ΕΠΙΣΤΡΟΦΕΣ-ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΕΣ
«Σε σιχαίνομαι.»
Ο Άλμπους Πότερ δεν κρατήθηκε να μην γελάσει. Η φάτσα του καλύτερου του φίλου ήταν φαινομενική. Ένα συνονθύλευμα όλων των αρνητικών συναισθημάτων. Ζήλεια, φθόνος, μίσος, απέχθεια, απόγνωση, απελπισία, άλγος, άγος, θλίψη, στενοχώρια, κατήφεια, μιζέρια και νόστος. Ο κατάλογος ήταν ατελείωτος και αν ο Άλμπους ήθελε θα μπορούσε να τον ταξινομήσει αλφαβητικά. Δεν είχε ωστόσο ούτε την διάθεση ούτε κυρίως τον χρόνο. Το τρένο του έφευγε σε μερικά λεπτά με εκείνον ή όχι μέσα. Στερέωσε καλύτερα την αποσκευή του στον ώμο του και στράφηκε να χαιρετίσει τον Σκόρπιους και τον Ραντίρι. Ο πρώτος τον κοίταξε για πολλοστή φορά λες και σχεδίαζε την δολοφονία του αργά και βασανιστικά.
«Έλα, Σκόρπυ, μην είσαι τόσο μουρτζούφλης. Αφού δεν ευθύνομαι εγώ που έφαγες φυλακή.»
Ο ξανθός μάγος σταύρωσε θυμωμένα τα μπράτσα του στο στέρνο του.
«Γαμιέσαι.»
Ο Άλμπους συλλογίστηκε πως μάλλον και εκείνος αν ήταν στην θέση του έτσι θα αισθανόταν. Κανόνιζαν αυτό το διήμερο εβδομάδες τώρα. Όμως έσπασε ο Σάλαζαρ το ποδάρι του και ένας αξιωματούχος έπιασε τον Σκόρπιους να μιλάει με την Ρόουζ μέσα από τον καθρέφτη του εν ώρα υπηρεσίας. Αυτό είχε ως συνέπεια να του αφαιρεθεί η άδεια εξόδου δύο ημέρες πριν από την πολυπόθητη στιγμή. Τώρα ο Άλμπους θα έκανε μόνος του το ταξίδι μέχρι την Οξφόρδη, όπου θα επισκεπτόταν την Ρόουζ. Ίσως αν ήταν καλύτερος φίλος να ένιωθε περισσότερες τύψεις, ωστόσο στην πραγματικότητα κυριολεκτικά δεν κρατιόταν. Είχε να φύγει από το στρατόπεδο από τα Χριστούγεννα και λίγο ακόμα και θα έσκαγε.
Ο Ραντίρι, σε αντίθεση με τον Σκόρπιους, του προσέφερε το χέρι του σε αποχαιρετισμό.
«Να περάσεις καλά. Και να θυμάσαι πάντα να παίρνεις προφυλάξεις.»
«Εντάξει, μαμά.»
Ο Άραβας του έχωσε μία αξιολάτρευτη σφαλιάρα.
«Να μου φιλήσεις το μωρό μου,» ζήτησε παραπονεμένα ο Σκόρπιους. «Στενοχωρήθηκε απίστευτα το μαναράκι μου.»
«Μην ανησυχείς, θα την παρηγορήσω όσο καλύτερα μπορώ.»
Με ξέφρενο ξενύχτι και πάρτι μέχρι πρωίας. Αφού του γνώριζε τις πιο καυτές φίλες της. Από την μία ενδεχομένως και καλύτερα που ο Σκόρπιους δεν θα ερχόταν μαζί και αυτό ο Άλμπους αναγκάστηκε να το παραδεχτεί στον εαυτό του όσο άσχημο και αν ήταν. Με τον Σκόρπιους εκεί η Ρόουζ θα ήταν συνεχώς απασχολημένη, ενώ τώρα θα την είχε όλη για πάρτη του. Και αυτό συνέβαινε σπάνια. Θα έβγαιναν, θα διασκέδαζαν και θα γλεντούσαν με την καρδιά τους, δίχως τον Σκόρπιους που αποκλειστικό σκοπό του είχε να την κλειδώσει σε ένα δωμάτιο και να μείνουν να πηδιούνται σαν τα κουνέλια λες και δεν υπάρχει αύριο. Αηδιαστικό από κάθε άποψη.
