Στο έλεος μου

" Έτρεχα.

Έτρεχα μανιασμένα μέσα στα σκοτεινά δρομάκια. Σοκάκια βρόμικα, φτωχά. Η βροχή είχε μουσκέψει το σώμα μου ως το κόκαλο.

Έτρεχα και μαζί έτρεχαν τα δάκρυα μου. Ανακατεμένα δάκρυα με βροχή.

Άκουγα τον ήχο από τα τακούνια μου να χάνεται μέσα σε κάθε βρόμικη λακκούβα που πατούσα.

Έτρεχα. Ήθελα να φτάσω στην άκρη της γης.

Έκλαιγα. Ποτάμια πόνου και αναμνήσεων.

Χωρίς ανάσα.

Έβρεχε, αλλά εγώ ένιωθα την φωτιά να με πλησιάζει. Φωτιά που έλιωνε το παγωμένο κάστρο μου. Δεν ήθελα. Δεν μπορούσα .Ήταν λάθος.

Άκουγα τα γρήγορα βήματα του να πατάνε στις ίδιες λακκούβες. Στο ίδιο πλακόστρωτο. Μπορούσα να νιώσω τον πόνο του. Μπορούσα να νιώσω τον θυμό του. Φωτιά που ήθελε να με παρασύρει. Ήταν λάθος. Έτρεχα και άκουγα την φωνή του. Φωνή πνιγμένη από φόβο, θυμό και δάκρυα. Βροχή και δάκρυα που δεν τα ξέπλενε.

Βήματα όλο πιο κοντινά. Ανάσες κοφτές. Πονεμένες. Χωρίς αέρα. Χωρίς επιστροφή.

Οι σταγόνες της βροχής να πνίγουν τον λυγμό μου.

Χέρι στο χέρι μου. Υγρό. Ζεστό. Δυνατό. Σταμάτησα. Δεν ήθελα. Έπρεπε να φτάσω στην άκρη της γης. Ήταν λάθος.

Καυτό σίδερο το χέρι του στο χέρι μου. Έπρεπε να τρέξω. Να ελευθερωθώ. Χωρίς επιστροφή. Δεν μπορούσα. Δεν ήθελα. Μια άσβεστη φλόγα το βλέμμα του. Ρίζες τα πόδια μου. Μπλε λίμνες πόνου τα μάτια του. Φουρτουνιασμένες θάλασσες θυμού. Σταμάτησα.

Στεκόταν εκεί. Βρεγμένος, θυμωμένος. Χωρίς φωνή. Εκεί. Με περίμενε. Ήταν λάθος? Μας περίμενε. Η ελπίδα μια πυρκαγιά στο πρόσωπο του. Μια ικεσία. Μια λέξη.

Στο έλεος μου?! Στο έλεoς μου. Μια μικρή λέξη.

- ...γιατί."


- ''… επειδή... ήμουν δειλή...Τέρρυ...'', είπε σχεδόν συλλαβιστά, αθόρυβα.

- '' Είπες κάτι Κάντυ ?! ...Κάντυ?! Είσαι καλά?!''

- ''...ε?...όχι , όχι ...τίποτα όλα είναι μια χαρά'', απάντησε ακόμη αφηρημένη, κουνώντας το κεφάλι της ελαφρά. '' Ε...νομίζω ότι είδα τον γερουσιαστή, με συγχωρείς λίγο Άννυ μου...'' και ανακατεύτηκε μέσα στον κόσμο.

- '' Μόλις τώρα την άκουσα να λέει ...'' ξεκίνησε η Πάττυ.

- ''Ναι Πάττυ καλή μου, καλά άκουσες'', είπε με στόμφο η Άννυ.

- '' Μα... τι εννοούσε?...''

- '' Το σίγουρο είναι, ότι δεν εννοούσε τον εγγονό της!''

- '' ορίστε..?! ''ρώτησε η Πάττυ πιο μπερδεμένη.

- '' Μόνο ένα άτομο αποκαλεί η Κάντυ έτσι, και αυτό δεν είναι ο εγγονός της!'' απάντησε η Άννυ στην φίλη της.

" Νομίζω ότι έφτασε η ώρα..." είπε η Άννυ μέσα της.


