Δωδέκατο κεφάλαιο. Αχ, πόσο λατρεύω τις σεξουαλικές εντάσεις πριν από το μεγάλο ΜΠΑΜ!
Όλοι οι αναγνωρίσιμοι χαρακτήρες ανήκουν στη Στέφανι Μέγιερ.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12: ΣΚΙΡΤΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΟΝΕΙΡΩΞΕΙΣ
Ήταν Παρασκευή βράδυ, λίγο μετά τις έντεκα. Η Ρενέσμε είχε πάει ακόμη μία φορά στο σπίτι του Τζέικομπ, για να δουν ταινίες. Είχαν μόλις τελειώσει την πρώτη τους ταινία, ένα θρίλερ με τον Τζον Κιούζακ, και ετοιμάζονταν να δουν τη δεύτερη, επίσης θρίλερ. Ήταν μόνοι με τον πατέρα του να βρίσκεται πού αλλού; στης Ρέιτσελ. Είχαν ξαπλώσει και οι δύο στο μεγάλο καναπέ του σαλονιού και η Ρενέσμε είχε χωθεί μεταξύ του καναπέ και της πλάτης του Τζέικομπ, ο οποίος κρατούσε και τα δύο του χέρια πεισματικά κάτω από το κεφάλι του.
Ξαφνικά ο μεγαλόσωμος Ινδιάνος ένιωσε τα ακροδάχτυλα του αποτυπώματος του να διαγράφουν κυκλικές κινήσεις πάνω από τη μπλούζα του ακολουθώντας το σχήμα των κοιλιακών του. Δέχθηκε με αμήχανη ευφορία το άγγιγμα της. Εδώ και λίγο καιρό οι συναντήσεις τους διανθίζονταν από ανάμεικτα συναισθήματα υποφοράς και ευχαρίστησης. Την λάτρευε, ήταν η ζωή του, αλλά του γινόταν ολοένα και πιο δύσκολο να βρίσκεται κοντά της.
Κόντευε να φτάσει σε πλήρη ανάπτυξη. Έμοιαζε δεκαοκτώ χρονών και εκείνος ήταν ένας θερμόαιμος εικοσιπεντάρης με ορμόνες λύκου να διατρέχουν όλο το κορμί του. Και κάθε φορά που το σώμα της ερχόταν σε επαφή με το δικό του, ο λύκος ξυπνούσε βάναυσα διεκδικώντας να κάνει δικό του αυτό που του ανήκε.
Ιδίως από όταν η σχέση τους είχε αρχίσει να περνάει από το φιλικό στο ερωτικό επίπεδο με κάποια φιλιά και χάδια πότε δώθε πότε κείθε. Ο Τζέικομπ ωστόσο δεν ένιωθε ότι η Νέσι ήταν παντελώς έτοιμη να προχωρήσουν σε άλλη φάση. Και προσωπικά δεν ένιωθε παντελώς έτοιμος να κατασπαραχθεί από το μπαμπά Δράκουλα.
«Τζέικ;», άκουσε να του ψιθυρίζει γλυκά στο αυτί στέλνοντας ανατριχίλες σε όλο το κορμί του.
«Μμμ;», μουρμούρισε εκείνος προσποιούμενος τον προσηλωμένο στην ταινία, ώστε να μην αντιληφθεί την αναταραχή του.
«Κάνει ζέστη»
Έκανε όντως ζέστη. Ο Τζέικ ένιωθε το κορμί του να έχει πάρει φωτιά. Αλλά το ίδιο θα του συνέβαινε και αν βρισκόταν γυμνός στο χιόνι. Γυμνός στο χιόνι ... Με τη Ρενέσμε γυμνή δίπλα του. Από κάτω του. Να βγάζει ερωτικούς αναστεναγμούς ... Τρόμαξε με τις σκέψεις του και μετακινήθηκε ελαφρά στη θέση του, για να τις διώξει μακριά. Μάταιος κόπος. Τους τελευταίους μήνες τέτοιες σκέψεις τον επισκέπτονταν ολοένα και πιο συχνά. Ευτυχώς που από όταν ολοκληρώθηκε η μετάλλαξη του σε λύκο στα δεκαοκτώ, ο Έντουαρντ δε μπορούσε πλέον να διαβάζει το μυαλό του, διαφορετικά θα είχε μείνει τουλάχιστον με ένα πόδι λιγότερο.
«Σε πειράζει να βγάλω το παντελόνι μου;»
Η ερώτηση της έκανε τους χτύπους της καρδιάς του να αυξηθούν κατά διακόσιους το λεπτό.
«Όχι, βρε, εννοείται», είπε μόνο, για να μην κινήσει υποψίες.
Η Ρενέσμε πήρε τα χέρια της από το στέρνο του και η έλλειψη του αγγίσματος της του προκάλεσε σωματικό πόνο. Ήθελε να γυρίσει προς το μέρος της και να την κλείσει στην αγκαλιά του, αλλά αντί αυτού είχε μείνει κολλημένος να κοιτά την οθόνη, χωρίς βέβαια να προσέχει τι συνέβαινε στην ταινία. Όλες του οι αισθήσεις ήταν συγκεντρωμένες στις κινήσεις της. Η Ρενέσμε στήριξε άνετα όλο το βάρος της στο ένα της χέρι και κατηφόρισε το άλλο προς τη φόρμα της, χωρίς να παραλείψει να αγγίζει το κορμί του σχεδόν σε όλη τη διαδρομή. Με βασανιστικά αργές κινήσεις έλυσε το κορδόνι που κρατούσε το ρούχο και το κατέβασε μέχρι τα γόνατα της, όπου με μία βίαιη κίνηση το πέταξε στο πάτωμα.
Ο Τζέικομπ διαισθανόταν τα γυμνά της πόδια και η ανάσα του είχε γίνει βαριά και βαθιά, αλλά κόντεψε να χάσει τον έλεγχο, όταν εκείνη πέρασε το ένα της πόδι πάνω από τη μέση του. Ταυτόχρονα επέστρεψε τα χέρια της στην πρότερη τους θέση χαϊδεύοντας τον ξανά, μόνο που αυτή τη φορά βρίσκονταν εμφανώς πιο κάτω.
«Πολύ καλύτερα τώρα», του ψιθύρισε στο αυτί παραλύοντας τον. «Εσύ δε ζεσταίνεσαι;»
«Όχι, όχι, καλά είμαι», είπε μαρτυρικά.
«Είσαι σίγουρος; Γιατί έχεις ιδρώσει», αντέκρουσε η βρικόλακας και πριν προλάβει ο μεταμορφιστής να αντιδράσει έσκυψε στο πλάι του λαιμού του και έγλυψε με τη γλώσσα της έναν κόμπο ιδρώτα που είχε τρέξει.