«Λοιπόν, την κάνω. Τα λέμε την Κυριακή το βράδυ. Θα επιστρέψω με το τελευταίο τρένο.»
Κατηφόρισε τον δρόμο από το στρατόπεδο μέχρι τον σταθμό σφυρίζοντας χαρούμενος. Μπήκε μέσα στην αμαξοστοιχία άνετα, βρήκε την θέση του και βολεύτηκε. Ο συρμός είχε λίγα ακόμα άτομα που έβγαιναν επίσης με άδεια. Τώρα που διένυαν το δεύτερο εξάμηνο της εκπαίδευσης τους, ένα Σαββατοκύριακο κάθε μήνα είχαν διήμερη άδεια. Στην πρώτη έξοδο έτυχε ο Άλμπους με τον Σκόρπιους να έχουν το ίδιο Σαββατοκύριακο, επομένως κανόνισαν να πάνε να δουν την Ρόουζ. Ήταν αρχές Μαρτίου και η Ρόουζ είχε κενό δύο εβδομάδων, άρα ήταν ιδανική ευκαιρία.
Συγκριμένα ο Άλμπους δεν κρατιόταν να δει πώς περνούσε η αγαπημένη του ξαδέρφη την φοιτητική ζωή της. Είχε ακούσει τόσα πολλά για αυτήν που η φαντασία του είχε οργιάσει. Μπορεί να ένιωθε τυχερός που ακολουθούσε την καριέρα που είχε επιλέξει, ωστόσο σε αντίθεση με άλλα επαγγέλματα, οι Χρυσούχοι μόνο φοιτητική ζωή που δεν περνούσαν. Τώρα λοιπόν θα κατάφερνε να πάρει μία μικρή γεύση. Άλλωστε του είχε λείψει πολύ και η Ρόουζ, έτσι με ένα σμπάρο χτυπούσε δύο τρυγόνια. Χώθηκε καλύτερα στο κάθισμα του και έμεινε να κοιτάζει έξω από το παράθυρο, καθώς ο σιδηρόδρομος ξεκινούσε την διαδρομή του μέχρι την Οξφόρδη. Σε δύο ώρες θα ήταν εκεί.
ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ
Η Ρόουζ είχε πέσει επάνω του, προτού προλάβει να πατήσει το πόδι του στο έδαφος.
«Ξαδερφούλη μου, ξαδερφούλη μου, ξαδερφούλη μου!»
Ο Άλμπους την αγκάλιασε σφιχτά ανασηκώνοντας την από την μέση σαν πούπουλο.
«Τι κάνεις, Ροζίτα;»
«Καλά. Ξέρεις, λίγο σπασμένη που ο Σκόρπιους δεν τα κατάφερε, αλλά ταυτόχρονα χαίρομαι τόσο πολύ που ήρθες!»
«Και εγώ! Είχα φάει πολύ λούκι το τελευταίο διάστημα.»
«Ωχ, καημένο μου! Σε ταλαιπωρεί ο μπαμπάς;»
«Ο θείος; Όχι, μωρέ δεν ασχολείται και άμεσα μαζί μας. Είναι διοικητής ολόκληρου του στρατοπέδου και να ήθελε δεν θα προλάβαινε. Τέλος πάντων, θα σου τα πω αναλυτικά. Πάμε να φάμε τίποτα; Έχω ξυπνήσει από τις έξι και πεινάω σαν λύκος.»
«Ναι, βέβαια! Πάμε στην καφετέρια του κάμπους. Κάνουν ένα μπέργκερ να πεθάνεις. Θα γνωρίσεις και την παρέα μου. Είναι όλοι τους πολύ καλά παιδιά.»
Διακτινίστηκαν μέχρι την είσοδο του κάμπους και από εκεί συνέχισαν με τα πόδια, μιας και το Πανεπιστήμιο προστατευόταν από τα ίδια μαγικά που προστάτευαν το Χόγκουαρτς και το στρατόπεδο του και απαγόρευαν τον διακτινισμό. Έφτασαν στην καφετέρια, που ήταν πολύ κοντά, και μπήκαν μέσα. Ήταν νωρίς και Σάββατο, επομένως δεν υπήρχε πολύς κόσμος. Ο Άλμπους παρατηρούσε γύρω του τον χώρο, ο οποίος ήταν γεμάτος χρώματα και φως. Καμία σχέση με την τραπεζαρία που τρώγανε εκείνοι στην μονάδα. Κάθε τραπέζι εδώ πέρα είχε και διαφορετικό σχέδιο και σχήμα. Πήραν το φαγητό τους σε δίσκους και έκατσαν σε ένα πράσινο σε μορφή φύλλου.