Εις μνήμην

Λίγες ημέρες μετά την άφιξη τους στο Λονδίνο, η Κάντυ συντροφιά με τον Τζόρτζ, πήγαν τα παιδιά στο κολέγιο του Αγίου Παύλου. Την στιγμή που ξανά αντίκρισε την μεγάλη καγκελόπορτα του παλιού της σχολείου, ένα κύμα αναμνήσεων την χτύπησε, και αν αρχικά περίμενε ότι αυτό θα της ήταν δυσάρεστο, τελικά με έκπληξη διαπίστωσε το ακριβώς αντίθετο.

Εκείνη την ώρα ίσως για πρώτη φορά ,η Κάντυ κατάλαβε ότι με την πείρα που φέρουν τα χρόνια στον κάθε άνθρωπο, οι όποιες άσχημες σχολικές αναμνήσεις και αν υπάρχουν, μπορούν να διαχειριστούν τελείως διαφορετικά από το ενήλικο μυαλό μας. Ίσως και πάλι το ενήλικο μυαλό μας να μπορούσε να θάψει ότι προκαλεί πόνο.

Τελικά αυτό που ένιωθε περισσότερο έντονο όταν διάβαινε την πύλη του σχολείου, κρατώντας από τα χέρια τα δυο της παιδιά, ήταν οι χαρούμενες στιγμές που είχε ζήσει εκεί, και ότι ακριβώς τέτοιες αναμνήσεις, επιθυμούσε να δημιουργήσουν ο Άντονυ και η Ρόζμαρι.

- '' Κυρία Άρντλει, πόσο πολύ χαίρομαι που σας βλέπω μετά από τόσα χρόνια'', είπε η αδερφή Μαργαρίτα με συγκίνηση στην φωνή και προσέφερε το χέρι της στην Κάντυ, η οποία το δέχτηκε με ένα θερμό χαμόγελο.

- '' Κυρία Ηγουμένη, το ίδιο και γω, αλλά σας παρακαλώ να με φωνάζετε Κάντυ, όπως κάνατε πάντα.''

- '' Τότε και συ να με φωνάζεις απλά αδερφή Μαργαρίτα, όπως έκανες όταν ήσουν μόνο ένα δεκατετράχρονο κοριτσάκι! Κύριε Τζόνσον, χαίρομαι που σας βλέπω.''

- '' Ηγουμένη'', έκανε τυπικά ο Τζόρτζ με μια μικρή υπόκλιση του κεφαλιού του.

- '' Υποθέτω, ότι αυτός ο νεαρός κύριος είναι ο Άντονυ Άρντλει και η δεσποινίς Ρόζμαρι'', συμπλήρωσε τρυφερά προς τα δύο παιδιά.

- '' Μάλιστα αδερφή'', είπαν τα δυο αδέρφια, κοιτώντας την μητέρα τους κάπως αμήχανα.

Η Κάντυ τα χάιδεψε με το βλέμμα της δείχνοντας τους ότι δεν υπάρχει κάτι για να ανησυχούν και σαν επιβεβαίωση ακολούθησαν τα λόγια της αδερφής Μαργαρίτας.

- '' Τι θα λέγατε για έναν περίπατο στο σχολείο?! Το πάρκο γύρω από το κολέγιο μας, είναι πολύ όμορφο αυτή την εποχή, από την μητέρα σας έμαθα ότι γνωρίζετε και οι δυο ιππασία, θα σας πρότεινα μια βόλτα με το άλογο!'' τους είπε και τους χαμογέλασε γλυκά.

Τα παιδιά αυτόματα ένιωσαν να χαλαρώνουν και αφού δέχτηκαν ευγενικά την πρόταση της αδερφής, βγήκαν από το γραφείο με την συνοδεία του Τζόρτζ.

Η ηγουμένη πρόσφερε τσάι στην επισκέπτρια της και άρχισαν να κουβεντιάζουν. Η Κάντυ εξιστόρησε την ζωή της σε γενικές γραμμές από τότε που έφυγε από το κολέγιο, μίλησε για την νοσηλευτική, για τον γάμο της και τα παιδιά της, για τον θάνατο του Άλμπερτ και ότι πλέον έχει αναλάβει τις επιχειρήσεις η ίδια.

Όση ώρα συζητούσαν με την αδερφή Μαργαρίτα, ένιωθε το ίδιο άνετα, όπως και παλιά, όπως και με την αδερφή Μαρία, άλλωστε δεν ήταν τυχαίο ότι στο παρελθόν αυτές οι δυο γυναίκες θύμιζαν η μια την άλλη πάρα πολύ. Αυτό ακριβώς το συναίσθημα , με χαρά διαπίστωσε μέσα της η Κάντυ ότι είχε μείνει αναλλοίωτο και η εμπιστοσύνη που της ενέπνεε η νέα διεύθυνση του σχολείου, την έκανε να νιώθει ασφάλεια για τα παιδιά της.

