Στη μούσα μου, την 815 BrokenPencils.


Ο θησαυρός

Ήταν η πρώτη του φορά εδώ και έναν χρόνο ολάκερο, που βρέθηκε μονάχος και μακριά από την πρωτεύουσα. Ήταν ελεύθερος να ταξιδέψει πάνω στις απέραντες πεδιάδες, ελεύθερος και να απλώσει πάλι τον νου του προς εκείνους που φύλαγε σαν θησαυρό κρυμμένο στα κατάβαθα της καρδιάς του. Πρωτίστως έρχονταν να τον ζεστάνουν οι αναμνήσεις που διατηρούσε από την Ναζουάντα κι όλες τις ώρες τις πολύτιμες, που είχε κάποτε μοιραστεί μαζί της· είτε ήταν οι ώρες της εξάσκησης, είτε οι ελάχιστες μοναχικές τους συναντήσεις. Οι συζητήσεις τους ξεχύνονταν και πάλι από τις κρύπτες του νου ζωντανεύοντας την ψυχή του. Όταν κινούσε μακριά από τους Βάρντεν με στόχο αυτή του την αποστολή, αλλιώς είχε φανταστεί τους μήνες που θα κυλούσαν δίχως τη Ναζουάντα. Θα κέρδιζε γοργά, όπως πίστευε, την αποδοχή του βασιλιά, θα μάθαινε απ' αυτόν όσα μπορούσε περισσότερα μυστικά του και πριν ακόμα μπει ο νέος χειμώνας, θα γύριζε κοντά της. Αντίθετα, η πραγματικότητα είχε άλλα σχέδια γι' αυτόν και τη ζωή του. Το να κερδίσει την εμπιστοσύνη του Γκαλμπατόριξ είχε αποδειχθεί όχι μονάχα δύσκολο, αλλά και χρονοβόρο. Ο Μέρταγκ όμως ήταν αποφασισμένος να υπομονέψει και να επιτύχει. Με την ιδέα, ότι η κάθε ώρα που περνούσε μακριά από την κοπέλα, τόσο ακόμα πιο κοντά έφερνε την μέρα που πάλι θα ανταμώνανε, συνέχισε το ταξίδι του. Σαν τον χλωμό ήλιο του χειμώνα τον ζέσταινε τώρα η σκέψη της. Σαν την ανάμνηση του γλυκού ανοιξιάτικου ανέμου, που σέρνει μαζί του μυρωδιές από ανθισμένα περιβόλια, για να γλυκάνει μια σταλιά το κρύο του καταχείμωνου.

Μετά οι σκέψεις του στρέφονταν στην ίδια την αποστολή του και στην καλύτερη έκβασή της, που τόσο τον προβλημάτιζε. Όλα αυτά που είχε σιγουρέψει σχετικά με τους υπερβάλλοντες εξοπλισμούς του βασιλιά και με τους απροσδόκητους, σκοτεινούς του υπηρέτες– όπως τον Ίσκιο και τους Ρά'ζακ – τώρα ήταν πια ελεύθερος να τα κοινωνήσει στον αρχηγό των Βάρντεν. Ιδίως την ειδοποίηση για τους διδύμους μάγους, αυτούς τους βδελυρούς προδότες. Δεν είχαν άδικο όσοι μαχητές των Βάρντεν ένοιωθαν για κείνους μεγάλη περιφρόνηση. Ήταν το ένστικτο του πολεμιστή μέσα τους, που δρούσε προνοητικά προειδοποιώντας όλους για το ποιόν τους. Το πλέον σωστό που έπρεπε να κάνει, ήταν ν' αναζητήσει την βοήθεια άλλου μάγου. Κάποιου που θα διαχειριζόταν την μαγεία ελεύθερα από τον Γκαλμπατόριξ και θα του ήταν δυνατόν να μεταφέρει τις συλλεγμένες με πολύ κόπο πληροφορίες στον Άτζιχαντ τον ίδιο. Γιατί, σε ποιο άλλον αλήθεια μπορούσε ο Μέρταγκ να έχει πια εμπιστοσύνη;

Η αναζήτηση ενός μάγου ελεύθερου και ανεξάρτητου θα ήταν η πρώτη του φροντίδα μόλις βρισκόταν μέσα από τα τείχη της Ντρας-Λεόνα. Όσες μικρές πολίχνες, τα λίγα χωριά και οι απομονωμένες φάρμες που διέκρινε από απόσταση, καθώς ταξίδευε πάνω στον αμαξωτό δρόμο, δεν πίστευε ότι θα μπορούσαν να διαθέτουν κάποιον καλύτερο από το επίπεδο μιας γριάς γιάτρισσας. Βρισκόταν ακόμα τόσο κοντά στην Ουρου'μπαίην και ο Μέρταγκ δεν περίμενε ένας μάγος να ζει κάπου εκεί και να εργάζεται ανέλεγκτος από τον Γκαλμπατόριξ. Αν βιαστικά εμπιστευόταν κάποιον και αν κατόπιν σπιούνοι του παλατιού ρωτούσαν τους χωριάτες ερευνώντας, θα ήταν εύκολο για τον καθένα να θυμηθεί τον μοναχικό ταξιδιώτη. Να δώσει ακριβή περιγραφή δική του και του αλόγου του. Το πιθανότερο ο βασιλιάς θα μάθαινε ότι ήταν πράκτορας των Βάρντεν προτού ακόμα πλησιάσει αρκετά την Ντρας-Λεόνα. Καλύτερο θα ήταν να υπομόνευε ως την μητρόπολη. Μέσα στα πλήθη που την κατοικούσαν θα ήταν σίγουρα ευκολότερο, ν' ανακαλύψει το πρόσωπο που χρειαζόταν. Ακόμα και όταν θα εύρισκε τον μάγο τον εχέμυθο, που θα του ήταν δυνατόν να εδραιώσει αυτή την επικοινωνία, θα έπρεπε να φερθεί πολύ προσεκτικά και τότε. Θα αποζητούσε να έρθει σ' επαφή με την μάγισσα Τριάννα. Θα απαιτούσε από αυτήν να προστρέξει στον Άτζιχαντ τον ίδιο. Έτσι δεν θα γινόταν δυνατόν οι δύο προδότες να πληροφορηθούν ούτε τις γνώσεις που μετέδιδε, ούτε την παρουσία του κοντά στον Γκαλμπατόριξ.

Ευχαριστημένος για τις ιδέες του ο Μέρταγκ επέτρεπε στον εαυτό του να φανταστεί την επικοινωνία αυτή πάλι και πάλι. Θα ιστορούσε με λεπτομέρειες όλα όσα γνώριζε στον αρχηγό των Βάρντεν. Τότε κι εκείνος σίγουρα θα εκτιμούσε τις υπηρεσίες του. Θα προετοίμαζε γι' αυτόν μια θέση στο πλευρό του, που επάξια θα καταλάμβανε όταν γυρνούσε. Όλες οι γνώσεις οι επιπρόσθετες που αποκτούσε στην πρωτεύουσα κοντά στον λόρδο Μπαρστ, θα κρίνονταν όχι μονάχα χρήσιμες, μα ακόμα και απαραίτητες για τους επαναστάτες. Ο Άτζιχαντ θα τον τοποθετούσε πλάι του, υπαρχηγό του. Θα έπαιρνε μέρος σε όλα του τα συμβούλια σαν απαραίτητος βοηθός του. Οι φιλοδοξίες όλες, που εύρισκαν μέσα του τροφή, αρκούντως θα καλύπτονταν. Τότε θα ερχόταν και η ώρα για να ζητήσει επίσημα το χέρι της Ναζουάντα.

Αχ, Ναζουάντα… κόρη γλυκιά κι ευγενική! Πόσο πολύ είχε επιθυμήσει την παρουσία της, πόσο και τον γλυκό της λόγο! Θα ήταν άραγε δυνατόν να τα κατάφερνε, να ανταλλάξει μέσω του μάγου λίγα λόγια, έστω ένα βλέμμα και με την Ναζουάντα; Ακόμα και αν μπορούσε να ξεκλέψει από το πρόσωπό της μια ματιά και μόνο, θα ένοιωθε ευτυχισμένος. Την ίδια την στιγμή που τα όμορφά της μάτια θα έρχονταν σε άμεση επαφή με τα δικά του μέσα απ' την μαγική επιφάνεια, την ίδια εκείνη ώρα θα μάντευε τα συναισθήματα, τις σκέψεις τις ενδόμυχες που έκρυβε γι' αυτόν μεσ' στην καρδιά της. Ένα χαμόγελο απ' τα χείλη της και μόνο, θα ήταν δυνατόν ν' αγγίξει την καρδιά του εξαφανίζοντας το βάρος το ασήκωτο της πικρής μοναξιάς του. Όλο το είναι του αποζητούσε την παρουσία της. Και τι δεν θα έδινε να έστρεφε τώρα δα το άλογό του προς την αντίθετη κατεύθυνση, για να καλπάσει μέσα στ' απέραντα χωράφια. Να διασχίσει βουνά και κάμπους, την έρημο την ίδια, για να βρεθεί πάλι κοντά της. Μα όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα, η θέση που σύντομα θα αναλάμβανε πλάι στον Γκαλμπατόριξ κατασκοπεύοντας για το καλό των Βάρντεν, ήταν σημαντικότερη από την όποια επιθυμία κατάκαιγε την καρδιά του. Έτσι κατάπνιγε την επιθυμία του για χάρη ενός σκοπού ανώτερου κι ενός σιγουρεμένου μέλλοντος κοντά της.