Είχαν σχεδόν τελειώσει και είχαν ανταλλάξει τα περισσότερα νέα τους – μιλούσαν άλλωστε και εκείνοι μέσα από τους καθρέφτες τους αν και όχι τόσο συχνά όσο η Ρόουζ με τον Σκόρπιους – όταν μπροστά τους εμφανίστηκαν ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Το αγόρι ήταν πολύ ψηλό και γυμνασμένο, αλλά αδύνατο. Είχε καστανόξανθα μαλλιά και γαλάζια μάτια. Το κορίτσι ήταν μεσαίου ύψους με μεγάλο κώλο και μικρό στήθος. Η επιδερμίδα της ήταν σκουρόχρωμη, όπως το διφυλετικών ανθρώπων, και τα μαλλιά της μακριά και μαύρα. Τα μάτια της ωστόσο ήταν σκούρα πράσινα. Χαριτωμένη, μα τίποτα το ιδιαίτερο. Ο Άλμπους δεν θα χάλαγε το διήμερο του σε οτιδήποτε κάτω του αρίστου. Μόλις τους είδε η Ρόουζ, τους χαιρέτισε καλοσυνάτα και τους προέτρεψε να καθίσουν μαζί τους. Εκείνοι το έκαναν πρόθυμα.
«Να σας γνωρίσω τον Άλμπους, πρώτο μου ξάδερφο και καλύτερο μου φίλο. Αλ, από εδώ ο Έλι και η Χάνα.»
«Η Ρόουζ μας έχει πει πολλά για εσένα,» είπε η Χάνα. «Είσαι Χρυσούχος;»
«Ελπίζω να γίνω κάποτε.»
«Τα παιδιά είναι από την Βόρεια Αμερική,» τον ενημέρωσε η Ρόουζ.
Έπιασαν σύντομα ψιλή κουβέντα και ο Άλμπους, αν και δεν έσκιζε και το βρακί του, τους βρήκε αρκετά συμπαθητικούς. Τόσο που δεν τον πείραξε όταν η Ρόουζ πρότεινε να κάνουν μία βόλτα όλοι μαζί στο κάμπους, για να τον ξεναγήσουν. Πράγματι, η διαδρομή είχε μεγάλο ενδιαφέρον και ο Άλμπους εκστασιάστηκε από την Πανεπιστημιούπολη. Ήταν λες και είχαν καταφέρει να συνδυάσουν όλα τα θετικά του Χόγκουαρτς και του Χόγκσμιντ στον ίδιο χώρο. Μεσαιωνικά κτίσματα, αιωνόβια δέντρα, πλακόστρωτοι δρόμοι, ποταμάκια και πέτρινες γέφυρες. Ταυτόχρονα, καφέ, βιβλιοπωλεία, μπουτίκ με ρούχα και παπούτσια, ζαχαροπλαστεία, ταχυδρομεία και φαρμακεία και ό,τι άλλο κατάστημα μπορούσες να βάλεις με τον νου σου. Θα έπρεπε να ήταν πραγματικά υπέροχο να ζει κανείς εκεί.
Μάλιστα ήταν τόσο μεγάλο που τους πήρε σχεδόν όλο το απόγευμα να το γυρίσουν. Για να ξαποστάσουν σταμάτησαν σε μία παμπ για ένα ποτήρι μπίρα. Το μαγαζί είχε κάμποσο κόσμο, ο οποίος σε αντίθεση με το Χόγκσμιντ ήταν όλος νέος. Οι περισσότεροι τους χαιρέτισαν, μιας και η Ρόουζ ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής – καμία έκπληξη σε αυτό, το είχε καταλάβει και από όλα τα άτομα που τους είχαν ήδη μιλήσει στην βόλτα τους – και κιόλας κάποιους από αυτούς τους ήξερε και ο ίδιος από το σχολείο. Συγκεκριμένα, καθισμένο σε ένα σκαμπό μπροστά στην μπάρα συνάντησε και έναν συμφοιτητή του από τους Γκρίφιντορ, τον Άντριου Κλαρκ.