Ο Τζέικομπ δεν κατάφερε να συγκρατήσει μία ηχηρή εκπνοή ηδονής.
«Μήπως θα ήταν καλύτερα να το βγάλεις αυτό;», τον ρώτησε όσο πιο αθώα μπορούσε και κατηφόρισε το αριστερό της χέρι κάτω από τη μπλούζα του προσπαθώντας να ανασηκώσει το ύφασμα.
Ο ιθαγενής συνάντησε το χέρι της με το δικό του ακινητοποιώντας το.
«Έλα, Τζέικ, μη ντρέπεσαι. Σε έχω ξαναδεί γυμνόστηθο», είπε καθησυχαστικά η Ρενέσμε και ο Τζέικομπ άφησε το χέρι της να του τραβήξει το άσπρο T-shirt ως επάνω.
Ύστερα υποτασσόμενος πειθήνια ανασήκωσε τα χέρια του επιτρέποντας της να του βγάλει ολοκληρωτικά τη μπλούζα και να την πετάξει και αυτή στο πάτωμα. Αμέσως τον αγκάλιασε ξανά και τώρα η επίδραση του αγγίσματος της, χωρίς κανένα ύφασμα να την περιορίζει, έκανε τον καβάλο του να σκληρύνει επικίνδυνα. Η Ρενέσμε ξανάρχισε να τον χαϊδεύει, αλλά αυτή τη φορά επεκτάθηκε και στους δυνατούς μύες των μπράτσων του.
«Τζέικ;»
«Ναι;»
«Με φαντασιώνεσαι ποτέ;»
Κόκκαλο ο λύκος!
«Τι είναι αυτά που ρωτάς, Νες;», ρώτησε ασθμαίνοντας.
«Δεν είναι κακό, Τζέικ»
Ναι, ίσως να είχε δίκιο. Ίσως να μην ήταν τελείως κακό. Να την φαντάζεται κάθε βράδυ στα τέσσερα να βρυχάται το όνομα του, ενώ εκείνος της ξέσκιζε τον κώλο. Αυτό το υπέροχο στρογγυλό κωλαράκι της που ήθελε να το μαυρίσει από τα χτυπήματα και τις δαγκωνιές.
«Είμαστε ακόμα φίλοι, Νες», είπε σφαλιαρίζοντας νοητικά τον εαυτό του.
Τι έκανε ακριβώς; Η Νέσι τον ήθελε, το αισθανόταν. Το μόνο που έπρεπε να κάνει ήταν να γυρίσει προς το μέρος της και να την κάνει δικιά του. Μετά όμως; Μήπως το μετάνιωνε; Μήπως δεν ήταν σίγουρη;
«Φίλοι», σχολίασε σαρδόνια εκείνη και σκύβοντας του έδωσε ένα φιλί ακριβώς κάτω από το αυτί.
«Και τότε», δεύτερο φιλί, «φίλε μου», τρίτο φιλί λίγο πιο κάτω, «τι είναι», τέταρτο φιλί στην άκρη των χειλιών, «αυτό;»
Ο Τζέικομπ ένιωσε αποχαυνωμένος το χέρι της να πιάνει ξαφνικά το φούσκωμα στο παντελόνι του.
«Γαμώτο, Νες!», φώναξε και πιάνοντας της το χέρι με το δικό του το τράβηξε μακριά.
Τότε εκείνη έβαλε όλη της τη δύναμη και κατάφερε να φέρει τα χέρια τους στο αιδοίο της.
«Σε θέλω, Τζέικ», του ψιθύρισε. «Θέλω να νιώσω τα χέρια σου πάνω μου»
Η θέρμη που έβγαζε το κορμί της παρείσφρησε σε κάθε πτυχή του βραχυκυκλώνοντας κάθε δισταγμό του. Με μία κίνηση στράφηκε προς το μέρος της και χωρίς να πει τίποτα πέρασε το χέρι του μέσα από το μικροσκοπικό ροζ σλιπάκι της. Εκείνη έκλεισε ηδονικά τα μάτια και αφέθηκε να απολαύσει το άγγιγμα του. Ο Τζέικομπ χούφτωσε με όλη την παλάμη του την ήβη της. Δεν το πίστευε ότι μπορούσε να την νιώσει έτσι. Αλλά αυτή η στιγμή δεν ήταν ώρα για σκέψεις, ήταν ώρα για πράξεις. Με το δείκτη και τον αντίχειρα του άνοιξε ελαφρά τα χείλη της και πέρασε το μεσαίο του δάχτυλο στο εσωτερικό τους παίζοντας με την κλειτορίδα της.
«Είσαι τόσο υγρή, Νες»
Παρατηρούσε το πρόσωπο της που είχε πάρει μία ηδονική έκφραση απόλαυσης και δεν άντεξε παραπάνω. Έσκυψε και σκέπασε το μισάνοιχτο στόμα της με το δικό του. Εκείνη τότε το άνοιξε ακόμα περισσότερο επιτρέποντας του την απόλυτη είσοδο. Οι γλώσσες τους ενώθηκαν σε έναν τρελό χορό που έκανε το πέος του να σκληρύνει στο μέγιστο βαθμό. Την ώρα που φιλιόντουσαν παθιασμένα, κατηφόρισε το δάχτυλο του στην είσοδο της και το πέρασε αργά μέσα. Η Νέσι έβγαλε μία πνιχτή κραυγή και σφίχτηκε πάνω του.
«Τι είναι, Νες; Σου αρέσει;», είπε απομακρυνόμενος ελάχιστα από το στόμα της.
«Ναι, ναι, ναι, Τζέικ. Μη σταματάς», φώναξε με απόγνωση.
Με άγαρμπες κινήσεις έπιασε το κιλοτάκι της και προσπάθησε να το βγάλει. Η κατάληξη ήταν το μεταξωτό ύφασμα να σκιστεί χίλιες λωρίδες μέσα στα χέρια της.
«Αυτό θα προτιμούσα να το είχα κάνει εγώ», είπε χαμογελώντας ο Τζέικομπ και σκύβοντας την φίλησε πάλι.
Η Νέσι φυλάκισε το κεφάλι του με τα μπράτσα της, ώστε να μη σταματήσει να την φιλάει, αν και ο Τζέικομπ δεν είχε κανένα τέτοιο σκοπό. Και αν η στύση του δεν είχε αρχίσει να γίνεται τόσο ενοχλητική, θα μπορούσε να μείνει σε αυτή τη θέση για ώρες χαρίζοντας απόλαυση στη γυναίκα που αγαπούσε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο στον κόσμο.
