Κεφάλαιο 11

Τα πάντα για το γάμο του Άρτσι και της Άννυ ήταν έτοιμα υπό την αυστηρή επίβλεψη της Μεγάλης Θείας Ελρόυ. Εκείνη την ημέρα καλεσμένοι δε θα ήταν μόνο όσοι παρευρέθηκαν στους αρραβώνες αλλά και πολλά μέλη της «καλής κοινωνίας», καθώς επίσημα είχε τελειώσει το πένθος για τον χαμό του Στήαρ. Η «γλυκιά Κάντυ» ανθισμένη σε όλο τον κήπο, έτοιμη να καλωσορίσει τους καλεσμένους με την ομορφιά της και το υπέροχο άρωμα της.

Οι τρεις φίλες, μαζεμένες στο μεγάλο δωμάτιο, ετοιμάζονταν. Ήθελαν να είναι πιο όμορφες από ποτέ. Και τα είχαν καταφέρει.

«Έτοιμη» είπε η Άννυ.

Τα κορίτσια στεκόντουσαν μπροστά της και την χάζευαν.

«Άννυ μου, είσαι πανέμορφη» είπε η Κάντυ συγκινημένη

«Αλήθεια Άννυ, είσαι πολύ όμορφη» είπε η Πάτυ που δε χόρταινε να βλέπει τη φίλη της.

Οι κοπέλες αγκαλιάστηκαν βουρκωμένες από χαρά ώσπου έσπευσε η Κάντυ να ελαφρύνει το κλίμα.

«Ελάτε, ας αφήσουμε τα κομπλιμέντα να τελειώνουμε με τις ετοιμασίες γιατί τον βλέπω τον Άρτσι να ανησυχεί μήπως και το μετάνιωσε η Άννυ» είπε η Κάντυ και όλες γέλασαν.

Στη μεγάλη σάλα ήταν ήδη όλοι οι καλεσμένοι. Κομψές κυρίες με ακριβά φορέματα, συνοδευόμενες από κυρίους με ψηλά επιβλητικά καπέλα, προσπαθώντας να αποσπάσουν τα βλέμματα.

Μάταια, καθώς όλα τα βλέμματα στράφηκαν στην κορυφή της σκάλας, όπου στέκονταν η Κάντυ. Η ομορφιά της εκθαμβωτική. Φορούσε ένα μακρύ σκούρο μπορντό φόρεμα με μεταξωτές μακριές κορδέλες στα μαλλιά, που έπεφταν στη γυμνή πλάτη της. Το πρόσωπό της έλαμπε από ευτυχία για τη χαρά της φίλης της. Όλοι τη θαύμαζαν. Όλοι εκτός από την Ελίζα. Έβλεπε πόσο όμορφη ήταν. Δεν ήθελε να το παραδεχτεί ούτε στον ίδιο της τον εαυτό.

Ο Νηλ, μόλις την αντίκρισε, ένιωσε έναν κόμπο στο στομάχι. Δεν μπορούσε να δεχτεί ότι δεν κατάφερε την παντρευτεί.

Δίπλα στην Κάντυ ο Άλμπερτ, όπως πάντα πολύ γοητευτικός, μέσα στο γκρι κουστούμι του, καμάρωνε που συνόδευε την Κάντυ.

Αμέσως μετά, την εμφάνισή της έκανε η Μεγάλη Θεία Ελρόυ, συνοδευόμενη από τον πολύ όμορφο και ευτυχισμένο Άρτσι. Συγκινημένη για τον αγαπημένο αλλά και μονάκριβο εγγονό της, τον φίλησε, του ευχήθηκε και προχώρησε προς το πλάι. Ώσπου εμφανίστηκε η Άννυ. Ένα δυνατό επιφώνημα θαυμασμού ακούστηκε από όλους τους καλεσμένους. Συνοδευόμενη από τον συγκινημένο κύριο Μπράιτον, πλησίαζε ολοένα τον Άρτσι, ο οποίος είχε θαμπωθεί από την ομορφιά της. Η Κάντυ τον σκούντηξε ελαφρά για να τον συνεφέρει, κοιτάζοντάς τον πειραχτικά.