«Έλα, ρε!» τον χαιρέτισε ο Άλμπους. «Καιρό έχω να σε δω.»
Συγκεκριμένα από την ημέρα της αποφοίτησης. Δεν ήταν πως με τον Άντριου είχαν καμία κολλητή παρέα, αλλά ο εγκλεισμός σε κάνει να εκτιμάς οποιαδήποτε ανθρώπινη παρουσία. Σε αντίθεση πάντως με τον Άλμπους ο Άντριου δεν έδειξε τον ίδιο ενθουσιασμό για την συνάντηση τους.
«Τι γίνεται, Άλμπους; Πώς τα περνάς;» τον ρώτησε μαγκωμένα.
Ο Άλμπους δεν παρεξηγήθηκε από τον συγκρατημένο του τόνο. Η διάθεση του ήταν τόσο ανεβασμένη που δεν θα την χαλούσε κανένας και τίποτα.
«Καλά-καλά. Πίεση στην σχολή, αλλά καλά. Εσύ; Τι νέα; Θύμισε μου τι πέρασες.»
«Ραβδολογία.»
«Α, ναι, μπράβο. Ενδιαφέρον;»
«Ναι, δεν έχω παράπονο.»
«Ωραία. Τι έγινε; Μόνος σου είσαι; Έλα, να πιούμε μία μπίρα μαζί.»
«Βασικά περιμένω κάποιον.»
«Ααα!»
Ο Άλμπους κατάλαβε.
«Γκομενάκι;» του χαμογέλασε.
«Ναι, κάτι τέτοιο.»
Ο Άλμπους μετέφρασε την συμπεριφορά του πρώην συμμαθητή του ως αποτέλεσμα νεύρων από την αναμονή. Ακόμα και αυτός όταν είχε κανονισμένο ραντεβού κάποια αναστάτωση την ένιωθε. Δεν ήξερε ωστόσο πως άλλη ήταν η πραγματική αιτία της αντίδρασης του Άντριου. Και αυτή δεν ήταν διαφορετική από την παρουσία του ίδιου του Άλμπους εκεί. Γιατί η κοπέλα που περίμενε από λεπτό σε λεπτό να φανεί ο Άντριου ήταν η ίδια συμμαθήτρια και φίλη της Ρόουζ, Ωρόρα Γουίβερς. Και όλοι στο σχολείο ήξεραν πόσο κολλημένη ήταν η Ωρόρα με τον Άλμπους. Παρότι δεν είχε παιχτεί καμία φάση μεταξύ τους, ο Άντριου δεν μπορούσε να μην ανησυχήσει. Είχε κοπιάσει πολύ να την πλησιάσει και να την καταφέρει να βγουν και σήμερα που επιτέλους η επιθυμία του ευοδωνόταν είχε σκάσει μύτη ο Πότερ από όλους τους ανθρώπους.
Η πόρτα της παμπ άνοιξε και ο Άλμπους στράφηκε αδιάφορα να δει ποιος μπήκε.
«Ρε, η Ωρόρα δεν είναι αυτή;»
Ο Άντριου έγνεψε καταφατικά, ενώ η καρδιά του ανέβασε χτύπους.
«Ναι.»
«Σπουδάζει και αυτή εδώ, ε; Μου το είχε πει η Ρόουζ.»
Εκείνη την στιγμή εμφανίστηκε η εν λόγω κοκκινομάλλα μάγισσα κρατώντας δύο ποτήρια μπίρας. Έδωσε το ένα στον Άλμπους.
«Γεια σου, Άντριου,» χαιρέτισε με την σειρά της τον πρώην Γκρίφιντορ. «Τι κάνεις, όλα καλά;»
Πριν προλάβει εκείνος να απαντήσει, τους είχε στο μεταξύ φτάσει και η Ωρόρα.
«Γεια σας, παιδιά!»