Γι' αυτό και ακριβώς το λόγο, η Κάντυ επάνω στην κουβέντα τους, δεν έκρυψε από την συνομιλήτρια της, ότι τα παιδιά της ήθελε να βρίσκονται δίπλα της, αλλά και παράλληλα να γίνουν ανεξάρτητα. Η αδερφή Μαργαρίτα της υποσχέθηκε, ότι θα βρίσκεται κοντά στα παιδιά και αν κάποια στιγμή αντιληφθεί ότι έχουν την ανάγκη της μητέρας τους, δεν θα τους στερήσει μια επιπλέον επίσκεψη αυτής ή κάποια έξοδο αυτών.

Αναπόφευκτα η συζήτηση οδήγησε την αδερφή σε κάποιο σημείο να ρωτήσει για τα ξαδέρφια της Κάντυ.

- '' Αλήθεια τόση ώρα αγένεια μου, δεν σε ρώτησα τι κάνουν τα ξαδέρφια σου, οι νεαροί Κορνγουελ?!''

Η Κάντυ κόμπιασε ελάχιστα, αλλά τελικά απάντησε όσο πιο ανάλαφρα γινόταν.

- '' Ο Άρτσιμπαλ είναι πολύ καλά, σπούδασε δικηγόρος, έχει παντρευτεί με την Άννυ Μπράιτον, έχουν δυο παιδάκια, μάλιστα περιμένουν σε λίγο καιρό και το τρίτο τους, και εργάζεται στον όμιλο των Άρντλει στο Σικάγο.''

- '' Αχ! Πολύ καλά, να τους δώσεις τους χαιρετισμούς μου την επόμενη φορά που θα επικοινωνήσεις μαζί τους.''

- '' Πολύ ευχαρίστως, είπε η Κάντυ χαμογελώντας.

- '' Και ο άλλος?! Ο εφευρέτης..ο Αληστίαρ?'' ρώτησε εύθυμα η αδερφή.

Η Κάντυ περίμενε αυτή την ερώτηση, αλλά τελικά ξαφνιάστηκε από το πως την έθεσε η ηγουμένη.

- '' Γνωρίζατε για τις εφευρέσεις του, αδερφή?!''

- '' Μα και βέβαια Κάντυ! Μάλιστα διασκεδάζαμε απίστευτα με τις υπόλοιπες αδερφές, όταν βλέπαμε με τι ζήλο τις έφτιαχνε και πως ποτέ δεν το έβαζε κάτω, παρόλο που αποτύχαιναν σχεδόν πάντα!''

- '' Πράγματι!'' συμφώνησε η Κάντυ για ένα λεπτό χαρούμενη, αλλά μετά συνέχισε μελαγχολικά, '' ο...Αληστίαρ κατετάγη εθελοντής στην αεροπορία...λίγο καιρό πριν μπει στον πόλεμο η Αμερική...δυστυχώς το αεροπλάνο του καταρρίφθηκε σε μια αερομαχία στην Γαλλία.''

Η αδερφή Μαργαρίτα κοίταξε την Κάντυ με ακριβώς το ίδιο μητρικό ύφος που είχε η κυρία Πόνυ γι' αυτήν.

-'' ...αλήθεια λυπάμαι πάρα πολύ Κάντυ, ο Θεός τον κάλεσε κοντά του πολύ νέο''...πήγε να πει κάτι ακόμη, αλλά τελικά δεν το προχώρησε."...Πόσο πόνο κρύβουν αυτά τα δυο όμορφα μάτια της...μια πονεμένη νέα χήρα, ένα ορφανό πλάσμα, ένα αδικημένο κορίτσι..."

- '' Θα ήθελες να κάνουμε μια βόλτα στο κολέγιο Κάντυ?! Να σου δείξω και τις διάφορες αλλαγές που έχουμε κάνει?!'' ολοκλήρωσε η ηγουμένη στην προσπάθεια της να ελαφρύνει το μελαγχολικό κλίμα που δημιουργήθηκε.

- '' Ναι σας ευχαριστώ αδερφή! είπε ευγενικά η Κάντυ και ξεκίνησαν για την ξενάγηση της.