«Να μου την προσέχεις και να την αγαπάς αγόρι μου» είπε ο κύριος Μπράιτον, ο οποίος παρέδωσε στον Άρτσι την κόρη του και σκούπισε τα βουρκωμένα μάτια του.

«Θα κάνω τα πάντα για να είναι ευτυχισμένη η Άννυ κύριε Μπράιτον» απάντησε ο Άρτσι ο οποίος παρέδωσε στην Άννυ την ανθοδέσμη και τη φίλησε δειλά στο μάγουλο.

Η Άννυ, κατέβαλλε υπεράνθρωπες προσπάθειες να συγκρατήσει τα δάκρυά της, για να μην χαλάσει το μακιγιάζ της. Η Κάντυ, καμάρωνε βουρκωμένη τους φίλους της. Η κυρία Πόνυ και η αδελφή Μαρία, δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν τα δάκρυά τους. Σκεφτόντουσαν την πρώτη μέρα που την αντίκρισαν μωρό και τώρα πια μεγάλη κοπέλα, στο πλευρό του ανθρώπου που αγαπά.

Μετά την ολοκλήρωση της τελετής ακολούθησε ο καθιερωμένος χορός τους ζευγαριού.

'Πόσο ταιριαστοί και ευτυχισμένοι που είναι' σκεφτόταν η Κάντυ που μία γλυκιά ζήλια την πλημμύρισε. 'Πόσο θα' θελα κι εγώ να παντρευτώ. Ω, Τέρρυ, που να είσαι τώρα;' αναρωτήθηκε. Το χειροκρότημα των καλεσμένων, επανέφερε την Κάντυ στην πραγματικότητα.

Αμέσως το ζευγάρι έσπευσε για την πρώτη πρόποση.

«Σας ευχαριστούμε πολύ που παραβρεθήκατε σ' αυτή την τόσο σημαντική μέρα της ζωής μας» είπε ο Άρτσι υψώνοντας πρώτος το ποτήρι του.

«Χαιρόμαστε πολύ που μοιραζόμαστε μαζί σας τη χαρά μας» συμπλήρωσε η Άννυ και αφού όλοι ταυτόχρονα τους ευχήθηκαν να ζήσουν ήπιαν στην υγειά τους.

«Άννυ μου εύχομαι όση είναι η ομορφιά σου σήμερα άλλη τόση και ακόμα περισσότερη να είναι και η ευτυχία σου την υπόλοιπη ζωή σου» είπε η Κάντυ και αγκάλιασε την καλύτερή της φίλη, η οποία δακρυσμένη την ευχαρίστησε.

«Άρτσι εύχομαι να είστε πάντα αγαπημένοι και ευτυχισμένοι»

«Σ' ευχαριστούμε πολύ Κάντυ. Και στα δικά σου» απάντησε ο Άρτσι και της έκλεισε το μάτι.

«Αργώ εγώ» απάντησε η Κάντυ και χαμογέλασε, προσποιούμενη ότι προσπέρασε αδιάφορα την ευχή που της έδωσε ο Άρτσι. Μέσα της όμως ήθελε πολύ να πραγματοποιηθεί η ευχή του φίλου της.

Όλοι άρχισαν το χορό. Όλοι οι κύριοι χόρευαν καμαρωτά με τις ντάμες τους. Ανάμεσά τους ο Άρτσι με την Άννυ, η Πάτυ με τον Τομ και η Κάντυ με τον Άλμπερτ.

Στην άκρη η Ελίζα είχε σκάσει που κανένας δεν την ζήτησε να χορέψουν. Ο Νηλ, ήθελε πάρα πολύ να ζητήσει από την Κάντυ να χορέψουν, αλλά φοβόταν πως θα έπαιρνε την ίδια απάντηση που του είχε δώσει στους αρραβώνες του ζευγαριού.

Η Ελίζα κατευθύνθηκε προς τη Μεγάλη Θεία Ελρόυ φανερά εκνευρισμένη. Ήθελε να βγάλει από μέσα της τις γνωστές κακίες της.

«Ορίστε Μεγάλη Θεία Ελρόυ, ποιους βάζουμε στο σπίτι μας. Η Πάτυ να χορεύει με αυτόν τον χωριάτη μέσα στο σπίτι του Στήαρ. Δε σέβεται τίποτα πια» είπε η Ελίζα ικανοποιημένη που για άλλη μια φορά έχυσε το δηλητήριό της. Μόνο που δεν έλεγξε τον τόνο της φωνής της και όλοι την άκουσαν. Η Πάτυ άρχισε να κλαίει. Ο Τομ δεν ήξερε πώς να αντιδράσει.