Προσπάθησε να ακουστεί όσο πιο χαλαρή και άνετη μπορούσε. Δεν ήταν σίγουρη πως τα κατάφερε. Με το που πάτησε το πόδι της στην παμπ και είδε τον Άλμπους να στέκεται κολλητά στον Άντριου, με το ζόρι συγκρατήθηκε να μην φωνάξει. Είχε να τον δει από πέρυσι τον Ιούνιο, στην αποφοίτηση τους. Είχε αλλάξει κάπως, τα μαλλιά του ήταν λίγο πιο μακριά, το κορμί του πιο μυώδες, το πρόσωπο του λίγο πιο γωνιασμένο, ωστόσο η απήχηση του επάνω της δεν είχε αλλάξει στο παραμικρό. Η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή, οι παλάμες της είχαν ιδρώσει και το στόμα της ήταν στεγνό από σάλιο. Μέρλιν, ήταν αξιολύπητη. Ερωτευμένη τόσα χρόνια μαζί του χωρίς εκείνος να της έχει ρίξει δεύτερη ματιά. Και το χειρότερο όλων; Να ξέρει για τα αισθήματα της και απλά να αδιαφορεί.
Δεν ήταν πως του το είχε εκμυστηρευτεί η ίδια απλά ήταν βέβαιη πως το είχε καταλάβει. Σε ένα τόσο μικρό σχολείο όπως το δικό τους τέτοια μυστικά δεν έμεναν μυστικά για πολύ. Κάπως έτσι είχε και εκείνη πληροφορηθεί την άποψη του πως δεν γουστάρει να μπλέκει με παρθένες. Η Ωρόρα ήταν παρθένα και επομένως, πιστός στα λεγόμενα του, εκείνος δεν είχε καμία σχέση μαζί της πέρα από μία τυπική φιλική. Θα μπορούσε να την κάνει ό,τι θέλει με μία του λέξη και αυτή η δύναμη του επάνω της δεν είχε μετριαστεί. Εν τούτοις το γεγονός πως το γνώριζε και δεν τον ενδιάφερε να εξασκήσει αυτό του το δικαίωμα ήταν που την έκανε κουρέλι.
Πολλές φορές είχε υποσχεθεί στον εαυτό της να τον ξεχάσει. Να μην τον σκέφτεται πια. Στο σχολείο της ήταν αδύνατον, εφόσον τον έβλεπε κάθε ημέρα, ωστόσο στο Πανεπιστήμιο είχε καταφέρει να μην είναι τόσο κολλημένη μαζί του. Μάλιστα είχε αρχίσει να φλερτάρει και με άλλα αγόρια, ενώ είχε δεχτεί να βγει ραντεβού με τον Άντριου, κάτι που στο Χόγκουαρτς ούτε να το διανοηθεί. Όμως η μοίρα της πρέπει να ήταν καταδικασμένη, επειδή πάνω που πίστευε ότι θα τον ξεχνούσε μία και καλή και θα γυρίζει καινούργια σελίδα στην ερωτική της ζωή, να τον που εμφανίστηκε ξανά να της καταστρέψει όλες τις ψευδαισθήσεις ότι τον ξεπέρασε.
Γκόντρικ, ήταν κούκλος. Ψηλός, μελαχρινός, με γαλαζοπράσινα μάτια σαν τις θάλασσες της Αδριατικής, με πλάτες, μπράτσα και όλα τα συμπαρομαρτούντα. Φορούσε μανγκλ ρούχα, τζιν και πουλόβερ, που αναδείκνυαν κολακευτικά όλα τα σωματικά του χαρίσματα. Και τι δεν θα έδινε να μπορούσε να τον έχει δικό της. Να μπορεί να χαϊδεύει το κορμί του, να γρατζουνάει με τα νύχια της την επιδερμίδα των κοιλιακών του, να τον σφίγγει ανάμεσα στα πόδια της καθώς εκείνος θα μπαίνει μέσα της για πρώτη φορά και για πολλές επόμενες. Επειδή η Ωρόρα ήταν του είδους της κοπέλας που η μία φορά δεν της έφτανε. Για αυτό είχε κάνει στην άκρη το παρανοϊκό σχέδιο που είχε σκαρφιστεί κάποτε μέσα στην απελπισία της, δηλαδή να απαλλαγεί από την παρθενιά της με κάποιον άλλον και ύστερα να προσφερθεί θυσία στα χέρια του.