Έπειτα υπήρχε και το αυγό του δράκου, αυτό με το ζωηρό άλικο χρώμα. Το ανεξιχνίαστο κάλεσμα που ένιωσε στα βάθη του μυαλό του γι' αυτόν τον θησαυρό του Γκαλμπατόριξ, η επιθυμία του να βρίσκεται κοντά στο αυγό ήταν τόση, που άξιζε να επιστρέψει στην πρωτεύουσα. Θα φρόντιζε πρώτα να βρει τον νεαρό κλέφτη που ο βασιλιάς είχε προστάξει· θα κανόνιζε να κερδίσει την εμπιστοσύνη του· θα τον παρέσερνε μαζί του πίσω στην Ουρου'μπαίην. Έτσι ο βασιλιάς θα τον εμπιστευόταν πια απόλυτα, αφού θα είχε πρώτα αποδείξει την πίστη του σ' αυτόν και την πλήρη αφοσίωσή του. Το τάξιμο του Γκαλμπατόριξ, να τον φέρει σε άμεση επαφή με το κόκκινο αυγό σαν θα γυρνούσε, τον είχε συνεπάρει. Στην σκέψη του φτερούγιζε μια ελπίδα νέα, που του γλυκοψιθύριζε για ένα τρόπαιο ζηλευτό, μαυλίζοντας τις αισθήσεις του. Μακάρι να ερχότανε γοργά η ώρα, όπου μαζί με τα άλλα μυστικά που θα παρέδιδε στον Άτζιχαντ, θα ήταν και ένα αυγό του δράκου.

Με τέτοιες σκέψεις έφτασε κι εκείνη την ημέρα το πέσιμο του χλωμού ήλιου κάτω από την γραμμή του ορίζοντα. Κρύφτηκε πίσω από μαύρα σύννεφα, που κουβαλούσαν μέσα τους την καταιγίδα, αφήνοντας παγωμένο τον ίδιο και το άλογό του. Το τελευταίο που είχε δει στο φως που έσβηνε, ήταν ένα μικρό κτίσμα στο πλάι του δρόμου, σε απόσταση. Για εκεί και κίνησε. Σκοτάδι είχε καλύψει για τα καλά τη γη όταν έφτασε, για να διαπιστώσει ότι δεν ήταν κάτι περισσότερο, παρά ένας εγκαταλειμμένος, μισογκρεμισμένος αχυρώνας. Ας ήταν! Κι αυτός ακόμα αρκούσε, παρά να πέρναγε άλλη μια νύχτα στην παγωμένη ύπαιθρο πάνω στις λάσπες. Ξεπέζεψε κι οδήγησε το άλογο στο εσωτερικό του. Τα περισσότερα δοκάρια της οροφής βρίσκονταν στη θέση τους κρατώντας σιγουρεμένα και τρεις από τους τέσσερις τοίχους. Υπήρχαν ακόμα κάποιες μπάλες άχυρο στοιβαγμένες σε μια γωνιά, που διαμόρφωναν ένα απόμερο, ανεκτό κρεβάτι. Στην άλλη μεριά, κάτω από την τρύπα που έχασκε στην στέγη και πλάι στον χαρβαλωμένο τοίχο, ξέκρινε μια μικρή εστία, πρόχειρα καμωμένη με μαζωμένες απ' ένα γύρω πλατιές πέτρες. Πριν απ' αυτόν, σίγουρα κι άλλοι διαβάτες θα είχαν χρησιμοποιήσει τον μικρό ετούτο χώρο.

Κάποιες στεγνές σανίδες κι άχυρο για προσάναμμα έδωσαν μια ζωηρή φωτιά, που φώτισε και ζέστανε γοργά το εσωτερικό του παλιού αχυρώνα. Αφού πρώτα τάισε, πότισε κι ετοίμασε το άλογο για την μακριά νύχτα που ερχόταν σκεπάζοντάς το με την κουβέρτα του, ο Μέρταγκ ζέστανε πάνω από την φωτιά το βραδινό του. Την ώρα που απόσωνε μονάχος το λιγοστό του δείπνο, η σκέψη του πέταξε ανεμπόδιστη πίσω στην Άμπερον· στο δίπατο, πέτρινο σπιτάκι, που στέγαζε στο ισόγειό του την σχολή της ξιφασκίας και στον επάνω όροφο το λιτό νοικοκυριό τους, στον πατέρα που τον μεγάλωσε, τον Τόρνακ. Αναθυμήθηκε ξανά τις διδαχές του στο σπαθί και τις αναμετρήσεις τους. Σ' εκείνον όφειλε την απαράμιλλη δεξιοτεχνία του και το ενισχυμένο ένστικτο αυτοσυντήρησής του· την γρήγορη σκέψη, τις εναλλαγές, την προσαρμοστικότητά του. Ο Τόρνακ τον είχε διδάξει πώς να μην βιάζεται, πώς να γνωρίζει και να σέβεται τον αντίπαλο αναμετρώντας πάντα στην αρχή κάθε αντιπαράθεσης τα υπέρ και τα κατά του. "Ένας αντίπαλος είναι ο καλύτερος δάσκαλός σου" ο Τόρνακ έλεγε. "Μην κάνεις ποτέ το λάθος να βιαστείς, να τον υποτιμήσεις. Άσε τον πρώτα να δειχτεί, να τον γνωρίσεις. Μονάχα σαν τον ξέρεις, τότε έχεις ελπίδα να τον υπερνικήσεις." Πάντα ο Τόρνακ ήταν καλύτερός του στο σπαθί, πάντα στις μεταξύ τους αντιπαρατάξεις ήταν αυτός που θα νικούσε. Έπρεπε να έρθει η αρρώστια, το τελευταίο διάστημα της ζωής του, όπου ο Μέρταγκ είχε κατορθώσει να υπερισχύσει. Ο Τόρνακ βέβαια είχε άλλη άποψη για τον αγαπημένο γιο και μαθητή του. Πίστευε πάντοτε σ' αυτόν και στις δυνάμεις του, ελπίζοντας και περιμένοντας τα καλύτερα από τον Μέρταγκ.

Πόσο πολύ του έλειπε! Ζώντας ανάμεσα στους Βάρντεν και στην καθημερινή υπερένταση του πεδίου της εξάσκησης, τόσο πλάι μα και ταυτόχρονα τόσο χωριστά από την Ναζουάντα, η σκέψη του Τόρνακ βούλιαζε και χανόταν μέσα στην καθημερινότητα. Οι μέρες της Ουρου'μπαίην τον είχαν έτσι κι αλλιώς αποστερήσει απ' ότι όμορφο κι αγαπημένο φύλαγε στην καρδιά του. Τώρα όμως ήταν και πάλι μόνος, πάλι ελεύθερος να στραφεί σε όλα όσα είχε αγαπήσει. Ποτέ δεν θα ξεχνούσε την στοργή με την οποία ο Τόρνακ τον περιέβαλε σαν μικρό παιδί, την εποχή που ζούσαν περίκλειστοι στο κάστρο του Μόρζαν, όταν κανένας άλλος δεν υπήρχε πλάι του, να του προσφέρει την αγάπη. Ο Τόρνακ μετά τον είχε σώσει. Τον πήρε κάποια νύχτα κι έφυγαν κρυφά, να ταξιδέψουνε στον κόσμο. Ο Τόρνακ με το παράδειγμά του τον δίδαξε την τόλμη, την τιμή, την εντιμότητα και την αυτοθυσία. Ο Τόρνακ του επαναλάμβανε διαρκώς, πως έπρεπε να είναι ειλικρινής κι ευγενικός, να υπομονεύει, να φέρεται στους άλλους με κατανόηση και με φιλευσπλαχνία. Όλες εκείνες τις φορές, που το ατίθασο αίμα του Μόρζαν μιλούσε μέσα από τις φλέβες του προβάλλοντας έναν αλαζονικό χαρακτήρα, ο Τόρνακ ήταν πάντοτε εκεί για να τον προσγειώνει, να τον μαλώνει ακόμα όταν το παράκανε. Πόσο του έλειπε, αλήθεια, η παρουσία του Τόρνακ, αυτού του πολύτιμου άντρα που δεν υπήρχε πια στον κόσμο, παρά μονάχα σαν ανάμνηση και σκέψη.