«Ελίζαααα» φώναξε η Κάντυ και πήγε αμέσως στη φίλη της την Πάτυ.

«Ο Στήαρ αγαπούσε πολύ την Πάτυ, αλλά δυστυχώς δεν είναι πια κοντά μας. Είναι λογικό να συνεχίσει τη ζωή της. Εξάλλου και ο Στήαρ θα ήθελε η Πάτυ να είναι ευτυχισμένη» είπε έξαλλος ο Άρτσι.

«Όπως επίσης η Πάτυ τίμησε και με το παραπάνω την μνήμη του Στήαρ, σε αντίθεση με σένα που ποτέ δεν άναψες ούτε ένα κερί στη μνήμη του και το μόνο που κάνεις είναι να περιφέρεσαι άσκοπα σ' αυτόν τον κόσμο, χωρίς να κάνεις τίποτα ουσιαστικό στη ζωή σου» είπε οργισμένος ο Άλμπερτ.

Τα λόγια τους είχαν απαλύνει λίγο τον πόνο και τη ντροπή που ένιωθε η Πάτυ.

Όλοι είχαν μείνει άφωνοι. Η Μεγάλη Θεία Ελρόυ, ενοχλημένη από τα όσα συνέβαιναν μπροστά στα μάτια της φώναξε δυνατά:

«Σταματήστε τώρα. Συνεχίστε όλοι το χορό. Σήμερα γιορτάζουμε».

Η Ελίζα υπό το αυστηρό βλέμμα του πατέρα της αλλά και των περισσοτέρων έφυγε τρέχοντας ταπεινωμένη από την έπαυλη.

«Σας ζητώ συγνώμη» είπε ο κύριος Ράγκαν, ο οποίος πήρε και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του και αποχώρησαν από την έπαυλη. 'Αυτή τη φορά το παράκανε η Ελίζα' σκέφτηκε η Μεγάλη Θεία Ελρόυ.

Η ορχήστρα άρχισε αμέσως να παίζει και όλοι συνέχισαν το χορό τους, προσπαθώντας να ξεχάσουν τι είχε συμβεί.

Όλοι εκτός από την Πάτυ, που εξακολουθούσε να νιώθει άσχημα.

«Όλα τελείωσαν Πάτυ μου» είπε ο Τομ.

«Όλοι είναι με το μέρος σου Πάτυ. Το είδες και μόνη σου. Μη δίνεις σημασία στην Ελίζα» θέλοντας να παρηγορήσει τη φίλη της.

Τα παιδιά του ορφανοτροφείου πήγαν ένα ένα και φίλησαν τη δασκάλα τους. Τα λόγια τους ηρέμησαν την Πάτυ.

Η δεξίωση τελείωσε. Η μέχρι πριν λίγο γεμάτη από κόσμο μεγάλη σάλα ήταν άδεια. Ήταν πολύ έντονη μέρα. Πολύ κούραση, πολλές συγκινήσεις, πολλά απρόοπτα. Η Κάντυ πήρε ένα ποτήρι και το μπουκάλι με την σαμπάνια και προχώρησε προς τον κήπο αργά. Έδειχνε να απολάμβανε το κάθε βήμα. Ένιωθε πως σιγά σιγά ηρεμούσε.

Στον κήπο όμως δεν ήταν μόνη της.


«Μπορώ να καθίσω;» ρώτησε η Κάντυ.

«Φυσικά και μπορείς» της απάντησε ο Άλμπερτ ο οποίος κρατούσε στα χέρια του ένα άδειο ποτήρι σαμπάνιας. Η Κάντυ κάθισε δίπλα του. Γέμισε τα ποτήρια τους και έβγαλε τα τακούνια της που τόσο πολύ την είχαν κουράσει.

«Ω Άλμπερτ επιτέλους έχουμε λίγη ησυχία να μιλήσουμε ήρεμα» είπε και τσούγγρισε μαζί του.