Ήταν αξιοθρήνητη, αλλά ορισμένα ψήγματα αυτοεκτίμησης τα είχε διατηρήσει. Προφανώς όχι πολλά, ειδάλλως δεν θα της έτρεχαν τα σάλια παρουσία του. Ειδικά με τον τρόπο που της χαμογελούσε, λίγο συνωμοτικά, λίγο μυσταγωγικά, σαν μόνο εκείνος να μπορούσε να διαβάσει τις σκέψεις της. Τα χείλη του ανηφόριζαν ελαφρώς στα αριστερά και το διακριτικό μειδίαμα του ήταν τόσο ερεθιστικό πάνω στο πορφυρό του στόμα που έσφιξε τα χέρια της σε γροθιές, για να αντέξει και να μην τον φιλήσει μπροστά σε όλους. Το έκανε εκείνος αντί για αυτήν. Έσκυψε και την φίλησε σταυρωτά, το στόμα του ένα φιλί σε κάθε μάγουλο που έκανε το δέρμα της να καίει.
«Θέλεις να πιεις κάτι;» την ρώτησε ο Άντριου.
«Ε; Ναι, μία μπίρα και εγώ.»
Έβγαλε την καμπαρντίνα της με τρεμάμενα χέρια και έλυσε το κασκόλ της. Τι ζέστη έπιασε ξαφνικά. Και το φιλί; Τι ήταν πάλι αυτό; Ποτέ ξανά δεν την είχε φιλήσει. Δεν ήξερε καν την αίσθηση της επιδερμίδας του. Ούτε το χέρι δεν της είχε πιάσει, έτσι φευγαλέα. Κατά λάθος. Ο Άντριου της προσέφερε το ποτήρι της και κατέβασε μία μεγάλη γουλιά. Ο ζύθος ήταν μαύρος και πικρός στην γεύση και την επανέφερε κάπως στην πραγματικότητα. Για λίγο ωστόσο μιας και χωρίς καλά-καλά να το καταλάβει βρέθηκε δίπλα-δίπλα με τον Άλμπους.
«Θύμισε μου τι σπουδάζεις;» την ρώτησε.
«Αριθμομαντεία.»
«Πω, το μισούσα αυτό το μάθημα στο σχολείο. Ευτυχώς που δεν χρειαζόταν στην ύλη για να περάσεις Χρυσούχος, ειδάλλως είναι σίγουρο πως θα έμενα απέξω. Είναι σαν ξένη γλώσσα για εμένα.»
«Δεν είναι τόσο δύσκολη, αν μάθεις τα κουμπιά της. Μπορώ να σου δείξω, αν θέλεις.»
Δαγκώθηκε, αλλά ήταν πια αργά. Για ποιο στον καλό λόγο ο Άλμπους να ενδιαφερόταν να του μάθει Αριθμομαντεία; Περίμενε να αρνηθεί μετά βδελυγμίας, εκείνος ωστόσο χαμογέλασε.
«Ναι, αμέ. Γιατί όχι;»
Ήταν τόσο περίεργος σήμερα. Όλα ήταν τόσο περίεργα σήμερα. Δεν ήταν συνηθισμένη να τραβάει την προσοχή. Τουλάχιστον σε τέτοιο βαθμό. Εμφανίσιμη ήταν και ίσως κάτι παραπάνω από αυτό. Ψηλή και ξανθιά αντικειμενικά τα βλέμματα έπεφταν πάνω της. Εν τούτοις δεν ήταν από τις κοπέλες που τα αγόρια έκαναν ουρά να τους μιλήσουν ή να τις προσεγγίσουν. Δεν είχε ερωτική απήχηση, ήταν ένα χαρακτηριστικό που απλά δεν διέθετε. Για αυτό και η προσοχή του την αποπροσανατόλιζε. Ειδικά που ήταν η προσοχή του. Η προσοχή του αγοριού με το οποίο ήταν ερωτευμένη τόσα χρόνια και ο οποίος μέχρι εκείνη την στιγμή δεν της είχε δώσει ποτέ σημασία.