Καμιά ώρα αργότερα, όταν είχε φτάσει η ώρα να αποχαιρετιστούν, κοντά στην κεντρική είσοδο, η ματιά της Κάντυ έπεσε σε μια γυάλινη προθήκη, που είχε τοποθετημένες στην σειρά, χάλκινες και ασημένιες πλακέτες. Πλησίασε και άρχισε να διαβάζει τα ονόματα των ευεργετών του κολεγίου.

- '' Υπήρχε πάντα αυτή η προθήκη αδερφή Μαργαρίτα?!''

- '' Όχι, Κάντυ μου. Αποφασίσαμε να την βάλουμε μετά το τέλος του πολέμου, έχει και το όνομα του συζύγου σου...''

Η Κάντυ δεν απάντησε, είχε δει την τιμητική πλακέτα με το όνομα του Άλμπερτ, αυτό όμως που της είχε τραβήξει την προσοχή ήταν μια άλλη πλακέτα.

Εις μνήμην Δούκα Ριχάρδου Γ. Γκράντζεστερ,ΙΙ

1868 - 1932

Μέγα ευεργέτη του Κολεγίου Αγίου Παύλου

"Εις μνήμην?!"

- '' Αδερφή... πότε πέθανε ο Δούκας Γκράντζεστερ?!''

- ''...χμμ, όπως βλέπεις και συ κοντεύει ενάμισης χρόνος τώρα'', απάντησε τυπικά η ηγουμένη, '' με τον μεγάλο του γιο ήσασταν μαζί στην ίδια τάξη, αν δεν κάνω λάθος'', συμπλήρωσε αλλά μετά δάγκωσε την γλώσσα της, σαν θυμήθηκε το περιστατικό με τον στάβλο.

-''... όχι δεν ήμασταν μαζί'', είπε ψυχρά η Κάντυ, '' ήταν ένα χρόνο μεγαλύτερος.''

Και με αυτό η Κάντυ απέστρεψε το βλέμμα της από την προθήκη.


Αν και την στιγμή που έμαθε για τον θάνατο του Δούκα, η Κάντυ προσπάθησε να το προσπεράσει, τελικά τις επόμενες μέρες υπέκυψε στον πειρασμό να μάθει λεπτομέρειες.

Μετά από μια σχετικά εύκολη έρευνα στα αρχεία των εφημερίδων της δημόσιας βιβλιοθήκης, ανακάλυψε ότι ενάμιση χρόνο πρωτύτερα, ο Δούκας του Γκράντζεστερ, έχοντας σοβαρά καρδιακά προβλήματα επί σειρά ετών, άφησε την τελευταία του πνοή στον πύργο του στην Σκωτία.

Η διαδοχή του απασχόλησε ιδιαίτερα τον τύπο εκείνες τις μέρες. Οι αντιδράσεις από τους βασιλικούς κύκλους, ήταν ποικιλόμορφες. Ο διάδοχος του τίτλου και πρωτότοκος υιός του, δεν ήταν άλλος από τον γνωστό σαιξπηρικό ηθοποιό, Τέρενς Γκράχαμ.

Φήμες ήθελαν τον ίδιο να αρνείται τον τίτλο. Υπήρξαν νύξεις για την εγκυρότητα της διαδοχής. Αυλόκόλακες καλοθελητές, κυκλοφόρησαν την φήμη ότι ήταν νόθο τέκνο του Δούκα από την διάσημη ηθοποιό Έλεονορ Μπέικερ.

Ένα σκάνδαλο ξέσπασε, που όμως η βασιλική οικογένεια δεν μπορούσε να υποστεί άλλο. Αρκετά είχαν εκτεθεί με αυτό του πρίγκιπα της Ουαλίας*. Αρνήθηκαν κάθετα τον όποιο ισχυρισμό, μη εγκυρότητας της διαδοχής. Δυο μήνες μετά τον θάνατο του Ριχάρδου Γκράντζεστερ, το Δουκάτο και οι τίτλοι ευγενείας, πέρασαν στον πρωτότοκο γιο του Τέρενς Γκράχαμ Γκράντζεστερ.

- ''...ώστε έγινες τελικά δούκας Τέρρυ..'' μονολόγησε η Κάντυ προβληματισμένη.

" Τι ειρωνεία αλήθεια!...και οι δυο γίναμε αυτό ακριβώς που δεν θέλαμε...εγώ μια πλούσια κυρία και συ δούκας!...θύματα της μοίρας μας...", σκέφτηκε μελαγχολικά η Κάντυ χαμογελώντας με πικρία.