Ο θόρυβος της παγωμένης μπόρας, που είχε στο μεταξύ ξεσπάσει απ' έξω, σκέπασε το ελαφρύ τριζοβόλημα της φωτιάς. Ο Μέρταγκ σηκώθηκε και βάλθηκε να καλύπτει τα ανοίγματα όπως-όπως με τις ξεκάρφωτες σανίδες και χούφτες άχυρου, που παράχωνε ανάμεσά τους. Σκουπίζοντας την υγρασία απ' τα μάτια του – όχι από τις στάλες της βροχής, μα από τα δάκρυά του – ένοιωσε την ανάγκη να μοιραστεί με κάποιον άλλο το βαθύ αυτό συναίσθημα, που η ανάμνηση του Τόρνακ είχε προκαλέσει. Μοιραία στράφηκε στο μόνο ζωντανό πλάσμα που υπήρχε πλάι του, στο άλογό του. Το γκρίζο άτι είχε αποσώσει την τροφή του και τώρα έστεκε ακίνητο, ζεσταμένο από την φωτιά και την παχιά κουβέρτα, με τα υγρά, όμορφα μάτια του στραμμένα πάνω του. Ο Μέρταγκ το χάιδεψε στο μέτωπο και πέρασε τα μακριά του δάχτυλα ανάμεσα από την πυκνή του χαίτη.

"Ακόμα δεν σου έχω δώσει όνομα" μουρμούρισε τρυφερά στο ζώο, που ανταπέδωσε το χάδι μ' ένα απαλό χρεμέτισμα. "Τι λες, να σε ονομάσω Τόρνακ; Είσαι κι εσύ περήφανος κι αγαπημένος, όπως κι ο άντρας που ονομαζόταν έτσι." Το άτι τον σκούντησε ελαφρά με το μουσούδι του κι ο Μέρταγκ έπιασε το ένα του αφτί, επαναλαμβάνοντας μέσα σ' αυτό γλυκά το όνομα 'Τόρνακ'. "Έτσι θα σε φωνάζω από δω κι εμπρός" του είπε με φωνή συναίσθημα γεμάτη. "Καλώντας σε, θα είναι σαν να έχω κοντά μου εκείνον που με έμαθε πώς να είμαι άνθρωπος. Θα είναι σαν να ταξιδεύουμε και πάλι μαζί τον κόσμο."

.*.*.*.

Η στρογγυλή φωτιά που φωτίζει-χωρίς-να-καίει-εκεί-ψηλά είχε σηκωθεί αρκετά ανοίγματα φτερών, απασχολημένη με το να κυλά στο εσωτερικό της γαλάζιας σφαίρας-που-κυκλώνει-τα-πάντα. Μερικές φορές κρυβόταν παιχνιδίζοντας πίσω από τα βροχοσύννεφα, δημιουργώντας τεράστιες σκιές που απλώνονταν στα πράσινα-κίτρινα-καφετιά κομμάτια γης από κάτω του. Το σερνάμενο-γαλάζιο-φίδι-από-νερό, που ο δίποδος καβαλάρης ονόμαζε ποταμό Ραμρ, ξεχώριζε αισθητά μικρότερο από εδώ ψηλά και ο δυνατός ήχος των υδάτινων όγκων που παρέσερνε δεν έφτανε ως τ' αυτιά του, παρά μονάχα σαν μακρόσυρτος και ασαφής ψίθυρος. Σαν το αδύναμο, μη κατανοητό σιγομουρμούρισμα που οι δίποδοι-στρογγυλά-αυτιά υπηρέτες τολμούσαν να ψελλίζουν μπροστά στον σιδερόφρακτο καβαλάρη-πάνω-στον-θρόνο. Ο δράκος έκλινε απότομα το δεξιό φτερό του κατεβάζοντάς το χαμηλότερα, ενώ ταυτόχρονα ανασήκωσε το άλλο προς τα ύψη, σε μια πλάγια, απότομη μανούβρα, που του επέτρεψε να στρίψει πιο εύκολα, σχίζοντας τον αντίθετο άνεμο. Κάτω από την τεράστια κοιλιά του το σκούρο πράσινο των κορυφών των δέντρων διαδεχόταν το ξεθωριασμένο κίτρινο της ξεραμένης χλόης γύρω από τις όχθες του ποταμού και το σκοτεινό καφετί από το πηγμένο σε σβόλους χώμα των χερσότοπων.

Ο μεγάλος δράκος ήταν χορτάτος και ξεδιψασμένος. Οι δύο-πόδια-στρογγυλά-αυτιά-υπηρέτες είχαν από νωρίς το πρωί καλύψει τις ανάγκες του με φρέσκο κρέας και καθαρό νερό, που ανανέωναν καθημερινά στις γούρνες του δρακοστάσιου. Πάντως αν τύχαινε να διακρίνει από απόσταση κάποια αγέλη ταχύποδων, κόκκινων ελαφιών ή γκρίζων ζαρκαδιών, από αυτά που συνήθιζαν να τριγυρίζουν γύρω από τις όχθες του ποταμού, δεν θα είχε κανένα απολύτως ενδοιασμό να τα σκοτώσει. Θα άφηνε τα κορμιά τους να κείτονται ξεσχισμένα, επιτρέποντας στο μαύρο χώμα να ρουφήξει άπληστα το αίμα τους. Θα τα παράταγε να σπαράσσουν πάνω στη γη, βουτηγμένα στην αγωνία του θανάτου που θα ερχόταν. Δεν θα άφηνε κανένα ζώο να τα γευτεί, παρά θα εγκατέλειπε τις σαπισμένες σάρκες, να κρέμονται ξεσκλίδια γύρω από ξασπρισμένα κόκαλα. Θα τα έκανε αυτά ούτως ή άλλως, ακόμα και τώρα, που δεν είχε όρεξη καμία να γευτεί από τις σάρκες τους. Υπήρχε μήπως κάποιο αίσθημα καλύτερο στον κόσμο από το να σκοτώνει κάποιον αδύναμο;

Εκμεταλλευόμενος ένα θερμικό, ανοδικό ρεύμα αέρα, που φούσκωσε τις μεμβράνες των φτερών του, βρέθηκε ακόμα πιο ψηλά πάνω από το φιδογυριστό ποτάμι. Τα παιχνιδίσματα του ήλιου και των σκιών έμειναν χαμηλότερα και το φως λαμπύρισε πέφτοντας στις οψιδιανόχρωμες φολίδες, που κάλυπταν το τεράστιο σώμα του, κάνοντάς τον να θαυμάσει την ισχύ και την μεγαλοπρέπεια του εαυτού του. Χρησιμοποιώντας την ουρά του σαν πηδάλιο διηύθυνε τον όγκο του παράλληλα με τις καμπύλες του μακρινού ποταμού, ερευνώντας για τα πιθανά, γκριζόγουνα θηράματα. Τα μάτια του, στο χρώμα των παγετώνων του βορρά, εξέταζαν κάθε αλλαγή στην ποικιλία των χρωμάτων, κάθε κίνηση παράλληλα με τις όχθες. Ταυτόχρονα η μακριά, διχαλωτή του γλώσσα κρεμάστηκε έξω από τη διπλή σειρά των κοφτερών δοντιών του, γευόμενη όσες μυρωδιές έφερνε προς το μέρος του ο άνεμος.