Η οποία εν λόγω γυναίκα τώρα είχε κατέβασε το χέρι της στο παντελόνι του και βιαζόταν να του λύσει τη ζώνη που συγκρατούσε το τζην του περνώντας την παλάμη της μέσα από το εσώρουχο του. Ο Τζέικομπ βόγκηξε μέσα στο στόμα της, καθώς τα δάχτυλα της έπιασαν την πιο ευαίσθητη περιοχή του. Η Νέσι του κατέβασε το παντελόνι και το μποξεράκι όσο πιο κάτω έφτανε, αλλά ήταν αρκετό για να ξεπροβάλει ο περήφανος ανδρισμός του σε όλο του το μεγαλείο. Η Ρενέσμε τον χούφτωσε με όλη της την παλάμη και το μικρό της χέρι έμοιαζε μηδαμινό μπροστά στο μέγεθος του. Ανασηκώθηκε ελαφρά με μία έκφραση απορίας και έκπληξης.
«Ω, Τζέικ, είναι τεράστιο! Θα, θα με πονέσει;», τον κοίταξε με τα μεγάλα αμυγδαλωτά της μάτια, όχι στο πρόσωπο, όχι, στο καυτό του μέλος που παλλόταν αυτοβούλως.
«Δεν ξέρω, Νες. Υπάρχει μόνο ένας τρόπος να μάθουμε», αποκρίθηκε ο μεταμορφιστής και λέγοντας αυτά τα λόγια βρέθηκε με μία κίνηση από πάνω της, ανάμεσα στα πόδια της.
Κλότσησε τα ρούχα του από πάνω του και την βοήθησε να βγάλει και τη δική της μπλούζα. Από κάτω φορούσε ασορτί σουτιέν με το θυσιασμένο στο βωμό του έρωτα τους σλιπάκι.
«Πολύ κρίμα να μείνει μόνο του αυτό, ε; Τώρα που πέθανε το ζευγάρι του», είπε πονηρά και σκύβοντας απαλά πάνω της, έσκισε το δαντελωτό εσώρουχο με τα δόντια του τραβώντας το μακριά.
Πριν προλάβει η Ρενέσμε να συνέλθει, ακούμπησε τη γλώσσα του πάνω στη δεξιά θηλή της και άρχισε να διαγράφει μικρούς κύκλους γύρω από την ορθωμένη ρόγα της, προτού την πάρει όλη στο στόμα του δαγκώνοντας την.
«Αααχ, Τζέικ», φώναξε και έπιασε το κεφάλι του και με τα δύο της χέρια.
Ο Τζέικομπ έφερε το πρόσωπο του στο ύψος του δικού της χαμογελώντας πονηρά, ενώ συνέχιζε να πειράζει τη θηλή της με το χέρι του.
«Τι είναι, Νες; Τι θέλεις;», την ρώτησε κατηφορίζοντας προς το αυτί της με τη γλώσσα του να γλύφει κάθε σπιθαμή της επιδερμίδας της.
Ήταν τόσο γλυκιά, όπως ακριβώς και η μυρωδιά της. Ενώ της πιπίλιζε το αυτί, εκείνη άνοιξε τα πόδια της κάνοντας το πέος του να βρεθεί ακριβώς πάνω από τη σχισμή της.
«Πάρε με, Τζέικομπ. Κάνε με δικιά σου», τον παρακάλεσε μινυρίζοντας.
Δε χρειάστηκε να το πει δεύτερη φορά. Με μία κίνηση είχε γλιστρήσει όλος μέσα της. Ήταν τόσο στενή που ο Τζέικομπ νόμιζε δε θα χωρούσε ούτε ο μισός, αλλά ευτυχώς ταυτόχρονα ήταν και τόσο ερεθισμένη, ώστε ο κόλπος της δέχθηκε με περίσσια φιλοξενία το μεγάλο μόριο του. Ήξερε ότι ήταν προικισμένος. Όλοι οι λύκοι της αγέλης του ήταν, αλλά εκείνος ήταν περισσότερο από όλους. Ωστόσο, κατάλαβε πραγματικά πόσο αληθινά μεγάλος ήταν τη στιγμή που μπήκε μέσα της, τη στιγμή που αισθάνθηκε ότι είχε φτάσει μέχρι στο πιο βαθύ της σημείο, που ένιωσε το άκρο του να ακουμπά στα τοιχώματα της μήτρας της.
Η Ρενέσμε με το που μπήκε μέσα της έβγαλε μία απελπισμένη κραυγή και σφίχτηκε δυνατά πάνω του καρφώνοντας τα μακριά της νύχια στην πλάτη του.
«Νέσι, είσαι εντάξει;», ρώτησε ανήσυχος.
Όσο και αν δεν το ήθελε προσπάθησε να τραβηχτεί. Εκείνη όμως τύλιξε τα πόδια της γύρω από τη μέση του δείχνοντας του πως ήθελε να παραμείνει στη θέση του. Ο Τζέικομπ έμεινε για μερικά λεπτά ακίνητος περιμένοντας να χαλαρώσει τη λαβή της και να αρχίσει να αναπνέει ξανά κανονικά. Σε λίγο άνοιξε τα μάτια της και του έριξε ένα βλέμμα γεμάτο στοργή. Η καρδιά του έλιωσε. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβε ότι την αγαπούσε όσο μπορούσε η ψυχή του να αγαπήσει. Ήταν ερωτευμένος μαζί της, εκτός από αποτυπωμένος. Ήθελε να την κάνει δική του για τώρα και για πάντα.
Έσκυψε και την φίλησε και άρχισε να κινείται αργά πάνω της. Η επαφή του με τη γυμνή της σάρκα του αφαιρούσε όλη τη δύναμη, οπότε αφέθηκε να πέσει με όλο του το βάρος πάνω της. Χωμένος στο λαιμό της, ξεκίνησε να μπαινοβγαίνει μέσα της με ολοένα αυξανόμενη ένταση. Η Νέσι ακολουθούσε ιδανικά το ρυθμό του, ανεβοκατεβάζοντας τους γοφούς της για να συναντήσει τους δικούς του. Πώς ήξερε να τον ανάβει τόσο πολύ; Πώς ήταν δυνατόν να είναι τόσο καλή στο κρεβάτι; Ο Τζέικομπ έστρεψε ελαφρά το κεφάλι του και το βλέμμα του συνάντησε το δικό της. Την κοιτούσε βαθιά στα ζεστά της μάτια και ένιωθε να τον γλύφει η φωτιά της ηδονής της.