«Πως ήταν το τελευταίο σου ταξίδι;» ρώτησε η Κάντυ θέλοντας να μάθει νέα του αγαπημένου της Άλμπερτ που είχε μέρες να δει.

«Οι δουλειές πάνε καλά ευτυχώς. Ο Τζωρτζ είναι πάντα πολύτιμος σύμβουλος και όλες οι προτάσεις του καταλήγουν σε σίγουρη επιτυχία. Ειλικρινά δεν ξέρω τι θα είχα κάνει χωρίς τη βοήθειά του».

«Και πότε θα ξαναφύγεις;»

«Σύντομα. Σε μια βδομάδα, αλλά σε τρεις εβδομάδες θα είμαι πάλι πίσω. Εσύ μικρή μου πως τα πας;» ρώτησε ο Άλμπερτ με τη σειρά του.

«Η αλήθεια είναι ότι μας έτυχαν κάποια δύσκολα περιστατικά αλλά ευτυχώς όλα πήγαν καλά. Έχει έρθει κι ένας καινούργιος γιατρός, ορθοπεδικός και τουλάχιστον ότι περιστατικά έχουμε σ' αυτόν τον τομέα, αντιμετωπίζονται πιο γρήγορα» είπε η Κάντυ η οποία συνέχισε να αναφέρεται στα νέα της δουλειάς της μη θέλοντας ούτε να κάνει καμία αναφορά στα όσα ένιωσε εκείνο το βράδυ.

Η Κάντυ έκανε μια παύση. Κοίταξε μακριά και χάθηκε η ματιά της στο κενό. Ο Άλμπερτ που μέχρι τώρα είχε μάθει να τη διαβάζει σαν ανοιχτό βιβλίο, κατάλαβε ότι κάτι άλλο απασχολούσε τη μικρή του. Χωρίς δεύτερη σκέψη την πλησίασε και ακούμπησε τον ώμο της:

«Τι άλλο σε απασχολεί μικρή μου;»

Η Κάντυ ξαναγυρίζοντας στην πραγματικότητα του απάντησε βιαστικά:

«Τίποτε άλλο. Αυτά ήταν τα νέα μου».

Ο Άλμπερτ της χαμογέλασε:

«Μικρή μου, ξέρεις ότι σε μένα μπορείς να μιλήσεις άνετα. Τι άλλο στριφογυρίζει μέσα στο μυαλουδάκι σου;», τη ρώτησε χτυπώντας απαλά την κορυφή του κεφαλιού της.

Η Κάντυ αχνογέλασε. Γύρισε το κεφάλι της από την άλλη και ψιθύρισε:

«Πόσο καλά με ξέρεις Άλμπερτ;»

«Περισσότερο από όσο ξέρω εμένα νομίζω», την πείραξε ο Άλμπερτ. Το πείραγμά του δεν κατάφερε να αλλάξει το ύφος όμως της Κάντυ.

«Ξέρεις, σκεφτόμουν έντονα τελευταία… Σκεφτόμουν τον Τέρρυ».

Το ύφος του Άλμπερτ σοβάρεψε:

«Τυχαία εννοείς;»

«Τυχαία; Δεν θα έλεγα τυχαία Άλμπερτ. Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω πάψει καθόλου να τον σκέφτομαι όλο αυτόν τον καιρό, ξέρω ότι πρέπει να πάψω να τον αγαπάω, αλλά μου είναι τόσο δύσκολο! Και έχει περάσει τόσος καιρός που δεν τον έχω δει. Μου έχει λείψει πολύ Άλμπερτ. Η μέρα είναι πάντα εύκολη. Το πρόγραμμά μου με κρατάει απασχολημένη και σπάνια θα περάσει κάποια σκέψη από το μυαλό μου, αλλά τα βράδια Άλμπερτ είναι δύσκολα. Δεν φεύγει στιγμή από το μυαλό μου. Ο τρόπος που χωρίσαμε, όλα όσα ονειρευτήκαμε να ζήσουμε και που δεν προλάβαμε ποτέ, όλα τα χτυπήματα της μοίρας. Πάντα υπήρχαν εμπόδια μεταξύ μας Άλμπερτ, πάντα. Κι όμως….»