Η σημερινή ημέρα είχε αρχίσει παράξενα γεμάτη γεγονότα. Ήτανε μάλιστα από τις λίγες εδώ κι έναν αιώνα, που ο μεγάλος δράκος είχε μία μικρή ευκαιρία, να νοιώσει κάτι ελάχιστα παραπλήσιο με χαρμονή. Ο στρογγυλά-αυτιά-δίποδος καβαλάρης, ο δεμένος-με-μαγεία μαζί του, τον είχε επισκεφτεί στο δρακοστάσιο την ώρα που ξέσχιζε τις σάρκες από το ζωντανό-ζώο-τροφή του. Είχε θελήσει να μοιραστεί μαζί του από κοντά και όχι απλά από απόσταση με το μυαλό του, τα δύο μεγάλα νέα. Όχι μονάχα το κλεμμένο αυγό είχε εκκολαφθεί για κάποιον, κάτι που σήμαινε, πως η μητέρα όλης της νέας γενεάς των δράκων είχε ήδη γεννηθεί στον κόσμο, αλλά επιπροσθέτως, το ένα από τα άλλα δυο φυλαγμένα, συγκεκριμένα το κόκκινο αυγό, είχε μάλλον διακρίνει στον νεοσσό του Μόρζαν τον πιθανό 'εκλεκτό' του. Τα νέα θα μπορούσαν εν πρώτοις να θεωρηθούν καλά. Ο δίποδος-με-μαγεία-δεμένος φαινόταν διπλά και τρίδιπλα ευχαριστημένος, ιστορώντας του πώς διαμορφώνονταν οι νέες περιστάσεις και όσες άλλες πιθανότητες απέρρεαν απ' αυτές. Η μεν κλεμμένη δράκαινα σύντομα θα επέστρεφε κοντά τους κι ένα ακόμα νέο ζευγάρι του είδους τους θα γεννιόταν. Στο άκουσμα της γέννησης του μόνου θηλυκού που υπήρχε, ο ίδιος ο μαύρος δράκος ένοιωσε στην κοιλιά του ψήγματα μιας μισοξεχασμένης επιθυμίας, αποκυήματα της έντονης λαχτάρας. Η αλόγιστα όμως ειπωμένη λέξη 'εκλεκτός', ξύπνησε μέσα στα βάθη της ψυχής και του μυαλού του εικόνες και συναισθήματα, που προτιμούσε να παραμένουν πάντοτε ναρκωμένα. Αυτός ήταν κι ο λόγος, που άμεσα εγκατέλειψε το δρακοστάσιο για να πετάξει πάνω από τις ερημιές της χώρας.

Εδώ κι έναν αιώνα η κάθε ημέρα της ζωής του ξεκινούσε σαν να γεννιόταν πάλι από την αρχή, δίχως να διαφυλάγει αναμνήσεις συναισθημάτων από το χθες ή τους προηγούμενους χρόνους. Είχε αποφασίσει πως ήταν ο καλύτερος, ο μοναδικός γι' αυτόν τρόπος να επιβιώνει. Όλη η ζωή του είχε κάποτε χωριστεί στα δυο· στο ευτυχισμένο, το ελάχιστο το 'πριν' και στο αβάσταγο, το τεράστιο το 'μετά'. Το πρώτο, το ελάχιστο διάστημα ευτυχίας που πέρασε από την στιγμή που ένιωσε μέσα στο αυγό τον εκλεκτό του μέχρι να…

…Όχι, ποτέ δεν θα το έλεγε… Δεν άντεχε καν να το θυμάται…

…το είχε καταπιέσει μέσα στα κατάβαθα του νου και της ψυχής του. Η μαγεία του μαύρου-καβαλάρη είχε ίσως συντελέσει και σε αυτό, έτσι δεν χάθηκε, δεν σκορπίστηκε κι αυτουνού η ζωή μαζί με του 'εκλεκτού' του. Ο πόνος της ψυχής καλύφτηκε πίσω από ένα τείχος απροσπέλαστο, απ' το οποίο όποιες εικόνες, ήχοι ή μυρωδιές τύχαινε να ξεγλιστρήσουν ακάλεστες, σαν αποτέλεσμα είχαν πάντοτε να διαταράσσουν τον ψυχισμό του ξεσηκώνοντας κρίσεις ανείπωτης τρέλας. Τις ώρες αυτές ο δράκος, αν ο δίποδος-πάνω-στον-θρόνο το επέτρεπε, θα ήταν δυνατόν να ξεχυθεί στην επικράτεια καίγοντας πόλεις και χωρία, χωράφια με σπαρτά και δάση, ξεσχίζοντας κάθε τι ζωντανό που περπατά, σέρνεται, ίπταται ή κολυμπά στην γη της Αλαγαισίας. Ολόκληρο τον κόσμο θα μπορούσε να ξεκληρίσει ο δράκος, μήπως και απαλύνει την ανάμνηση εικόνων που ξέφευγαν απ' το 'μετά'. Δίποδοι-στρογγυλά-αυτιά, δίποδοι-μυτερά-αυτιά, δράκοι, αγέννητα αυγά-μεσ-τις-φωλιές τους, κορμιά που είχαν ξεσχιστεί και σπάσει και καεί και λιώσει κάτω απ' τις διαταγές του μαύρου-καβαλάρη-με-μαγεία-δεμένου. Και όλα αυτά θα τα έκανε με μια μονάχα ελπίδα. Μήπως και προκαλούσε γρηγορότερα τα γυρίσματα του χρόνου κι έτσι κατάφερνε να φτάσει τελικά στην λύτρωση, εκείνη που κρυβόταν πίσω απ' το τείχος. Εκεί που ίσως βρισκόταν ακόμα ο 'εκλεκτός' του, περιμένοντας να ενωθούν και πάλι.

Ο δράκος κίνησε δυνατότερα τα φτερά του καθώς οι παραπάνω σκέψεις γέμιζαν τον νου του οδύνη. "Το όνομά μου είναι Σρούικαν" φώναξε προς όποιον θα μπορούσε ίσως ν' ακούσει τη φωνή του. "Είμαι δεμένος με μαγεία με τον μαύρο-καβαλάρη-πάνω-στον-θρόνο και κανένας ποτέ δεν έζησε τον πόνο τον δικό μου. Κανείς ποτέ δεν υποχρεώθηκε να υπηρετήσει εκείνον που… όχι… δεν θα το πω… δεν γίνεται ο ίδιος μου ο χαμός, να περάσει ούτε σαν σκέψη από το μυαλό μου!"

Ένα τεράστιο κύμα φωτιάς ξεχύθηκε από τα βάθη της κοιλιάς του προς τα ουράνια, παρακινημένο από την απελπισία της ψυχής του. Ο δυνατός του βρυχηθμός έκανε τις βουνοκορφές να τρίζουν. Όσα κινούνταν μεσ' στην φύση τρέχοντας, έρποντας και πετώντας βιάστηκαν τρέμοντας να κρυφτούν στις πλέον σκοτεινές κρυψώνες.

"Είμαι ο Σρούικαν" επανέλαβε με βροντερή φωνή "και είμαι ο υπέρτατα δυνατός, ο γρήγορος, ο μέγας. Πιστεύω πως αν μ' άφηναν, τότε και θα μπορούσα να καταστρέψω τον κόσμο ολόκληρο, γιατί κανένας και τίποτε, νομίζω, δεν αξίζει σ' αυτόν να ζει. Για ένα όμως είμαι σίγουρος απόλυτα. Δεν θέλω να υπάρχει πλάι μου, ούτε και θα ανεχτώ κάπου κοντά μου ζευγάρι, που να ονομάζονται δράκος-και-εκλεκτός-του."

.*.*.*.

Δεν πρόκαμε ποτέ να φτάσει ως την Ντρας-Λεόνα. Διέκρινε τους δύο Ρά'ζακ και τα υποζύγιά τους να πετούνε χαμηλά πάνω απ' την πεδιάδα και βιάστηκε να κρυφτεί ανάμεσα στις συστάδες δέντρων βόρεια του δρόμου που οδηγούσε προς την πόλη. Χωρίς να ξεπεζέψει, ησύχασε το άλογο. Ανάμεσα στην πυκνή βλάστηση, θα περνούσε απαρατήρητος. Εκεί υπομονετικά περίμενε.

Ο ήλιος είχε δύσει από ώρα και το σκοτάδι είχε καλύψει την άγονη, κρύα γη. Ο Μέρταγκ είχε καλπάσει αποφασιστικά τη μέρα εκείνη αποφεύγοντας τις στάσεις, ελπίζοντας πως θα προλάβαινε τις πύλες της πόλης ανοιχτές πριν απ' το σούρουπο. Οι υπολογισμοί του όμως είχαν λαθέψει κι αφού επρόκειτο να περάσει ακόμα μία νύχτα στην παγωμένη ύπαιθρο, καθόλου πια δεν βίαζε το άλογο να προχωρήσει. Ένας παράξενος για την εποχή δυνατός, νότιος άνεμος φυσούσε, σέρνοντας στην ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα παρέα με την σκόνη και τις μυρωδιές από μακρινή καταιγίδα. Το Γεναριάτικο φεγγάρι εμφανίστηκε ξαφνικά ανάμεσα απ' τα σύννεφα, χύνοντας το άπλετο φως του πάνω στην έρημη πεδιάδα. Τότε και ξέκρινε τους ίσκιους των μαυροντυμένων καβαλάρηδων, να σκοτεινιάζουνε τον ουρανό κάτω απ' τις φεγγαροαχτίδες. Τους παρακολούθησε από απόσταση, να εποπτεύουν τις περιοχές γύρω από την πόλη. Σιωπηλά τα δύο Λεδρμπλάκα έσχιζαν με τα φτερά σαν νυχτερίδα την νύχτα. Κατόπιν τα είδε να τραβούν γοργά κατά τον νότο, προς τα εκεί που διακρινόταν ανάμεσα στα σύννεφα η απάτητη κορυφή του όρους Χελγκράιντ. Είχε εντοπίσει τους δύο υπηρέτες του βασιλιά. Κοντά θα ήταν ίσως και ο στόχος, που έπρεπε να παραδοθεί σώος και αβλαβής στον Γκαλμπατόριξ κατά την πρόσφατη διαταγή του.