Αύξησε την ταχύτητα του μπαίνοντας μέσα της σχεδόν με όλη του τη δύναμη. Ευτυχώς που η Ρενέσμε ήταν μισή βρικόλακας και δεν τραυματιζόταν, αλλιώς ο Τζέικομπ θα φοβόταν ότι θα της σπάσει τα κόκκαλα. Μαζί της όμως μπορούσε να αφήσει αχαλίνωτη την ορμή του να τους σκεπάσει και τους δύο. Ο Τζέικομπ ένιωσε τα πόδια της Νέσι να τρέμουν και τους μύες στη βουβωνική της χώρα να σφίγγονται. κατάλαβε πως πλησίαζε στην κορύφωση της και προσπάθησε να διατηρήσει την ταχύτητα του και τη στάση του, για να τη βοηθήσει να φτάσει πιο γρήγορα. Ήλπιζε ότι θα ερχόταν σύντομα, επειδή ούτε ο ίδιος θα άντεχε για πολύ ακόμα. Ένιωθε τον οργασμό του να πλησιάζει με κάθε κίνηση. Ευτυχώς σε λίγο άκουσε την αναπνοή της να γίνεται κοφτή και γρήγορη και ένιωσε το κορμί της να διατρέχεται από ηδονικούς σπασμούς.
«Ααααχ, Τζέικ! Μωρό μου, Τζέικ», φώναξε δυνατά και αυτό ήταν αρκετό για να τον στείλει στους ουρανούς.
Με δύο ωθήσεις ακόμα έχυσε μέσα της όλη του την ερωτική φλόγα. Αποκαμωμένος, ιδρωμένος, μα τόσο ευχαριστημένος, έπεσε ξανά πάνω στα στήθη της.
«Ουάου», είπε η Ρενέσμε.
«Ουάου», είπε και εκείνος.
«Γιατί δεν το κάναμε αυτό τόσο καιρό;», ρώτησε η Νέσι.
Ο Τζέικομπ ανασήκωσε το κεφάλι του χαμογελώντας.
«Γιατί είμαστε φίλοι», είπε και την φίλησε απαλά στα χείλη.
Πετάχτηκε πάνω κάθιδρος και λαχανιασμένος. Άργησε να καταλάβει πού βρισκόταν, ποιος ήταν και τι έκανε. Έφερε τα χέρια του στο πρόσωπο του και έτριψε τα μάτια του, πριν συνειδητοποιήσει την υγρασία ανάμεσα στα πόδια και το κρεβάτι του.
«Γαμώτο!», έβρισε μέσα από τα δόντια του.
Τα όνειρα του με τη Νέσι γίνονταν ολοένα και πιο ενοχλητικά. Και τόσο αληθινά ταυτόχρονα. Μπορούσε ακόμα να γευτεί τα χείλη της στο στόμα του. Κούνησε βίαια το κεφάλι του, για να βγει από την επήρεια του ονείρου και πήγε ως το μπάνιο. Μπήκε στο ντους και ξεπλύθηκε καλά από τις σπερματικές αποδείξεις των φανταστικών περιπετειών του.
Τέλεια! Είχε ονειρώξεις σαν έφηβο αγοράκι και ερχόταν μέσα σε τρία λεπτά και μόνο με τη σκέψη της, τι θα γινόταν αν ποτέ … Δεν ήθελε ούτε να το φανταστεί, επειδή ο μικρός Τζέικ ήταν έτοιμος να σκάσει και πάλι μύτη. Γύρισε το νερό στο κρύο, για να ξυπνήσει τελείως, και βγήκε από το ντους λίγο αργότερα. Φόρεσε μία τζιν βερμούδα και μία μαύρη μπλούζα και κατευθύνθηκε στο σαλόνι. Εκεί βρήκε τον πατέρα του να τον περιμένει, καλοντυμένο και σενιαρισμένο. Ήταν η επέτειος του Τσάρλι με τη Σου σήμερα και τους είχαν καλέσει σπίτι τους για φαγητό. Κόντευε ήδη μεσημέρι, οπότε έπρεπε να ξεκινήσουν. Με τη χθεσινή περιπολία είχε κοιμηθεί ξημερώματα και ήταν ακόμα κομμάτια.
«Καλημέρα ή μάλλον καλησπέρα», του είπε χαμογελώντας. «Κοιμήθηκες καλά;»
«Σαν βόδι», απάντησε ο γιος του.
«Κάτι καταλάβαμε», σήκωσε κοροϊδευτικά ο πρεσβύτερος Μπλακ τα φρύδια του.
Ναι, οκ, ροχάλιζε, και; Πείραζε κανέναν; Εξάλλου η Νέσι τού είχε πει πως το ροχαλητό του ήταν το πιο γλυκό νανούρισμα, οπότε χέστηκε για όλους τους άλλους.
«Έτοιμος;», έκοψε την καζούρα παίζοντας ενοχλημένος τα μάτια του.
«Ναι, πάμε», είπε γελώντας ο γεννήτορας του.
Βγήκαν έξω στο παρκαρισμένο Rabbit του και ξεκίνησαν για το σπίτι του αρχηγού της αστυνομίας. Σε δέκα λεπτά βρίσκονταν εκεί. Απέξω απαντήθηκαν με το ασημένιο Volvo του Έντουαρντ. Ο μεταμορφιστής στάθμευσε το αυτοκίνητο, βοήθησε τον πατέρα του να κατέβει και κατευθύνθηκαν μαζί προς το σπίτι.
Πριν προλάβουν να ανέβουν τα σκαλοπάτια της εισόδου, άνοιξε η εξώπορτα και η Νέσι έτρεξε προς το μέρος του και πήδηξε στην αγκαλιά του. Αμέσως ένιωσε ξανά ζωντανός. Ήταν λες και όταν η Νέσι ήταν μακριά του, για όσο σύντομο διάστημα και αν ήταν αυτό, περνούσε σε μία ημιθανή κατάσταση, όπου δεν ζούσε, απλά υπήρχε. Έσκυψε το κεφάλι του στα μαλλιά της που έπεφταν λυτά μέχρι τη μέση της και ανάσανε βαθιά προσπαθώντας να αναπληρώσει τη δόση του από το άρωμα της.
Θα μπορούσε να μείνει σε αυτή τη θέση για πάντα, αν δεν εμφανιζόταν στην πόρτα ο Έντουαρντ κοιτώντας τον βλοσυρά. Μπορεί να τον είχε αποδεχτεί, αυτό δε σήμαινε ωστόσο πως δεν έκανε εμφανή τη δυσαρέσκεια του όλες τις φορές που ο Ινδιάνος ξεπερνούσε τα όρια που είχε βάλει στη σχέση του με την κόρη του και τα οποία παραήταν στενά για τα γούστα του. Δεν έφερνε αντιρρήσεις όμως, επειδή ήξερε πως δε τον συνέφερε να πηγαίνει κόντρα στο μελλοντικό πεθερό του. Χα! Θα ήθελε πολύ να δει τη φάτσα του, όταν θα τον αποκαλούσε για πρώτη φορά έτσι, αν και αυτό ήταν πολύ μακριά ακόμα.