Ο Άλμπερτ την άκουγε σιωπηλός:

«Έχεις σκεφτεί Κάντυ ότι μπορεί και ο ίδιος να σε σκέφτεται ακόμα;»

«Ναι Άλμπερτ. Μπορεί. Στο γράμμα της η Σουζάνα έτσι έλεγε. Μπορεί ακόμα να με σκέφτεται, αλλά και τι με αυτό; Δεν αλλάζει το γεγονός ότι η Σουζάνα τον χρειάζεται περισσότερο από εμένα».

«Κάντυ έχεις σκεφτεί ότι ο Τέρρυ μπορεί κι αυτός να βασανίζεται όπως εσύ;»

«Τι αλλάζει μ'αυτό Άλμπερτ;»

«Τα πάντα Κάντυ. Γιατί δεν πας να τον συναντήσεις; Είμαι σίγουρος ότι θα χαρεί να σε δει. Γιατί δεν προσπαθείς να τον διεκδικήσεις Κάντυ;»

«Μα πως θα μπορούσα Άλμπερτ; Δεν είναι σωστό».

«Κάντυ, μην κάνεις τα ίδια λάθη που έκανα κι εγώ…», ο Άλμπερτ κόμπιασε.

Η Κάντυ τον κοίταξε σαστισμένη:

«Άλμπερτ! Τι εννοείς; Ποια λάθη;»

Ο Άλμπερτ γύρισε το κεφάλι του μακριά. Δεν είχε μιλήσει ποτέ στην Κάντυ για το θέμα αυτό, αλλά ίσως… Στην Κάντυ εμπιστευόταν τα πάντα. Ίσως σε αυτή να μπορούσε να ανοίξει την καρδιά του και να βγάλει το βαρύ φορτίο από μέσα του. Την κοίταξε τρυφερά: «Ιστορίες Κάντυ. Σίγουρα θα βαρεθείς».

«Μα τι λες τώρα Άλμπερτ. Ποτέ δεν θα βαριόμουν να ακούσω όσα έχεις να μου πεις».

Ο Άλμπερτ την κοίταξε τρυφερά. Ήξερε πως η Κάντυ εννοούσε όσα του έλεγε. Ένιωθε την ανάγκη να της μιλήσει τόσο που δεν χρειάστηκε άλλη παρότρυνση:

«Όταν ήμουν φοιτητής στο Λονδίνο, είχα πολλές περιπέτειες ξέρεις. Αυτό που έκανε τους υπόλοιπους να με ζηλεύουν ήταν ότι για να κάνω μια κοπέλα να με προσέξει δεν χρειαζόταν κάτι άλλο από το να προφέρω το όνομά μου. Οι ωραιότερες κόρες όλων των οικογενειών ήταν αμέσως πρόθυμες να χορέψουν ή να βγουν μαζί μου. Όπως καταλαβαίνεις όμως κάτι τέτοιο δεν με ενδιέφερε καθόλου κι έτσι όλες οι γνωριμίες που έκανα μου ήταν πλήρως αδιάφορες. Είχα πάντα βέβαια μια όμορφη συνοδό στο πλευρό μου, αλλά ποτέ δεν επεδίωξα τίποτε περισσότερο.

Στο δεύτερο έτος των σπουδών μου ένας καθηγητής μου με είχε στριμώξει για τα καλά για μια εργασία. Έτσι αναγκάστηκα να κάνω μια εκτενέστατη έρευνα στη βιβλιοθήκη για επιπλέον βιβλιογραφία. Εκεί λοιπόν ήταν η πρώτη φορά που τη συνάντησα. Σιωπηλή και σοβαρή μελετούσε ένα βιβλίο. Είχε καστανά ίσια μακριά μαλλιά και καταγάλανα μεγάλα μάτια. Δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από πάνω της. Εκείνη δεν με κοίταξε καν. Ήταν η πρώτη κοπέλα που γνώριζα που δεν μου έριχνε ούτε μια εξερευνητική ματιά. Απογοητεύτηκα όταν την είδα να φεύγει λίγο αργότερα.

Την επόμενη μέρα τη βρήκα και πάλι εκεί να μελετάει. Ενθουσιάστηκα με αυτή την τύχη μου και αποφάσισα να της μιλήσω. Σκέφτηκα να της συστηθώ. Αυτό θα ήταν αρκετό για να γνωριστούμε αμέσως. Την πλησίασα και της χαμογέλασα:

'Επιτρέψτε μου να σας συστηθώ. Γουίλιαμ Άντριου'.