Ο Μέρταγκ βγήκε από την κρυψώνα του και βιάστηκε ν' ακολουθήσει την πορεία των Ρά'ζακ. Χωρίς κάποιο εμπόδιο μπροστά του κάλπασε ασυγκράτητος κατά μήκος της πεδιάδας, ενώ ο χρόνος πλάι του κυλούσε αέναος τα λεπτά του και τις ώρες. Παρά τον άνεμο και το κρύο στην ατμόσφαιρα, στάλες ιδρώτα στάλαξαν στα μάτια από το μέτωπό του, καθώς αισθάνθηκε πως η ώρα της δράσης είχε φτάσει. Οι Ρά'ζακ βρίσκονταν κοντά, άρα κι ο κλέφτης του βασιλικού θησαυρού επίσης. Ο Γκαλμπατόριξ τον είχε διατάξει να παρακολουθεί χωρίς να επέμβει, η επιθυμία του Μέρταγκ όμως ήταν να παραδώσει ο ίδιος τον θησαυρό στον βασιλιά κερδίζοντας την εύνοιά του. Θα πρέπει να είχε απομακρυνθεί πολύ από την Ντρας-Λεόνα, γιατί η νύχτα είχε προχωρήσει αρκετά κι οι αστερισμοί στον ουρανό άλλαζαν θέση. Παρ' ότι τα σύννεφα πύκνωσαν πάλι κρύβοντας το φεγγάρι κι ο άνεμος δυνάμωσε σηκώνοντας από την ξεραμένη γη έναν κουρνιαχτό που στράβωνε τα μάτια, διέκρινε ακόμα τους δύο σκοτεινούς όγκους, να ίπτανται χαμηλά μπροστά του σε απόσταση. Του φάνηκε μάλιστα, ότι είχαν πλησιάσει πολύ κοντά στο έδαφος, κάτι που σίγουρα δεν θα έκαναν, αν δεν είχαν διακρίνει στόχο. Παρά το βουητό του ανέμου ο Μέρταγκ φρόντισε να κοπάσει τον καλπασμό του, οδηγώντας το άλογο από μέρη όπου το χώμα έμοιαζε πλούσιο. Μακριά από τους βραχότοπους, που στέκονταν σκορπισμένοι εδώ κι εκεί, μειώνοντας την πιθανότητα ν' ακουστεί ο κρότος από τα καρφοπέταλα πάνω στην πέτρα.

Στην μέση του πουθενά ξεχώρισε μια λάμψη πάνω στην παγωμένη πεδιάδα που την μαστίγωνε ο άνεμος, πλάι σ' έναν ογκόλιθο που αντιφέγγιζε το φως της. Να ήταν άραγε εκεί ο κλέφτης; Μήπως για εκεί δεν τράβηξαν και οι μαύροι διώκτες του; Ήταν λοιπόν τόσο ανόητος να έχει ανάψει φωτιά με τους Ρά'ζακ τόσο κοντά του; Ίσως να μην υποπτευόταν καν ότι τον παρακολουθούσαν, γι' αυτό κι είχε φερθεί τόσο ασυλλόγιστα. Ο Μέρταγκ πλησίασε πάνω στο άλογο, όσο έκρινε πως τούτο ήταν ασφαλές, μετά αφίππευσε. Οδήγησε το άτι ανάμεσα στους βράχους, το πεδίκλωσε γι' ασφάλεια κι άφησε εκεί και τα άλλα υπάρχοντά του. Μαζί τους ξεφορτώθηκε και τον μανδύα του, που βάραινε στις πλάτες. Ήθελε να κινείται άνετα, γιατί δεν ήξερε τι θα μπορούσε να συμβεί ανά πάσα στιγμή που περνούσε. Συνέχισε πεζός, κρατώντας στο ένα χέρι το τόξο και στο άλλο την φαρέτρα με τα βέλη του. Είχε πάντοτε το σπαθί ζωσμένο στη μέση κι ένα στιλέτο να προεξέχει μέσα από την μπότα του για ώρα ανάγκης. Σε μια αναμέτρηση όμως με τους Ρά'ζακ αυτά θα του ήσαν άχρηστα. Τα βέλη και το τόξο του αρκούσαν.

Ο Μέρταγκ πλησίασε προσεκτικά εκμεταλλευόμενος την ύπαρξη των βράχων να τον καλύπτουν πίσω τους. Γοργά διαπίστωσε, ότι η λάμψη που είχε πάρει για φωτιά, δεν ήταν άλλο παρά ένα φανάρι του λαδιού αναμμένο. Παρατημένο πάνω στη γη φώτιζε το εσωτερικό της μικρής κατασκήνωσης, της στημένης πρόχειρα ανάμεσα στους ογκόλιθους. Είναι αλήθεια πως, αν κάποιος δεν γνώριζε τι αναζητά, οι όγκοι των βράχων θα έκρυβαν από τα μάτια κάθε πιθανού ταξιδιώτη την κατασκήνωση. Οι Ρά'ζακ όμως είχαν ανακαλύψει από ψηλά το κυνήγι τους. Παρά το ότι οι διαταγές του βασιλιά ήταν να παραδώσουν σώο τον καταζητούμενο, ο Μέρταγκ είδε με αποστροφή του, ότι ο νεαρός κλέφτης κειτόταν χτυπημένος και δεμένος, μάλλον αναίσθητος πάνω στο χώμα. Τα υπάρχοντά του ήσαν ανάκατα και σκορπισμένα ένα γύρω από άδειους σάκους, σημάδι ότι οι Ρά'ζακ προσπάθησαν να οικειοποιηθούν τον θησαυρό. Ο Μέρταγκ είχε ήδη έτοιμο το πρώτο βέλος, περασμένο από ώρα στην χορδή του τόξου. Βιάστηκε θυμωμένος να τοξέψει εξαπολύοντας δύο ακόμη απανωτά, σώζοντας τον υπερήλικα σύντροφο του κλέφτη, που οι δύο Ρά'ζακ κρατούσαν γονατισμένο στο κέντρο της κατασκήνωσης, έτοιμοι να του κόψουν το λαρύγγι. Εκείνο όμως που πιο πολύ τον θύμωσε δεν ήταν η απείθεια των υπηρετών στον βασιλιά τους – ο Γκαλμπατόριξ δεν θα έστελνε ποτέ τον ίδιο, αν δεν ήταν σίγουρος για την ανυπακοή τους – αλλά η αναλήθεια των λόγων του βασιλιά.

…"Παρέδωσε σώο τον κλέφτη στον βασιλιά σου, Μέρταγκ, ομοίως ανέγγιχτο και τον θησαυρό που μεταφέρει"…

…"Και ποιος είναι ο θησαυρός, μεγαλειότατε;"…

…"Αυτό, γιε του συμμάχου μου και φίλου, θα είναι εύκολο, μόλις τον δεις, να το διαπιστώσεις"…

Στην αντίπερα μεριά της κατασκήνωσης, κάτω από το τελευταίο, χλωμό φως του φεγγαριού που έδυε, καθόταν πάνω στα πίσω πόδια του ένας πανέμορφος, γαλάζιος δράκος. Τα τρομερά σαγόνια με τα θανατηφόρα δόντια έδενε δερματένιο φίμωτρο. Τα τέσσερα άκρα του ήταν γερά πεδικλωμένα και μια χοντρή αλυσίδα περνούσε δυο φορές γύρω απ' το σώμα, στερεώνοντας τυλιγμένα τα φτερά του. Το φως της λάμπας έκανε τα ασημένια κέρατα να γυαλίζουν και οι φολίδες του δράκου αστραφτοβολούσαν αντανακλώντας διπλά και τρίδιπλα το φως. Ο Μέρταγκ έτρεξε γοργά στην άλλη άκρη και εξαπέλυσε βλαστημώντας όσα βέλη πρόλαβε πάνω στους Ρά'ζακ, που βιάστηκαν τρέχοντας να φύγουν. Σίγουρος πως τα βέλη του είχαν πετύχει τον έναν σοβαρά – τον υποψήφιο δολοφόνο – και λίγο πιο επιπόλαια τον άλλον, βέβαιος πως ο βασιλιάς θα θύμωνε μαζί του, αν αποφάσιζε να τερματίσει τις ζωές τους, ο Μέρταγκ τους επέτρεψε να το σκάσουν. Τα Λεδρμπλάκα δεν βρίσκονταν κάπου κοντά, για να τους βοηθήσουν.