Δυστυχώς η χαρά της δεν κράτησε για πολύ. Η πόρτα της παμπ ξανάνοιξε και εμφανίστηκαν τα υπόλοιπα ξαδέρφια του, τα δίδυμα και ο Φρέντ ΙΙ. Ήρθαν κατευθείαν κοντά τους και έπεσαν στην κυριολεξία επάνω του σπρώχνοντας την Ωρόρα στην άκρη. Τώρα ο Άλμπους έμοιαζε αποκλειστικά απασχολημένος με αυτούς και η κατάσταση επέστρεψε στα φυσιολογικά της – δεν της έδινε καμία σημασία. Έμεινε να στέκει όρθια μπροστά στην μπάρα παίζοντας αμήχανα το άδειο πλέον ποτήρι της στα χέρια της. Ένιωθε κατακεραυνωμένη. Η ελάχιστη προσοχή του ήταν ικανή να της φέρει τον κόσμο επάνω-κάτω και η απουσία αυτής να την καταστήσει τον πιο δυστυχισμένο άνθρωπο στην ιστορία της ανθρωπότητας.
«Θέλεις να πάμε καμία βόλτα;»
Ο Άντριου στάθηκε πλάι της. Ψηλός και αδύνατος με γλυκά καστανά μάτια πίσω από μεγάλα μαύρα γυαλιά και καστανά μαλλιά που κοκκίνιζαν λίγο στο φως ήταν η επιτομή του ιντελεκτουάλ αγοριού. Φορούσε στενά παντελόνια και πουκάμισα κουμπωμένα μέχρι το λαιμό με πολύχρωμα φουλάρια και πλεχτές ζακέτες. Σχεδόν πάντα ένα καπέλο στόλιζε το κεφάλι του. Το στυλ του άρεσε σε πολλές κοπέλες, εκείνη όμως δεν ανήκε σε αυτήν την κατηγορία. Δεν ήταν πως δεν της άρεσε, και μάλιστα πολλοί – ακόμα και η ίδια – θα έλεγαν πως της ταίριαζε πολύ περισσότερο. Όμως για άλλον χτυπούσε δυνατά η καρδιά της και αυτό δεν γινόταν να το παραβλέψει ενώσω εκείνος βρισκόταν μερικά μέτρα δίπλα της. Μόνο για ένα Σαββατοκύριακο.
«Όχι, μωρέ. Κάνει κρύο έξω. Ας κάτσουμε εδώ. Άλλη μία μπίρα,» παρήγγειλε.
Να προτιμά να παραμείνει κοντά του έστω και αν εκείνος δεν την πρόσεχε. Πραγματικά αξιοθρήνητη.
«Θα έρθετε το βράδυ στο πάρτι, ε;»
Η Ρόουζ εμφανίστηκε ανάμεσα τους.
«Σε ποιο πάρτι ακριβώς;» απόρησε η Ωρόρα.
Στο κάμπους δεν υπήρχε μία ημέρα που να μην γινόταν ένα τουλάχιστον πάρτι.
«Το οργανώνει η Αρχιτεκτονική. Θα είναι τέσσερις όροφοι και σε κάθε όροφο θα παίζει άλλο είδος μουσικής! Νομίζω θα είναι πολύ ωραία.»
«Θα πάτε με τον Άλμπους;» τόλμησε να ρωτήσει.
«Ναι, φυσικά. Ξετρελάθηκε όταν του το είπα. Θα πάμε όλοι μαζί. Και η Τζουλς με τους άλλους. Έχουμε ραντεβού δέκα η ώρα στην είσοδο της εστίας μας. Να είστε εκεί!» τους είπε και αποχώρησε επιστρέφοντας στα ξαδέρφια της που είχαν ξεκινήσει να παίζουν μπιλιάρδο στο πίσω μέρος του μαγαζιού.
«Μπορούμε να πάμε, αν θέλεις,» της πρότεινε ο Άντριου.
«Ναι, φυσικά, γιατί όχι,» χαμογέλασε δειλά εκείνη.
Μόνο η καρδιά της ήξερε πόσο δυνατά χτυπούσε. Άραγε υπήρχε κάποιος λόγος ή και αυτή η βραδιά θα αποδεικνυόταν κενή περιεχομένου όπως τόσες άλλες;
Αφιερωμένο στην Natassa22! Δεν έχει πολύ Σκόρπιους και Ρόουζ, αλλά έχει πολύ Άλμπους! Πείτε μου πώς σας φαίνεται που τον γνωρίζουμε λίιιιιγο καλύτερα; Και τι λέτε θα παιχτεί τίποτα με την Ωρόρα; Αφήστε μου σχολιάκιαααααα! Τρέφομαι με σχολιάκια!
Μέχρι την επόμενη φορά,
ΧΧΧ