Σήκωσε τα μάτια της και με κοίταξε αδιάφορα. Ένιωσα τα γόνατά μου να λυγίζουν στο κοίταγμά της.

'Θα θέλατε κάτι;' με ρώτησε παγερά.

'Το όνομά σας', της απάντησα βάζοντας όλη μου τη γοητεία.

Εκείνη γύρισε ξανά στο βιβλίο της.

'Εκτός κι αν χρειάζεστε πραγματικά κάποια βοήθεια, σας παρακαλώ μη σπαταλάτε αδίκως το χρόνο μου'.

Απομακρύνθηκα αποθαρρημένος και απογοητευμένος. Πρώτη φορά εισέπραττα μια τέτοια απόρριψη από μια γυναίκα.

Όλη την εβδομάδα συνέχισα να πηγαίνω στη βιβλιοθήκη και να την κοιτώ διακριτικά. Παρατήρησα ότι μελετούσε βιβλιογραφία σχετικά με την ανατομία των ζώων. Η ιδέα με ενθουσίασε ακόμα περισσότερο, αλλά δεν έβρισκα τρόπο να την πλησιάσω. Έτσι πέρασε ακόμα μια βδομάδα, χωρίς εκείνη να με κοιτάξει ούτε μια φορά. Ένα απόγευμα την πλησίασα αποφασισμένος.

'Τι είναι αυτό που σε κάνει να μην θέλεις καν να μου πεις το όνομά σου;'

'Ο πολύτιμος χρόνος' μου απάντησε χωρίς να με κοιτάξει καν.

'Εσύ λοιπόν που εκτιμάς τόσο τον χρόνο, θα έχεις καταλάβει ότι σε παρατηρώ 2 εβδομάδες τώρα περιμένοντας μόνο να μάθω πως σε λένε. Τι λες; Είναι αρκετά πολύτιμες 2 εβδομάδες για να μου πεις μόνο το όνομά σου;'

Γύρισε και με κοίταξε σαστισμένη. Με κοίταξε για λίγο σκεφτική. Μετά από λίγο γύρισε τα μάτια της στο βιβλίο.

'Κριστίν', ψιθύρισε χωρίς να προσθέσει τίποτε άλλο.

Έκανα μια μικρή υπόκλιση και της απάντησα.

'Χάρηκα Κριστίν' και απομακρύνθηκα. Ήταν η πρώτη φορά που ένωσα τα μάτια της να με κοιτάν όπως απομακρυνόμουν.

Συνέχισα να πηγαίνω στη βιβλιοθήκη χωρίς να την ενοχλώ. Μόνο τη χαιρετούσα καθώς την έβλεπα και φρόντιζα να κάθομαι κάπου που θα μπορώ να την παρατηρώ. Μου πήρε βδομάδες για να μπορέσω να την πλησιάσω.

Ένιωσα ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου όταν τελικά δέχτηκε να τη συνοδεύσω μέχρι το σπίτι της ένα απόγευμα.

Με πολύ αργούς ρυθμούς προχώρησε η γνωριμία μας. Η Κριστίν ήταν από μια αστική Λονδρέζικη οικογένεια. Τα χρήματα που της παρείχαν οι γονείς της δεν ήταν αρκετά για να καλύψουν το κόστος των σπουδών της και έτσι αναγκαζόταν να εργάζεται για να μπορέσει να ανταπεξέλθει οικονομικά. Τα μαθήματα, το διάβασμα, αλλά και η δουλειά, πραγματικά δεν της άφηναν καθόλου ελεύθερο χρόνο. Είχε πάντα μεγάλη αγάπη για τα ζώα και το όνειρό της ήταν να γίνει κτηνίατρος για να μπορεί να τα βοηθάει.