Η προσοχή του όλη στράφηκε προς τον θησαυρό, που αναζητούσε ο Γκαλμπατόριξ και δεν ήταν άλλος από τον γαλάζιο τούτο δράκο. Ένα τρίτο, προφανώς, αυγό, που είχε κάποτε ο βασιλιάς στην κατοχή του και χρόνους πριν εκλάπη. Ο νεαρός 'κλέφτης' δεν θα ήταν άλλος από τον καβαλάρη, για τον οποίο είχε εκκολαφθεί αυτός ο δράκος. Κι ο Μέρταγκ ήταν αυτός, που είχε υποσχεθεί να οδηγήσει και τους δύο στην Ντρας-Λεόνα. Είχε ορκιστεί να τους παραδώσει μέσα στα χέρια του βασιλιά, που θα έμπαινε στον κόπο να ταξιδέψει μέχρι εκεί για την μοναδική τούτη περίσταση.

.*.*.*.

"Απάντησε σ' αυτά που σε ρωτάω, ξωτικιά. Όσο επιμένεις να κρατάς κλειστό το στόμα σου, τόσο η θέση σου επιδεινώνεται."

Ο Ίσκιος περίμενε απόκριση για λίγο στο αίτημά του. Αφού αυτή ποτέ δεν ήρθε, έγνεψε απότομα στον βασανιστή με την δερμάτινη καλύπτρα στο κεφάλι. Ο άντρας άδραξε με το γαντοφορεμένο του χέρι την λαβή από το σίδερο, που η άκρη του πύρωνε τόση ώρα μέσα στο καμίνι με τα κάρβουνα. Το λεπτό ύφασμα της πουκαμίσας κάηκε γοργά στραφταλίζοντας στις άκρες της πληγής και η μυρωδιά από την καψαλισμένη σάρκα γέμισε το μικρό κελί. Η γυναίκα πίεσε σφιχτά τα μάτια, τα χείλη της άνοιξαν διάπλατα, δίχως να βγει ήχος πόνου ή διαμαρτυρίας από μέσα τους. Ο Ίσκιος γέλασε μοχθηρά με την προσπάθειά της να συγκρατηθεί, να μην φωνάξει. Ούτε τα δάκρυα άλλωστε, ούτε οι ικεσίες της θα συγκινούσαν στο ελάχιστο την καρδιά του. Ακόμα καλύτερα που δεν ξεφώνιζε, έτσι ο πόνος της γινότανε πιο άγριος. Με τα κόκκινα μάτια του γεμάτα ικανοποίηση, ο Ίσκιος επέτρεψε η διαδικασία να επαναληφθεί πάλι και πάλι.

Τα μάτια της βασίλεψαν στο φως, πάνω στα χείλη έσβησε κι ο ψίθυρος. Όλη την ώρα που η φωτιά του πυρωμένου σίδερου ακούμπαγε αλύπητα επάνω της, μία εικόνα μοναχά απομάκρυνε τα φτερουγίσματα του θανάτου, που δεν θα αργούσε.

…Τα δροσερά δάχτυλα εκείνου, του Φέολιν, της κρατούσαν απαλά το χέρι, όταν την οδηγούσε ανάμεσα σε καταπράσινα μονοπάτια… Τα χείλη του δεν έπαυαν να ψιθυρίζουν γλυκούς λόγους, όσες φορές ξαπλώνονταν τις νύχτες πάνω στο χορτάρι καταμεσής στο ξέφωτο, απολαμβάνοντας το φως των άστρων…

"Πολύ πεισματάρα είσαι, ξωτικά." Το τραχύ χέρι με τα κοφτερά του νύχια χώθηκε άγρια ανάμεσα στα μαλλιά της τραβώντας τα δυνατά, πληγιάζοντας το κρανίο, αναγκάζοντας το κεφάλι να σηκωθεί, ώστε τα μάτια της να αντικρίσουν τα αιμάτινα δικά του. "Αν δεν υποταχτείς σ' εμένα και στη θέλησή μου, πρέπει να ξέρεις, ακόμα χειρότερες ώρες απ' αυτές σε περιμένουν."

Μια σκοτεινιά κάλυψε γύρω της τα πάντα, σαν να την είχαν κατεβάσει σε λάκκο βαθύ μέσα στο χώμα κι εκεί την ξέχασαν. Όλο το σώμα της πονούσε ακουμπισμένο στο σκληρό σανιδένιο κρεβάτι…

…ξύλο από δέντρο νεκρό…

...διψούσε και η μυρωδιά λίπους καμένου έκανε τα ρουθούνια της να τσούζουν. Προσπάθησε με δυσκολία να καταπνίξει την αίσθηση της αναγούλας, που της ανέβηκε μέχρι το λαιμό, για να γεμίσει αμέσως μετά όλο της το στόμα.

"Οι φρουροί της φυλακής παρασκευάζουν την τροφή τους" ψιθύρισε χαιρέκακα η φωνή του μέσα στ' αυτί της. "Δεν θα γευτείς;"

…Είναι δεμένη πάνω σε πεθαμένο ξύλο… Νοιώθει την αγωνία του θανάτου ν' ακραγγίζει την αιώνια ζωή της… Άγονη είναι κι η πέτρα, που περικλείει μέσα της την ύπαρξή της… Ο ίδιος ο αέρας που ανασαίνει κουβαλά μαζί του την μυρωδιά νεκρών πραγμάτων… Νεκρό το δέντρο που ακουμπά επάνω του η πληγωμένη πλάτη… Η μυρωδιά από ζώα νεκρά… γδαρμένα και καμένα…από πηγμένο αίμα… Γύρω της όλα φωνάζουν για το τέλος της ζωής… κραυγάζουν 'Θάνατος!'…

"Ίδια θα είναι η μοίρα που περιμένει κι εσένα. Όπως αυτή που ήδη κατάπιε τους δυο συντρόφους σου." Ήξερε πως θα την πόναγαν αυτά τα λόγια και όλη η ύπαρξή του γέμισε με πρόσκαιρη ικανοποίηση. Όμως το ακατάσχετο μίσος και η παθιασμένη μανία μέσα του γοργά υπερίσχυσαν. Εξ αιτίας των ανόητων Ούργκαλ δυο ξωτικά του δάσους είχαν χαθεί ματαίως. Φαντάστηκε να είχε κι αυτούς τους δύο κάτω από την εξουσία του, όλα όσα θα τους έκανε. Πόσο η παρουσία και των τριών θα συντελούσε στην ενίσχυση του μαρτυρίου του καθένα.

Η φωνή του ακούστηκε στ' αυτιά της σκληρή, απάνθρωπη. Μα, δεν θα έπρεπε ποτέ να το ξεχνά, πως άνθρωπος δεν ήταν. Το μαστίγιο είχε πληγιάσει την σάρκα της, μα πιότερο υπέφεραν οι άλλες της αισθήσεις. Αιτία ήταν τα κομμάτια νεκρών ζώων, που κουβαλούσαν κάθε μέρα μέχρι το κελί, μέσα στην γαβάθα της τροφής της. Πιότερο άλγος έφερναν οι δύσοσμες οσμές απ' την καμένη τους την σάρκα και το λίπος, παρά το πυρωμένο σίδερο όταν της το πίεζαν στο στήθος. Είχε ξεχάσει την ευωδιά της νοτισμένης γης και τα αρώματα των ανθισμένων πεύκων. Όλα ήταν θάνατος τριγύρω. Ακόμα και το νερό που την πότιζαν, αντί για την ζωή έκρυβε μέσα του τον χαμό της. Οι αισθήσεις λίγο-λίγο έσβησαν.