Προς το παρόν άφησε υποταγμένος τη Νέσι να πατήσει πάλι κάτω και εκείνη πήγε να χαιρετήσει τον πατέρα του. Έσκυψε, για να τον αγκαλιάσει και κόντεψαν να του βγουν τα μάτια έξω. Φορούσε ένα μαύρο κοντό και στενό φόρεμα με λεπτές τιράντες που άφηνε τα καλλίγραμμα πόδια της σε κοινή θέα, ενώ τόνιζε θεσπέσια τα υπέροχα οπίσθια της. Την ώρα που περνούσε το κατώφλι, ο Έντουαρντ γρύλλισε μέσα στο αυτί του τόσο ψιθυριστά που ακόμα και ο ίδιος δυσκολεύτηκε να τον ακούσει.
«Αν κοιτάξεις ακόμα μία φορά τα πόδια της, δε θα έχεις πια μάτια να δεις, κατάλαβες;»
Κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. Τι να έκανε ο κακομοίρης; Η Άλις έφταιγε για όλα με αυτά τα ρούχα που πήγαινε και της αγόραζε!
Μπήκαν μέσα στο σπίτι χαιρετώντας και τους υπόλοιπους. Εκτός από τον Τσάρλι και τη Σου, τους περίμεναν η Μπελς, ο Σεθ με τη Λία και ο Έμπρυ που τώρα τελευταία δεν έχανε οικογενειακή εκδήλωση για οικογενειακή εκδήλωση.
«Πώς πάει, σερίφη; Όλα εντάξει με τον έγγαμο βίο», ρώτησε ο Μπίλι Μπλακ τον καλύτερο του φίλο και του έδωσε το μπουκάλι κρασί που είχαν φέρει για την περίσταση.
«Μετά από πέντε χρόνια πιστεύω πως ναι», χαμογέλασε ελαφρά κάτω από το μουστάκι του ο κύριος Σουάν.
«Ναι, αλλά μην ξεχνάς τι λένε για τα επτά χρόνια φαγούρα», τόνισε με σκώμμα ο ιθαγενής χτυπώντας τον παλιόφιλο του στο στομάχι δήθεν ελαφρά, αλλά ίσως όχι και τόσο ελαφρά, αφού ο μεσήλικας άνδρας έσκυψε λίγο οδυνηρά μπροστά.
«Τι λέει, αρχηγέ;», έκλεισε το μάτι στο Τζέικ ο Σεθ.
«Καλά, πιτσιρίκι, εσύ;», του απάντησε και πιάνοντας τον από το σβέρκο του έκανε ένα κεφαλοκλείδωμα τρίβοντας του τα μαλλιά δυνατά με τους κόμπους των δακτύλων του.
Μπορεί πλέον να είχε μεγαλώσει και να τον έφτανε σχεδόν στο ύψος, αλλά για εκείνον θα παρέμενε πάντα το μωρό που τον ακολουθούσε από πίσω όπου και αν πήγαινε.
Κάθισαν όλοι μαζί στο στρωμένο τραπέζι και ξεκίνησαν να τρώνε το νοστιμότατο φαγητό που είχε μαγειρέψει η κυρία Σου. Είχε φτιάξει και την αγαπημένη πουτίγκα του Τζέικομπ. Ήταν παραδοσιακή συνταγή των Κιγιέτ και απλά την λάτρευε.
«Έι, Τζέικ, άσε να πάρει και κανένας άλλος», παραπονέθηκε ο Σεθ.
«Τρώω και τη μερίδα του Έντουαρντ και της Μπέλα», απολογήθηκε με γεμάτο στόμα.
Μπροστά τους οι Κάλεν δε χρειαζόταν να προσποιούνται και έτσι απλά τούς έκαναν συντροφιά χωρίς να τρώνε.
«Εξάλλου εσύ μπορείς να την τρως κάθε μέρα», σημείωσε ο λύκος κουνώντας δεικτικά το πιρούνι του.
«Αφού σου αρέσει τόσο πολύ, θα μάθω να στην φτιάχνω εγώ», είπε γλυκά η Νέσι και τον φίλησε στο μάγουλο.
Γύρισε και την κοίταξε γεμάτος λατρεία, αλλά έστρεψε γρήγορα το βλέμμα του, όταν ένιωσε το πόδι του Έντουαρντ να πατά με βία πάνω στο δικό του. Μπουκώθηκε με ψωμί, για να μην ουρλιάξει από τον πόνο. Πιθανότατα τα δάχτυλα του είχαν σπάσει, αλλά δεν ανησυχούσε, σε πέντε λεπτά θα ήταν εντάξει. Πράγματι, μέχρι να έρθει το επιδόρπιο, δεν ένιωθε πια καμία ενόχληση και μπόρεσε να απολαύσει με θέρμη το σοκολατένιο κορμό της Σου.
«Είναι απίστευτο το πόσο πολύ τρως, Τζέικ», παρατήρησε και η Μπέλα.
«Ε, έχω και ένα κορμί να συντηρήσω», τεντώθηκε και χτύπησε αστειευόμενους τους κοιλιακούς του.
«Ψωνάρα», είπε ο Έμπρυ και του πέταξε την πετσέτα του στη μούρη.
«Έμ, έχεις σχέδια για τα Χριστούγεννα;», ρώτησε ήρεμα.
«Από τώρα; Όχι, γιατί;», τον κοίταξε απορημένος.
«Γιατί θα κάνεις περιπολίες μέχρι το νέο έτος», του πέταξε μοχθηρά.
«Εγώ φταίω, ρε! Πού σου ετοίμασα και συγχαρητήριο πάρτι στην παραλία!», σταύρωσε θυμωμένα τα χέρια του στο στήθος του ο έτερος μεταμορφιστής.
Ο Τζέικομπ πριν από μία εβδομάδα είχε πάρει το πτυχίο του στη Μηχανολογία από το Πανεπιστήμιο Ιθαγενών της Βορείου Αμερικής της Ουάσινγκτον με λίαν καλώς.
«Έμπρυ!», φώναξε η Νέσι. «Υποτίθεται ήταν έκπληξη!»
«Σόρυ, Νες! Αλλά με νευρίασε!», δικαιολογήθηκε ακόμα μουτρωμένος ο Έμπρυ.
Στράφηκε προς τη Νέσι.