Όσο τη γνώριζα τόσο περισσότερο την ερωτευόμουν και προς μεγάλη μου ευτυχία έβλεπα τα αισθήματά μου να έχουν ανταπόκριση. Η Κριστίν, ένας πολύ περήφανος άνθρωπος, δεν έδωσε ποτέ σημασία στην καταγωγή μου και στην κοινωνική μου τάξη. Οι στιγμές μαζί της ήταν όλες βγαλμένες από παραμύθι. Έφτανε μια ματιά της για να με κάνει τον πιο ευτυχισμένο άνθρωπο του κόσμου. Ήταν η μόνη φορά στη ζωή μου που άκουγα κάποιον να προφέρει το όνομά μου και αντί για απέχθεια αισθανόμουν ευτυχία. Ποτέ ξανά δεν έχω νοιώσει τόσο όμορφα ακούγοντας κάποιον να με αποκαλεί 'Γουίλιαμ'.

Την πρώτη φορά που τη φίλησα ήταν στις όχθες του Τάμεση. Η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή. Αλλά και όλες οι υπόλοιπες φορές ήταν το ίδιο μαγικές για μένα. Περνάγαμε ατελείωτα απογεύματα ξαπλωμένοι στο βασιλικό πάρκο διαβάζοντας. Εκείνη ξαπλωμένη στην αγκαλιά μου μελετούσε κι εγώ ατελείωτες ώρες κοίταζα το όμορφό της πρόσωπο και χάιδευα τα μαλλιά της.

Έτσι όμορφα πέρασαν τα υπόλοιπα έτη των σπουδών μου. Στο τελευταίο έτος της είπα ότι θα πρέπει να έρθει μαζί μου όταν τελειώσει τις σπουδές της. Εκείνη ήθελε τόσο να είμαστε μαζί που δεν το σκέφτηκε καν. Θα έπρεπε να μείνουμε όμως έναν χρόνο χωριστά για να τελειώσει κι εκείνη τις σπουδές της.

Έστειλα μήνυμα στη Θεία Ελρόυ για να της ανακοινώσω τις προθέσεις μου. Φοβόμουν τις αντιδράσεις της και περίμενα με αγωνία την απάντησή της, Αντί για το γράμμα της όμως ήρθε η ίδια να με δει στο Λονδίνο. Έμεινα σαν στήλη άλατος όταν είδα το αυστηρό ανάστημά της μπροστά μου.

'Γουίλιαμ Άλμπερτ Άντριου, σου απαγορεύω να συνεχίσεις αυτή την ανούσια σχέση που μόνο προβλήματα μπορεί να προκαλέσει στην οικογένειά μας. Μην ξεχνάς ότι είσαι η κεφαλή των Άντριου και ως τέτοια θα πρέπει να συμπεριφέρεσαι. Αρκετά καπρίτσια σου έχω ανεχτεί. Ο γάμος σου είναι μια απόφαση που θα πάρουμε μαζί.

Ο Άλμπερτ έκανε μια παύση. Δεν ήθελε να αναφέρει στην Κάντυ ότι η Μεγάλη Θεία Ελρόυ είχε χρησιμοποιήσει την πρόσφατη υιοθεσία της Κάντυ για να τον κάνει να υποχωρήσει στο θέμα του γάμου. Κάτι τέτοιο θα πλήγωνε την Κάντυ και δεν θα ωφελούσε κανέναν. Πήρε μια βαθιά ανάσα και συνέχισε:

«Η πίεση που δέχτηκα τις επόμενες μέρες δεν μου άφηνε και πολλές επιλογές. Έπρεπε να υπακούσω στις εντολές της Μεγάλης Θείας. Με την καρδιά χίλια κομμάτια ανακοίνωσα στην Κριστίν ότι δεν μπορούμε να είμαστε μαζί. Της εξήγησα πόσο πολύτιμη ήταν η παρουσία της στη ζωή μου και πόσο πολύ την αγαπούσα και ότι θα προσπαθούσα να κάνω τα πάντα για να μεταπείσω τη Μεγάλη Θεία. Η Κριστίν όμως, ήξερε πολύ καλά σε πόσο δύσκολη θέση με είχε φέρει η Θεία, Σηκώθηκε αργά και με κοίταξε παγωμένα στα μάτια.

'Δεν υπάρχει λόγος να προσπαθήσεις για τίποτα Γουίλιαμ. Κάνε το καθήκον που πρέπει να κάνεις'.