…Και ακούει τη δική του τη φωνή… Να τραγουδά με τους ψιλούς της τόνους το τραγούδι της αγάπης… Κάθονται πλάι-πλάι στο δέντρο Μενόα κι εκείνος, ο Φέολιν, της απαγγέλλει την παλιά ιστορία της Λιννέα…

Είχε ακούσει από πολλούς να ιστορούν αυτόν τον μύθο. Τον είχε κάποτε διαβάσει και η ίδια. Ο Φέολιν όμως τον διηγιόταν καλύτερα απ' όλους. Για δευτερόλεπτα νόμισε πως η ανασαιμιά της γέμισε με μυρωδιές του δάσους. Αν μόνο δεν την είχε διακόψει η σκληρή φωνή του Ίσκιου…

"Αν δεν μου πεις εμένα αυτά που θέλω να ακούσω, σίγουρα θα τα πεις μπροστά στον βασιλιά τον ίδιο." Ο Ίσκιος ήταν περισσά χαρούμενος, γιατί μπορούσε να την παιδεύει με τέτοιους τρόπους. Αν ήταν άνθρωπος, θα είχε σπάσει. Η ξωτικιά άντεχε ακόμα. Και θ' άντεχε κι άλλα, πολλά μαρτύρια που της σχεδίαζε.

Η οργή του κόχλαζε, ξεχείλιζε και χυνόταν από τα βάθη της ύπαρξής του, σαν δηλητήριο που βρωμίζει τον κόσμο. Μαζί με το φαρμάκι που στάλαζε στο κορμί της, την υποχρέωνε και να γευτεί σάρκα νεκρή και αίμα.

"Το Σκίλνα Μπραχ σκοτώνει την μαγεία σου. Δηλητηριάζει το ίδιο σου το αίμα, καθώς κυλάει στις φλέβες σου. Αν το θελήσω, χίλιες φορές κάθε ώρα θα πεθαίνεις μέσα σε πόνους αφόρητους και σε πληγές που θα κατατρώγουν το κορμί σου."

Άρπαξε τα μαλλιά της ανασηκώνοντας το πρόσωπο, φέρνοντας το στόμα του κοντά στο δικό της. Τα μυτερά του δόντια έλαμψαν στο φως της δάδας, η ανάσα του έζεχνε θάνατο.

"Μονάχα εγώ κατέχω, ξωτικιά, τις δόσεις απ' το αντίδοτο που χρειάζεσαι. Μ' έχεις ανάγκη, αν θες να επιβιώσεις." Της χαμογέλασε κακά, το μούτρο του όλο στράβωσε και κάτω από το δέρμα το διάφανο ξεπρόβαλαν φλέβες γεμάτες αίμα και σκοτάδι. "Ξέρω καλά πόσο εκτιμάτε την ζωή εσείς οι 'αιώνιοι'. Πόσο ανώτερους θεωρείτε τους πολύτιμους εαυτούς σας. Τίποτε σαν και αυτούς τους άχαρους ανθρώπους." Το ύφος του γέμισε περιφρόνηση. Παράτησε τα μαλλιά και το όμορφο κεφάλι έπεσε απότομα χτυπώντας πάνω στο ξύλινο κρεβάτι.

…Στο πεθαμένο ξύλο…

Μετά και πάλι ήταν μονάχη μέσα στο κρύο, λερωμένη με τα ξερατά από κομμάτια αμάσητης και ξινισμένης σάρκας. Ο πόνος από το πυρωμένο σίδερο ήταν άγριος και της κατάτρωγε το δέρμα. Εκείνο όμως που δεν άντεχε ήταν η μυρωδιά από το πύο της βαθιάς πληγής. Η βρώμα αυτή της θύμιζε το δάσος… τη φωτιά… Ατσαλωμένη να υπομείνει και ν' αντέξει στράφηκε μέσα της βαθιά. Εκεί όμως την περίμενε μια αλγεινή ανάμνηση χειρότερη. Η εικόνα των νεκρών συντρόφων πεσμένων σαν δύο σοροί πάνω στο χώμα, όχι μετά από τίμια αναμέτρηση, μα από ενέδρα. Η φωτιά που είχε κατακάψει τα όμορφα κορμιά… Κι ότι δεν έφαγαν οι φλόγες… Οι σάρκες τους θα σάπιζαν πάνω στη γη γεμάτες με σκουλήκια. Τα αγρίμια θα έρχονταν αργότερα, για να ξεσχίσουν ότι απόμεινε, γυμνώνοντας τα κόκαλα, σέρνοντας λουρίδες από σπλάχνα μέσα στις λάσπες και τις στάχτες.

Κανένας δεν θα εύρισκε να πλύνει και να νεκροστολίσει τους χαμένους της συντρόφους. Να χτενίσει τα μακριά τους τα μαλλιά και να τ' απλώσει σαν χυμένους καταρράκτες πάνω στα πλατιά τους στήθη. Ούτε να τραγουδήσει μπροστά από τους τάφους τους το τραγούδι της θλίψης. Κανένα δέντρο δεν θα φυτευόταν πάνω από τους σκεπασμένους λάκκους, να γίνει το πέρασμά τους στην άβυσσο ζωή, ξεκίνημα μίας αρχής νέας.

Η μυρωδιά από τις πευκοβελόνες είχε χαθεί από την μνήμη της και πάλι.

"Πέστε μου, άντρες, πλαγιάσατε ποτέ με ξωτικό;"

Το χέρι του άδραξε μια μπούκλα από τα λυτά μαλλιά της μαλάσσοντάς τα επίμονα ανάμεσα στα δάχτυλά του. Οι τοίχοι του κελιού αντήχησαν χυδαία γέλια και ακατονόμαστους ψιθύρους από τους φρουρούς της.

"Τα ξωτικά είναι απ' τη φύση τους τόσο διαφορετικά από τους ανθρώπους," συνέχισε η φωνή του Ίσκιου "μ' όλους αυτούς τους λεπτεπίλεπτούς τους τρόπους, τα αβρά τους τα αγγίγματα και τις χαριτωμένες τους κινήσεις."

Παράτησε τα μαλλιά της και στράφηκε προς τους τρεις άντρες που είχε μπάσει στο κελί.

"Εσείς δεν είσαστε καθόλου έτσι" τους είπε. "Κάντε την να πονέσει! Όσο πιο άγρια της φερθείτε και σκληρά, τόσο καλύτερα."

Βγήκε από το κελί κλείνοντας πίσω του την σιδερόπορτα και τα βαριά του βήματα ακούστηκαν ν' απομακρύνονται στον διάδρομο.

Κι εκείνοι την έκαναν να πονέσει, όχι όμως με τον ατιμωτικό τρόπο που λίγο πριν σχεδίαζαν. Παρά την αδυναμία κι εξάντλησή της, φύλαγε μέσα της ακόμα αρκετές δυνάμεις, για να νεκρώσει πάνω τους τις λάγνες, κτηνώδεις επιθυμίες. Οργίστηκαν όμως σαν διαπίστωσαν, πως η ομορφιά του κορμιού της δεν είχε αντίκτυπο κανέναν στις αισθήσεις τους. Την φώναξαν 'στρίγγλα μάγισσα', που τους αμπόδεσε και δεν μπορούσαν. Την τραβολόγησαν, την χτύπησαν, την πρόσβαλαν με κάθε άλλον τρόπο που μπόρεσαν να σκεφτούν. Μέχρι, που σαν βαρέθηκαν, την παράτησαν να κείτεται ματωμένη στο κρύο πάτωμα. Κι εκεί απόμεινε ακίνητη, ν' αναλογίζεται τα νεκρά μάτια του Φέολιν, που έμεναν στραμμένα προς το ασημένιο φως των άστρων, χωρίς πια να το βλέπουν. Ο πόνος απ' το μαστίγιο ήταν δυνατός και έτσουζε το δέρμα, χειρότερο όμως μαρτύριο ήταν, που δεν μπορούσε πια να θυμηθεί τις μυρωδιές του δάσους.

…Πεσμένες πευκοβελόνες… χώμα βρεγμένο… βλαστάρια καταπράσινα… πηγούλες… νερομάνες… κελαδήματα πουλιών… τα υγρά μάτια της δορκάδας…

Μέχρι που ήρθε η λήθη και την αγκάλιασε πάνω στην κρύα πέτρα, δίπλα από το νεκρό ξύλο του πεθαμένου δέντρου, που οι άνθρωποι ονομάζουνε κρεβάτι.

Όταν αργότερα συνήλθε μυρωδιά από ούρα και περιττώματα χτύπησε τα ρουθούνια της. Ο ταγκός αέρας με την πικρή του γεύση την έπνιγε κι άλλο δεν μπορούσε να ανασάνει. Νόμισε πως θα πέθαινε εκείνη δα την ώρα.