«Αλήθεια λέει;»
«Ναι. Κανονικά δεν έπρεπε να το μάθεις νωρίτερα, όμως ας όψεται ο μαρτυριάρης», κοίταξε ενοχλημένη προς τη μεριά του Έμπρυ.
«Εσύ το οργάνωσες;», ρώτησε αν και ήξερε ήδη την απάντηση.
«Μαζί με τα παιδιά, αλλά ναι ήταν δική μου ιδέα»
Την αγκάλιασε σφιχτά.
«Είσαι το καλύτερο τερατάκι στον κόσμο. Πόσο πολύ με σκέφτεσαι!»
«Σιγά, Τζέικομπ, θα την πνίξεις!», είπε επιπληκτικά ο Έντουαρντ.
Απομακρύνθηκε λίγο από κοντά της, αλλά άφησε το χέρι του γύρω από τους ώμους της και δεν το έβγαλε όλη την υπόλοιπη ώρα όσες δολοφονικές ματιές και αν του έριξε ο Έντουαρντ. Παρόλα αυτά, ένιωσε μία απίστευτη χαλάρωση όταν, αφού χαιρέτισαν τους υπόλοιπους, βρέθηκαν στο αυτοκίνητο του οι δύο τους μαζί με το Σεθ και τον Έμπρυ – η Λία θα έμενε να βοηθήσει τη μητέρα της στο συμμάζεμα και θα τους έβρισκε μετά – χωρίς την αυστηρή παρουσία του βρικολακοπατέρα. Μπορεί να φαινόταν νέος, αλλά είχε το μυαλό και τις αντιλήψεις ογδοντάχρονου, ειδικά όταν επρόκειτο για την τιμή της κόρης του. Λες και εκείνος θα την ατίμαζε ποτέ! Και όχι, το σεξ από τον κώλο δε θεωρείται ατίμωση!
Έβαλε μπρος και πήρε το δρόμο για τη Λα Πους. Ήταν τέσσερις το απόγευμα και ο ήλιος θα έμενε για λίγες ώρες ακόμα στον ουρανό. Την ώρα που οδηγούσε, πρόσεξε τα πόδια της Νέσι. Φορούσε μαύρα πέδιλα και μπορούσε να δει όλο το αλαβάστρινο πατουσάκι της που έμοιαζε δέκα φορές πιο σέξι, επειδή είχε βάψει τα νύχια της μαύρα. Στράφηκε στα χέρια της και είχε ακριβώς το ίδιο χρώμα.
«Από πότε βάφεις τα νύχια σου;», την ρώτησε πιάνοντας τα δάχτυλα της στα δικά του για να τα εξετάσει εγγύτερα.
«Από όταν η θεία Άλις προέβλεψε τον επικείμενο θάνατο του πατέρα μου έτσι και επενέβαινε ξανά στο θέμα της εμφάνισης μου», του χαμογέλασε.
Μέχρι πρότινος ο Έντουαρντ δεν την άφηνε να βάφει τα νύχια της, γιατί το θεωρούσε πρόστυχο. Είχε δίκιο. Ήταν περίεργο πώς ένα μαύρο μανό συνδυαζόταν με βίαιο γαμήσι στα τέσσερα στο μυαλό του. Κατσούφιασε σκεφτόμενος πως την ίδια επίδραση θα είχε σίγουρα και στο μυαλό των άλλων ανδρών. Τι να κάνει όμως; Ήταν ερωτευμένος με μία πραγματική τσόντα!
Η Νέσι άνοιξε το ραδιόφωνο και έψαξε να βρει κάποιο σταθμό. Σταμάτησε απότομα σε ένα τραγούδι που άκουγε πρώτη φορά στη ζωή του, εκείνη ωστόσο φάνηκε να το αναγνωρίζει.
«Α, το Λολίτα της Λάνα Ντελ Ρέυ!», αναφώνησε.
«Αυτή είναι η τύπισσα που πήγαμε στη συναυλία της στο Σιάτλ τον προηγούμενο μήνα;», ρώτησε ο Σεθ από το πίσω κάθισμα.
«Εννοείται, άσχετε», απάντησε εκείνος. «Είναι δυνατόν να μην κατάλαβες τη φωνή της;»
«Υπέροχη τραγουδίστρια», σχολίασε και η Νέσι.
«Τι να σας πω, παιδιά. Εγώ μόνο τα βυζιά της θυμάμαι», ανασήκωσε τους ώμους του ο Έμπρυ.
«Τστστστστς, κάφρε», είπε υποτιμητικά ο αρχηγός του.
«Θες να το ανοίξω;», γρύλλισε ο Έμπρυ κοιτώντας τον απειλητικά μέσα από τον καθρέφτη.
Ο μεταμορφιστής κοκκίνισε στο λεπτό. Δε θα τον έδινε φάτσα φόρα στη Νέσι, έτσι δεν είναι;
«Είσαι πολύ κάφρος, Τζέικι;», ρώτησε η Νέσι γελώντας και τον ακούμπησε στο εσωτερικό του δεξιού μηρού, λίγο πιο κάτω από την επικίνδυνη ζώνη.
Κατέβασε το βλέμμα του στο χέρι της και ξεροκατάπιε. Τι μαρτύρια τραβούσε ο άνθρωπος! Πρέπει σε κάποια προηγούμενη ζωή του να είχε κάνει πολύ κακά πράγματα για αυτό και οι θεοί των Κιγιέτ τον τιμωρούσαν τώρα. Ευτυχώς σύντομα έφτασαν στην παραλία, οπότε η Νέσι κατέβηκε από το αυτοκίνητο και ο Ινδιάνος μπόρεσε να αναπνεύσει κανονικά. Ένιωσε το χέρι του Έμπρυ να τον χτυπά στον ώμο.
«Σκέτη κάβλα, φίλε», του ψιθύρισε στο αυτί και πήδηξε έξω από το αμάξι, πριν προλάβει ο ομοεθνής του να του χώσει σφαλιάρα.
Ο Τζέικομπ περίμενε λίγα δευτερόλεπτα να ηρεμήσει και βγήκε και ο ίδιος. Ο Έμπρυ είχε ήδη τρέξει στην παραλία, για να μην τον κάνει κρεμμυδάκια. Κοίταξε τη Νέσι που φαινόταν πανέμορφη κάτω από το απαλό φως του ήλιου. Χωρίς να μιλήσει, την έπιασε από το χέρι και κατηφόρισαν μαζί προς τη θάλασσα.
Όταν πλησίασαν, είδε πως είχε μαζευτεί όλη η αγέλη. Κάποιοι από τους λύκους ήταν μέσα στη θάλασσα και έκαναν μπάνιο, κάποιοι άλλοι έπιναν μπύρες και κάποιοι άλλοι απλά κάθονταν χαζολογώντας με τις γκόμενες τους. Μόλις εντόπισαν τον αρχηγό τους, ήρθαν όλοι να τον χαιρετίσουν και να τον συγχαρούν για την επιτυχία του.
