημέρωτα στο κρεβάτι των γονιών. Δεν συνεννοούμασταν από πριν, απλά συγχρονιζόμασταν. Εκείνοι έκαναν πέρα τα σκεπάσματα τους και ξαπλώναμε και οι τρεις στην μέση, σε εναλλάξ σειρά˙ μία εγώ δίπλα από την μαμά, μία ο Άλμπους δίπλα στον μπαμπά, μία ο Τζέιμς στην μέση. Κάθε φορά αλλάζαμε. Καθόμασταν έτσι, όλοι μαζί, και χουζουρεύαμε μέχρι να ξημερώσει για τα καλά. Ύστερα η μαμά θα σηκωνόταν να μας ετοιμάσει το πρωινό γάλα. Εμείς θα μέναμε στο κρεβάτι μέχρι να το πιούμε βλέποντας παιδικές εκπομπές στην τηλεόραση. Μόνο οι γονείς είχαν τηλεόραση στο δωμάτιο τους, σε εμάς μέχρι που μεγαλώσαμε απαγορευόταν.
Ως μεγάλοι πια, χτυπάμε την πόρτα. Η φωνή του μπαμπά μάς καλεί να περάσουμε. Η μαμά είναι καθισμένη στο κρεβάτι με την πλάτη να ακουμπάει στο κεφαλάρι. Ο μπαμπάς κάθεται δίπλα της σε μία προστατευτική στάση. Ο Τζέιμς πηγαίνει από την άλλη πλευρά και πιάνει όλο το ελεύθερο στρώμα με το τεράστιο κορμί του. Στερεώνει το κεφάλι του στο χέρι του και με το άλλο χαϊδεύει το γόνατο της μαμάς. Εγώ με τον Άλμπους παραμένουμε όρθιοι.
«Μαμά, σόρυ, δεν ήθελα να σε στενοχωρήσω,» λέει ο Άλμπους, τα χέρια του χωμένα στις τσέπες.
Με αυτήν την έκφραση μού είναι πολύ εύκολο να τον θυμηθώ, όταν ακόμα φορούσε κοντά παντελόνια.
«Το ξέρω. Αντέδρασα υπερβολικά.»
Η μαμά σκουπίζει τα μάτια της σε ένα χαρτομάντιλο.
«Δεν είναι ότι δεν σε εμπιστεύομαι. Πάντα έχω εμπιστοσύνη, σε ό,τι κάνεις. Αλλά μεγαλώσατε τόσο γρήγορα και οι τρεις. Από την μία στιγμή στην άλλη. Είχα τρία μωράκια και ξαφνικά γυρίζω και βλέπω τρεις ενήλικες.»
Τρέχουν ακόμα δάκρυα στα μάγουλα της και αποφεύγει να μας κοιτάξει κατά πρόσωπο.
Σκουντάω ελαφρά τον Άλμπους με τον ώμο μου και έπειτα την πλησιάζω. Κάθομαι στον ελεύθερο χώρο ανάμεσα σε εκείνη και τον μπαμπά. Ο Άλμπους με μιμείται. Πηγαίνει δίπλα στον Τζέιμς και ανεβαίνει και αυτός στο κρεβάτι. Αγκαλιάζω την μαμά μου. Κρύβομαι στον λαιμό της. Ο Τζέιμς ανασηκώνεται και μας αγκαλιάζει και τις δύο. Σειρά έχει ο Άλμπους. Έχει απομείνει ο μπαμπάς. Ανοίγω τα μάτια μου και συναντάω το βλέμμα του. Γνέφει αδιόρατα και μας κλείνει όλους στην αγκαλιά του. Μπορείς να αγαπάς κάποιον χωρίς να συμφωνείς μαζί του. Ίσως μονάχα τότε να μαθαίνεις πόσο πολύ τον αγαπάς.
Καλησπέρα, στο παρεάκι της Πέμπτης! Λίγο διαφορετικό κεφάλαιο το σημερινό, πιο εσωτερικό θα τολμούσα να πω. Πώς σας φάνηκε; Περιμένω εντυπώσεις!
Προς Μαριλένα: Αχ, πόσο μακριά, αλήθεια;
Προς Ντορίνα: Σήμερα δεν είχε τόσες αποκαλύψεις, αλλά έρχονται σιγά-σιγά!
Προς Νέλι: Χαχαχα, επίπεδο creepiness: Έντουαρντ Κάλεν :)
Προς Κωστή: Απαξιώ!
Προς Μαρίνα: Πολύ με ευχαριστούν οι συναισθηματικές αντιδράσεις σου, δώσε πόνο λέμε. Και ναι, το τραγούδι πάει στον Ίαν με τα χίλια, ευχαριστούμε για την συμβολή σου στην μουσική επένδυση της ιστορίας!
Μου αρέσει πολύ που αναφέρετε τα σημεία που σας κάνουν να γελάτε, είναι η αδυναμία μου!
Μέχρι την επόμενη φορά,
ΧΧΧ