…Τα δροσερά δάχτυλα του Φέολιν απλώνουν πάνω στο πρόσωπό της αγγίζοντας τα διψασμένα χείλη… είναι το δικό του χέρι που την κρατά οδηγώντας την πλάι στο ρυάκι… βαθιά μέσα στο δάσος… εκεί που δεν μπορούν να φτάσουν ούτε οι ασημένιες φεγγαροακτίδες… Τα αβρά του δάχτυλα θωπεύουν τα μεταξένια της μαλλιά και τα ζεστά του χείλη αγγίζουν απαλά το φλογισμένο μέτωπο… Η παλάμη του χεριού του ακουμπά τρυφερά χαμηλά στην γυμνή πλάτης της… Μιλά ψιθυριστά κοντά στο αυτί της τα λόγια της αγάπης του…

Η γλυκιά ανάμνηση σπάζει το ατσάλι που έχει ντυθεί η ψυχή της. Απ' τα γατίσια της τα μάτια κυλά ένα δάκρυ πάνω στο γωνιώδες πρόσωπό της. Ο ευγενικός ο Φέολιν, που με τις λεπτές αποχρώσεις του τόνου της φωνής του την είχε πείσει πόσο ξεχωριστή ήταν για εκείνον. Τόσο κοντά ήταν το πνεύμα του στο δικό της, ώστε είχε θελήσει να μοιραστεί μαζί της την μεγαλύτερη περιπέτεια κι ευθύνη της ζωής της. Ο άλλος σύντροφος, ο γλυκός μίμος των πουλιών ο Γκλένγουινγκ, ποτέ δεν θα άφηνε έναν πιστό του φίλο μόνο, έτσι προστέθηκε κι αυτός στην συντροφιά τους. Κι εκείνη τους οδήγησε μακριά από την Ελλεσμίρα οδεύοντας σε μέρη επικίνδυνα. Οδήγησε τα βήματά τους ανάμεσα από την αγριάδα και σκληρότητα του κόσμου. Ακολουθώντας την ίδια και την πίστη της στην αποστολή της βρέθηκαν πέρα από τις παρυφές του δάσους, εκεί όπου η μαγεία των ξωτικών εξασθενεί και χάνεται. Ήταν αυτή η ίδια που κάθε φορά καθόριζε και κατηύθυνε την πορεία τους. Αυτή η ίδια που τους οδήγησε ίσια στον θάνατό τους.

"Πάλι δεν έχει φάει τίποτε, ούτε και έχει πιει." Ο Ίσκιος έτεινε την γεμάτη γαβάθα προς την μεριά του φρουρού. "Φροντίστε να φάει καλά και να πιει όλο της το νερό απόψε" του είπε. "Την θέλω αύριο δυνατή." Κατόπιν έγνεψε στον άντρα να βγει από το κελί, η παρουσία του περίττευε. Στράφηκε πάλι προς το μέρος της ξωτικιάς. "Όπως κατάλαβες καλά, αύριο επιτέλους είναι η μεγάλη μέρα που υποσχέθηκα. Χαράματα ξεκινάμε το ταξίδι μας στην πρωτεύουσα. Θα σε συνοδεύσω μέχρι την Ουρου'μπαίην μαζί με τους φρουρούς μου και θα σε παραδώσω στα χέρια του βασιλιά."

Ο Ίσκιος γύρισε μία στροφή γύρω από το αδυνατισμένο σώμα, που χαλαρά κρεμόταν από τους καταπληγωμένους καρπούς των χεριών της. Στάθηκε και την παρατήρησε γελώντας χαιρέκακα. Αυτό το ταξίδι ήτανε σίγουρα ό,τι περισσότερο φοβόταν η ξωτικογυναίκα. Τόσο μακριά από τα δάση των προγόνων της, ταυτόχρονα τόσο κοντά στον Γκαλμπατόριξ… Με μία απλή του κίνηση οι αλυσίδες άνοιξαν και το κορμί σωριάστηκε μονοκόμματο στο βρώμικο, πέτρινο δάπεδο. Ο Ίσκιος έσκυψε, σήκωσε την γυναίκα στην αγκαλιά του σαν φτερό κι απίθωσε κατόπιν το κορμί της πάνω στις απλάνιστες σανίδες του κρεβατιού. Σκούρες σταλαματιές από αίμα αρχίνησαν να κυλούν απ' τα λεπτά της δάχτυλα σχηματίζοντας έναν πηγμένο λεκέ πάνω στο πάτωμα. Τα μακριά της βλέφαρα τρεμόπαιξαν, τα κοραλλένια χείλη άνοιξαν. Παρά τη δεινή κατάστασή της, τα μάτια της καρφώθηκαν ατρόμητα στο πρόσωπό του αποκαλύπτοντας σ' αυτόν το λαμπερό πράσινο, σαν σμαραγδένιο, χρώμα τους. Κάνοντας ένα βήμα πίσω ο Ίσκιος απόμεινε για λίγο να την παρατηρεί. Καμία εντύπωση δεν ασκούσε πάνω του η σπάνια ομορφιά τούτου του πλάσματος του δάσους. Μέσα στο κόκκινο σαν τη φωτιά βλέμμα του το μόνο που ξεχώριζε ήταν μοχθηρή κακία.

"Ο Γκαλμπατόριξ έχει τρόπους πάμπολλους, να πάρει από το ξωτικό σου μυαλουδάκι όλα εκείνα που χρειάζεται" απείλησε με τόνο ανεξέλεγκτης εμπάθειας να χρωματίζει την φωνή του. "Μπορεί να αντιστάθηκες σ' εμένα και ίσως ακόμα να νομίζεις πως με κούρασες. Στην πραγματικότητα όμως απόλαυσα την ανάκρισή σου όσο άλλο τίποτε." Έστρεψε απότομα την πλάτη του σ' αυτήν και βγήκε μονοκόμματος απ' το υπόγειο κελί. Για μια στιγμή κοντοστάθηκε μπροστά στον έναν από τους δύο φρουρούς της. "Να μη την κρεμάσετε ξανά από την αλυσίδα. Θέλω τα χέρια της ελεύθερα, να φάει όλο το φαγητό της. Φροντίστε και η κούπα της να αδειάσει."

Η ξωτικιά έκλεισε απελπισμένη τα μάτια. Τα πράσινα δάση μάκραιναν από τις αναμνήσεις της κι είχε χαθεί για πάντα η μυρωδιά τους. Το σώμα αδυνάτιζε χωρίς τροφή, νερό καθάριο και φρέσκο αέρα. Την σκότωνε μέρα τη μέρα το δηλητήριο του Ίσκιου, που το ένιωθε να δαγκάνει τη σάρκα της σαν το φαρμακερό το φίδι. Άπλωσε τις δυνάμεις του μυαλού που τις απόμεναν αποζητώντας βοήθεια, απ' όπου κι αν αυτή μπορούσε να προέλθει.


Σ/Σ: Την ώρα που ο Μέρταγκ αναζητά το Wi-Fi εκείνης της εποχής και το τερματικό των ονείρων του στο δρόμο προς την Ντρας-Λεόνα, για να μπορέσει να μεταφέρει πληροφορίες στον Άτζιχαντ, η μοίρα έχει άλλα σχέδια γι' αυτόν και για το μέλλον του. Ο 'θησαυρός' του Γκαλμπατόριξ αποδεικνύεται ότι είναι ένας γαλάζιος δράκος κι ο 'κλέφτης' ο δρακοκαβαλάρης. Για μία ακόμη φορά ο ήρωάς μας πρέπει να αλλάξει τον προγραμματισμό του. Απ' ότι έχω καταλάβει απ' τα βιβλία, ο Μέρταγκ είναι σίγουρα προσαρμοστικό άτομο, αλλιώς δεν θα είχε επιβιώσει. (Θυμάμαι πάντοτε μια σοφή παροιμία: "Κλαδί που λυγίζει με τον άνεμο, ποτέ δεν σπάει.") Προσαρμοστικός λοιπόν, μέχρι αηδίας. Ιδίως σ' αυτή την ιστορία, όπου δεν έχει μεγαλώσει στο παλάτι, παρά ελεύθερος στην Σούρντα, μ' άλλες ιδέες και πεποιθήσεις στο μυαλό του. Φαντάζομαι, για ακόμα μια φορά θα τα καταφέρει.

Ο πειρασμός να τον αφήσω άνθρωπο κανονικό είναι μεγάλος, ιδίως τώρα που υπάρχει τόσο κοντά του η παρουσία της Ναζουάντα και ένα πιθανό μέλλον του πλάι της. Τι θα ήταν όμως ο Μέρταγκ χωρίς τον Θορν; Βασικά, ακριβώς το αντίθετο. Τι θα γινόταν με τον Θορν χωρίς τον Μέρταγκ; Μπορώ να σκεφτώ πολλούς που θα μπορούσαν να ενωθούν με το πράσινο αυγό. Με το κόκκινο όμως άλλον κανένα.

Σας ευχαριστώ για την ανάγνωση.