«Είμαι τόσο περήφανη για εσένα, Τζέικ!», τον αγκάλιασε σφιχτά η Ρέιτσελ.
«Ευχαριστώ, αδερφούλα», ανταπέδωσε τον εναγκαλισμό.
«Πάλι κλαις, Ρέιτς;», πλησίασε και ο Πωλ.
«Ε, αφού με έχετε μάθει πια, τα έχω εύκολα τα δάκρυα», χαμογέλασε με μπουκωμένη μύτη εκείνη σκουπίζοντας τα υγρά της μάτια και ο Τζέικομπ της χάιδεψε απαλά το μάγουλο.
Μπορεί να ήταν μεγαλύτερη του κατά τέσσερα χρόνια, αλλά πάντα την αντιμετώπιζε υπερπροστατευτικά. Για αυτό και στην αρχή είχε δυσκολευτεί να αποδεχθεί πως ο γυναικάς Πωλ είχε αποτυπωθεί πάνω της, αλλά σύντομε δέχθηκε καλά τη σχέση τους, αφού έβλεπε πως της φερόταν άψογα, όπως άλλωστε όλοι οι λύκοι στο αποτύπωμα τους, σαν να ήταν η πηγή της ζωής τους.
Ή μάλλον όχι σαν. Ήταν η πηγή της ζωής τους όπως ήταν και για τον ίδιο η Νέσι. Σήκωσε το κεφάλι του, για να δει πού είναι. Βρισκόταν λίγα μέτρα παραπέρα και μιλούσε με την Κιμ και τον Τζάρεντ, ένα άλλο ζευγάρι.
«Μπίρα;», ακούστηκε η φωνή του Σαμ.
Ο μεταμορφιστής γύρισε και πήρε το αλουμινένιο κουτάκι που του προσέφερε ο τέως αρχηγός του.
«Ώστε μας έγινες μηχανικός και με βούλα», γέλασε καλοκάγαθα ο Γιούλεϊ και ήπιε μία γουλιά από τη μπίρα του.
«Έτσι λένε τουλάχιστον», χαμογέλασε και εκείνος ξαναστρέφοντας τη ματιά του προς την αγαπημένη του.
Ο συνάγελος του πρόσεξε την κατεύθυνση του βλέμματος του.
«Είσαι πολύ τυχερός που αποτυπώθηκες πάνω της», είπε πιο σοβαρά. «Είναι αξιολάτρευτη. Και σκέψου ότι το λέω εγώ αυτό», κάγχασε ελαφρά.
Ο Σαμ μισούσε τους βρικόλακες περισσότερο από κάθε άλλο λύκο, αλλά εν τούτοις η Ρενέσμε είχε καταφέρει να τον κερδίσει και εκείνον.
«Μην την αφήσεις ποτέ να σου φύγει, Τζέικ. Είναι πολύ σπάνιο πλάσμα»
Εκείνη τη στιγμή η Νέσι κοίταξε προς το μέρος τους και τους χαμογέλασε γλυκά.
«Ναι, σίγουρα είναι», είπε ο Μπλακ συμφωνώντας απόλυτα.
Την παρατηρούσε καθώς ερχόταν κοντά τους και δε μπορούσε να πιστέψει, ότι ήταν αληθινή. Δε γινόταν να υπάρχει τόση ομορφιά μόνο μέσα σε έναν άνθρωπο. Και το σημαντικότερο ήταν, ότι η ομορφιά της ήταν τόσο ανθρώπινη που δεν την βαριόσουν ποτέ. Ήξερε πως όλοι οι βρικόλακες είναι όμορφοι. Σίγουρα κάποιος θα μπορούσε να πει, πως η Ρόζαλι ήταν δέκα φορές πιο όμορφη. Αλλά η δική της ομορφιά ήταν ψυχρή και απρόσωπη, ενώ η ομορφιά της Νέσι του ήταν τόσο ζεστή που σε έκανε να νιώθεις και ο ίδιος πανέμορφος. Ίσως για αυτό να την λάτρευαν όλοι.
«Τι λέτε εσείς εδώ;», ρώτησε χαμογελώντας, ενώ χώθηκε στην αγκαλιά του αποκλειστικού λύκου της.
«Λέμε τι ωραία που θα ήταν μία βουτιά στη θάλασσα. Άντε, γδύσου να πέσουμε!», της απέσπασε την προσοχή μαγιόρικα.
Δε χρειάστηκε να το προτείνει δεύτερη φορά. Με μία κίνηση η νεαρή Κάλεν είχε πετάξει φουστάνι και παπούτσια και είχε μείνει με ένα μικροσκοπικό μαύρο στράπλες μπικίνι. Ο Τζέικομπ ξεροκατάπιε αλλά έπρεπε να δράσει σύντομα, πριν της επιτεθεί κανένας. Με μία κίνηση έβγαλε τη μπλούζα του, την σήκωσε στα χέρια του και έτρεξε στη θάλασσα, ενώ εκείνη φώναζε χαρούμενη.
«Σε πάω μία κόντρα μέχρι την τελευταία σημαδούρα», του είπε γελώντας, όταν βρέθηκαν μέσα στο νερό.
«Θα αντέξεις μέχρι εκεί κάτω;», την ρώτησε ειρωνικά.
Η τελευταία σημαδούρα ήταν περίπου πεντακόσια μέτρα μακριά τους.
«Αυτό θα το δούμε», απάντησε και ξεκίνησε να κολυμπάει γρήγορα προς τα εκεί.
Ωστόσο, έχασε σύντομα το προβάδισμα του αιφνιδιασμού και σύντομα πήγαιναν στήθος με στήθος. Στο τέλος την κέρδισε ακουμπώντας πρώτος τη σημαδούρα.
«Δεν είναι δίκαιο! Τα δικά σου χέρια είναι πιο μακριά!», παραπονέθηκε.
«Αυτό να το σκεφτόσουν πριν τα βάλεις μαζί μου», κάγχασε.
Προσπάθησε να του κάνει μία πατητή, αλλά παρότι ανέβηκε σχεδόν με όλη της τη δύναμη πάνω του δεν κατάφερε παρά να τον σπρώξει ελάχιστα προς τα κάτω.
«Είσαι πολύ αδύναμη για μένα», την κορόιδεψε.