Έτσι με μια πρόταση έφυγε η Κριστίν από τη ζωή μου. Δεν ξανασυναντηθήκαμε από τότε. Πολύ σύντομα πήρα το πτυχίο μου και έφυγα με βαριά καρδιά από την Αγγλία. Κοιτάζοντας από το καράβι την ακτή να ξεμακραίνει την είδα από μακριά να στέκεται ακίνητη στο λιμάνι. Είχε έρθει μέχρι εκεί να με αποχαιρετήσει με τον δικό της διακριτικό τρόπο. Έμεινα να την κοιτάζω δακρυσμένος μέχρι που δεν μπορούσα να τη διακρίνω πια. Μπορούσα βαθιά μέσα μου να νιώσω ότι ζούσε την ίδια αγωνία με μένα. Ήξερα τότε ότι αυτή η γυναίκα δεν θα έφευγε ποτέ από την καρδιά μου».

Ο Άλμπερτ σώπασε. Η Κάντυ τον παρακολουθούσε με δάκρυα να κυλούν από τα μάτια της. Έπεσε στην αγκαλιά του και συνέχισε να κλαίει:

«Ω Άλμπερτ. Πόσο πρέπει να πόνεσες; Γιατί δεν μου είπες ποτέ τίποτα;»

«Γιατί Κάντυ με πονάει ακόμα και να λέω το όνομά της».

«Την αγαπάς ακόμα Άλμπερτ; Μετά από τόσο καιρό; Κι ας μην είναι μαζί σου;»

«Καλή μου Κάντυ. Η αγάπη δεν σβήνει επειδή δεν βλέπεις κάποιον ή επειδή περνάει ο καιρός. Η αγάπη μένει πάντα εκεί. Μετά από καιρό μαθαίνεις να μην πονάς πια. Η θύμηση είναι λιγότερο οδυνηρή, αλλά η αγάπη δεν σβήνει, δεν χάνεται, υπάρχει πάντα και ζει μέσα στην καρδιά μας. Μέσα στα όνειρά μας. Η μορφή της είναι πια θολή. Η φωνή της ζει μόνο μέσα στην ανάμνησή μου, αλλά το κομμάτι της ψυχής μου που σημάδεψε θα μένει για πάντα δικό της».

«Άλμπερτ, αν συνέβαινε αυτό τώρα, τι θα έκανες;»

«Αυτό που δεν έκανα τότε. Δεν θα επέλεγα να ζήσω μια ζωή μέσα στον πόνο της απουσίας της Κάντυ. Μπορεί να μην γύριζα ποτέ στην Αμερική. Μπορεί να είχα υψώσει το ανάστημά μου στη Μεγάλη Θεία και να μην υπέκυπτα στους εκβιασμούς της. Το βέβαιο είναι ότι δεν θα είχα φύγει από κοντά της».

«Σκέφτηκες ποτέ να πας και να της βρεις;»

«Κάθε μέρα. Την αναζήτησα όταν ήμουν στο Λονδίνο. Τότε που ήσουν κι εσύ με τον Τέρρυ, αλλά δεν τη βρήκα πουθενά. Κανείς δεν ήξερε να μου πει που ήταν και η οικογένειά της δεν δέχτηκε να με δει. Έβαλα τον Τζωρτζ να με βοηθήσει. Κάποια πληροφορία την ήθελε να βρίσκεται στην Ιταλία. Πήγα να την βρω, αλλά δυστυχώς στην κλινική που δούλευε μου είπαν ότι αποφάσισε να πάει Αμερική. Τώρα όμως είναι πια αργά. Η ίδια θα έχει δική της οικογένεια και σε σένα μπορώ να εξομολογηθώ ότι δεν θα ήθελα να ξέρω πως περνάει τη ζωή της με μια οικογένεια που δεν είναι δική μου».

Η Κάντυ χαμογέλασε πικρά: 'Ναι Άλμπερτ. Ξέρω καλά τι εννοείς' σκέφτηκε: «Άλμπερτ, σταματάει ποτέ να πονάει τόσο;» ρώτησε η Κάντυ.

«Όπως σου είπα Κάντυ, ναι, η απουσία σταματάει να πονάει. Αυτό που τελικά πονάει περισσότερο είναι οι αποφάσεις που δεν πήραμε όταν έπρεπε να πάρουμε.»

Τα λόγια του Άλμπερτ συντρόφευαν την Κάντυ για τις επόμενες μέρες…