Τότε εκείνη τον πλησίασε ακόμα περισσότερο, έβαλε τα χέρια της πάνω στους ώμους του και τον κοίταξε βαθιά στα μάτια. Την αισθάνθηκε να γέρνει πάνω του και η καρδιά του χτύπησε κόκκινο. Έγειρε και άλλο κοντά του και άλλο και άλλο. Μισάνοιξε τα χείλη του περιμένοντας τη θέρμη της, όταν ξαφνικά ένιωσε να καταβρέχεται όλο του το πρόσωπο με έναν πίδακα νερού που έβγαινε από στο στόμα της. Τού πήρε μερικά δέκατα του δευτερολέπτου να καταλάβει τι είχε γίνει, ενώ εκείνη γελούσε δυνατά με το πάθημα του.
«Αυτό είναι τσατσιά», είπε σκουπίζοντας με το χέρι του τις στάλες από τα μάτια του. «Περίμενε και θα δεις τι θα πάθεις αν σε πιάσω», την απείλησε.
Άρχισε να φωνάζει και να κολυμπάει προς την ακτή, πετώντας του κατά διαστήματα νερό. Κολυμπούσε από πίσω της και πότε πήγαινε να την πιάσει από το πόδι, πότε από τη μέση, αλλά πάντα του ξέφευγε. Λίγο πριν καταφέρει να βγει στην ακτή, την τράβηξε από τον αστράγαλο και γυρίζοντας την ανάσκελα έπεσε πάνω της με όλη του τη δύναμη. Την ακινητοποίησε στην άμμο φυλακίζοντας το κεφάλι της ανάμεσα στα μπράτσα του και μπλέκοντας τα πόδια τους μεταξύ τους.
«Τώρα είσαι δικιά μου!», είπε ασθμαίνοντας πάνω στο στόμα της.
Είχαν έρθει τόσο κοντά που ένιωθε την ανάσα της καυτή πάνω στη βρεγμένη επιδερμίδα του. Κοιτούσε τα μαλλιά της, τα μάτια της, το λαιμό της, το στόμα της, τα χείλη της. Κυρίως αυτά. Ήταν μισάνοιχτα, υγρά και κατακόκκινα. Τα ήθελε αυτά τα χείλη. Ήθελε να τα φιλήσει, να τα γευτεί. Έσκυψε και σφράγισε το στόμα του πάνω στο δικό της. Εκείνη ανταπέδωσε με θέρμη το φιλί του, ενώ ταυτόχρονα άρχισε να τον αγγίζει, να τον χαϊδεύει, να ταξιδεύει τα νύχια της σε όλη την επιφάνεια του κορμιού του με μία βίαιη ορμή που πρώτη φορά του αποκάλυπτε. Κατέβασε τα χέρια της στο παντελόνι του και έπιασε σφιχτά τους γλουτούς του.
Ο Τζέικομπ βόγκηξε από ηδονή και κατρακύλησε στο λαιμό της σκορπώντας φιλιά στη νοτισμένη επιφάνεια. Ξαφνικά ένιωσε τα δάχτυλα της να περνάνε μπροστά και να πιάνουν τον ανδρισμό του που είχε ορθωθεί επίπονα πάνω από το σκληρό ντενίμ. Ο λύκος χρειάστηκε να βάλει όλη τη δύναμη της αυτοσυγκέντρωσης του για να αγκιστρώσει τα σουσουράδικα χέρια της και να τα στερεώσει πάνω από το κεφάλι της.
«Δε θέλεις να το συνεχίσεις αυτό, Νες», μουρμούρισε παίρνοντας βαθιές αναπνοές με σφιχτόκλειστα βλέφαρα εκατοστά μακριά από το στόμα της.
«Και αν θέλω;», ακούστηκε προκλητική η φωνή της, ενώ ταυτόχρονα ανασήκωσε τους γοφούς της τρίβοντας τις βουβωνικές τους χώρες.
Ο Τζέικομπ άνοιξε τα μάτια του και τυλίχτηκε στο πάθος του βλέμματος της.
«Ξέρεις, ότι δε μπορώ να σου αρνηθώ τίποτα», παραδέχθηκε και πίεσε το κορμί του ερωτικά πάνω στο δικό της. «Αλλά αν δεν το κόψουμε τώρα, θα χάσω τον έλεγχο και θα σε πάρω εδώ, μπροστά στην παραλία», ψέλλισε μέσα από σφιγμένα δόντια.
Η Νέσι διχάστηκε. Ναι, εννοείται δεν ήθελε η πρώτη τους φορά να είναι στη Λα Πους με θεατές όλη την αγέλη. Όμως επιτέλους είχε επιτύχει να τον φτάσει στα όρια του. Μέχρι τότε αρνιόταν να προχωρήσουν, θεωρώντας πως δεν είναι έτοιμη, όσο και αν εκείνη τον διαβεβαίωνε για το αντίθετο. Ωστόσο αφού το κατάφερε τώρα, ίσως να είχε βρει τον τρόπο να το ξανακαταφέρει. Του χαμογέλασε γλυκά και άφησε το σώμα της να χαλαρώσει από την ένταση.
«Έχεις δίκιο», συμφώνησε.
Ο αγαπημένος της ανάπνευσε με ανακούφιση και έσκυψε και της απίθωσε ένα φιλί στο μέτωπο καταλαγιάζοντας και εκείνος από τον πρότερο πυρετό. Μόλις ηρέμησε όσο ήταν δυνατόν να ηρεμήσει με το αποτύπωμα του πλάι του, την πήρε από το χέρι και επέστρεψαν στους υπόλοιπους. Όλη η ακτή δονούταν πλέον από δυνατή μουσική με τους λύκους να χορεύουν γύρω από τις ανταύγειες μίας μεγάλης φωτιάς.
«Αλλά να έχεις υπόψη σου, πως την επόμενη φορά που θα σε ξεμοναχιάσω, δε θα μου γλιτώσεις έτσι εύκολα», ψιθύρισε η Ρενέσμε ερεθιστικά στο αυτί του. «Να προσέχεις τα νώτα σου, κύριε Μπλακ», προσέθεσε και δίνοντας του ένα χτύπημα στα οπίσθια έτρεξε μπροστά γελώντας κοροϊδευτικά με την αποσβολωμένη του έκφραση.
Ω, θεοί τον Κιγιέτ! Ποιος να ήξετε τι τον περίμενε ακόμα!
Ένα σχόλιο! Όλο το βασίλειο μου για ένα σχόλιο!
Προς alice 15: Ελπίζω το μοναδικό να είναι με τη θετική έννοια ;) Όπως και να έχει, σε ευχαριστώ πάρα πολύ για το σχόλιο σου!
Προς Helen: Για άλλη μία φορά, ευχαριστώ! Μιας και είχες την απορία, είπα να γράψω πέντε πράγματα για εμένα στο προφίλ μου. Για gonna check it out :)
